RSS

Author Archives: Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

About Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και έχει ασχοληθεί με το θέατρο, το χορό και τη γραφιστική. Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής (ποίηση, στίχος, διήγημα, μυθιστόρημα) έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Ο ιστότοπος Ενύπνια Ψιχίων είναι η προσωπική της ιστοσελίδα. Εργογραφία στον ιστότοπο: Ιφιγένεια Σιαφάκα (εργογραφία) http://ifigeneiasiafakabooks.wordpress.com

Ιφιγένεια Σιαφάκα, συνέντευξη στην ΕΡΤ open, με τον Σταύρο Σταυρόπουλο

 

Artwork: Kristin Vestgard

H συνέντευξη παραχωρήθηκε στις 19. 04. 2018 στον Σταύρο Σταυρόπουλο έχοντας ως επίκεντρο το μυθιστόρημα Λευκό από χθες, Εκδόσεις Σμίλη, 2017. Για ακρόαση στον επόμενο σύνδεσμο:

EΡΤ OPEN: Oλομόναχοι μαζί με τον Σταύρο Σταυρόπουλο

 

Χρύσα Φάντη, Στην επικράτεια του λευκού

Bookpress 5.1.2018

Αγαπητέ μου Φρανκ, έξω χιονίζει πάλι σαν υπόσχεση ακατάπαυστα, κι όλα θα γίνουν κρύσταλλο σε λίγο· […] Προσωπικά, δεν έχω άλλον τρόπο να συγυρίσω την αναστάτωση εδώ, κι έτσι, σας γράφω. Βλέπετε, κάνει πάνω από τρεις μήνες ένα άγριο χιόνι εδώ πέρα, γεμάτο χνούδι τρυφεράδας […]

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα στο δεύτερο, κατά χρονολογική σειρά έκδοσης, μυθιστόρημά της Λευκό από χθες (έχει προηγηθεί Το τραγούδι του λύγκα), υιοθετεί την θεατρογενή αμεσότητα της απεύθυνσης σε συνδυασμό με τη ζωντάνια της πρωτοπρόσωπης αφήγησης για να μας διηγηθεί μια ιστορία απλή και ταυτόχρονα εξαιρετικά σύνθετη και σπαραχτική.

 

Στα δεκαοχτώ κεφάλαια τού Λευκό από χθες, κεντρική αφηγήτρια είναι η τριανταοχτάχρονη σχεδιάστρια μόδας Φρίντα Νέθελ. Σε διάστημα δέκα ημερών (δύο χρόνια μετά την εξαφάνιση του μικρότερου αδερφού της Πατρίκ και εν τω μέσω μιας ακατάπαυστης χιονοθύελλας), η Φρίντα συντάσσει μια επιστολή, απευθυνόμενη προς τον κύριο Φρανκ Σλάις, διευθυντή του ταχυδρομείου:

Αχ, πώς στραμπουλίζετε τα μάτια σας, αγαπητέ μου, όταν έρχομαι στο ταχυδρομείο, για να σας παραγγείλω γραμματόσημα! Είστε απαίσιος εσείς ή, μήπως, είμαι τρελή εγώ; Προσωπικά, πιστεύω πως είστε υπέρμαχος της αναισθησίας και, διορθώστε με, αν κάνω λάθος [….] Σας έχετε δει, μήπως, ποτέ μες σε καθρέφτη, που και αυτός με τη σειρά του καθρεφτίζεται σ’ άλλον καθρέφτη; Αλίμονο, το είδωλό μας ανάγεται στο άπειρο, ώσπου χιλιάδες είδωλα τρομοκρατούν το πρότυπό τους, που μάταια ψάχνει τον χαμένο εαυτό του. Με τέτοιο βλέμμα νομίζω ότι πεθαίνουμε.

Ποιες οι σχέσεις της επιστολογράφου με τον άνθρωπο προς τον οποίο απευθύνει την επιστολή της; Με ποιον τρόπο ο τελευταίος εξουσιάζει τη τύχη της ίδιας, της οικογένειάς της και ολόκληρης της τοπικής κοινωνίας; Ποια δύναμη του δίνει το δικαίωμα να αυθαιρετεί και ποιες αρρωστημένες ορέξεις τον εξωθούν στο να παρακολουθεί και να επεμβαίνει στις ζωές τους; Στο Λευκό από χθες, η Σιαφάκα δανείζεται τις σκέψεις και τα συναισθήματα της Φρίντας για να ρίξει φως στον μικρόκοσμο μιας κοινωνίας αδιάφορης, ευθυνόφοβης, θρησκόληπτης και κατακερματισμένης:

Σφουγγίζουν, Φρίντα, τα υπολείμματα στ’ αξύριστα σαγόνια τους, αγγίζουν τα φορέματα των γυναικών και ονειρεύονται φτηνά ποτά στο μπαρ του Ιερεμία […] Εκεί ξεχνούν, Φρανκ, ό,τι δεν τόλμησαν ποτέ να θυμηθούν […]

Ο τόπος στον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία είναι το Λαβίλ, μια μικρή επαρχιακή πόλη που θα μπορούσε να βρίσκεται σχεδόν οπουδήποτε: σε μια χώρα του ευρωπαϊκού βορρά ή ακόμη και σε κάποια περιοχή του νότου που πλήττεται από κακοκαιρία. Τα ονόματα ποικίλα (π.χ. Αμαλία, Βιργίλιος, Φρίντα και Πατρίκ Νέθελ, Φρανκ Σλάις, Αμφιλόχιος Ρατάνοβ, Ευγένιος Χαρέρας, Ιωακείμ Αλίανθος, Φεργκεσία, Δαμοφίλη, Φρειδερίκος Κέρτανσον, Λυδία Πάτερσεν και πλείστα ακόμη ονόματα κομπάρσων) συνηγορούν σ’ έναν χώρο γεωγραφικά ασαφή, σε μια εσκεμμένη απροσδιοριστία που κλείνει το μάτι στον αναγνώστη σχετικά με τις πραγματικές προθέσεις της συγγραφέως, οι οποίες και υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνες μιας επίπεδης εξιστόρησης (οικογενειακή σάγκα) ή μια αμιγώς ψυχαναλυτική περιγραφή.

