RSS

Author Archives: Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

About Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και έχει ασχοληθεί με το θέατρο, το χορό και τη γραφιστική. Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής (ποίηση, στίχος, διήγημα, μυθιστόρημα) έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Ο ιστότοπος Ενύπνια Ψιχίων είναι η προσωπική της ιστοσελίδα. Εργογραφία στον ιστότοπο: Ιφιγένεια Σιαφάκα (εργογραφία) http://ifigeneiasiafakabooks.wordpress.com

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες

[…] Προσωπικά, αδημονούσα να με ενημερώσετε επιπλέον για τις δύο φορές που ο Πατρίκ μας έφθασε στο σπίτι χωρίς εσώρουχο και με το παντελόνι του αιμόφυρτο. Πονάς, Πατρίκ, τον ρώτησα; Kόλπα! μου είπε, και δεν με άφησε να τον πλησιάσω. Αγκάθια! Eίδες τον κύριο Φρανκ σήμερα; Πατρίκ, Πορδή, Πατέρας! μου απάντησε, μ’ έκφραση αλλοιωμένη, σαν καρικατούρας, έτσι όπως πρόφερε με πρωτάκουστη ωμότητα τις φράσεις με τα Π του. Τι κάνατε σήμερα με τον κύριο Φρανκ, βάλατε πολλά γράμματα στον σάκο; Πατρίκ, Πορδή, Πατέρας! ανασήκωσε λίγο το πιγούνι κι έπειτα βρέθηκε, ανοιγοκλείνοντας τις βλεφαρίδες, σ’ ένα τοπίο δίχως σύνορα, προορισμό, αρχή, μέση και τέλος, ενώ τα χέρια του έφτιαχναν χέλια και νήματα αράχνης στον αέρα. Τη δεύτερη φορά που έφθασε με αίματα στο σπίτι, αναζήτησε ένα παρατημένο και φτηνό κασκόλ από μαλλί, που το ξετρύπωσε στην αποθήκη. Κουρελιασμένο πλέον, σε χρώμα φούξια με λίγο πορτοκαλί στα κρόσσια και με κομπάκια,ήταν σαν τούτο το κουρέλι να βρισκόταν σε πλήρη αρμονία μ’ ένα μυαλό που έβρισκα πως σβόλιαζε όλο και πιο πολύ μέρα με τη μέρα. Κουνούσε ρυθμικά και το κεφάλι, όσο τα δάχτυλά του παλεύανε να ξεκολλήσουν εκείνα τα κομπάκια, κάτι στρατιώτες κουλουριασμένους σε αποσύνθεση, παλεύντας με ζέση να αιχμαλωτίσει την ενέργεια των έντονων χρωμάτων. Το δέρμα στα χέρια του ξεφλούδιζε και ο Πατρίκ μας άρχισε να παίζει πάλι με το μαχαίρι της πουτίγκας. Όταν έκοβε την πουτίγκα, έκοβε κι ένα δάχτυλο μαζί, αλλά […]

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες, μυθιστόρημα, Σμίλη, 2017

Πίνακας: Βασίλης Πέρρος

.

.

 

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ

.

XVIII

O Αριστοτέλης παρατηρεί ότι οι λέξεις είναι σημάδια παραστάσεων που ανακαλούνται στην ψυχή. Δεν φαίνεται ότι κάθε γλώσσα το επιτυγχάνει αυτό με τον ίδιο τρόπο. Στην περίπτωση αυτού του λαού κάθε λέξη εννοεί κάτι άλλο από αυτό που ονομάζει, και είναι μοίρα της γλώσσας, μονίμως, να μη βρίσκει τον στόχο της. Ένας ποιητής της χώρας την συγκρίνει ως προς αυτό με τη βελόνη της πυξίδας, που δεν δείχνει ποτέ ακριβώς τον βορρά. Το παρατηρεί κανείς ήδη στην ομιλία των παιδιών. Έτσι, εκφράζουν τη μία ή την άλλη ευχή· αν κάποιος, ωστόσο, τους φέρει ό,τι ζήτησαν, τον αποδιώχνουν κι εκλιπαρούν για κάτι καινούργιο, μέχρι που ξεσπούν τέλος σε κλάματα. Ένας μικρός έκλαιγε μέχρις εξαντλήσεως και φώναζε τη μαμά του· όταν ήρθε η μάνα του και πήρε το παιδί στην αγκαλιά, εκείνο μουρμούριζε ήδη μισοκοιμισμένο: «Όχι αυτήν τη μαμά· την άλλη μαμά»

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, μτφρ. Σταμπουλού Γρ. Συμεών, Gutenberg, 2019

Πίνακας: Anne Siems

 

Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμός

.

