RSS

Author Archives: Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

About Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής και έχει ασχοληθεί με το θέατρο, το χορό και τη γραφιστική. Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής (ποίηση, στίχος, διήγημα, μυθιστόρημα) έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Έχει γράψει ποίηση, μυθιστόρηματα, διηγήματα και δοκίμια. Από το 2016 επιμελείται την ετήσια περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου Dip generation. Ο ιστότοπος Ενύπνια Ψιχίων είναι η προσωπική της ιστοσελίδα.

Αντόνιο Γκαμονέδα, Βιβλίο του κρύου, Ακόμη [αποσπασματικά]

.

Το φως αναγγέλλεται στα μαχαίρια και μπαίνουν ζητιάνοι
στην αγορά. Η ασταμάτητη ομιλία κυκλωμένη από καρπούς.

Ακόμη είναι όμορφο και μίζερο, λέει συλλαβές ακριβείς,
διασχίζει τη λησμονιά.

***

Πουλιά. Διασχίζουν βροχές και χώρες στο λάθος των
μαγνητών και των ανέμων, πουλιά που πέταγαν ανάμεσα στην οργή
και το φως.

Γυρίζουν ακατανόητα κάτω από νόμους από ίλιγγο και
λησμονιά.

***

Αυτή η ώρα δεν υπάρχει, αυτή η πόλη δεν υπάρχει, εγώ δεν βλέπω
αυτές τις λεύκες, τη γεωμετρία τους στη δροσιά.

Όμως,  αυτές είναι οι εξαφανισμένες λεύκες,
ίλιγγος της παιδικής μου ηλικίας.

Α, κήποι, α νούμερα.

***

Βάλε τα χείλη σου στα καλαμάκια όπως κάνει ο θεός που
κλαίει στις ντουλάπες σου, αυτός που μιλάει ανάμεσα σε
κίτρινα δόντια· σφύρα στα καλαμάκια της οδύνης και, στη
καθαρότητα των άδειων ωρών, θυμήσου την μπατονέτα του
πατέρα σου, τη μοναξιά των περιστεριών των χαμένων στην
αιωνιότητα.

***

.

Υπάρχει ένα χόρτο που το όνομά του δεν είναι γνωστό· έτσι
υπήρξε η ζωή μου.

Γυρίζω στο σπίτι διασχίζοντας τον χειμώνα· λησμονιά και φως
πάνω στα υγρά ρούχα. Οι καθρέφτες είναι άδειοι και στα
πιάτα τυφλή η μοναξιά.

Α, η καθαρότητα των εγκαταλειμμένων μαχαιριών.

***

Σεντόνι μαύρο στην ευσπλαχνία:
η γλώσσα σου σε ένα ιδίωμα ματωμένο.
Σεντόνι ακόμα στην άρρωστη υπόσταση,
αυτή που κλαίει στο στόμα σου και το δικό μου
και, διασχίζοντας γλυκά πληγές
δένει τα οστά μου στα ανθρώπινα οστά σου
Μην πεθαίνεις πια σε μένα, αλάτι της γλώσσας μου.
Δωσ’ μου το χέρι για να μπω στο χιόνι.

Αντόνιο Γκαμονέδα, Βιβλίο του κρύου, Ακόμη [αποσπασματικά]

Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης

Artwork: Jamie Heiden

 

Aντόντιο Γκαμονέδα, Βιβλίο του κρύου: Ο φύλακας του χιονιού [αποσπασματικά]

[…]

Στη μέθη τον περιστοίχιζαν γυναίκες, σκιά, αστυνομία,
άνεμος.

Έβαζε φλέβες στα μαβιά ρείκια ίλιγγο στην
καθαρότητα· το μαινόμενο άνθος της πάχνης ήταν γαλάζιο
στο αυτί του.

Ρόδα, ερπετά και κουτάλια ήταν όμορφα ενόσω
παρέμεναν στα χέρια του.

***

Κάθε πρωί έβαζε στα ρυάκια ατσάλι και δάκρυα και
εκγύμναζε τα πουλιά στο τραγούδι της οργής: το
ρυάκι καθαρό για την κόρη τη γλυκιά ηλίθια: το γαλάζιο
νερό για τη γυναίκα χωρίς ελπίδα, αυτή που μύριζε ίλιγγο
και φως, μόνη στον οχετό ανάμεσα σε λευκές σημαίες, κρύα
κάτω από την ιτιά και με τα βλέφαρα ήδη κίτρινα από έρωτα.