Αλλά και σε ό,τι αφορά τους πραγματικούς χρόνους, παρά τις συγκεκριμένες αναφορές (η επιστολή γράφεται εντός 10 ημερών, από τις 21 έως τις 31 Ιανουαρίου, ημέρες εξαιρετικά σημαντικές για την αφήγηση), υπερισχύουν οι συνειρμοί, αφού από την πρώτη κιόλας σελίδα έχουμε μια χρονολογική αναστροφή, καθιστώντας έτσι δυνατό και το συγγραφικό τέχνασμα της έμφασης μέσω της επανάληψης. Επιπρόσθετα, σε όλα τα κεφάλαια, η ροή της αφήγησης συχνά διακόπτεται από αναδρομές στο παρελθόν και αντίστοιχες εστιάσεις σε περιστατικά της πρώτης παιδικής ηλικίας ή άλλα που συνέβησαν λίγο πριν ή μετά την εξαφάνιση του Πατρίκ, με την όλη επιστολή να παίρνει το σχήμα του κύκλου σε σχέση με τον χρόνο, καθώς η μυθιστορηματική καταγραφή της ξεκινάει και τελειώνει την 31η Ιανουαρίου – επιπλέον ενδιαμέσως υπάρχουν επιστολικές καταγραφές της ίδιας ημέρας. Να σημειώσουμε εδώ ότι η επιστολογράφος δεν παραλείπει να εξηγήσει στον αποδέκτη της επιστολής όχι μόνον τον λόγο άλλα και τον τρόπο σύνταξής της.

Ωστόσο, τόσο στην ημερολογιακή αναφορά της διετίας 1967-1969 όσο και στην τελική αναφορά του 1974, ενδεχομένως να υποκρύπτεται και κάποια αναγωγή σε καθεστώτα αυταρχικά και ολοκληρωτικά (δες: χούντα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα, δικτατορίες σε Ισπανία, Πορτογαλία και χώρες της Λατινικής Αμερικής) με τους γνωστούς σπιούνους της αστυνομίας και τους εγκάθετους καθεστωτικούς λακέδες ή παρακρατικούς δολοφόνους να δρουν το ίδιο ασύδοτα με τον Φρανκ, ενώ οι πολίτες του Λαβίλ μοιάζει να αποτελούν αντανάκλαση των θυμάτων τους, πολίτες που, για να τους αποφύγουν, καταφεύγουν στη δουλικότητα και τη σιωπή.

Ποια η σχέση του Φρανκ με την εξουσία και ποιες μεθόδους (ύπουλες και πιθανώς θανάσιμες) θα χρησιμοποιήσει για να κορώσει τις επιθυμίες του; Σε τι σόι δικαιολογίες και τεχνάσματα θα καταφύγει; Από τη σχετικά υψηλόβαθμη δημόσια θέση του διευθυντή του ταχυδρομείου του Λαβίλ, ο Φρανκ δρα ανεξέλεγκτα. Ύπουλος, αδίστακτος, όπως και τόσοι άλλοι που ανεβαίνουν την κοινωνική ιεραρχία με τρόπους αδιαφανείς και συχνά πατώντας επί πτωμάτων, μπορεί ακόμη και να εγκληματεί χωρίς καμιά συνέπεια, χωρίς ποτέ να καλείται να λογοδοτήσει. Τις πράξεις και την όλη ψυχοπαθολογία αυτού του κοινωνικού βαμπίρ, μαζί με όλα όσα τη χαρακτηρίζουν και τη συνοδεύουν (αναισθησία, αναλγησία, υποκρισία, ανηθικότητα, μικροπρέπεια, αχρειότητα, σαδισμός) θα καταγράψει η Φρίντα στον επιστολικό της χείμαρρο, ένα κείμενο στο οποίο η αγωνία και ο πανικός (συχνά εκφρασμένα με τρόπο σαρκαστικό, αυτοσαρκαστικό και γκροτέσκο) συνυπάρχουν με έναν λόγο αναλυτικό, φιλοσοφικό και υπαρξιακό:

Και τι ειρωνεία ν’ αποσιωπά κανείς το μέλλει γενέσθαι των πραγμάτων με τόσο εύγλωττες μετωνυμίες απονέκρωσης!

Μέσα σε μια ατμόσφαιρα με στοιχεία αστυνομικού σασπένς και σκηνικά χαρακτηριστικά του νουάρ, προτάσεις και φράσεις με χαρακτήρα εικονοποιητικό έρχονται να στηρίξουν έναν λόγο σύνθετο και με έντονα τόσο τα εννοιολογικά του πρόσημα όσο και το φιλοσοφικό του υπόστρωμα. Αν και πρόσωπα και γεγονότα σκιαγραφούνται με τρόπο αληθοφανή, σύντομα αντιλαμβανόμαστε πως ολόκληρο το βιβλίο στο στήσιμό του, και παρά τα ρεαλιστικά του στοιχεία (είτε αυτά ανάγονται στη σφαίρα του κοινωνικού γίγνεσθαι –χώρο κατεξοχήν δημόσιο–, είτε αφορούν και ανατέμνουν καταστάσεις ατομικές των ηρώων – χώρο ιδιωτικό), θυμίζει μοντάζ.

