RSS

Monthly Archives: June 2014

Πάμπλο Νερούδα, Σονέτο XI

Tengo hambre de tu boca, de tu voz, de tu pelo
y por las calles voy sin nutrirme, callado,
no me sostiene el pan, el alba me desquicia,
busco el sonido líquido de tus pies en el día.

Estoy hambriento de tu risa resbalada,
de tus manos color de furioso granero,
tengo hambre de la pálida piedra de tus uñas,
quiero comer tu piel como una intacta almendra.

Quiero comer el rayo quemado en tu hermosura,
la nariz soberana del arrogante rostro,
quiero comer la sombra fugaz de tus pestañas

y hambriento vengo y voy olfateando el crepúsculo
buscándote, buscando tu corazón caliente
como un puma en la soledad de Quitratúe.

Πεινάω για το στόμα, τη φωνή σου, τα μαλλιά σου,
παίρνω τους δρόμους νηστικός κι αμίλητος,
πια δεν με θρέφει το ψωμί, η αυγή με συνταράζει,
ψάχνω όλη μέρα τον υγρό τον ήχο των ποδιών σου.

Διψώ για τ’ απαλό το γέλιο σου, τα χέρια σου
των άγριων σπαρτών που έχουν το χρώμα,
πεινάω για τις πέτρες των νυχιών σου τις χλωμές,
θέλω να φάω το δέρμα σου σα μύγδαλο αξεφλούδιστο.

Θέλω να φάω τη φλεγόμενη αχτίδα του κορμιού σου,
τη μύτη την αγέρωχη στο πρόσωπό σου τ’ αλαζονικό,
θέλω να φάω τον φευγαλέο των βλεφάρων σου τον ίσκιο

και πεινασμένος πάω κι έρχομαι, οσμίζομαι το σούρουπο
ζητώντας σε, ζητώντας τη θερμή σου την καρδιά
σαν ένα πούμα στις ερημιές του Κιτρατούε.

Πάμπλο Νερούδα, Σονέτο XI, Μτφρ: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης

Φωτό: Horst P. Horst


albalearning.com/audiolibros/neruda/soneto011-sp-en.html

.

.

 

Δήμητρα Καραφύλλη

edward hopper

.

Στο άγγιγμά σου
ανοίγουν παράθυρα.
Οθόνη αφής.

Δήμητρα Καραφύλλη (από ανέκδοτη συλλογή)

Πίνακας: Eduard Hopper

 

Μαρκ Φορντ, Μια στενή φίλη

Αυτή σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν οι βιταμίνες.
Εγώ μάλλον σκέφτηκα ότι εδώ έχουμε έναν άντρα
αποφασισμένο να χαραμίσει τη ζωή του.
Συναντηθήκαμε σ’ ένα μπαρ για να συζητήσουμε στρατηγικές κινήσεις.
«Είναι εντάξει», δήλωσε ψιθυριστά,
«αρκετά ευφυής συχνά». Τη ρώτησα τι γνώμη είχε
για τα μελλοντικά του σχέδια. «Αρ-αρ-αρ-αρ-αρκετά καλά», είπε
«Πω, πω», είπα,
«μη μου πεις ότι τραυλίζεις σαν κι αυτόν τώρα!»

Μαρκ Φορντ, Μια στενή φίλη, μτφρ.: Bασίλης Παπαγεωργίου, Περιοδικό Ποίηση, τεύχος 14, Φθινόπωρο-Xειμώνας 1999

Πίνακας: Yuqi Wang

 

 

George Le Nonce, Ἡ ὑπόνοια ἑνὸς ἐνδεχοµένου

the barren memory of unkissed kisses

Wilde, «Silentium Amoris»

Φοβᾶται. Ὡς ἐκ τούτου προσέχει λεπτοµέρειες˙ φαντάζεται ἐπιθυµίες, φαντάζεται νοήµατα, φαντάζεται πράξεις. «Εἶσαι πολὺ κοντά, ἀγόρι µου» τοῦ λέει ἡ Ἀ. στοργικά. Θέλει νὰ τὴ ρωτήσει, κοντὰ σὲ τί, ἀλλὰ µόλις ἀνοίγει τὸ στόµα του, φυσάει µία αὔρα κι αὐτὴ ἐξαφανίζεται, διαλύεται σὰν στάχτη καὶ δὲν θὰ τοῦ ξαναµιλήσει.

