RSS

Author Archives: Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

About Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και έχει ασχοληθεί με το θέατρο, το χορό και τη γραφιστική. Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής (ποίηση, στίχος, διήγημα, μυθιστόρημα) έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Ο ιστότοπος Ενύπνια Ψιχίων είναι η προσωπική της ιστοσελίδα. Εργογραφία στον ιστότοπο: Ιφιγένεια Σιαφάκα (εργογραφία) http://ifigeneiasiafakabooks.wordpress.com

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο

Είμαι, λόγου χάρη, τρομερά εγωπαθής. Είμαι φιλύποπτος και εύθικτος, σαν καμπούρης ή σα νάνος, μα, σας βεβαιώνω, μου ’τυχαν κάτι τέτοιες στιγμές, που, αν τύχαινε να μου ’διναν μια φάπα, ίσως να ευχαριστιόμουν γι’ αυτό. Μιλάω σοβαρά: ασφαλώς θα μπορούσα να ’βρισκα και εδώ ένα είδος απόλαυσης. Εννοείται την απόλαυση της απόγνωσης, μα και στην απόγνωση υπάρχουν οι πιο καυτερές απολαύσεις, ιδίως όταν πια νιώθεις βαθιά το αδιέξοδο της κατάστασής σου. Όταν όμως κάποιος φάει μια φάπα, τότε κατακλύζεται από την επίγνωση της ταπείνωσης. Το κυριότερο δεν είναι, όπως κι αν τα πω, ότι το ίδιο συμπέρασμα βγαίνει: πως πάντα εγώ βγαίνω πρώτος φταίχτης σ’ όλα και, σαν να λέμε, κατά τους νόμους τους φυσικούς. Γιατί, εν πρώτοις, φταίω με το να είμαι σοφότερος απ’ όλους όσοι με περιτριγυρίζουν. (Θαρρούσα πάντα τον εαυτό μου πιο σοφό απ’ όλους γύρω μου και κάποτε μάλιστα, όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, στενοχωριόμουν γι’ αυτό. Τουλάχιστον, σ’ όλη μου τη ζωή κοίταζα κάπως πλάγια και ποτέ δεν μπόρεσα να κοιτάξω τους ανθρώπους κατάματα.) Και τέλος πάντων φταίω, γιατί, κι αν είχα μεγαλοψυχία, αυτή μονάχα αύξαινε το μαρτύριό μου απ’ τη συναίσθηση τού πόσο ανώφελη ήταν. Βλέπετε, ασφαλώς, τίποτε δεν θα μπορούσα να ’κανα με τη μεγαλοψυχία μου. Μήτε να συγχωρέσω, γιατί κείνος που με πρόσβαλε, μπορεί να το ’κανε σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, κι αυτούς πώς να τους συγχωρέσει κανείς; Μήτε να ξεχάσω, γιατί, όσο και να ’ναι φυσικοί νόμοι, η προσβολή είναι προσβολή. Τέλος, κι αν ακόμη ήθελα να μην είμαι μεγαλόψυχος, αλλά απεναντίας πεθυμούσα να εκδικηθώ κείνον που με πρόσβαλε, ούτε τότε θα μπορούσα να εκδικηθώ κανέναν, γιατί, βέβαια, δεν θα τολμούσα να κάνω κάτι, κι ακόμη μπορούσα.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο, μτφρ.: Kοραλία Μακρή, εκδόσεις Γκοβόστη 2014

Artwork: Julia Geiser

 