***

Το κρασί ήταν γαλάζιο στο ατσάλι (α, διαύγεια
της Παρασκευής) και μέσα στα μάτια του. Απαλά, διάκρινε
τις μολυσματικές αιτίες: μεγάλα άνθη ακίνητα και η λάμψη,
η μαύρη ταινία στη σιωπή των ερπετών.

***

Aντόντιο Γκαμονέδα, Βιβλίο του κρύου: Ο φύλακας του χιονιού [2] [αποσπασματικά]

Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης

Αrtwork: Claude Renaud

 

Eλευθερία Θάνογλου, Δομική ισορροπία

.

Η ελεημοσύνη μου καθόλου δεν ενόχλησε

το σπουργίτι,

ούτε η εκνευριστική αγάπη για τ’ αδέσποτα

ενόχλησε τη γάτα μου.

Η μεγάλη ουλή στην πλάτη μου δεν ενόχλησε

ποτέ κανένα χέρι

και η νύχτα δεν ενοχλήθηκε ποτέ

από το πεινασμένο σπήλαιο ανάμεσα στα πόδια μου.

Η ησυχία του δάσους καθόλου δεν ενοχλήθηκε

από τον θόρυβο που έκανε το σχοινί καθώς

μετατόπιζε το βάρος του σώματός μου.

Μονάχα το κλαδί θαρρώ διαμαρτυρήθηκε τρίζοντας

κάτω από τόση κατανόηση.

Artwork: Natalia Drepina

 

Αντόνιο Γκαμονέδα, Βιβλίο του κρύου: Γεωργικά [αποσπασματικά]


.

Αυτό το σπίτι υπήρξε ταγμένο στην καλλιέργεια και το θάνατο.

Στο εσωτερικό του εξαπλώνονται οι τσουκνίδες, βαραίνουν τα άνθη
πάνω στα ξύλα τρομοκρατημένα απ’ τη βροχή.

***

Το κορμί λάμπει στο βαθύ μονοπάτι, μπρος στην
κοτσίδα του σπάρτου και τα ντουλάπια τα προορισμένα στα
κυδώνια και τις σκιές.

Ξαφνικά, ο θρήνος ανάβει τους στάβλους.

Μια γειτόνισσα πλένει ρούχα πένθιμα και τα χέρια της είναι
λευκά ανάμεσα στη νύχτα και το νερό.

***

Φοράδες γόνιμες στο φωσφορισμό. Θυμάμαι το
φόβο και την ευτυχία στα μαλλιά μου χαραγμένα από
την αστραπή· κατόπιν, το νερό και η λησμονιά.

Φορές βλέπω τη λάμψη του βουνού πάνω στις
μεγάλες μηχανές της θλίψης.

***

Έκπληξη, λάμψη: το γεράκι ακίνητο, και η χαίτη τού

αγριοκάλαμου, και, πάνω στο νερό, τα χέρια μου μπρος

στα σκονισμένα βάτα.

Βάζω τους μαύρους καρπούς στο στόμα, και η γλύκα τους είναι από
άλλον κόσμο

σαν τη σκέψη μου σαρωμένη από το φως.

***

Είδα την ηρεμία στα μάτια των βοδιών των προορισμένων στα
βιομηχανικά μαχαίρια, και τ’ άλογα ακίνητα μέσα
στη θλίψη·

μετά, ο ασβέστης, το φως του στις παλιές και μεγάλες
σχισμές κατοικημένες από κλάματα.

***

Τεντώνω το κορμί μου πάνω στα ξύλα τα γδαρμένα από
τα δάκρυα, μυρίζω τη λινάτσα και τη σκιά.

Αχ, η μορφίνη στην καρδιά μου: κοιμάμαι με τα μάτια
ανοιχτά μπρος στη λευκή περιοχή την εγκαταλειμμένη από τις
λέξεις.

***

Αντόνιο Γκαμονέδα, Βιβλίο του κρύου, Γεωργικά [1], αποσπασματικά

Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης

Πίνακας: Albert Marquet

 

Χριστίνα Καραντώνη, Πτώσεως απογραφή

.