Έργο κατ’ εξοχήν δομικό και μεταμοντέρνο, το Λευκό από χθες, όχι μόνο φιλοδοξεί, αλλά και επιτυχώς καταφέρνει να μπήξει το μαχαίρι στο κόκαλο, ενώ ταυτόχρονα μοιάζει να αμφισβητεί και να διακωμωδεί ακόμη και τη δική του ύπαρξη, δύναμη και γραφή. Διακριτά σε όλο το κείμενο τα μοντερνιστικά στοιχεία: σκεπτικισμός και πεσιμισμός, αμφιβολία και αμφισβήτηση, ποιητικότητα και σκόπιμες λεκτικές και συντακτικές ιδιομορφίες, πολλαπλές οπτικές και έμφαση στο παίγνιο και τη δύναμη της γλώσσας, υπερίσχυση των νοηματικών και χρονικών ετεροχρονισμών έναντι της αφηγηματικής και ρεαλιστικής απεικόνισης και κανονικότητας, στοιχεία κινηματογραφικά (φλας μπακ κλπ.), στοιχεία αυτοαναφορικότητας, κ.ά.

 

Σε ένα σύμπαν επίπονης και διαρκούς διερεύνησης γι’ αυτά που κρύβονται πίσω από τις επιφάνειες, όχι μόνο των πραγμάτων αλλά και της ίδιας της γλώσσας και της δομής της, ένα λεκτικό γαϊτανάκι που σε σημεία αγγίζει το μοντέρνο μπαρόκ, η Φρίντα θα συνεχίσει μεν να πιστεύει πως ο τρόπος που βλέπει και ερμηνεύει τα πράγματα έχει τη δύναμη να φωτίσει με τον δικό του φακό τον κόσμο της, ταυτόχρονα όμως θα συνειδητοποιήσει ότι στη δυνατότητα αυτή έρχεται να αντιπαρατεθεί η (πραγματική) αδυναμία της να επέμβει δυναμικά και να τον αλλάξει.

Στο Λευκό από χθες, ένα βιβλίο με έντονατα στοιχεία της μουσικότητας και της ποιητικής πρόζας, η Σιαφάκα αφηγείται μια μυθιστορία που, πέρα από την αναγνωστική τέρψη (ενδιαφέρουσα πλοκή, δυνατοί και πειστικοί διάλογοι) διαπραγματεύεται με πάθος θέματα ηθικά και αισθητικά (ύφος και ήθος ίσον αισθητική), σ’ έναν κόσμο όπου η ατιμωρησία των δυνατών και η επικράτηση του ψεύδους σε βάρος των αδύναμων φαίνεται να κυριαρχούν:

[…] η χειμερία νάρκη των τραυμάτων, που επαπειλούν με ανάρρωση όλους τους πεθαμένους [.…] Νομίζω ότι κανείς δεν θα περίμενε ποτέ πως ο γιατρός θα σκαρφιζόταν μια τόσο εύγλωττη ποιητική εκφορά να μεταφέρει στις λέξεις τον Πατρίκ μας.

Αξιομνημόνευτη είναι και η σπουδή με την οποία περιγράφεται ο κοινωνικός αποκλεισμός του Πατρίκ, όπως και ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνονται οι ιδιαιτερότητές του. Ο αδερφός της Φρίντας δεν είναι μια ακόμη περσόνα μέσα στο μυθιστόρημα. Ο «προβληματικός» λόγος του, δίπλα στον μεστό και εκπληκτικά δουλεμένο του διανοούμενου Τζάσμιν, βρίσκει τρόπο να εκφράσει μια αλήθεια που προηγείται του ορθολογικά συγκροτημένου προφορικού και γραπτού, δείχνοντάς μας πως υπάρχει και ένας άλλος λόγος, αποσυνάγωγος, ξενιστής, προβοκάτορας και αντίθετος στην υποκρισία των πατριαρχικών συμβόλων, λόγος ά-λογος και πιο κοντά στη μήτρα, εκεί όπου η γλώσσα καταφέρνει να υπερβεί την πραγματικότητα και όχι μόνο να κινείται γύρω από αυτήν, ματιά προ-οιδιπόδεια, που μπορεί όχι μόνο να αναπαράγει πράγματα, αλλά και να τα επανεφευρίσκει.

Πίνακες: Afred Sisley

.

 

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο

Καθόταν ανακούρκουδα καταμεσής στ’ απαλά, μυρωδάτα γυναικεία φουστάνια και τα παπούτσια. Είδε με το πασπάτεμα μονάχα το κάποτε κυλινδρικό σωληνάριο να ’χει ζουλιχτεί απ’ όλες τις μεριές. Με τη γεύση μονάχα, δίχως να το βλέπει, παρακολουθούσε το δροσερό, αόρατο σκουλήκι να κουλουριάζεται στο δάχτυλό του και να πασαλείβεται μετά, γλυκερό, με μια κίνηση αυτοματική, στη γλώσσα και το στόμα του. Κανονικά θα είχε φάει μια και μοναδική μπουκιά κι έπειτα θ’ άφηνε το σωληνάριο στη θέση του και θα έφευγε από το δωμάτιο. Μολονότι πέντε μόλις χρονών, ήξερε πως δεν έπρεπε να τρώει παραπάνω. Ίσως ήταν το ζώο που του έλεγε πως το περισσότερο θα τον αρρώσταινε· ίσως ο άνθρωπος, που τον προειδοποιούσε πως πάνω από μια μπουκίτσα τη φορά θα φαινόταν, και θα το έπαιρνε είδηση η διαιτολόγος. Τούτη ήταν η πρώτη μέρα που είχε φάει πιο πολύ. Πολύ πιο πολύ, εκεί που καθόταν κρυμμένος, περιμένοντας. Ψηλαφώντας το με τα δάχτυλα, ένιωθε το σωληνάριο να κοντεύει ν’ αδειάσει. Άρχισε να ιδρώνει. Κι έπειτα κατάλαβε πως ίδρωνε από κάμποση ώρα, ότι εδώ και κάμποση ώρα δεν έκανε άλλο από το να ιδρώνει. Δεν άκουγε το παραμικρό τώρα πια. Το πιο απίθανο ήταν πως και ντουφεκιά να έπεφτε πίσω από την κουρτίνα, εκείνος δεν θα την άκουγε. Ήταν θαρρείς κι είχε στραφεί ολόκληρος προς τα μέσα, προς τον εαυτό του, και κοιτούσε τον εαυτό του να ιδρώνει, να χώνει στο στόμα ακόμη ένα σκουλήκι οδοντόκρεμας που το στομάχι του αρνιόταν να δεχτεί. Σίγουρα πράματα, αρνιόταν να το κατεβάσει κάτω.