Φοβᾶται. Χρειάζεται κάποιος νὰ τοῦ πεῖ τί συµβαίνει, καὶ τί σηµαίνουν αὐτὰ ποὺ συµβαίνουν ἢ δὲν συµβαίνουν. Ἂν ὑπῆρξε ποτὲ πόθος. Ἂν ὑπῆρξε ποτὲ ἔνοχο ἄγγιγµα. Ἂν ὑπῆρξαν ποτὲ λέξεις καὶ σύµβολα. Καὶ τί ἐσήµαιναν. Ποιά ἑρµηνεία θὰ ἦταν ἡ σωστή. Καὶ ποιά ἀνάγκη ἐπέβαλε τὸ σφάλµα.

Φοβᾶται. Μελετᾶ τὰ λόγια ποὺ ἔχει καταγράψει. Μὴ µὲ ἀναγκάζεις νὰ σοῦ τὸ πῶ˙ πράγµατι ὑπάρχει τὸ ἐνδεχόµενο τῆς ἐρωτοπραξίας˙ σύντοµα θὰ µιλήσουµε˙ εἶµαι εὐτυχισµένος˙ κάποιος θὰ µὲ ἀγαπήσει˙ σὲ ἀγαπῶ˙ θὰ περάσουµε πολλὰ χρόνια µαζί˙ χρειάζοµαι ἕναν µεγάλο ἔρωτα. Μελετᾶ τὶς πράξεις ποὺ ἔχει καταγράψει. Ἕναν τυχαῖο ἐναγκαλισµό˙ ἕνα χάδι στὸ χέρι˙ µιὰ ἐξαφάνιση˙ µία ἀναζήτηση˙ ἕνα χάδι στὸν ὦµο˙ ἕνα φιλί˙ πολλὲς ξαφνικὲς σιωπές˙ µιὰ προµελετηµένη ἐνδυµασία˙ ἕνα ἄσεµνο χάδι. Μελετᾶ τὰ νοήµατα. Ἐπιθυµία. Θαυµασµός. Φόβος. Ἀπορία. Ἔρωτας.

Φοβᾶται. Τίποτα δὲν εἶναι σωστό. Τίποτα δὲν ὑπάρχει.

Φοβᾶται. Βρίσκεται σὲ ἕνα δωµάτιο µὲ µουσαµὰ στοὺς τοίχους. «Δὲν εἶµαι ἡ Ἀ., ἡ Ἀ. ἔχει πεθάνει» τοῦ λέει ἡ Ἀ. στοργικά. «Μὴν ἀνησυχεῖς, ὅµως, θὰ συνέλθεις σύντοµα, µπορεῖ ἀκόµα καὶ νὰ καταφέρεις νὰ θυµώσεις. Θὰ ξεχάσεις καὶ θὰ ξεχαστεῖς, δὲν ὑπάρχει ἀµφιβολία, καὶ ὅλα θὰ πᾶνε καλά».

Ξαφνικά, ἡ ἔκφρασή της ἀλλάζει, τὸ πρόσωπό της ἀλλάζει, δὲν εἶναι πιὰ ἡ Ἀ., ἡ φωνή της γίνεται στριγγὴ καὶ ἀπειλητική, εἶναι ἡ µάνα του, «δὲν µπορεῖ ἀκόµα νὰ ἐπιµένουν αὐτὲς οἱ παρανοϊκὲς σκέψεις στὸ βάθος τοῦ µυαλοῦ σου» τοῦ φωνάζει, «δὲν µπορεῖ νὰ πιστεύεις πὼς ἐνδέχεται ἀκόµα µιὰ ζωὴ ἄλλη, δὲν ἐνδέχεται, δὲν θὰ συµβεῖ, ποτέ˙ σταµάτα νὰ φαντάζεσαι ἐπιθυµίες, νὰ φαντάζεσαι νοήµατα, νὰ φαντάζεσαι πράξεις˙ κατάλαβέ το, ἡ παράνοια αὐτὴ εἶναι µιὰ παρεξήγηση, µὴ σκέφτεσαι πιὰ τὴν ἐλάχιστη πιθανότητα, δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐλάχιστη πιθανότητα, δὲν ὑπάρχει οὔτε ἀπουσία οὔτε ἔλλειψη διότι παρουσία δὲν ὑπῆρξε ποτέ, ὑπῆρξε µόνον ἡ τυχαία ὑπόνοια ἑνὸς ἐνδεχοµένου, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἀκόµα ὑπῆρξε κάποτε καὶ δὲν ὑπάρχει πιά».