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο

Κι έτσι μ’ όλα τα φώτα σβησμένα, το φεγγάρι βυθισμένο, και μια ψιλή βροχή που χτυπούσε μονότονα στη στέγη, ένα απέραντο σκοτάδι άρχισε να πέφτει. Τίποτα, καθώς φαινόταν, δεν μπορούσε να γλιτώσει απ’ την πλημμύρα του ερέβους, το κατακλυσμιαίο σκοτάδι, που, γλιστρώντας, μες από κλειδαρότρυπες και χαραμάδες, τρύπωνε απ’ τα παντζούρια, έμπαινε στις κρεβατοκάμαρες, κατάπινε εδώ μια κανάτα και μια λεκάνη, εκεί ένα βάζο με κόκκινες και κίτρινες ντάλιες, παραπέρα τις αιχμηρές κώχες και τον συμπαγή όγκο μιας σιφονιέρας. Δεν ήταν μόνον τα πράγματα συγκεχυμένα. Δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα, κανένα γνώρισμα σωματικό ή ψυχικό, κανένα σημάδι για να πεις αυτός είναι ή αυτή είναι. Μερικές φορές ένα χέρι σηκωνόταν, σαν να ’θελε ν’ αρπάξει κάτι ή ν’ αποφύγει κάτι ή κάποιος αναστέναζε ή γελούσε, σαν να μοιραζόταν ένα αστείο με το τίποτα. Τίποτα δε σάλευε στο σαλόνι ή στην τραπεζαρία ή στις σκάλες. Μόνο μες απ’ τους σκουριασμένους μεντεσέδες και τα σκεβρωμένα απ’ τη νοτιά ξύλα, κάποιοι αέρηδες, αποκομμένοι από το σώμα του ανέμου (το σπίτι άλλωστε ήταν ξεχαρβαλωμένο), γλιστρούσαν στις γωνιές κι αποτολμούσαν να μπουν στο σπίτι. Μπορούσε κανείς να τους φανταστεί να μπαίνουν στο σαλόνι, ν’ απορούν και ν’ αναρωτιούνται, παίζοντας με την ταπετσαρία που ’χε ξεκολλήσει, να ρωτούν θα κρατήσει κι άλλο; πότε θα πέσει; Και μετά, χαϊδεύοντας τους τοίχους, να περνούν σε βαθιά συλλογή, σαν να ρωτούν τα κόκκινα και κίτρινα τριαντάφυλλα στην ταπετσαρία αν θα ξεθωριάσουν, σαν να ρωτούν ήρεμα, γιατί είχαν όλον τον καιρό στη διάθεσή τους τα σχισμένα γράμματα στο καλάθι των αχρήστων, τα λουλούδια, τα βιβλία, που ήσαν όλα ανοιχτά τώρα μπροστά τους, σαν να ρωτούν είναι σύμμαχοι; είναι εχθροί; πόσο θα κρατήσουν;


Έτσι κι ενώ κάποιο τυχαίο φως από κάποιο ακάλυπτο αστέρι ή πλοίο περιπλανώμενο ή ακόμη κι απ’ το Φάρο, τους οδηγούσε με το χλωμό του πάτημα στο σκαλί και το χαλάκι, οι μικροί αέρηδες ανέβηκαν τη σκάλα και προχώρησαν προσεκτικά προς τις κρεβατοκάμαρες. Αλλά εδώ, βέβαια, έπρεπε να σταματήσουν. Όλα τ’ άλλα μπορούν να σβήσουν και να χαθούν, ό,τι βρίσκεται εδώ είναι ακλόνητο. Εδώ μπορεί κανείς να πει σ’ αυτό το φως που ολισθαίνει, σ’ αυτούς τους αέρηδες που ψηλαφούν, που χουχουλίζουν και γέρνουν πάνω απ’ το κρεβάτι, ενώ δεν μπορείς ν’ αγγίξεις ούτε να χαλάσεις ούτε να χαλάσεις. Οπότε, σαν φαντάσματα, σαν να ’χαν πουπουλένια δάχτυλα και την ανάλαφρη επιμονή του πούπουλου, βαριεστημένα θα κοιτάξουν μια φορά τα κλεισμένα μάτια και τα χαλαρά σφιγμένα δάχτυλα, θα κουκουλωθούν και θα φύγουν. Κι έτσι, ψαύοντας, πασπατεύοντας, προχώρησαν κατά το παράθυρο στο πλατύσκαλο, στις κρεβατοκάμαρες των υπηρετών, στα κασόνια στις σοφίτες• κατεβαίνοντας, ξάσπρισαν τα μήλα στη φρουτιέρα, ψηλάφισαν τα ροδοπέταλα, άγγιξαν τον πίνακα στο καβαλέτο, σκούπισαν το χαλάκι και σκόρπισαν λίγη άμμο στο πάτωμα. Στο τέλος, παρατημένοι, έπαψαν όλοι μαζί, μαζεύτηκαν μαζί, στέναξαν μαζί• όλοι μαζί άφησαν ένα μάταιο, λυπητερό συριγμό. Μια πόρτα στην κουζίνα απάντησε• άνοιξε διάπλατα• στο βρόντο• και βρόντηξε. [Εδώ ο κ. Καρμάικλ, που διάβαζε Βιργίλιο, έσβησε το κερί του. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα.]

Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο, σελ. 142-143, μτφρ.: Άρης Μπερλής, εκδόσεις Εξάντας 1995

Artwork:Jamie Wyeth

.