Ασάλευτος τώρα, εντελώς προσηλωμένος, έμοιαζε να σκύβει πάνω από τον εαυτό του σαν χημικός στο εργαστήρι του, περιμένοντας. Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Μεμιάς η οδοντόκρεμα που είχε κιόλας καταπιεί πετάχτηκε ξανά επάνω, πασχίζοντας να ’βγει έξω, στην ατμόσφαιρα όπου είχε δροσιά. Δεν ήταν πια γλυκερή η γεύση της. Στη φορτωμένη πράγματα κρυψώνα, πίσω από την κουρτίνα, στη γεμάτη ροδαλές, γυναικείες μυρωδιές κρυψώνα όπου κούρνιαζε έπιασε ν’ αφουγκράζεται τα σωθικά του, προσμένοντας με το στόμα πλημμυρισμένο ροδόχρωμους αφρούς και την καρδιά σφιγμένη αυτό που ήταν να συμβεί. Και που τελικά συνέβη. Μουρμούρισε μόνος του, παραδομένος, απόλυτα υποταγμένος, με μια μοιρολατρική, μολονότι σαστισμένη, καρτερικότητα: «Nα ’το!» Όταν άνοιξε η κουρτίνα δεν σήκωσε τα μάτια να κοιτάξει. Όταν τον έσυραν κάποια χέρια από τον εμετό του, δεν έφερε αντίσταση. Αφέθηκε σ’ αυτά, άψυχος, κοιτώντας, με το στόμα ορθάνοιχτο και μια ηλίθια απλανή έκφραση στο βλέμμα, το πρόσωπο τούτο αντίκρυ του που δεν ήταν πια βελούδινο και ροδαλό παρά τριγυρισμένο από ανάκατα μαλλιά, τα ίδια μαλλιά που οι όμορφες κορδέλες τους του έφερναν άλλοτε ζαχαρωτά στο νου. «Σκατόπαιδο!» σφύριξε στ’ αυτί του η στριγκή, οργισμένη φωνή. «Σκατόπαιδο! Να κάθεσαι να με κατασκοπεύεις! Παλιομπάσταρδο, σκατοαράπη!»

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο, μτφρ. : Bικτωρία Τραπάλη, σ. 126-127, εκδόσεις Εξάντας, 1987

Αrtwork: Richard Morin

 

.

 

DBC Pierre, Βέρνον ο Μικρός Θεός

Το δικαστήριο μυρίζει σαν την τάξη σου στην πρώτη δημοτικού· κοιτάς αυτομάτως τριγύρω για παιδικές ζωγραφιές. Δεν ξέρω αν το κάνουν επίτηδες, για να σε πισωγυρίσουν και να σε φρικάρουν. Για να πω την αλήθεια, δεν αποκλείεται να υπάρχει κάποιο αποσμητικό χώρου για δικαστήρια και τάξεις της πρώτης δημοτικού, μόνο και μόνο για να σε ψαρώνουν. Ενοχέξ ή κάπως έτσι, ώστε στο σχολείο να αισθάνεσαι σαν να είσαι ήδη στο δικαστήριο και, όταν καταλήξεις στο δικαστήριο, να αισθάνεσαι σαν να ξαναβρίσκεσαι στο σχολείο. Προετοιμάζεσαι για παιδικές ζωγραφιές, αλλά αυτό που βλέπεις είναι μια κυράτσα πίσω από κείνες τις μπασμένες γραφομηχανές. Δικαστήριο, δικέ μου. Γάμησέ τα. Κοιτάζω τριγύρω, ενώ όλοι ανακατεύουν χαρτιά. Η μαμά δεν μπορούσε να έρθει, πράγμα που δεν είναι και τόσο άσχημο. Έμαθα ότι οι αρχές δεν αναγνωρίζουν το μαχαίρι. Το μαχαίρι σου είναι αόρατο και γι’ αυτό ακριβώς είναι τόσο βολική η χρήση του. Βλέπετε πώς λειτουργούν τα πράγματα; Αυτό εξωθεί τον κόσμο στα πιο φριχτά εγκλήματα και σε αρρωστημένες συμπεριφορές, το ξέρω· το γεγονός ότι όλοι στρίβουν το μαχαίρι, λέγοντας απλώς ένα γεια ή κάτι που ακούγεται εξίσου αθώο. Τα δικαστήρια θα χέζονταν απ’ τα γέλια, αν επιχειρούσες να πεις ότι κάποιος στρίβει το μαχαίρι, μονάχα με το να κλαψουρίζει σαν εκείνα τα λυπημένα σκυλάκια που βάζουν στα ημερολόγια. Αλλά να γιατί θα γελούσαν: όχι επειδή δεν θα μπορούσαν να δουν το μαχαίρι, αλλά επειδή θα ήξεραν ότι κανείς άλλος δεν θα το έθαβε. Θα στεκόσουν μπροστά σε δώδεκα καλούς ανθρώπους, όλοι τους με κάποιο ψυχομάχαιρο μπηγμένο μέσα τους, που οι αγαπημένοι τους θα το έστριβαν όποτε τους κάπνιζε, και δεν θα το παραδέχονταν. Θα ξεχνούσαν πώς είναι στ’ αλήθεια τα πράγματα και θα άρχιζαν να συμπεριφέρονται σαν να έπαιζαν σε τηλεταινία, όπου όλα πρέπει να είναι φανερά. Σας το υπογράφω.