Kι ο Χούγκενάου που στα παλιά του ταξίδια είχε επισκεφτεί πολλές όμορφες παλιές πόλεις, χώρις όμως να προσέξει ιδιαιτέρως καμιά, ένιωσε να τον συνεπαίρνει ένα παράξενο συναίσθημα, ένα πραγματικά άγνωστο ως τώρα συναίσθημα, που ούτε να το κατονομάσει μπορούσε, ούτε και να πει τι το είχε δημιουργήσει και το οποίο ωστόσο τον έκανε να νιώθει μ’ έναν αλλόκοτο τρόπο σαν το στο σπίτι του: εάν κάποιος του έλεγε ότι αυτή ήταν μια αισθητική συγκίνηση ή ότι επρόκειτο για ένα συναίσθημα που πήγαζε από την ελευθερία, θα γελούσε δύσπιστος, θα γελούσε σαν κάποιος που δεν τον είχε αγγίξει καν η ιδέα της ομορφιάς του κόσμου, και θα είχε δίκιο να γελάει στο μέτρο που είναι αδύνατον να ξεχωρίσεις αν είναι η ελευθερία που αποκαλύτπει την ομορφιά στην ψυχή ή η ομορφιά που μεταδίδει στην ψυχή την ιδέα της ελευθερίας, όμως κατά βάθος θα είχε άδικο, γιατί ακόμα και για έναν άνθρωπο σαν τον Χούγκενάου δεν είναι δυνατόν παρά να υπάρχει εκείνη η βαθύτερη ανθρώπινη γνώση, ο ανθρώπινος πόθος για την ελευθερία από την οποία εκπηγάζει όλο το φως του κόσμου και μέσω της οποίας βλαστάνει ο κυριακάτικος καθαγιασμός κάθε ζωής – κι επειδή έτσι έχει το πράγμα και δεν είναι δυνατόν να έχει αλλιώς, μια αχτίδα αυτού του ανώτερου φωτός ίσως να έπεσε πάνω στον Χούγκενάου τη στιγμή που σύρθηκε έξω από το χαράκωμα και αποδεσμεύτηκε από τις υποχρεώσεις που τον έδεναν με τους άλλους ανθρώπους, μια αχτίδα του φωτός που είναι η ελευθερία που παραχωρηθηκε ακόμα και σ’ αυτόν, έτσι που για πρώτη φορά ν’ αφοσιωθεί στην κυριακάτικη σχόλη.

  Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμόςσελ. 17-18, Μέδουσα, 1993.

Πίνακας: József Rippl-Rónai

 

Δήμητρα Κουβάτα, Μέδομαι λένε αλλιώς το σκέφτομαι

.

Με σφίγγει απόψε το βραχιόλι που μ’ αγόρασε
όταν απ΄ την Κολχίδα δραπετεύαμε
και το Αιγαίο φαινότανε μικρό να μας χωρέσει.
Ερχόμουν κι ήθελα μονάχα
τα πόδια να του πλένω,  να του γεννώ παιδιά,
πάντα θερμή, πάντα ζεστή και αρωματισμένη.
Πάχυνα λίγο, το βραχιόλι με πονά,
το μπράτσο σημαδεύει.
Του γέννησα δύο παιδιά και έκτοτε
ρίχνω στη μήτρα μου δύο σταξιές λεμόνι,
για να μπορώ απίκραντη και άκαρπη
προς χάριν του να λύνω τα μαλλιά μου.
Μέδομαι λέγεται αλλιώς το σκέφτομαι.
Τα βράδια που εκείνος δε γυρνά
με λίγη άψινθο το πίνω το κρασί  μου
και σκέφτομαι στης Αμπχαζίας τα βουνά
άραγε θυμούνται το όνομά μου;
Μέγγενη απόψε το βραχιόλι μου.
Σαν να ‘μουνα πουλί, το τύλιξε στο πόδι μου,
μ’ έσυρε σαν δαμάλα, σα να ‘μουν σκλάβα του,
με μάρκαρε.
Και μέδομαι: πουλί, σκλαβί, δαμάλι από τη μια
το δέρας, το καράβι, ένα βραχιόλι από την άλλη.
Δε βγάζουνε σωστό λογαριασμό.