Φοβᾶται. Χρειάζεται κάποιος νὰ τοῦ πεῖ τί συνέβη. Καὶ τί δὲν θὰ συµβεῖ. Χρειάζεται κάποιος νὰ τοῦ ἐπιβεβαιώσει ὅτι αὐτὸ εἶναι ὅλο, αὐτὴ εἶναι ἡ ζωή, δὲν ὑπάρχει ἄλλη. Κάποιος νὰ τοῦ πεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλο σῶµα. Κάποιος ποὺ νὰ µπορεῖ νὰ µιλᾶ ξεκάθαρα˙ ἄφοβα.

George Le Nonce, Ἡ ὑπόνοια ἑνὸς ἐνδεχοµένου, Ὁ Ἐμονίδης, σελίδα 42, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2013

Πίνακας: Andrew Wyeth

 

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Οι ρίζες

.

Όλα όσα διδαχτήκαμε συγκλίνουν:
Eχθροί του νερού και του χώματος.
Αμαθείς, εμπαθείς, πληγωμένοι.
Βγαλμένοι από ’να κόκκινο πανί
Που ποιος ξέρει τι τυλίξανε μέσα

Δήμητρα Χριστοδούλου, Οι ρίζες από τη συλλογή Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, σελ. 25, Εκδόσεις Πατάκη, 2010

Πίνακας: Margo Selski

 

Γιάννης Κοντός, Ο ηλεκτρολόγος του ποιήματος

Βρέχει στο τηλέφωνο και δε σ’ ακούω καλά. Βήχει ο καιρός στ’ αυτί μου. Σήμερα μιλούσες γαλλικά. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Είτε γαλλικά όμως, είτε ελληνικά, τα φρούτα σάπισαν, η μουσική ξεράθηκε όπως την ξετύλιγες από το στόμα. Την άκρη της μουσικής κρατούσες, την τριχιά. Προχώραγες, χανόσουνα στον κόσμο. Έκανες κόμπους, έβαζες σημάδια – για να με θυμάσαι. Έσπαγες το φεγγάρι-αυγό, έκανες ομελέτα: «τα τηγανητά πειράζουν το στομάχι». Εδώ φάγαμε όλα τα σίδερα της ζωής και για ένα φεγγάρι θα βαρυστομαχιάσουμε; Ο άλλος εαυτός μου ο σιελ σκοντάφτει στο σιελ χρώμα, στο όνομα Άννα. Αυτά σκέφτομαι και δεν αντιλαμβάνομαι τον κλέφτη με τα λαστιχιένα παπούτσια, τον ηλεκτρολόγο που μπαίνει στην ιστορία και γίνεται βραχυκύκλωμα. Καίγονται οι ασφάλειες. Ένα τσαφ ακούστηκε, μύρισε κάτι καμένο, έπεσε το ατσάλι της νύχτας. Ψάχνω για κερί, ψηλαφώ τους τοίχους να βρω ένα πρόσωπο –έστω ένα ομοίωμα– να μοιάζει με άνθρωπο, να μιλήσουμε, να περάσει η νύχτα. Αν ποτέ περάσει αυτή η νύχτα με τα μεγάλα λευκά ποντίκια.

Γιάννης Κοντός, Τα ποιήματα (1970-2010) Ο ηλεκτρολόγος του ποιήματος, από τη συλλογή Ανωνύμου μοναχού, σελ. 205, Εκδόσεις Τόπος

Πίνακας: Juan Martinez Bengoechea

.

.

 

Tags:

Κική Δημουλά, Ένα ματσάκι ωχρότητα

Chrysanthemus

 

Με συνοδεύει φιλικά ένας μοναχικός περίπατος.
Για καλή μου τύχη
πηγαίναμε κι οι δυο μας προς τα εκεί.


Παλαιά σχέση ψυχραμένη.
Αστείες παρεξηγήσεις περί Άλλων
που διαλύονται.
Κουτσομπολιά των ονείρων οι άλλοι.


Στεκόμαστε στις βιτρίνες μου.
Είναι αλλαγή της εποχής μου.
Θα φορεθώ πολύ. Κανένα σχέδιο. Ίσια γραμμή.
Λαιμόκοψη. Κεφάλι να σκεπάζει το γόνατο.
Χέρια ντραπαρισμένα στο στήθος χαλαρά.
Ανεξίτηλα χρώματα εισαγωγής• από μέσα.