 

Aλεχάντρο Σάμπρα, Μπονσάι

Εκείνη θα έπρεπε να είναι η τελευταία φορά που πηδιόντουσαν η Εμιλία και ο Χούλιο. Αλλά συνέχισαν, παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες της Ανίτας και την αλλόκοτη δυσφορία που τους είχε προκαλέσει το διήγημα του Μασεδόνιο. Ίσως για να μετριάσουν την απογοήτευση ή απλώς για ν’ αλλάξουν θεματολογία, από τότε και στο εξής κατέφευγαν αποκλειστικά στους κλασικούς. Συζήτησαν, όπως κάποια στιγμή τα έχουν συζητήσει όλοι οι εστέτ του κοσμου, τα πρώτα κεφάλαια της Κυρίας Μποβαρύ. Ταξινόμησαν τους φίλους και τους γνωστούς τους με κριτήριο το αν έμοιαζαν με τον Σαρλ ή με την Έμμα, και συζητήθηκαν ακόμη κι αν αυτοί οι ίδιοι μπορούσαν να συγκριθούν με την τραγική οικογένεια Μποβαρύ. Στο κρεβάτι δεν υπήρχε πρόβλημα, μια και οι δυο έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μοιάζουν με την Έμμα, για να είναι σαν την Έμμα, για να πηδιούνται σαν την Έμμα, γιατί, χωρίς καμιά αμφιβολία, όπως πίστευαν και οι δυο, η Έμμα πηδιόταν ασυνήθιστα καλά, και μάλιστα θα πηδιόταν ακόμη καλύτερα στις παρούσες συνθήκες: στο Σαντιάγο της Χιλής, στα τέλη του εικοστού αιώνα, η Έμμα θα πηδιόταν ακόμη καλύτερα απ’ ό,τι στο βιβλίο. Εκείνες τις νύχτες το δωμάτιο μετατρεπόταν σε θωρακισμένη άμαξα που διέσχιζε χωρίς οδηγό, στα τυφλά, μια όμορφη και εξωπραγματική πόλη. Οι άλλοι, ο λαός, ψιθύριζαν ζηλόφθονα λεπτομέρειες του σκανδαλώδους και γοητευτικού ειδυλλίου που λάμβανε χώρα κεκλεισμένων των θυρών. Αλλά σε όλα τα επόμενα ζητήματα δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν. Δεν κατάφεραν να αποφασίσουν αν εκείνη συμπεριφερόταν σαν την Έμμα κι εκείνος σαν τον Σαρλ ή μήπως και οι δυο, χωρίς να το θέλουν, έπαιζαν το ρόλο του Σαρλ. Κανένας απ’ τους δύο δεν ήθελε να είναι ο Σαρλ, ποτέ κανείς δεν θέλει να είναι ο Σαρλ, ούτε καν για λίγο. Όταν τους έμεναν μόνο πενήντα σελίδες, παράτησαν το διάβασμα, πεπεισμένοι ίσως πως τώρα θα μπορούσαν να καταφύγουν στα διηγήματα του Άντον Τσέχοφ.

Τα πράγματα τούς πήγαν πολύ άσχημα με τον Τσέχοφ, λίγο καλύτερα, παραδόξως, με τον Κάφκα, αλλά, όπως λέει ο κόσμος, η ζημιά είχε πια γίνει. Από τότε που διάβασαν την «Ταντάλια», η λύση όλο και πλησίαζε και, φυσικά, φαντάζονταν και οι δύο σκηνές, μέχρι που πρωταγωνιστούσαν κιόλας σε αυτές, που έκαναν πιο όμορφη και πιο μελαγχολική, πιο απρόσμενη, αυτήν τη λύση. Έγινε με τον Προυστ. Είχαν αναβάλει την ανάγνωση του Προυστ, εξαιτίας του ανομολόγητου μυστικού που, τον καθένα ξεχωριστά, τους ένωνε με την ανάγνωση ή με τη μη ανάγνωση τού Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Αναγκάστηκαν και οι δύο να υποκριθούν πως η κοινή ανάγνωση ήταν εντέλει μια δεύτερη ανάγνωση που την επιθυμούσαν, κι έτσι, όταν έφταναν σε κάποιο από τα πολυάριθμα αποσπάσματα που έμοιαζαν ιδιαιτέρως αξιομνημόνευτα, άλλαζαν τον τόνο της φωνής τους ή κοιτάζονταν προσποιούμενοι συγκίνηση, υποκρινόμενοι τη μεγαλύτερη οικειότητα. Ο Χούλιο, μάλιστα, σε μια περίπτωση πήρε το θάρρος να δηλώσει πως μόνον τώρα αισθανόταν πραγματικά πως διάβαζε τον Προυστ, και η Εμίλια του απάντησε μ’ ένα απαλό και απαρηγόρητο σφίξιμο του χεριού. Έξυπνοι και οι δυο, προσπέρασαν τα επεισόδια που ήξεραν πως ήταν διάσημα: o κόσμος συγκινήθηκε μ’ αυτό, εγώ θα συγκινηθώ με κάποιο άλλο. Πριν αρχίσουν να διαβάζουν, ως προστατευτικό μέτρο, είχαν συμφωνήσει πόσο δύσκολο ήταν για έναν αναγνώστη τού Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο να ανακεφαλαιώσει την αναγνωστική του εμπειρία: είναι ένα από τα βιβλία που ακόμη κι αφού τα διαβάσει κανείς παραμένουν εκκρεμή, είπε η Εμίλια. Είναι ένα από τα βιβλία που θα τα ξαναδιαβάζουμε πάντα, είπε ο Χούλιο.

