RSS

Author Archives: Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

About Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και έχει ασχοληθεί με το θέατρο, το χορό και τη γραφιστική. Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής (ποίηση, στίχος, διήγημα, μυθιστόρημα) έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Ο ιστότοπος Ενύπνια Ψιχίων είναι η προσωπική της ιστοσελίδα. Εργογραφία στον ιστότοπο: Ιφιγένεια Σιαφάκα (εργογραφία) http://ifigeneiasiafakabooks.wordpress.com

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες

Παρασκευή 19:00, οι εποχές της πειρατείας, η Φεργκεσία και ο Μπίτμαν Σάννυ, 24 Ιανουαρίου 1969, πάγωσε το ποτάμι, σαπουνόφουσκες

Η μητέρα έβλεπε εκεί όπου τίποτε δεν υπήρχε, όπως και ο Πατρίκ μας άλλωστε, ωστόσο τα φαντάσματά του ήταν εντελώς μεγαλειώδη, κι έτσι δεν τον πίστευε κανείς. Είχε αυτή την ευτυχία ο Πατρίκ μας, να εμπνέει την ανοχή και τη συμπόνια της μικρής μας επαρχίας. Ο δόκτωρ Τζάσμιν μάλιστα μιλούσε ώρες ολόκληρες μαζί του, καπνίζοντας στωικά την πίπα του και ξεγελώντας τον με κάνα νερωμένο ουισκάκι μαζί με τα φιστίκια που του αρέσανε πολύ.  Άλλοτε πάλι τον έπαιρνε για ψάρεμα δίπλα στο ποτάμι, και ο Πατρίκ τού διηγιόταν απίθανες ιστορίες της «παλιάς ζωής» του, όπως έλεγε, ως πειρατής στο ποταμόπλοιο, που χάθηκε στο βυθό του ποταμού εν μία νυκτί, και ας ήταν τ’ όνομά του Κιτρινόλυκος, τώρα τα είχε παρατήσει ικανοποιημένος, έλεγε στον Τζάσμιν, αφού πλέον είχε μαζέψει όλα τα παράσημα που είχε υποσχεθεί στη Φεργκεσία, η οποία όμως αυτοκτόνησε από το πάθος και τη μεγάλη προσμονή πριν της τα παραδώσει. Δεν άντεξε, μαμά, με λάτρευε σου λέω! Ήτανε τότε που ο Πατρίκ μας έθαψε 20 κολιέ, 10 βραχιόλια και 5 μενταγιόν, το θησαυρό του για τη Φεργκεσία, στο λόφο με τις κερασιές.

Αχ, αυτή η ιστορία, Φρανκ, ήταν πολύ πετυχημένη, διότι μου θύμιζε το ιπποτικό ιδανικό στα μυθιστορήματα που διαβάζουν οι κυρίες της Πουτίγκας, όλα τα ανώδυνα που υπόσχονται οι εξ αποστάσεως έρωτες κι όλες τις φαντασίες που ζωγραφίζουν την ομίχλη των δύο εραστών. Ο Πατρίκ μας ποθούσε παράσημα επαγγελματικής επιτυχίας και μια κυρία να αυτοκτονεί για εκείνον! Λίγο το έχετε εσείς να κολυμπάτε μες στον άλλον κομμένο και ραμμένο στα δικά σας μέτρα, χωρίς να σας γυρνάει ούτε ένα σκαμπίλι πότε πότε, για να τον απαξιώσετε αμέσως; Αχ, έχουνε μεγάλη πλάκα όλα αυτά τα παραμύθια, όταν δεν μας παίρνουμε πολύ στα σοβαρά· γινόμαστε καλλιτέχνες όλοι, γλύπτες, αχ, κι ερωτευόμαστε τα ομοιώματά μας. Όχι για πάντα. Αλλά και τι πειράζει αυτό εάν παίζουμε ωραία το παιχνίδι;

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες, Σμίλη 2017

Artwork: Marcelo Monrea

.