DBC Pierre, Βέρνον ο Μικρός Θεός, σελ. 69-70, μτφρ.: Bίκυ Τόμπρου, Εκδόσεις Ελληνικά γράμματα, 2004.

Αrtwork:Jeane Myers

 

Χουάν Χαθίντο Μούνιοθ Ρένχελ, Το μάτι στο χέρι

Άρχισα να ονειρεύομαι τα πράγματα με πολλή σύνεση. Ακολουθώντας τη συμβουλή του Χάακον, άρχισα από τα μικρά και συγκεκριμένα όνειρα· αυτά που δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από τον έλεγχό μου. «Nα φοβάσαι τα ίδια σου τα όνειρα σαν να ’ταν ορκισμένοι εχθροί σου», μου επαναλάμβανε ακούραστα. Πρώτα ονειρεύτηκα ένα μήλο. Το ονειρεύτηκα κόκκινο και γυαλιστερό πάνω στο κομοδίνο μου. Το αποτέλεσμα ήταν να έρθει στα χέρια μου ένα μήλο τέλειο, ολοστρόγγυλο, αστραφτερό: ένα γυάλινο μήλο βαμμένο με κόκκινο βερνίκι. Βρέθηκα μ’ ένα γυάλινο μήλο κι ένα δεύτερο κομοδίνο. Χωρίς να χάνω το θάρρος μου, την επόμενη φορά φρόντισα να ονειρευτώ την άσπρη και ζουμερή του σάρκα· μέχρι και τα μαύρα κουκούτσια στο εσωτερικό του φαντάστηκα. Το ονειρεύτηκα τόσο έντονο από μέσα, που δημιούργησα ένα φρούτο εξαιρετικό, φαγώσιμο πράγματι, γυρισμένο τα μέσα-έξω, άσπρο και με πέντε καρδιές. Με πολλή εξάσκηση κατάφερα επιτέλους να ολοκληρώσω ένα δυο μήλα, αν και ποτέ δεν κατάφερα να τα απαλλάξω από κάποια γεύση ώριμου μάνγκο και μια υπερβολική γυαλάδα, στην οποία καθρεφτίζονταν με ακρίβεια τα πάντα.

Σιγά σιγά έγινα επιδέξιος στην τέχνη της δημιουργίας μέσω ονείρου, και τόλμησα στόχους πιο φιλόδοξους. Κατάφερα να γεμίσω την ντουλάπα μου μ’ ένα χρυσό μήλο, ένα τσουβάλι νομίσματα με ανύπαρκτη σφραγίδα κοπής, ένα παγκόσμιο αντικλείδι, πολύτιμους λίθους χωρίς όμοιο μεταξύ των γήινων πετρωμάτων, δύο ρολόγια με περίπλοκο μηχανισμό και άχρηστο χρονόμετρο, ένα παλιό κι αστείρευτο φλασκί ουίσκι, μαχαιροπίρουνα περίπου ομοιόμορφα, το σετ αγωνιστικά αυτοκινητάκια που ποτέ δεν μου δώρισαν όταν ήμουν μικρός, κι ένα κοστούμι με τέλεια εφαρμογή που προσαρμόζεται σε κάθε σωματότυπο. Έκανα και λάθη: άδεια και κλειστά κουτάκια κονσέρβες, παπούτσια χωρίς σόλα, ένα τραπέζι χωρίς πόδια, ένα ψαλίδι που έκοβε κι απ’ τις δύο μεριές, μια πόρτα που δεν άνοιγε, ένα δωμάτιο χωρίς πόρτα, έναν καθρέφτη που καθρέφτιζε επιλεκτικά, ένα κλειδί του οποίου δεν βρήκα ποτέ την κλειδαριά, μια γενειάδα χωρίς πρόσωπο κι έναν σκύλο χωρίς στόμα. Αλλά κανένα απ’ αυτά τα σφάλματα δεν μου φάνηκε ιδιαίτερα σημαντικό, και με βρήκα πολύ ικανό στη νέα μου καταπληκτική δύναμη. Ούτε κι ο σκύλος, ο Νταμπ, με προβλημάτισε, γιατί εκτός απ’ το στόμα τού έλειπε και το πεπτικό σύστημα, κι έτσι κατάφερνε σαν από θαύμα να επιζεί χωρίς τροφή. Το πρώτο ασυγχώρητο λάθος μου ήταν που ονειρεύτηκα κι έφτιαξα την κοιλιά και τον αφαλό μιας γυναίκας. Νομίζω πως αυτή ήταν η αρχή της κατάρρευσής μου.

Χουάν Χαθίντο Μούνιοθ Ρένχελ, Το μάτι στο χέρι από τη συλλογή διηγημάτων Η μυστική εταιρεία του ονείρου, σ. 85-87, μτφρ.: Μαρία Μπεζαντάκου,  Εκδόσεις opera, 2017

Artwork: Catherine Chaloux

 