Aλεχάντρο Σάμπρα, Μπονσάι, μτφρ.: Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 39-42, εκδόσεις Πατάκη 2008.

Αrtwork:Antonio Donghi

 

Δέσποινα Καϊτατζή-Xουλιούμη, Μέσα σε γήπεδα εθνικά

 

.

Μέσα σε γήπεδα εθνικά
μας κόλλησαν στο στήθος
την κόκκινη σφραγίδα τους
σημαδεμένα αρνιά
για το τραπέζι του Πάσχα
Αμνοί εμείς σε παράταξη
χαμογελούσαμε και συντονίζαμε το βήμα
Κερκίδα επευφημίες και χειροκροτήματα
ρυθμικά έπνιγαν πνιχτές κραυγές εναγώνιες

«Αμνοί εμείς σε παράταξη… », Γυμνάσιο Θηλαίων Σερρών, Εθνικό Στάδιο Σερρών, 1969

 

.

 

Tags:

Μαρία Μανδάλου, Αποδόμηση

Παρά των ημερών το θάμβος και τη γλυκιά των ύμνων θαλπωρή, τις πασχαλιές και τις γαζίες και των χελιδονιών την άμωμον αντίφαση, «να γίνει το σκοτάδι φως», εκείνη πέτρα έμενε στο αγενές του θυμικού, στη νοσηρή νωχέλεια των αναμνήσεων, στην ηδυπάθεια μελάγχλωρης ακινησίας. Κλέος ανάκλιντρο. Τα ψυχομουνικά στο φόρτε τους. Από το στρώμα το ορθοπεδικό σε όρθρο καναπέ και τούμπαλιν προς έω, με στόμφο ανέβαζε κατέβαζε τα στόρια σαν σηκωνότανε να ξεπιαστεί, χάζευε με τα φώτα, γουλίτσες σαν πουλάκι έπινε το μεταλλικό νερό, άναβε τσιγάρο, το ’σβηνε βιαστικά, ενοχές ηγερίες… Άλλαζε θέση κι ο σελιδοδείχτης στο βιβλίο. Παραπέτασμα καπνού. Το ραδιόφωνο εν ενεργεία. Λαίμαργα σχόλια, νοσταλγικά ασμάτια, διαφημίσεις, δελτίο καιρού, έξω ο δρόμος σε αέναη βουή, ιερή συμμαχία.

Βέλαζε και τον σφάξανε. Τον κρέμασαν, αφού τον έγδαραν στο τσιγκέλι να στραγγίξει, του ’δεσαν χέρια πόδια στο παλούκι, τις αρχαίες ρωγμές γέμισαν μ’ αλατοπίπερο, τον έχωσαν με κόπο στον ξυλόφουρνο. Κι από κάτω ένα ταψί πατάκες, να πέφτουν τα ζουμιά, να νοστιμίσουν. Έρρεε από νωρίς το μπρούσκο, οι γυναίκες πήραν να φτιάσουνε τις πίτες, σπανάκι φρέσκο, λεβοδιές, καυκαλίθρες και μάραθο, είχανε πλύνει και τις αντεριές, έβαλαν τα σπληνάντερα και τα κοκορέτσια, στο λιόκαμα μέσα τις σούφλες γύριζαν οι άντρες, κι όλο που έπιναν κρασί και το πικάπ έπαιζε τα δημοτικά του Κάβουρα, που σε μεγάλη εκτίμηση τον είχαν. Το μαντρί, η Βασίλω, τα γίδια και οι αγκορτσές, οι προξενήτρες και η Χάρμαινα.