Ψηλά είναι κατακόκκινο το βράδυ.
Αιματοχυσία εμφυλίου στερεώματος.

Chrysanthemus
Τα κίτρινα χρυσάνθεμα υπαίθριου ανθοπώλη
σε διπλή τιμή με πικραίνουν
– ένα ματσάκι ωχρότητά σου.


Είμαι στα ίχνη μιας βροχής.
Περίεργης. Σα να έβρεχε είναι• άλλοτε.
Απόρρητα βρέχει, κρυφά απ’ τη βεβαιότητα
σχεδόν κρυφά κι από την ίδια τη βροχή.
Το ξέρει μόνο η γοητεία του δισταγμού
η τσίγκινη τραγιάσκα κάποιου ήχου
και το συμβούλιο των σταγόνων ψηλά
γύρω από τη στρογγυλή λάμπα του δρόμου.

Chrysanthemus
Απόρρητα βρέχει.
Σα να ’ναι εμπιστευτικό το φανερό.
Όπως και είναι. Πόσες φορές κρυφά από μας
δεν έχουμε συμβεί κρυφά από τις πράξεις μας –
πάντα τελευταίες το μαθαίνουν• από τις συνέπειες
που το γνωρίζουν εξ’ αρχής.


Ακόμα κι από τη νεότητα σχεδόν κρυφά γερνάμε.
Σα να ’ναι εμπιστευτικό το ολοφάνερο.
Πάντα τελευταία το μαθαίνει – απ’ τη νεότητα
των άλλων.


Μήπως μαθαίνουμε ποτέ ότι δε ζούμε;
Κρυφό μας το κρατάει για πάντα ο θάνατός μας.
Το ξέρει μόνον η ζωή που συνεχίζεται των άλλων.
Κουτσομπολιά ονείρων παρεξήγηση οι άλλοι.


Κική Δημουλά, Ένα ματσάκι ωχρότητα από τη συλλογή Χαίρε Ποτέ, σελ. 371-372, Εκδόσεις Ίκαρος

Chrysanthemus

 
«Δεν μου ήταν ποτέ εύκολο να συνεννοηθώ με άνθρωπο. Ούτε μπορούσα να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι ήταν τόσο διαφορετικοί από εμένα. Αυτό βέβαια ήταν πολύ αφελές από τη μεριά μου, αλλά και πολύ χρήσιμο. Γιατί με είχε σε μια μόνιμη ταραχή, σε μια διαρκή διαμαρτυρία και σ’ ένα πολύ γόνιμο παράπονο… Από την άλλη, είχα μια ευγένεια η οποία με κατέστρεψε απολύτως! Εμπόδισε δηλαδή τη ζωή μου να πάρει το δρόμο της. Υπέμεινα πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να υπομείνω, με το αιτιολογικό μιας ευγένειας ότι θα πίκραινα, ότι θα πείραζα, ότι θ’ αναστάτωνα των άλλων τη ζωή. Αυτό ήταν μία ήττα. Καθαρή ήττα…».
Κική Δημουλά

.

.

 

Δήμητρα Καραφύλλη-Xάρης Μελιτάς

Elvira Amrhein

H νύφη


Χτες τα μεσάνυχτα
στο θάλαμο του τρίτου
είδα το θάνατο
να στέκεται μπροστά μου.
Ψιλόλιγνη φιγούρα στα λευκά
δεν έμοιαζε φονιάς ή μακελάρης.
Δεν ήρθε η σειρά σου
μου ψιθύρισε
θα παντρευτώ την άγνωστη
στο διπλανό κρεβάτι.
Και ο δικός μας γάμος;τον σταμάτησα
κουράστηκα αιχμάλωτη
στο νυφικό σεντόνι.
Δεν πρόλαβα ν’ ακούσω την απάντηση
με το που άνοιξα τα μάτια, είχε φύγει.
Χτες τα μεσάνυχτα
στο θάλαμο του τρίτου
είδα τον θάνατο
να στέκεται μπροστά μου.
Κι ήταν ωραίος, γελαστός, ευγενικός
δεν έφερνε καθόλου στη ζωή μου.