Θοδωρής Καλλιφατίδης, Μια νέα πατρίδα έξω απ’ το παράθυρό μου

Πάντα μου άρεσαν τα νεκροταφεία. Δεν ξέρω γιατί, πάντως τα συλλέγω όπως οι άλλοι τα γραμματόσημα. Έχω βέβαια τις προτιμήσεις μου. Στη Σουηδία, όταν η ξενιτιά έμοιαζε σαν απόλυτη λήθη, έψαχνα να βρω το μέρος που θα ήθελα να βρίσκεται ο τάφος μου. Ήμουν τόσο απογοητευμένος από την Ελλάδα που ούτε να ταφώ εκεί δεν ήθελα. Ήμουν νέος, πολύ νέος, μα η χώρα μου με είχε θανατώσει ήδη κάμποσες φορές, κι όχι μόνο εμένα. Πρώτα φαρμάκωσαν τα παιδικά μου χρόνια, ύστερα την εφηβεία, ύστερα τα νιάτα μου. Ανεργία, ταξικές διαφορές, πολιτικοοικονομική διαφθορά, τα στεγανά στην τέχνη και στη λογοτεχνία, τα ψέματα. Η δεξιά είχε κλέψει τη ζωή μου, η αριστερά την ιστορία μου. Με λίγα λόγια, μια φριχτή χώρα αν δεν ήσουν για πούλημα. Κι εγώ δεν ήμουν, όχι επειδή είχα κάποιες ηθικές αρχές, αλλά επειδή δεν είχα τη συνήθεια, το «κολάι» λέγαμε στο χωριό. Πολλοί από μας δεν είχαν τη συνήθεια, ήμασταν μεγαλωμένοι με την πεποίθηση ότι τα σύκα είναι σύκα κι η σκάφη σκάφη. Μας έλειπε η ικανότητα να εξαπατήσουμε τον εαυτό μας και κατά συνέπεια ήμασταν ανίσχυροι στου ελιγμούς των άλλων. Ήμασταν οι άβολοι και οι αβόλευτοι, κι έτσι πολλοί από μας έφυγαν.

Θοδωρής Καλλιφατίδης, Μια νέα πατρίδα έξω απ’ το παράθυρό μου, σ. 129-130, Eκδόσεις Γαβριηλίδης, 2002

Artwork: Erik Johansson

 

Γιώργος Σχορετσανίτης, Εγκλωβισμένοι στη… θολούρα του λευκού

Περιοδικό Fractal, 16/5/2018

Ένας άγριος χιονιάς πλημμυρίζει από την αρχή μέχρι το τέλος, σχεδόν όλη την έκταση των σελίδων ετούτου του περίεργου μυθιστορήματος (‘Λευκό από χθες’), της Ιφιγένειας Σιαφάκα. Γεωγραφικά η υπόθεσή του εδράζεται σε μια μικρή κωμόπολη, το Λαβίλ, όπου εμφιλοχωρούν βεβαίως όλα εκείνα τα ιδιαίτερα, ιδιόρρυθμα και τόσο γνωστά σε κατοίκους των μικρών αριθμητικά κοινωνιών, χωρίς όμως να υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι ανήκει σε μία συγκεκριμένη περιοχή, αν και κάποιες φορές μπορεί να γίνουν από τον αναγνώστη μερικές γρήγορες υποθέσεις.  Το μυθιστόρημα ξεδιπλώνεται με τη μορφή δήθεν επιστολών ή τμημάτων μίας μόνο, από τη Φρίντα  Νέθελ στο χρονικό διάστημα από την Τρίτη, στις 21 Ιανουαρίου του έτους 1969, έως την Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 1969, τουτέστιν για διάστημα μόλις ενός  δεκαημέρου.

Πρόκειται για τη  μεγαλύτερη αδελφή του νεαρού Πατρίκ Νέθελ, τέκνα αμφότερα του Βιργιλίου και της Αμαλίας Νέθελ, η οποία όπως μας λέει η ίδια και κύρια αφηγήτρια του μυθιστορήματος βρίσκεται καθηλωμένη αναγκαστικά στο σπίτι της, μπροστά από ένα παράθυρο του δωματίου της, απέναντι από κάποιο άγνωστο μάλλον Σέντραλ Παρκ, και γράφει συνεχόμενα τις μύχιες σκέψεις της που απευθύνονται σαφώς στον διευθυντή του ταχυδρομείου της περιοχής τους, τον Φρανκ Σλάις. Η κοινωνία του Λαβίλ, είναι γεμάτη από μικρούς καθημερινούς και όχι πάντα αθώους ανταγωνισμούς των μελών της, κατηγορίες, ζήλιες, αψιμαχίες, τετριμμένους αγώνες αριστείας, συνήθεις δηλαδή καταστάσεις όλων των μικρών κοινωνιών που γεμίζουν τις ώρες και τις μέρες  τους με τα μικρά και ενδιαφέροντα, αθώα σε γενικές γραμμές στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αποκλειστικά γι’ αυτούς. Άλλωστε η Φρίντα μας προειδοποιεί σχεδόν από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και  τη δημιουργηθείσα στην κωμόπολη κατάσταση:

‘… ένα μικρό ψέμα μας μεταμορφώνει ολόκληρους σε ψέμα, όταν η αλήθεια μας πεθαίνει…’!

Έτσι δεν είναι παράξενο πως λίγο παρακάτω μας συμβουλεύει τεχνηέντως και αποφασιστικά, πως ‘ … δεν πρέπει να φαίνεσαι ότι έχεις τον έρωτα ανάγκη, αυτό είναι κουσούρι που βλέπεις στις ελαφριές και στις τροτέζες’!

 

 