Λείπεις πολύ, Ιάσονα, στα ξένα τα κρεβάτια.
Και δεν ευθύνομαι  εγώ, γι’ αυτό που θα προκύψει.

Δήμητρα Κουβάτα, Μέδομαι λένε αλλιώς το σκέφτομαι, από τη συλλογή Καθαρό οινόπνευμα, Μανδραγόρας, 2020.

 

Νιόβη Ιωάννου, Στις οκτώ

.

όταν ερχόταν η ώρα
η αδερφή μου
με τοποθετούσε στο μεγάλο τραπέζι
κρύβοντας τα μάτια μου στις τσέπες της
ίσως και να μην ήμουν εγώ
που χόρευα και γελούσα στον κήπο
ντυμένη στα λευκά
ίσως και να μην ήταν εκείνη
το κορίτσι με το ραγισμένο φόρεμα
που έσφιγγε στους αγκώνες τη φωνή του
ώσπου να πάψουν τα δάχτυλα
ώσπου να πάψουν
μοναχοκόρες ήμαστε
πεινούσαμε πάντα αντικριστά
και κλείναμε τ’ αυτιά μας
ακούγοντας
τους κόκκους του ρυζιού
να πέφτουν με θόρυβο στο πάτωμα
ακούγοντας
το σκοινί να μεγαλώνει
ν’ απλώνεται γύρω απ’ τον πήλινο λαιμό του αλόγου
που έστεκε όρθιο
για χρόνια έστεκε όρθιο
στην άκρη της παλιάς σκονισμένης ροτόντας

Νιόβη Ιωάννου, Στις οκτώ από την ποιητική συλλογή Στην πυρά, Μανδραγόρας, 2020

Πίνακας: Pablo Picasso

 

Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμός

 

.

Όσο πιο μόνος είναι ο άνθρωπος, όσο περισσότερο το σύστημα αξιών στο οποίο είναι εντεταγμένος χαλαρώνει, με τόσο μεγαλύτερη σαφήνεια προσδιορίζονται οι πράξεις του από το παράλογο. Ο ρομαντικός άνθρωπος γαντζώνεται από τα σχήματα ενός ξένου και δογματικού πλέον συστήματος αξιών, είναι –όσο και να μοιάζει απίστευτο– πέρα ως πέρα λογικός και τελείως απαλλαγμένος από καθετί παιδικό.

Η λογική του παραλογισμού: ένας φαινομενικά απόλυτα λογικός άνθωπος όπως ο Χούγκενάου δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσει το καλό από το κακό. Σε έναν απόλυτα λογικό κόσμο, δεν υπάρχει κανένα απόλυτο σύστημα αξιών, δεν υπάρχουν αμαρτωλοί, απλώς επιβλαβείς άνθρωποι.

Και ο αισθητής επίσης δεν ξεχωρίζει το καλό από το κακό, εξ ου και η γοητεία του. Όμως γνωρίζει πολύ καλά ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό, απλώς δεν θέλει να τα ξεχωρίσει. Και αυτό τον κάνει διεφθαρμένο.

Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμός, σελ. 293, Μέδουσα, 1993.

Πίνακας: Αnne Μagill

 

Στάθης Κουτσούνης, Στο σχοινί

.