Για την πτώση

κανένα δεν εδόθη σήμα

πεδίο δεν άνοιξε έκλεισε

μαγνητικό

Ανυπεράσπιστη η γύμνια

τρέμει

μ’ ένα στον κρόταφο λουλούδι

αποφόρι

κι ένα μπαμ ηχηρό κατευόδιο

Στο διάτρητο στερέωμα

Ακόμα εδώ

Χριστίνα Καραντώνη, Πτώσεως απογραφή, από τη συλλογή, Παρακειμένων Εκείνων, Εκδόσεις του Φοίνικα, 2019

Πίνακας: Jan sluijters

 

Γιώργος Παναγιωτίδης, Ίχνη στα όνειρα

.

Ονειρευόμουν ότι έπεφτα από πραγματικότητα σε πραγματικότητα, από κρεβάτι σε κρεβάτι, σε όλο και πιο μικρό κρεβάτι, μέχρι που βρέθηκα στην κούνια μου, μωρό. Άκουγα μια γυναίκα να λέει ένα νανούρισμα, αλλά δεν την έβλεπα. Μα πώς; Έλα, ύπνε, και πάρε το, πάρ’ το στους μπαξέδες και στρώσε του να κοιμηθεί με ρόδα και μενεξέδες. Κοιμήσου εσύ, παιδάκι μου, κι εγώ σε νανουρίζω, κι εγώ την κούνια σου κουνώ γλυκά να σε κοιμίζω. Είχα τα μάτια μου κλειστά.

«Μητέρα; Εσύ είσαι;» ρώτησα. Η φωνή της μητέρας μου, μελωδική όπως ένα συνονθύλευμα συζητήσεων που φτάνουν όλες μαζί στο αυτί του νυσταγμένου, η χροιά της ίδια με δύο κομ­μάτια φελιζόλ που τρίβονται μεταξύ τους. Το νανούρισμα όλο και πιο αργό, μέχρι που σταμάτησε – κι εγώ σε νανουρί… Απότομα.

.

Η ανάσα της μητέρας μου, γρυλισμός. «Έλα, μητέρα, βήξε να καθαρίσει ο λαιμός σου», είπα. «Ποια σκόνη, ποιος καημός σε πνίγει;» «Εσύ», μου απάντησε, και άνοιξα τα μάτια μου. Η μητέρα μου, θολή εικόνα πίσω από ραγισμένο γυαλί. Η κοιλιά της ανοιχτή σαν να την είχε σκίσει κάποιος –εγώ;– με μια φαλτσέτα. Μέσα της θρονιασμένο ένα μωρό με ύφος σοβαρού ανθρώπου. Η κοιλιά της μητέρας μου είναι ο θρόνος μου, το μωρό αυτό είμαι εγώ, και το όνειρο ήρθε να με πάρει, να με σηκώσει από τη σκληρή επιφάνεια της πραγματικότητας και να με ξαπλώσει γλυκά στο στρώμα της μητρικής αγάπης. Μα τι είναι αυτά που σκέφτομαι; Φταίει το βάθος του ονείρου όπου βρέθηκα, ή παραλογίζομαι από τη ζάλη μου, που συνεχώς χειροτερεύει;

Ένα όνειρο έχει πάντα κάτι να σου πει· είναι η βαλβίδα ασφαλείας που εκτονώνει τον βρασμό της σκέψης σου, που εκτοξεύει τον υπέρθερμο, κορεσμένο ατμό κάθε αναπάντητου ερωτήματος, όταν αρχίζει να κοχλάζει μέσα στο μυαλό σου και σωρεύεται σ’ ένα νέφος όλο και πιο χειροπιαστό, μέχρι που μετουσιώνεται σε μια αναπάντεχα τέλεια, μαγεμένη πραγματι­κότητα. Ένα όνειρο μπορεί να μετατρέψει την πραγματικότητα σε ερώτημα μέσα στις φλόγες μιας σκέψης.

.

.