Όμως για την οικογένεια των Νέθελ, τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά από την υπόλοιπη κοινωνία! Ο μικρός γιός της, ο Πατρίκ Νέθελ, τρία χρόνια μικρότερος της Φρίντας, βρίσκεται από τις 16 Φεβρουαρίου 1967, μυστηριωδώς εξαφανισμένος από ‘προσώπου γης’! Τώρα το παρελθόν στοιχειώνει το παρόν και κάνει την εμφάνισή του  απειλητικά μπροστά τους, τουλάχιστον από αυτά που διαβάζουμε στις συνεχόμενες σε καθημερινή βάση επιστολές ή ίσως τη μία και ασυνήθιστα μακροσκελή επιστολή της Φρίντας στο διευθυντή του ταχυδρομείου, Φρανκ Σλάις, η οποία και θα ολοκληρωθεί, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο περιορισμένο χρονικό διάστημα των δέκα μόλις ημερών.  Το περιεχόμενο των καθημερινών κειμένων της Φρίντας Νέθελ, μας πληροφορεί  για μύρια όσα διαμείβονται μεταξύ των μελών της οικογένειας, αλλά και για όλες τις χρήσιμες αλλά και αρκετές άχρηστες εν πολλοίς πληροφορίες που αφορούν την μικρή κοινότητα. Άκρατη υποκρισία, συγκρούσεις εντός και εκτός της οικογένειας που αφορούν περισσότερο την ψυχιατρική επιστήμη, τρόποι και μέθοδοι δημιουργίας και ανάπτυξης των κοινωνικών σχέσεων και εκμετάλλευσή τους προς ίδιο συνήθως όφελος,  επίδειξη πλούτου και γνώσεων, θρησκευτικές και κοινωνικές ιδεοληψίες και εμμονές, σχετική ημιμάθεια και αμάθεια, προσπάθεια ανέλιξης σε δημόσιες ή άλλες παρεμφερείς θέσεις με κάθε μέσο και τρόπο, στοχευόμενες συνδιαλλαγές με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα, ένα ζοφερό σε τελική ανάλυση περιβάλλον όπου πολλά εννοούνται, άλλα δρομολογούνται και άλλα στο τέλος γίνονται. Η χαρακτηριστικότερη όμως λεπτομέρεια του μυθιστορήματος, είναι η πολυπρόσωπη αφήγηση. Ο λόγος της Φρίντας διακόπτεται συνεχόμενα από λόγια και σκέψεις άλλων που ανάγονται στο κοντινό ή το μακρυνό παρελθόν, που εμφιλοχωρούν ύπουλα κάποιες φορές, απότομα σε μερικές άλλες, στο κυρίως κείμενο της επιστολής. Πολυπρόσωπη αφήγηση όμως που παραπέμπει σε ιδιαιτερότητες του κειμένου και κυρίως του περιεχομένου του.

Οι χαρακτήρες που αποκαλύπτονται από τον κύριο αφηγητή ή τους άλλους δευτερεύοντες και παραπληρωματικούς, ξεδιπλώνονται σταδιακά, και ενώ στην αρχή άλλα λέγονται και αναφέρονται, στη συνέχεια άλλα αποδεικνύονται. Να θυμηθούμε την Φρίντα να λέει, ‘…Μα τόσα χρόνια σας παρακολουθώ, Φρανκ Σλάις, που με παρακολουθείτε’, υπονοώντας διαφορετικά πράγματα από όσα εκείνος πιθανόν να γνώριζε ή ίσως να υπέθετε!

Οι όποιες ανατροπές στο τέλος του μυθιστορήματος, είναι εν πολλοίς αναμενόμενες από τον προσεκτικό και απαιτητικό αναγνώστη. Ίσως εδώ χρειάζεται να αναφερθεί ότι μια δεύτερη ανάγνωση του  κειμένου είναι κατά πάσα πιθανότητα επιτακτική. Το χειμερινό και χιονισμένο περιβάλλον της μικρής κωμόπολης, είναι το ύφασμα πάνω στο οποίο οι αφηγητές καρφιτσώνουν τις σκέψεις και τις εμπειρίες τους:

‘… Αγαπητέ μου Φρανκ, έξω χιονίζει πάλι σαν υπόσχεση ακατάπαυστα, κι όλα θα γίνουν κρύσταλλο σε λίγο… Προσωπικά, δεν έχω άλλον τρόπο να συγυρίσω την αναστάτωση εδώ, κι έτσι, σας γράφω. Βλέπετε, κάνει πάνω από τρεις μήνες ένα άγριο χιόνι εδώ πέρα, γεμάτο χνούδι τρυφεράδας…’.

Άφθονο χιόνι, λοιπόν, λάσπη αναγκαστικά σε κάποια φάση εξασθένησης του χιονιά, δυσκολία περιπάτων και βάδισης των πρωταγωνιστών του βιβλίου, και κατ’ επέκταση ιδεατών και επιθυμητών σχέσεων μεταξύ των κατοίκων του Λαβίλ. Τουναντίον, μάλιστα! Προς το τέλος του κειμένου, η Ιφιγένεια Σιαφάκα μας πλημμυρίζει τις σελίδες της με φιλοσοφικές αναφορές και λεπτομερείς κάπου–κάπου απόψεις των πρωταγωνιστών του κειμένου της. Δεν κατανοούμε, μας εκμυστηρεύεται σε ένα σημείο, πως ‘… ο χρόνος τελικά είναι η παγίδα που μας ξορκίζει νεκρούς για να υπάρξουμε, χωρίς συνείδηση, στα δίχτυα-εκεί όπου η μνήμη κατοικεί’, παραφράζοντας ή συμπληρώνοντας κάποιες γνωστές ρήσεις παλιότερων και γνωστών φιλοσόφων! Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κείμενο δεν είναι εύκολο, ούτε και επιδέχεται γρήγορης και επιπόλαιας ανάγνωσης. Το αντίθετο, θα υποστήριζα! Ο χρόνος μέσα στις σελίδες διασπάται συνεχόμενα, και ο αφηγητής ενώ αρχικά είναι όπως ήδη είπαμε ένας, η νεαρή Φρίντα δηλαδή, στη συνέχεια παραχωρεί όταν εκείνη το επιθυμεί τη θέση της και για όσο χρονικό διάστημα κρίνει σκόπιμο,  σε κάποιον άλλο! Οι χαρακτήρες, οι περισσότεροι τουλάχιστον, οικοδομούνται και δημιουργούνται στην αρχή του βιβλίου, αλλά κάποιοι αργότερα στη συνέχεια της εξιστόρησης,  αποδομούνται σε μερικές θέσεις. Ψυχική βία, υφέρπουσα στο μεγαλύτερο ποσοστό της, πανταχού παρούσα, προσωρινά ή μόνιμα κέρδη και περισσότερο προσωπικές απώλειες.