Δήμητρα Καραφύλλη (από ανέκδοτη συλλογή)

Επίπεδη

στον Χάρη Μελιτά

Επίπεδη.
Ροζ πέταλο κρυμμένο στις σελίδες πολύτιμου βιβλίου
του βιβλίου μας
που προδίνεται από ελαφρότατο άρωμα
το άρωμά μας.
Ροζ πινελιά στο μάγουλο, στο στήθος, στο λαιμό σου.
Διακριτικό τατού στο αριστερό σου μπράτσο
από τη μέσα μεριά
ξυπνώ τις Κυριακές στο πλάι σου
και βρίσκομαι.


Επίπεδη.
Μωβ πέταλο φυλαγμένο στις σελίδες του βιβλίου μας.
Όταν το άρωμα θα έχει ξεθυμάνει
όταν η ροζ πινελιά θα έχει σχεδόν σβήσει
όταν το μικρό τατού θα έχει ξεθωριάσει
όταν πια δεν θα βρίσκομαι στο πλάι σου
θα με θυμάσαι.


Από τη συλλογή «Στο βάθος κήπος», Eκδόσεις Αρκαδικός Κήρυκας 2011

.

Ο νεκρός

Στη Δήμητρα Καραφύλλη

Μην προσποιείσαι
ότι έχεις πεθάνει.
Πώς δεν σε βλέπω;

Χάρης Μελιτάς

Θερμά συλλυπητήρια στον ποιητή Χάρη Μελιτά για την απώλεια της συντρόφου του και ποιήτριας Δήμητρας Καραφύλλη. Ας σταθεί, τουλάχιστον, η γΡαΦη ένα ελάχιστο ράμμα εγγεγραμμένης μνήμης για τη Δήμητρα και τρυφερής παραμυθίας για τον Χάρη.

Πίνακες: Elvira Amrhein

 

Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ, Το μάτι

Γιατί εκείνη ήταν τόσο θελκτική, τόσο μαγικά γοητευτική, και δάκρυα μου ’φερνε στα μάτια, μια νύχτα θρήνων και οδυρμών και κλάματος αρμυρού, ακόμα και η παραμικρή σκέψη μου γι’ αυτήν. Το χνουδάτο της πρόσωπο, τα μυωπικά της μάτια, τα τρυφερά άβαφα χείλη της, τα λίγο πρησμένα και σκασμένα από το κρύο, που το χρώμα τους έμοιαζε να ρέει στις άκρες τους, για να χαθεί, να γίνει ένα πυρετώδες ροζ που έμοιαζε τόσο πολύ ν’ αποζητά το βάλσαμο ενός φιλήματος τρυφερού∙ α, κι εκείνα τα κοντά λαμπερά φορέματά της∙ τα ευμεγέθη γόνατά της, που τα ’σφιγγε το ένα με το άλλο, ανυπόφορα πολύ, σαν έπαιζε σκατ μαζί μας, γέρνοντας το μετάξινο μελαχρινό κεφάλι της πάνω από τα τραπουλόχαρτα∙ και τα χέρια της, εφηβικά, ιδρωμένα και λιγάκι τραχιά, χέρια που θα λαχταρούσες ν’ αγγίξεις και να φιλήσεις – ναι, όλα σ’ αυτήν, ήταν μαρτυρικά, ήταν αγιάτρευτα λαχταριστά, και μονάχα στα όνειρά μου, τα με δάκρυα μουσκεμένα, κατάφερνα τελικά να την αγκαλιάσω, και να νιώσω στα χείλη μου τον αυχένα της και το βαθούλωμα κοντά στην κλείδα της.

Αλλά εκείνη, ακόμα και στον ύπνο μου, χανόταν, και εγώ ξυπνούσα, σπαρταρώντας ακόμα. Τι μ’ ένοιαζε αν ήταν ανόητη ή έξυπνη, ή πώς πέρασε τα παιδικά της χρόνια, ή ποια ήταν τα βιβλία που διάβαζε, ή τι φρονούσε για το σύμπαν; Στ΄ αλήθεια, τίποτα δεν ήξερα γι’ αυτήν, τυφλωμένος καθώς ήμουν από εκείνη τη φλεγόμενη ομορφιά που αντικαθιστά τα πάντα, που τα πάντα δικαιολογεί, και που, αντίθετα με μιαν ανθρώπινη ψυχή (συχνά προσεγγίσιμη και αποκτήσιμη), δεν μπορεί, με κανέναν τρόπο, να γίνει δική σου, να περιέλθει ποτέ στην ιδιοκτησία σου, όπως ακριβώς κανένας δεν μπορεί να συμπεριλάβει ποτέ στα υπάρχοντά του τα ξέφτια από τα σύννεφα ενός ηλιοβασιλέματος, πάνω απ’ τα σκοτεινιασμένα οικήματα, ή την ευωδιά ενός ανθού που μπορείς ατελεύτητα ν’ απολαμβάνεις, με τεντωμένα ρουθούνια, μα μυρίζεις αδιάκοπα ώσπου να ζαλιστείς, αλλά που δεν μπορείς, δεν θα μπορέσεις ποτέ, αυτήν την ευωδιά, απ’ τη στεφάνη ν’ αποσπάσεις.