 

 

Bασίλης Καραβίτης, Μικρές παραινέσεις για την απόσταξη της λύπης

 

Στον Γιάννη Ζουγανέλη

Γράφε για όσα σ’ αγγίζουν βαθιά
κι ας είναι μικρά και ασήμαντα
κι ας έχουν εσένα μοναδικό αποδέκτη.
Γράφε για όσα πεθαίνουν σαν φύλλα
χλωρά, άγνωστα κι αδικαίωτα,
αλλά αξίζει να ζήσουν πέρα από σένα.
Γράφε γι’ αυτούς που τ’ αγνοούν
και μένουν μια ζωή σκλάβοι ισόβιοι
του μικρόχαρου κόσμου και της συνήθειας
Χωρίς να λαχταράνε μια δική τους αλήθεια.
Γράφε αδιάκοπα χωρίς έπαρση
μέχρι να φτάσεις ώριμος και έτοιμος
στον δικό σου θαρραλέο επιτάφιο.
Γράφε, αν μπορείς, και τον δικό μας επιτάφιο,
αυτόν που ψελλίζουμε κρυφά, ανάκουστοι
τρέμοντας μήπως και γίνει λόγος.

Bασίλης Καραβίτης, Μικρές παραινέσεις για την απόσταξη της λύπης από τη συλλογή Βίος απορητικός, Κέδρος 2005

Artwork: Mike Warall

.

.

 

 

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Βάρκα στ’ ανοιχτά

.

Πρότεινε στη μικρή παρέα μας να κολυμπήσουμε
στη διπλανή, καταγάλανη παραλία.
Μπήκαμε όλοι στη βάρκα του.
Οδηγούσε τη μηχανή,
όταν ξανοιχτήκαμε, με γλυκό βλέμμα στράφηκε σε μένα
— αναμφίβολα του άρεσα —
«Και τώρα τραγούδησέ μας ό,τι πιο πολύ σου κάνει κέφι».
Χαμογελώντας το απέφυγα, γιατί είμαι σχεδόν παράφωνη.

Από τη στιγμή που μπήκαμε στη βάρκα
μου έδειξε την εύνοιά του.
Εκεί, στ’ ανοιχτά της θάλασσας,
και τι δεν θα έδινα να μπορούσα να ανταποκριθώ
με ένα τραγούδι.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Βάρκα στ’ ανοιχτά από τη συλλογή Ο κόσμος απροκάλυπτα, Εντευκτήριο 2018

Photo: Rober Doisneau

.

.

 

Ασημίνα Λαμπράκου, Γκρίζο/ βλέμμα Οιδίποδα σκύλου

 

γκρίζο

βλέμμα Οιδίποδα σκύλου

 
γατάκι μου ήρθες κι εγώ σε ήξερα σκύλο
που το καλοκαίρι ολόκληρο με δάγκωνε
και με πονούσε να μου δείξει πως με
αγαπούσε στο παιχνίδι να με τραβάει
και πως από σκηνή του Καραβάτζιο τον Νέστορα
έβλεπα μόνο κατάμονο να μένει ήθελα να σου πω
όταν εκείνο το σελοφάν χαμόγελου
στην άκρη της ζωής του περασμένο
παραμέριζε και το βλέμμα του στοίβαζε
στο δικό μου να δει τι δεν ήθελα να ξέρω
προχωρημένη η ώρα βλέπεις και βλέμμα
που η ίδια ήθελα να χειρουργώ όταν δεν
μου απευθυνόταν κι όταν με χαμόγελο το
κάλυπτε κι ας μ’ έβλεπε τότε μεσ’ απ’ αυτό
μα εσύ το νύχι έδειξες κι έφυγες στους
κόσμους σου γατάκι που σκύλο σε ήξερα
και τι θέλω εγώ εδώ στις αγορές των στίχων
και της εύνοιας που ασπρόμαλλη η ανάγκη
στο μπρος της βιτρίνας συνανάτροφους γυρεύει
και δεν είναι ο κόσμος μου αυτός δεν είναι που
μάτια κάρβουνο και φλόγα και ο πόλεμος
άνθρωπε είναι μια στιγμή μακριά και
“gimmie shelter or let me go back to the ones I belong to”
αλλά σάρκα χειλιών στο χέρι μου ο Νέστορας
που τόση η κόπωση τόση που μήτε την Ηλέκτρα
των τοξωτών φρυδιών και των χειλιών μήλα
δεν έβλεπε δίπλα του στο βαγόνι γερμένος
στη μέση των ονείρων του βαριά και τα σηκώνει
και τρέμισμα στη κίνηση και στο χαμόγελο
εκείνο που θα έγραφε σε χαρά μου και φίλοι
δίπλα μου κι έτσι ξεχασμένη στη χαρά έμεινα
μέχρι που αστραπές άναψαν τα μάτια μου
και μ’ έφεραν αχάραγα να σκέφτομαι
ασπρόμαλλη την ανάγκη στο μπρος της βιτρίνα
και πως την ανάσα της να πάρω δεν ήθελα δεν ._
&nbsp