‘…Κι εσείς, γενικός διευθυντής ταχυδρομείου απ’ το τίποτε, από έναν ταχυδρόμο που μας μοίραζε κάποτε τα γράμματα, ευελπιστώντας και σε κάνα πουρμπουάρ! Μη μου πείτε πως και οι δύο προκάτοχοί σας, ο Μποργκ Τάπλιν και ο Γκέιρι Σέρκιν, αποσύρθηκαν πολύ νωρίτερα λόγω της κακής υγείας τους… Ψιθυρίζεται, αν είναι δυνατόν, απ’ τις λυκοφιλίες σας πως καταφέρατε να αναρριχηθείτε με τα μέσα του κυρίου Πάτερσεν, πράγμα που εγώ δεν θα κατόρθωνα ποτέ, διότι είμαι υπερβολικά ατσούμπαλη κοινωνικά…’!

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα στο μυθιστόρημα ‘Λευκό από χθες’ μας εξιστορεί και μας παρουσιάζει την ιστορία της αρκετά  δύστροπη και ποικιλότροπα επώδυνη. Ερώτημα αποτελεί στην αρχή η βαθύτερη ή άγνωστη για τους αναγνώστες σχέση της αφηγήτριας, της Φρίντας, με τον υποτιθέμενο παραλήπτη της επιστολής την οποία εκείνη  συντάσσει παρατηρώντας το ατέλειωτο και αφιλόξενο λευκό του χιονιού. Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε ισχύει και για το χρόνο κατά τον οποίο γράφεται η επιστολή, μία περίοδος χρονικά  δύσκολη ίσως τουλάχιστον για τη χώρα μας, αλλά από την άλλη μεριά κάτι τέτοιο δεν γίνεται κι ούτε μπορεί να γίνει δεκτό αφού τα ονόματα των πρωταγωνιστών και τα τεκταινόμενα βρίσκονται από γεωγραφικής πλευράς το πιθανότερο αρκετά μακρυά μας. Κάποιοι τρόποι ανέλιξης, όμως, συγκεκριμένων προσώπων, ίσως θα  μπορούσαν να συνδυαστούν με την παραπάνω περίοδο και περιρρέουσα νοοτροπία του ολοκληρωτισμού, και φυσικά την εξασφαλισμένη ή τεχνηέντως δρομολογημένη σιωπή από τους περισσότερους των κατοίκων για τους γνωστούς φυσικά προσωπικούς και οικογενειακούς λόγους. Η υψηλή δημόσια θέση του  διευθυντή του ταχυδρομείου του Λαβίλ, του Φρανκ Σλάις, απαιτεί κάποια ιδιαίτερης υφής προσόντα, τόσο για την μεθόδευση και την κατάληψη, όσο και για τη διατήρηση αυτής της θέσης. Και δεν είναι λίγα! Λοβιτούρες, ύπουλες συμμαχίες, γελοίες συμπεριφορές, καταδικασμένες τακτικές μεθοδεύσεις, που κάποιες φορές φτάνουν κυριολεκτικά στα άκρα, όπως για μικρό παράδειγμα όταν λέει, πως ‘η φιλία του πάστορα με την οικογένειά μας έδινε κύρος στη σχεδόν ανύπαρκτη κοινωνική θέση του πατέρα’, ή όταν ‘… η ασίγαστη επιθυμία καταξίωσης του  πατέρα, να νοιώσει δηλαδή χρήσιμος, δυνατός, αποδεκτός και αγαπητός σε όλη την πόλη, ντύθηκε εκείνο το ζεστό βράδυ του 1952 το μανδύα μιας υπόγειας, ναι υπόγειας εξουσίας, όπως άλλωστε, παλιόπαιδο και κάθε ματαιοδοξία που επαφίεται στην πρόχειρη αντίληψη ελαφρών ανθρώπων για τον εαυτό μας, κατά την άποψη του Τζάσμιν’.

Κλίμα έντονης αμφισβήτησης των πάντων, με στοιχεία και λεπτομέρειες  που παλινδρομούν συνεχόμενα στο παρελθόν, κατακλύζεται από τον ελεγχόμενο λεκτικά ρου της υπόθεσης με λογοτεχνικά ιδιόμορφες πινελιές  σχεδόν σε όλο το μήκος του κειμένου. Είναι όλα εκείνα που τόσο δύσκολα, σταδιακά και βεβαίως παραστατικά, μας ξεδιπλώνει η Ιφιγένεια Σιαφάκα σε τούτο το βιβλίο που ίσως θα μπορούσαμε με κάποιες επιφυλάξεις να το ονομάσουμε νουάρ, με την απαραίτητη φυσικά και τροποποιημένη αστυνομική πλοκή. Άλλωστε όπως είπε σε μια εξομολόγησή της προ καιρού, η λογοτεχνία δεν είναι απαραίτητο να είναι πάντοτε εύπεπτη και εύκολη!

Στο τέλος η Φρίντα αναφωνεί, ‘… όχι, δεν με νικήσατε εσείς, μόνη μου ηττήθηκα μπρος απ’ αυτόν τον τόσο χαμερπή καθρέφτη, που μου φανέρωνε μια ψεύτικη εικόνα που χρόνια κουβαλούσα στα μάτια για τον κόσμο… τώρα είμαι αναγκασμένη να με συναρμολογήσω με άλλον τρόπο εξαρχής, και θέλω να γράφω και να γράφω, για να τραβώ με το μολύβι γραμμές στον άδειο χώρο του λευκού, ενός λευκού από χθες…’, ενός λευκού όχι αναγκαστικά semper idem, θα προσθέταμε με τη σειρά μας!

Πίνακες: Maurice Utrillo

.