Μια φορά, τα Χριστούγεννα, πριν από μια χοροεσπερίδα, στην οποία θα πήγαιναν όλοι τους χωρίς εμένα, κοίταξα φευγαλέα, σε μια λωρίδα του καθρέφτη, όπως φαινόταν από μια μισάνοιχτη πόρτα, την αδερφή της να πουδράρει τους γυμνούς ώμους της Βάνιας∙ μιαν άλλη φορά, πρόσεξα έναν λεπτεπίλεπτο στηθόδεσμο στο μπάνιο. Για μένα, αυτά ήταν εξουθενωτικά περιστατικά, που είχαν μιαν εξαίσια αλλά αποστραγγιστική επίδραση στα ενύπνιά μου, μολονότι σε κανένα απ’ αυτά δεν προχώρησα περισσότερο από ένα απελπισμένο φιλί (εγώ, πάντως, ακόμα δεν ξέρω γιατί πάντα έκλαιγα κάθε που συναντιόμασταν στα όνειρά μου). Εκείνο, άλλωστε, που χρειαζόμουν από τη Βάνια δεν θα μπορούσα ποτέ να το πάρω για δικιά μου, ατέρμονη, χρήση και κτήση, όπως ακριβώς δεν μπορείς να κατέχεις το χρώμα του σύννεφου ή το άρωμα του λουλουδιού. Μονάχα σαν συνειδητοποίησα, τελικά, πως ο πόθος μου ήταν καταδικασμένος να μείνει ανεκπλήρωτος, και πως η Βάνια δεν ήταν παρά ένα κύημα της φαντασίας μου, κατάφερα να γαληνέψω και να συμφιλιωθώ με την έξαψη μου, από την οποία είχα, άλλωστε, αποσπάσει όλη τη γλυκύτητα που ένας άνδρας μπορεί, ενδεχομένως, ν’ αποσπάσει απ’ τον έρωτα. (…) Kαι μετά, θα έρθει μια μέρα που το τελευταίο πρόσωπο που θα με θυμάται, θα πεθάνει. Έμβρυο σε αντίστροφη κίνηση, η εικόνα μου θα ζαρώσει κι αυτή, θα συρρικνωθεί και θα πεθάνει μέσα στον τελευταίο μάρτυρα του εγκλήματος που διέπραξα απλώς και μόνον με το γεγονός ότι υπήρχα και ζούσα. Ίσως, μια τυχαία ιστορία, ένα απλό ανέκδοτο όπου θα εμφανίζομαι κι εγώ, να περάσει από το μάρτυρα αυτόν στο γιο ή στον εγγονό του, και έτσι το όνομα και το φάντασμά μου να συνεχίσουν να εμφανίζονται φευγαλέα εδώ κι εκεί, για κάμποσο καιρό ακόμα. Και ύστερα, θά ’ρθει το οριστικό τέλος.