[***]

Χλωμά πουλιά·
Πουλιά απουσία σωμάτων
Και φύλλα δίχως κλαδιά.
Παραπέφτουν από κλαδί σε κλαδί
Των αηδονιών οι λαρυγγισμοί του έρωτος·
Δροσίζεται έτσι κι ο δικός μας ο κήπος
Αφύλακτος· κι από κελαϊδισμούς ακλόνητος ._

μνήμη Ε. Χ. Γ.

Ασημίνα Λαμπράκου, από τη συλλογή Στην οδό Αλαμάνας ξημέρωνε επίσης, Εκδόσεις Καλλιτεχνικό σωματείο έβδομο βήμα, 2017 

Φωτό: Raymond Depardon

 

Bιρτζίνια Γουλφ, Τα κύματα

.

«Όλα τα πλοία μου είναι άσπρα», είπε η Ρόντα. «Δεν θέλω κόκκινα πέταλα από γεράνια ή δεντρομολόχες. Θέλω άσπρα πέταλα που πλέουν όταν γέρνω τη λεκάνη. Έχω έναν στόλο που ταξιδεύει από τη μιαν ακτή στην άλλη. Θα βάλω κι ένα κλαδί, σχεδία για τον καραβοτσακισμένο θαλασσινό. Θα ρίξω μια πέτρα και θα δω φυσαλίδες ν’ ανεβαίνουν απ’ τα βάθη της θάλασσας. Ο Νέβιλ έφυγε κι η Σούζαν έφυγε· η Τζίννυ είναι στο περιβόλι, μαζεύει φραγκοστάφυλα, μπορεί με τον Λούις. Έχω λίγη ώρα να μείνω μόνη, τώρα που η μις Χάντσον απλώνει τα τετράδιά μας στο τραπέζι, στην αίθουσα διδασκαλίας. Έχω ένα μικρό διάλειμμα ελευθερίας. Μάζεψα όλα τα πεσμένα πέταλα και τα ’βαλα να κολυμπήσουν. Σε μερικά έβαλα σταγόνες βροχής. Θα βάλω κι ένα φάρο εδώ, το κεφαλάκι μιας μαργαρίτας. Και τώρα θα κουνήσω την καφετιά λεκάνη πέρα-δώθε, έτσι που τα πλοία μου να καβαλήσουν τα κύματα. Μερικά θα βουλιάξουν. Μερικά θα τσακιστούν στα βράχια. Ένα μονάχα αρμενίζει. Είναι το πλοίο μου. Μπαίνει σε παγωμένα σπήλαια, όπου η πολική άρκτος μουγκρίζει και οι σταλακτίτες κραδαίνουν πράσινες αλυσίδες. Τα κύματα σηκώνονται· η κορφή τους κουλουριάζεται· κοίτα τα φώτα στα κατάρτια. Σκόρπισαν, βούλιαξαν όλα, μόνο το καράβι μου καβαλικεύει τα κύματα κι ανοίγεται με το μελτέμι και φτάνει στα νησιά όπου οι παπαγάλοι φλυαρούν και τ’ αναρριχητικά…»

Bιρτζίνια Γουλφ, Τα κύματα, σελ. 15,  μτφρ.: Άρης Μπερλής, Εκδόσεις Ύψιλον, 1994.

Πίνακας: Vincent Van Gogh

 

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Μικρή εξωλέμβια ομολογία

Ι.