Ο πατέρας την έστειλε με δυο παγούρια για νερό, μια θλίψη δίχως όνομα την έτρωγε, άι σιχτίρι πια και τα νταούλια τους και τα κλαρίνα, ποτέ της δεν τα χώνεψε. Μωρή, κοντούλα λεϊμονιά… Νεράιδες τάχα μου την πλάνεψαν στου Γιωργαντά τη βρύση, κάτω στις καρυδιές, τήνε περπάτησαν μια στάλα στο ρουμάνι, ένα λεπτό κρεμμύδι έπαιξαν μαζί, σύξυλη την παράτησαν μετά, γινήκανε μπουχός. Με σκαμπίλια τη σήκωσαν από λήθαργο σώστη. Ρέκαζε η μάνα της κ’ η γραία μαδούσε τα μάγουλά της, που να σε κάψει ο οξαποδώ, παλιοφήλυκο! Ξεσκλίδια ο Θείος αμνός, σάρκες μπουκώναν στόματα αιθυλικά σε γλέντι δίχως έρμα. Τυφλή παρθενία εις εσμό ευωχούντων θυσία. Ανάβυσσος. Οι τύψεις την εξώθησαν στο γκρίζο. Σαράκι την έτρωγε, που δεν του κράτησε το χέρι την ώρα της φυγής, τα χλοερά μαλλάκια του στα δάχτυλά της όνειρο να πλέξει, μια λέξη να του συλλαβίσει ακριβή, σαράκι και την κουφοτρώει.

Φτάνει ως εδώ του γείτονος τώρα η κνίσα, οργή ορφανή μεταμέλειας, την ώρα που φυλάνε καραούλι οι ξωθιές να πιάσουν τον απήγανο αμνό, ξανά, στα πράσα…

Πίνακας: Antonio Donghi

.

 

 

Tags:

Αυγή Μελέτη, Μπεε, Θεοτοκά!

Ο Θεοτοκάς ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος. Είχε μεγαλώσει με την αυταρχική γιαγιά του, η οποία είχε αναλάβει την προστασία του από τότε που και οι δύο γονείς του κάηκαν στη μεγαλύτερη πυρκαγιά που είχε δει ποτέ η Κορθία. Κορθία ήταν και το όνομα της γιαγιάς του, βαφτισμένης με το όνομα της πόλης. Ο πατέρας της ήταν ο δήμαρχος και τι καλύτερο για να πείσει τους ψηφοφόρους του για τον ενθουσιασμό του, από το να δώσει στη μοναδική του κόρη το όνομα της πόλης; Η γιαγιά κατέστρεψε τον Θεοτοκά. Αυτό ήταν ένα κοινό μυστικό. Ήταν τόσο ιδιότροπη και τόσο αλαζονική που επόμενο ήταν ο Θεοτοκάς να πάρει τα χούγια της. Ξυπνούσε το πρωί και ήθελε έτοιμους τους ζελέδες του. Σε συγκεκριμένη σειρά. Πρώτα το ζελέ βερύκοκο, μετά κάστανο και στο τέλος μούρο, για να μπορέσει ο ουρανίσκος του να το απολαύσει όσο περισσότερο γινόταν δίχως να το αναμίξει μετά με άλλα φρούτα. Τη φρυγανιά του μισοκαμένη αλλά όχι πολύ τραγανή, γιατί αλλιώς θα την πετούσε στο κεφάλι της Κορθίας, παίρνοντας εκδίκηση για όσα είχε περάσει μικρός. Το βούτυρό του, Lurpac αλατισμένο και τετραγωνισμένο, γιατί οι Δανοί γνωρίζουν να φτιάχνουν βούτυρο περιωπής, όχι όπως οι ντόπιοι αγριάνθρωποι που φορούσαν μάλλινες κάλτσες χειμώνα καλοκαίρι. Κάθε ημέρα, μετά το πρωινό, ο Θεοτοκάς κλεινόταν στο παλιό γραφείο του παππού του και δεχόταν τους πελάτες του, οι οποίοι κατέφθαναν από όλες τις γειτονικές πόλεις αλλά και νομούς.