Παρ’ όλα αυτά, είμαι ευτυχισμένος. Ναι, ευτυχισμένος. Τ’ ορκίζομαι. Ορκίζομαι ότι είμαι ευτυχισμένος. Συνειδητοποίησα πως η μόνη ευτυχία στον κόσμο είναι το να παρατηρείς, να κατασκοπεύεις, να παρακολουθείς, να περιεργάζεσαι τον εαυτό σου και τους άλλους, να μην είσαι παρά ένας οφθαλμός, ένα μεγάλο, κάπως υαλώδες, κάπως κόκκινο και ερεθισμένο, ορθάνοιχτο μάτι.Το ορκίζομαι, αυτό είναι η ευτυχία. Τι σημασία έχει αν είμαι λιγάκι φτηνός, λιγάκι τρελός, κι αν κανένας δεν εκτιμά όλα τα αξιόλογα στοιχεία μου – τη φαντασία μου, την πολυμάθειά μου, τα λογοτεχνικά μου χαρίσματα… Είμαι ευτυχισμένος εγώ, και μπορώ ν’ ατενίζω τον εαυτό μου, γιατί κάθε άνδρας παρουσιάζει ενδιαφέρον! O κόσμος, όσο κι αν πασχίζει, δεν μπορεί να με προσβάλει. Είμαι άτρωτος. Και τι με νοιάζει αν εκείνη παντρεύεται κάποιον άλλον; Κάθε νύχτα, ονειρεύομαι τα φορέματά της και τα άλλα της ρούχα σε μιαν ατελεύτητη απλώστρα ευδαιμονίας μέσα σ’ έναν ακόπαστο άνεμο κατοχής, κι ο σύζυγός της ποτέ του δεν θα μάθει τι κάνω με τα μετάξια και τα χνούδια αυτής της μαγεύτρας που χορεύει. Αυτό είναι το μέγιστο, το υπέρτατο κατόρθωμα του έρωτος. Είμαι ευτυχισμένος – ναι, ευτυχισμένος! Τι άλλο να κάνω για να τ’ αποδείξω; Tι άλλο μπορώ να κάνω; Πώς να το διακηρύξω ότι είμαι ευτυχισμένος; Ω, να το φωνάξω, να το ουρλιάξω έτσι που να με πιστέψετε όλοι σας στο τέλος, όλοι εσείς οι σκληροί, όλοι εσείς οι αυτάρεσκοι… 

Βλαντιμίρ Ναμπόκωφ, Το μάτι, σελ. 98-100 και 140-141, μτφρ.: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Εκδόσεις Ερατώ, 1993

Πίνακες: Pascale Pratte

.

.

 

Μιχάλης Γεννάρης, Πρίγκιπες και δολοφόνοι

Ήταν απ’ τα νιάτα της νταρντανογυναίκα και γλωσσού. Τη βλέπει ο παπα-Φώτης και της φωνάζει από ψηλά να πετάξει τα κοφίνια, να τρέξει να σωθεί γιατί έρχεται κοσμοχαλασιά, μέγα κύμα και κακό, τσουνάμι Φιλιππίνων.Δεν προλαβαίνει η κακομοίρα και την παρασέρνουν τα νερά. Πεντακόσια μέτρα μέσα στην ενδοχώρα έφτασε η θάλασσα απ’ το σεισμό της Σαντορίνης. Βρήκε τις μανταρινιές και τις αλάτισε. Τις έκαψε, κύριε εισπράκτορα.Τη Μουράδαινα την εντόπισαν δυο εβδομάδες μετά κάτι τρεχαντήρια στην Πάτμο. Στους καφενέδες η πνιγμένη. Σωσμένη και ανέπαφος. Ξεφλούδιζε μανταρινάκια. Όπως την πήραν τα νερά σκάλωσε σε μια σανίδα και διεσώθη. Φοβόταν όμως να επιστρέψει, θα τη σακάτευαν τα γονικά της. Τελικώς τους έπεισε ο παπάς και τη δεχτήκανε, τάχατες πως είναι γραμμένο της να μονάσει ένεκα μεγάλης ευσεβείας, αλλιώς θα πνιγόταν, δεν θα αγκυροβολούσε στο νησί του Ευαγγελιστή, και στο φινάλε την έφερε πίσω μια μαούνα του ναυτικού.Λίγο μετά παντρεύτηκε. Δύο παιδιά η Μουράδαινα, κύριε εισπράκτορα. Τον Μιχελή που είχε ουζάδικο στο Μπρίσμαν και τον Γαβριήλ, εγκάτοικο Δαφνίου.Έμοιασε του πατρός του αυτό το αγόρι. Απροσάρμοστο. Δούλευε εργοδηγός στη ΔΕΗ ο άντρας της Μουράδαινας. Τα καλοκαίρια Θεσσαλονίκη. Έστελνε τη Μουράδαινα με τα παιδιά Αστυπαλιά.