Νερά του ποταμού θολά
κι από πουλί ούτ’ ένας ήχος
όρνια μονάχα κρώζουνε
τροχίζοντας τα ράμφη τους
κι ο αέρας τούς χτενίζει τα μαλλιά
και τον μαλώνει μουρμουρίζοντας
απ’ τη δική του όμως τη μεριά
τίποτα δεν σκιρτά

στου κανενός τη χώρα
ήδη τρεις μέρες ανεμίζει το σκοινί

Στάθης Κουτσούνης, Στο σχοινί, από την ποιητική συλλογή Στου κανενός τη χώρα, Μεταίχμιο, 2020

Πίνακας: Martin Johnson

 

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ

XV

Στον μελωδικό ήχο αυτής της γλώσσας πλειοδοτεί το βενετσιάνικο στοιχείο, και δικαίως θεωρείται η ωραιότερη επί γης. Και όμως, οι λέξεις της, των οποίων ο κυματισμός προοικονομεί μια τέτοια μαγεία, υποφέρουν από έλλειψη που φαντάζει απίστευτη: στερούνται σημασίας. Ένας γραμματολόγος της χώρας, κάτοχος των ταταρικών, με διαβεβαίωσε ότι η ομιλία τους μπορεί να συγκριθεί με τα τραγούδια μας που τα κατέχουμε βεβαίως χωρίς να σκεφτόμαστε το κείμενο· και πρόσθεσε (όχι χωρίς ένα χαμόγελο αυταρέσκειας), ότι σου επιτρέπει εντούτοις να διακρίνεις αν έχεις μπροστά σου την προπετή επιπολαιότητα ενός ανόητου ή τον βαθύ στοχασμό ενός καλλιεργημένου. Η γλώσσα μας, επεσήμανε, φορτώνεται μ’ ένα πλεονάζον βάρος, επειδή στερείται μιας πραγματικότητας στην οποία παραπέμπει· εξ αιτίας, άλλωστε, της ανακρίβειάς της, δεν είναι εν χρήσει, επειδή αναπόφευκτα ο καθένας φαντάζεται για μια λέξη κάτι διαφορετικό.

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, μτφρ. Σταμπουλού Γρ. Συμεών, Gutenberg, 2019

Artwork: Daphne Rocou

 

Δήμητρα Κουβάτα, Μακρά οδός απανδόκευτος

                         

.                          

 του παιδιού μου

Στα σιτοχώραφα με δυο σπρωξιές
κεραυνό ή απήγανο γέννησε.
Στη λοχεία επάνω
εννόησε
την ασήκωτη πέτρα. Σιτάρι
θέρισε αγίνωτο.

Με τα πρώτα της ξανά έμμηνα
λοξά τον μίσχο της τον σουγιάδισε
και ρίχτηκε στους αγέρηδες
μυτερό άγανο, καημός
στο ατελείωτο γλέντισμα,
στης αγάπης
βαθιά την αιώρηση, μιας αγάπης
πάντοτε που οδεύει

έστω και απανδόκευτος.

Απανδόκευτος: Βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόκευτος (δίχως πανδοχείο). Δημόκριτος

Δήμητρα Κουβάτα, Μακρά οδός απανδόκευτος, από τη συλλογή Καθαρό οινόπνευμα, Μανδραγόρας 2020

Πίνακας: Μιχάλης Οικονόμου

 

Στάθης Κουτσούνης, Το μήλο

 

.

Ν., για το παιχνίδι

Όταν σε σκέφτομαι
τα χέρια μου πουλιά που δραπετεύουν
φτιάχνουν φωλιές στο σώμα σου
κι αρχίζει το παιχνίδι

έλα μού λες
βάλε φωτιά να καούν τα όρια
και γίνε ποτάμι να πέσω μέσα
πνίξε με στα νερά σου να γίνω νερό
και στις όχθες της ενοχής σου
αθώα μετά γέννησέ με

σε πεινώ και λοξά σε κοιτάζω
που πασχίζεις να βγεις απ’ το κάδρο
ψιθυρίζω τ’ όνομά σου και γυρίζεις
αλλά δεν έχεις πρόσωπο
ένα μήλο προβάλλει στον λαιμό σου

έλα μού φωνάζεις
δάγκωσέ το να γίνω συνένοχη

 Στάθης Κουτσούνης, Το μήλο, από την ποιητική συλλογή Στου κανενός τη χώρα, Μεταίχμιο, 2020

Πίνακας: József Rippl-Rónai