Γυμνός, διάφανος, άδειος. Κοιτούσα τη μητέρα μου και προσπαθούσα να καταλάβω τι ήθελε να μου πει. Εκείνη σαν να κοιτούσε μέσα από το σώμα μου, σαν να ήμουν ένα παράθυρο, ένας γυάλινος άνθρωπος, το ίδιο σκληρός και εύθραυστος. Κοι­τούσε αφηρημένη ή ξεχασμένη, η θλίψη στο βλέμμα της δεν ρωτούσε τίποτα. Τι έβλεπε; «Έλα να σε πάρω στην αγκαλιά μου», είπε. Αυθόρμητα, υπάκουσα κι έκανα ένα βήμα προς το μέρος της, μα δεν προσκαλούσε εμένα. Πήρε το μωρό από την κοιλιά της, το σήκωσε, το κούνησε πέρα-δώθε για λίγο, σκυμ­μένο το πρόσωπό της επάνω του. Δεν μαγείρευε κάποιο φαγητό στη γάστρα της αλλά το μωρό στην αγκαλιά της. Το εμψύχωνε; Ήθελε να μου πει ότι φέρθηκα σαν ένα μωρό, ένα επικίνδυνο μωρό; Ή έδειχνε με κάποιον τρόπο την κατανόησή της;

Γρήγορα η θολή εικόνα καθάρισε. Ούτε μητέρα ούτε μωρό. Ήμουν εγώ, γυμνός. Στην κοιλιά μου αποτυπωμένη η πληγή του εραστή μου, το αίμα.

Γιώργος Παναγιωτίδης, Ίχνη στα όνειρα, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Βακχικόν, 2021

Artwork: Johann Fournier

.

 

Χριστίνα Καραντώνη, Στο επείγον της χρείας

.

Βίαια μεγεθύνθηκαν

στιγμή, φωτογραφία

οι που δεν ξέσπασαν κάποτε λυγμοί

γιατί χρειαζόταν επειγόντως αιτία

σχεδία για τον απόπλου

εκ του προχείρου σκαρί

γερό όμως

Χαρτί τουλάχιστον εκατό γραμμαρίων

να προσαράζει

Όταν ταχύπλοος η φωνή

Χριστίνα Καραντώνη, Στο επείγον της χρείας, από τη συλλογή, Παρακειμένων Εκείνων, Εκδόσεις του Φοίνικα, 2019

Πίνακας: Jan sluijters

 

Θοδωρής Σαρηγκιόλης, ΧΑΪΚΟΥ

.

Ψηλά ο αητός

μικρό τον κόσμο βλέπει,

τον περιφρονεί.

*

Μικρό πουλάκι

έχασε τη φωνή του.

Βαλσαμώθηκε.

*

Το δίχτυ πλέκει

στη γωνιά η αράχνη.

Φυλακίζεται.

*

Μικρές ψηφίδες

θαμμένης ιστορίας

πως ευωδιάζουν.

*

Σε ράγες πάνω

κύλισε η ζωή του,

δίχως εκτροπή.

Πίνακας: Abraham Manievich

 

Χριστίνα Καραντώνη, Σε κλοιό σώματος

.

Νοσούσης της ημέρας

—την πότισε, δεν ήπιε υπομονή—

μετοχή απόλυτος εντελώς στην ηδονή

και κατηγορηματική παρά τον κανόνα

να κατασταλεί δυνατόν δεν κατέστη

Να περισταλεί ούτε

Στις δώδεκα έτσι

μεσάνυχτα εξέπνευσε ακριβώς

μεταδούσα στην επιούσα

να επωάσει συν βροχή

τον αυτόν

απαράλλακτον

αμετάλλακτον

εμπυρέτου επιθυμίας

βάσανον ιόν

Χριστίνα Καραντώνη, Βάσανος ιός, Εκδόσεις του Φοίνικα 2016

Πίνακας: Jan Sluijters

 

Χριστίνα Καραντώνη, Παρωχημένα

.

Παρωχημένοι γιακάδες

πέτα ριγμένα

(όπως φτερά)

Η κάθετη ρίγα σε τέμνει

σε μέρη ασύμμετρα δύο

Φθαρμένο σαρκίο

γυρισμένο ανάποδα

όπου διπλά – προς ενίσχυση

χειρός σ’ αγγίζουνε

σε γδέρνουν

γαζιά

Χριστίνα Καραντώνη, Παρωχημένα, από τη συλλογή, Παρακειμένων Εκείνων, Εκδόσεις του Φοίνικα, 2019

Αrtwork: Marcos Guinoza