Το είχε άχτι η γυναίκα να πάει κι αυτή μια φορά στην Έκθεση Θεσσαλονίκης, να φορέσει ενώπιον κόσμου το μεταξωτό με το λουλουδάκι, που της είχε στείλει η ξαδέρφη της από τη Βαλτιμόρη.Τα κατάφερε, Σεπτέμβρη του εξήντα έξι. Σφυρίζει του ταξιτζή, λέει στα κουτουρού: «Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης» και νταν, σκορπίζει χαρτονόμισμα, πλούσιοι τότε οι Αστυπαλίτες, δε λυπούνταν τα μεταφορικά, κι έτσι ανέβηκε Θεσσαλονίκη η Μουράδαινα μαζί με τ’ αγόρια της. Δίχως να έχει πει τίποτε τ’ αντρός της. Στολίστηκε μεταξωτό, ωραιότατο φόρεμα με βολάν και απλικέ λουλουδάκι. Έντυσε τα παιδιά καρό κουστουμάκια και γραβατούλες μούρλια. Να κάνουνε καλή εντύπωση τα Μουραδάκια εις τους προϊσταμένους. Πήρανε μια κούτα γλυκά κι ανηφορίσανε. Χρόνια περίμενε η Μουράδαινα να προαχθεί ο σύζυγος. Τώρα γλυκοχάραζε η τύχη.

 Daniel Sprick 5Και φτάνει στο περίπτερο της Διεθνούς Εκθέσεως και βλέπει το σύζυγο να χαριεντίζεται με μία αεροσυνοδό. Πάει η Μουράδαινα, κύριε εισπράκτορα, και δίνει στον άντρα της το άτιμο τ’ ανάποδο χαστούκι, μπροστά στους προϊσταμένους και τον Υπουργό Βιομηχανίας: «Nα σε χαίρεται η Δημόσια Επιχείρησις Ηλεκτρισμού! Μαστροπέ!» Tον ξεφώνισε τον σύζυγο μπροστά στον Υπουργό. Τον ετελείωσε. Εκείνος, στήλη άλατος. Δεν αντάλλαξαν κουβέντα, κλαίγαν τα Μουραδάκια για την κατάντια του πατρός. Κατεβαίνει Αθήνα η Μουράδαινα. Περιμένει μια ολάκερη βδομάδα τον μοιχό. Δυο βδομάδες. Τρεις βδομάδες. Τέσσερεις. Δε διάβαζε εφημερίδες η Αστυπαλίτισσα. Είχε προλάβει ο Μουράς και την έκανε απ’ τον Λευκό Πύργο. Αυτοχειριάστηκε ο αμαρτωλός. Είχε τάσεις αυτοκαταστροφικές. Έδωσε μια και πήδησε κάτω στο Θερμαϊκό. Μπλουμ. Αυτή την οικογένεια την τραβούσε το νερό. Διότι και ο γιος, ο Γαβριήλ Μουράς, στην μπανιέρα έπνιξε τη Μουράδαινα, κι ενώ έπαιρνε πολύ καλή σύνταξη η μάνα του. Τότες προσέχανε τους ανθρώπους τους στη ΔΕΗ. Τη μάνα σου, μπρε; Kάνει να σκοτώνουμε τη μανούλα; Ντροπή, παιδάκι μου, και κουνάει το καθυστερημένο το κεφάλι του.

Πάω στο τρελάδικο, κύριε εισπράκτορα, και του ξεφλουδίζω βραστά αυγά. Σφιχτά. Ελευθέρας διαλογής. Το κρύβανε τόσα χρόνια. Αγρίεψε το παιδί μοναχούλι. Του σάλεψε. Μ’ απειλούσε η Φεβρωνία: «Σα τη Μουράδαινα θα πας κι εσύ μ’ όλα τα τομάρια που κουβαλάς σπίτι σου!» Φεβρωνία Λιβεράλη! της έλεγα με έμφαση, εμείς τα σπίτια τα έχουμε ανοιχτά να μπαίνει λαός, κόσμος πολύς, να τον τρατάρουμε καφέδες κι αυγά βραστά και να συνομιλούμε. Το δικό σου μαυσωλείο άσ’ το κλειστό και επτασφράγιστο! To σαλονάκι τους οι Λιβεράληδες το είχαν κλειδωμένο. Διάβαζε ο Λαοκράτης Ριζοσπάστη στην κουζίνα της οδού Δελφών και δεν του επέτρεπε η άλλη να καθίσει σαν άνθρωπος στον καναπέ, για να μην της τσαλακώσει τα ριχτάρια. Είχε γεμίσει το σπίτι σεμεδάκια. 

Μιχάλης Γεννάρης, Πρίγκιπες και δολοφόνοι, σελ. 15-17, Εκδόσεις Ίνδικτος, 2010

Πίνακες: Daniel Sprick