Υπήρξα ένας καλός μαθητής
ένας πραγματικά καλός μαθητής
του κόσμου

έκανα πάντα την προσευχή μου
πριν πέσω στο κρεβάτι

και φορούσα προφύλαξη
πριν πλαγιάσω με κάποιο
αγόρι
λίγο μεγαλύτερο στην ηλικία
ώστε να μπορεί να με μυήσει
στα μυστικά του έρωτα.

Υπήρξα αρκετά συνετό αγόρι.
Αγόραζα ό, τι παιχνίδι μας υποδείκνυε
η καλή κυρία στην τηλεόραση

στο σχολείο έκανα παρέα
με τα καλά παιδιά
είχα καλούς βαθμούς
διαγωγή αρίστη
κι όλοι είχαν να λένε
για τους καλούς μου τρόπους
εντός εκτός
και επί τα αυτά
της κοινωνίας.

Θα με ρωτήσεις
βέβαια
τι άλλαξε
μέσα σ’ αυτό
το σύντομο
διάστημα

είμαι μόλις είκοσι έξι χρονών
το σώμα μου συνεχίζει
να με υπακούει
έχω πολλά όνειρα
και η στύση μου
ακλόνητα επηρεάζει
την κάθε μου απόφαση.

Τι έχει αλλάξει
στ’ αλήθεια
μέσα σ’ αυτό
το διάστημα;

ΙΙ.

Ακροβατώ ανάμεσα
στον δικό μου κόσμο
και στον κόσμο
που έχουν πλάσει
οι άλλοι
για μένα.

Δυο κόσμοι
διαφορετικοί

ο ένας
σε συχνότητα
παράλληλη
μ’ αυτό που έχω
ονομάσει
ανάγκη

[κι όμως
τόσο ξένος
απ’ την ίδια μου
την ανάγκη]

ο άλλος
κατ’ εικόνα
και
καθ’ ομοίωσιν
των ονείρων
και
των προοπτικών
που σχεδίασαν
με περισσή
φροντίδα
οι γονείς μου
την πρώτη
μέρα
της Δημιουργίας.

Το πρόβλημα
είναι
πως σε κανέναν
από τους δύο
αυτούς
κόσμους
δεν έχει
υπολογιστεί
ο παράγων
που λέγεται:

ζωή-

κι ό, τι βρέξει
ας
κατεβάσει.

ΙΙΙ.

Δεν έμαθα ποτέ μου
να οδηγάω.
Ποτέ μου δεν κοίταξα
τον κόσμο κατά πρόσωπο.

Έτσι
αποστασιοποιημένος
πέρασα το μεγαλύτερο
μέρος της ζωής μου.

IV.

Απ’ όλα τα γράμματα
της αλφαβήτου
κοίτα
που βρέθηκα
σ’  αυτό το δίδυμο
κάπα
να ναυαγήσω.

 

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Μικρή εξωλέμβια ομολογία, από την ποιητική συλλογή Βαβέλ,7 ημέρες δημουργίας και καταστροφής,  Εκδοτική 2018

Artwork: Gurbuz Dogan Eksioglu

 

 

Eύα Μαθιουδάκη, Η αναπηρική

  Εἶχε κατεβασμένες τὶς τέντες γιὰ νὰ μὴ βλέπει, εἶχε γεμίσει τὶς ζαρντινιέρες πέρα ὣς πέρα γιὰ νὰ μὴ βλέπει. Καὶ πολλὲς φορὲς κατάφερνε νὰ ξεχνιέται καὶ νὰ μὴ βλέπει. Ἄκουγε ὅμως, αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ περιορίσει. Καὶ τὸ σούρσιμο τῆς ἀναπηρικῆς καρέκλας καὶ τὰ βογκητὰ ἢ καὶ ἐκείνη τὴν ἀπόλυτη ἡσυχία τοῦ κενοῦ τοῦ κολασμένου, τοῦ κενοῦ τῆς ἀπόγνωσης, τοῦ κενοῦ, τοῦ κενοῦ τοῦ γείτονά τους ποὺ καθηλώθηκε μετὰ τὸ ἐγκεφαλικὸ στὴν ἀναπηρική, δυὸ χρόνια πᾶνε τώρα. Κάποτε τὸ μπαλκόνι της τὴν παρηγοροῦσε. Ἔβγαινε καὶ ἀπομονωνόταν λὲς καὶ ἔβγαζε τὸν κόσμο ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι της, λὲς καὶ ἔκλεινε τὰ προβλήματα μέσα ἀπὸ τὴν μπαλκονόπορτα. Μέσα τὰ προβλήματα ἀλλὰ αὐτὴ ἦταν ἔξω. Ἔξω ἔτσι κι ἀλλιῶς, ὅλο ἔξω ἦταν, δὲν τὴν ἀφῆναν οἱ δουλειές. Καὶ ὁ ἄντρας της δυὸ χρόνια ἄνεργος. Ἀρχικὰ ἔλεγε ψιθυριστὰ τὴν κουβέντα «Ἄς ἔχουμε τὴν ὑγειά μας», «Τὰ ὑπόλοιπα θὰ τὰ καταφέρουμε», «Τὴν ὑγειά μας», «Μόνο τὴν ὑγειά μας». Ἀνάπηρη παρηγοριά, ἀπαρηγόρητη.