Ο Θεοτοκάς ήταν ξακουστό μέντιουμ με πολλά ψυχικά χαρίσματα. Αρκούσε να κλείσει για λίγο τα μάτια του, για να δει τι είχε κάνει κάποιος ως τώρα στη ζωή του ή τι θα κάνει στο μέλλον. Ή και τα δυο, αν βρισκόταν σε καλή ημέρα. «Θεοτοκά, σου αρέσει να κοροϊδεύεις τον κόσμο», τον επέπληττε η Κορθία, η οποία μπορεί να ήταν ιδιότροπη, αλλά οι απατεωνιές δεν ήταν της αρεσκείας της. Όμως ο Θεοτοκάς καθόλου δεν κορόιδευε τον κόσμο. Η αλήθεια ήταν πως, όταν καθόταν σε μια καρέκλα και έκλεινε τα μάτια του, πάθαινε κάτι που δεν μπορούσε να το εξηγήσει σε κανέναν. Πράσινες και μωβ σκιές διαχέονταν ξαφνικά μέσα στα βλεφαρά του και ανακατεύονταν η μια με την άλλη με τόσο έντονο τρόπο, ώστε η μίξη τους γεννούσε περίεργες εικόνες. Μικρές και ακαθόριστες στην αρχή, μεγαλύτερες και διαυγείς στη συνέχεια. Κάθε εικόνα διαρκούσε για λίγα δευτερόλεπτα και αυτά τα δευτερόλεπτα αρκούσαν για να του δείξουν όσα ήθελε. Η επιτυχία του ήταν εκπληκτική. Προέβλεπε με ακρίβεια τι θα συμβεί και γνώριζε με λεπτομέρειες τι είχε ήδη συμβεί. Οι ικανότητές του αυτές δημιουργούσαν αισθήματα λατρείας και φόβου στην πελατεία του, που τον έβλεπε σαν Θεό. Κάθε επίσκεψη κοστολογούνταν 300 ευρώ. «Είσαι απατεώνας», επέμενε η Κορθία «Αλλά καλύτερος από τον παππού σου. Τουλάχιστον πληρώνεις τους λογαριασμούς σου».

Ήταν ένα ανήσυχο βροχερό πρωινό με πολύ αέρα όταν ο Θεοτοκάς έκλεισε τα μάτια του, υποδεχόμενος τον τέταρτο πελάτη του, τον γιατρό Κλειδώνη, που ανησυχούσε για τους έρωτες της κόρης του και την αφοσίωση της γυναίκας του. «Τι βλέπετε;» έκανε ανήσυχος, καθώς ο Θεοτοκάς αρχίζοντας να χαλαρώνει στην ψάθινη πολυθρόνα, έδειχνε σαν να κοιμάται. Σιγά σιγά βυθίστηκε σε μια κατάμαυρη άβυσσο, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή την έκρηξη των φωτεινών σκιών. Κούνησε απαγορευτικά το δάχτυλό του, για να σιωπήσει τον γιατρό και επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την ανάσα του. Όλες οι λειτουργίες του σώματός του ήταν αργές, ακριβώς όπως έπρεπε, και μόνο κάτω από τα κλειστά βλέφαρα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ένα ελαφρύ παίξιμο των ματιών.

Σε εκείνη την επίσκεψη ήταν η πρώτη φορά που οι σκιές τον εγκατέλειψαν. Δεν μπορούσε να δει τίποτα. Φύσηξε δυνατά και προσπάθησε να ξαναχαλαρώσει. Σκοτάδι παντού. Καμία μπλε ή πράσινη ή μωβ σκιά. Τίποτα. Το απόλυτο τίποτα. «Δεν μπορεί», συλλογίστηκε «Δεν είναι δυνατόν. Ας περιμένω». Και περίμενε. Πήρε ξανά βαθιές αργές ανάσες και άφησε τα μέλη του σωματός του να γίνουν βαριά. Δεν ήθελε να δείξει στο γιατρό ότι κάτι συνέβαινε και δεν ήθελε και ο ίδιος να το παραδεχθεί. Το σκοτάδι επέμενε. Βαθύ και άγνωστο, σαν μια μαύρη στοά, ήταν η πρώτη φορά που τον επισκέπτονταν. Οι πολύχρωμες σκιές δεν υπήρχαν πουθενά. Η καρδιά του χτυπούσε μανιασμένα. Ώσπου μέσα από τη στοά μπόρεσε να δει να ξεπροβάλλει κάτι που τον εξέπληξε τόσο ώστε τον έκανε να αναπηδήσει φωνάζοντας.
Άνοιξε τα μάτια του και τρέμοντας έδειξε την πόρτα στο γιατρό. «Περάστε αύριο, σας παρακαλώ. Δεν αισθάνομαι καλά.»