Τὴν εἶχε φάει τὴ ζωὴ μὲ τὴν κουτάλα, τὴν ἤξερε μέσα κι ἔξω τὴν ἀνεργία σὰν τὸ ποτὸ ἕνα πράγμα, σὰν τὴν κακιὰ συνήθεια ποὺ σὲ τραβάει ὅλο κάτω καὶ τὸ ἕνα πρωὶ ξυπνᾶς καὶ λὲς θὰ τὸν πιάσω τὸν ταῦρο ἀπὸ τὰ κέρατα καὶ τὴν ἑπομένη βούλιαζες στοῦ καναπὲ τὶς ἀράχνες. Ὄχι γιὰ τὴν ὑγεία τους βέβαια, ὑγεία δὲν ἦταν. Πότισε τὸ βασιλικό. Ὁ βασιλικὸς εἶναι ἕνα φυτὸ ποὺ ἀπαιτεῖ καθημερινὸ πότισμα, ἕνα φυτὸ ποὺ δὲ συνιστᾶται γιὰ τάφους καὶ ταφόπλακες ἐκτὸς ἂν εἶσαι φρεσκοχήρα καὶ ἀνεβοκατεβαίνεις μὲ τὰ ποτιστήρια στὰ κοιμητήρια. Ἀλλὰ αὐτὴ χήρα δὲν ἦταν. Οὔτε ὁ ἄνεργος σύζυγος μέσα στὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ χρόνου τοῦ ἄχρηστου ἔβρισκε χρόνο νὰ κάνει κάτι χρήσιμο. Πῆρε τὸ φλιτζανάκι τὸν καφέ, ἀραίωσε τὸ κατακάθι μὲ τὸ λίγο νερὸ ποὺ εἶχε μείνει στὸ ποτήρι, πότισε τὴ γαρδένια. Ἔστριψε τὸ κεφάλι. Ἡ θλίψη της τὸν τελευταῖο καιρὸ τῆς ἔδινε κάτι μαχαιριὲς ἄλλοτε στὸ στομάχι, ἄλλοτε στὰ πλευρά. Μετουσιωνόταν ἕνα πράγμα ποὺ θὰ τῆς ἐξηγοῦσε κάποιος ψυχολόγος, ἀλλὰ σὲ ψυχολόγο δὲν πήγαινε. Σήκωσε τὴν τέντα, ἄνοιξε τὴν πόρτα τῆς μπαλκονόπορτας καὶ φωνάζοντας δυνατὰ γιὰ νὰ τὴν ἀκούσουν καὶ οἱ δύο ἀνάπηροί της. «Γιά σηκωθεῖτε, ἀδέλφια, γιά σηκωθεῖτε καὶ νὰ κάτσω ἐγὼ γιὰ πάντα.» «Σηκωθεῖτε!» εἶπε πάλι σιγανὰ καὶ κάθισε ἀποκαμωμένη.

Εύα Μαθιουδάκη, Η αναπηρική, από τη συλλογή διηγημάτων, Μικρά Πείσματα, Το Ροδακιό, 2017

Πίνακας: Jules Pascin