Όμως και οι επόμενες ημέρες ήταν ίδιες. Κάθε φορά που ο Θεοτοκάς έκλεινε τα βλέφαρά του ένα άσπρο, αδύνατο αρνί εμφανίζονταν μπροστά του. Το αρνί τον κοιτούσε κατάματα για αρκετή ώρα, βέλαζε δυο φορές και εξαφανίζονταν. Η ταραχή του ήταν μεγάλη. Δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε. Τι ήταν αυτό το αρνί; Πού πήγαν οι σκιές και οι εικόνες του; Γιατί δεν μπορούσε πια να δει τίποτα; Ποιος του έστελνε αυτό το αρνί να τον βασανίσει ακόμη και στον ύπνο του; Γιατί τον κοιτούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο; Όταν το έβλεπε να ξεπροβάλλει ξαφνικά από το σκοτάδι, κοιτάζοντας τον επίμονα, του ερχόταν να τρελλαθεί. «Έχεις ήδη τρελλαθεί», άρχιζε η Κορθία, «πάνε οι πελάτες σου, πάνε οι εισπράξεις σου, όλα έγιναν φτερά.» Ο Θεοτοκάς κραύγαζε και δεν της πετούσε ούτε καν τις φρυγανιές του τώρα, καθώς αδυνατούσε να σηκώσει έστω και το χέρι του πια.

Το αρνί τον ακολούθησε για μήνες. Έγινε αχώριστος βασανιστής του. Ένας δεσμοφύλακας που δεν τον άφηνε να πάρει αναπνοή. Απέφευγε να κλείσει τα μάτια, απέφευγε να κοιμηθεί μήπως και εμφανιστεί μπροστά του το αρνί με εκείνο το ηλίθιο βέλασμα και τα ακόμη πιο ηλίθια μάτια του. «Μπεε, Θεοτοκά!» έκανε κάθε φορά που τον κάρφωνε με το αρνίσιο βλέμμα του. «Μπεε!» άρχισε να κάνει και ο Θεοτοκάς τα πρωινά όταν ξυριζόταν, τα μεσημέρια όταν έβγαινε για καφέ, τα βράδυα όταν διάβαζε ως αργά, αποφεύγοντας να κοιμηθεί. «Μπεε, μπεε, μπεε!» αυτές ήταν πια οι μοναδικές του κουβέντες. Ο Θεοτοκάς βέλαζε όλη μέρα και όλη νύχτα. Μέχρι που η Κορθία αποφάσισε να τον πνίξει με ένα μαξιλάρι. Αρκετά πια, μουρμούρισε καθώς και ο Θεοτοκάς άφηνε το τελευταίο του βέλασμα. Ήταν Πάσχα του 2017.

Αrtwork: Kelly Stevens-McLaughlan

.

 

Tags:

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δαναοί αρνί χαριστήριον

Κάποτε στο χωριό πήγαινα με τη γιαγιά στην καλύβα να ταΐσουμε τα ζωντανά της. Τόσα χρόνια οι ίδιοι κι οι ίδιοι ένοικοι, οικότροφοι από τους σπάνιους, μαχαίρι πάνω τους θαρρείς δεν έβαλαν ποτέ. Δεν μεγάλωναν, δεν γερνούσαν, δεν ψοφούσαν, ζούσαν αιώνια και βασίλευαν –έτσι πίστευα–, κάθε Πασχαλιά, πάντως, τους ίδιους συναντούσα. Μετρημένοι στα δάχτυλα, με ονοματεπώνυμο και οικόσημο δεξιά της ποτίστρας. Το γουρούνι που άκουγε σε Γουρούνι, ένα μοσχαράκι ασπρόμαυρο που ονοματίστηκε Δαντέλα με αεροβάπτισμα, τρία παπιά, οι Μου Σου Του, τρεις κότες οι λεγόμενες Κοκόνες, όλες εστεμένες με δεξιόστροφα λειριά γένους βασιλικού και ένα αρνί, Τ ο α ρ ν ί, η Χιονάτη. Άνοιγε τα αυτοσχέδια τενεκεδάκια η μπάμπω, μοίραζε το φαγητό, πάντα χωρισμένο ισόποσα να μην έχει παράπονο κανείς. Αυτά μέχρι και την προπαραμονή της Αναστάσεως, τότε που μάντρωνε τις Μις, τα παπιά, το γουρούνι και το μοσχάρι, μην τη δουν να ταΐζει παραπάνω την Χιονάτη και ζηλέψουν, του έριχνε διπλότριπλη τροφή του αρνιού, ύστερα κρυφοκοίταζε τα μαντρωμένα, τυχερά, ψέλλιζε, φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας.

Πάσχα στο χωριό

Οι μεγάλοι ξυπνάνε απ’ το χάραμα για να σουβλίσουν το αρνί. Κι εγώ ξυπνώ νωρίς πολύ, αλλά κάνω πως κοιμάμαι, για να μην το δω. Κάθομαι σ’ ένα σκαμνάκι, δίπλα σε έναν σκύλο, και σκέφτομαι τι ζώο να γίνω όταν μεγαλώσω, για να μην χωράω σε κανέναν φούρνο και σε καμία σούβλα. Κόσμος έρχεται και φεύγει. Όλοι από κάτι κουβαλούν κι όλοι μου τσιμπούν τα μάγουλα. Όλο πω πω πω και πω πω πω, ακούω, ολόκληρη κοπέλα έγινες κι ολόκληρη κοπέλα. Μόνο αυτό. Τώρα που είμαι σχεδόν οκτώ, αν προσθέσω όλα τα ολόκληρα, μέχρι να τελειώσουν οι διακοπές του Πάσχα και γυρίσουμε στην πόλη, θα έχω γίνει κορίτσι της παντρειάς. Στο κεφάλι μου φοράω μία στέκα που έχει πάνω της Παναγιάς τα μάτια. Φιογκάκια, αυγουλάκια και δύο κίτρινα πουλιά. Θαρρώ πως με τάζουν στην Αγία κάθε μέρα, γιατί πάντα φοράω στο κεφάλι κατιτίς που έχει πράγματα πολλά. Μετά το φαγητό, ο παππούς με πηγαίνει βόλτα στο ποτάμι να μαζέψουμε λουλούδια. Εκεί την πετάω και βάζω στα μαλλιά μου παπαρούνες. Όταν επιστρέφουμε, λέω πως την στέκα την έφαγε ο λύκος. Ο ίδιος λύκος, ντε, που τρώει και τα αρνάκια.
Ειρήνη, 7,5 ετών/ Καλλίθηρο 1987


Στην καλύβα στο τέλος του χωματόδρομου πήγα για λίγα λεπτά την τελευταία φορά που ήμουν παιδί. Ήταν, λέει, κάποιοι, με μπαλτάδες στα χέρια και κόσμος πολύς είχε μαζευτεί απέξω. Κι εγώ μαζί, στα κρυφά, γιατί δεν έπρεπε να ’μαι μπροστά –αυτές είναι δουλειές των μεγάλων–, είχα σκύψει πίσω απ’ το τοιχάκι και τους έβλεπα καθένας να τραβά μιαν άκρη απ’ τη Χιονάτη, να σηκώνουν το ζωντανό στον αέρα και ύστερα ο χιονοπόλεμος να σταματά, να γεμίζει κόκκινο τ’ ανοιχτό αμάξι. Έφευγαν έπειτα οι Δαναοί και έμεναν τα παιδιά να γελάνε με όλη τους την ψυχή, κι έτσι άρχιζα να γελάω κι εγώ δυνατά κι όλο δυνατότερα, γιατί οι υπόλοιποι από τα γέλια τους δεν μπορούσαν να με ακούσουν κι, όταν κάθε προσπάθεια να με κοιτάξουν έπιανε πάτο, παρατηρούσα ότι το πρόσωπό τους γέμιζε νερό. Μα είναι αστείο όνειρο, γέλα κι εσύ, έτσι έλεγαν –αυτό θυμάμαι–, κι ύστερα και για πάντα η Χιονάτη έφυγε, τα παιδιά δεν ξαναγέλασαν ποτέ, κι εγώ αποφάσισα να μην ξαναπάω στον χωματόδρομο που όλοι γελούσαν με όλους και κανείς με τον θάνατο.

Σημείωση: το κείμενο με τα πλάγια γράμματα γράφτηκε από την ποιήτρια σε ηλικία 7,5 ετών. Ήταν όντως μία έκθεση για το Πάσχα.

Artwork: Daria Petrilli

.

 

 

Tags: