RSS

Category Archives: Uncategorized

Ασημίνα Λαμπράκου, Γκρίζο/ βλέμμα Οιδίποδα σκύλου

 

γκρίζο

βλέμμα Οιδίποδα σκύλου

 
γατάκι μου ήρθες κι εγώ σε ήξερα σκύλο
που το καλοκαίρι ολόκληρο με δάγκωνε
και με πονούσε να μου δείξει πως με
αγαπούσε στο παιχνίδι να με τραβάει
και πως από σκηνή του Καραβάτζιο τον Νέστορα
έβλεπα μόνο κατάμονο να μένει ήθελα να σου πω
όταν εκείνο το σελοφάν χαμόγελου
στην άκρη της ζωής του περασμένο
παραμέριζε και το βλέμμα του στοίβαζε
στο δικό μου να δει τι δεν ήθελα να ξέρω
προχωρημένη η ώρα βλέπεις και βλέμμα
που η ίδια ήθελα να χειρουργώ όταν δεν
μου απευθυνόταν κι όταν με χαμόγελο το
κάλυπτε κι ας μ’ έβλεπε τότε μεσ’ απ’ αυτό
μα εσύ το νύχι έδειξες κι έφυγες στους
κόσμους σου γατάκι που σκύλο σε ήξερα
και τι θέλω εγώ εδώ στις αγορές των στίχων
και της εύνοιας που ασπρόμαλλη η ανάγκη
στο μπρος της βιτρίνας συνανάτροφους γυρεύει
και δεν είναι ο κόσμος μου αυτός δεν είναι που
μάτια κάρβουνο και φλόγα και ο πόλεμος
άνθρωπε είναι μια στιγμή μακριά και
“gimmie shelter or let me go back to the ones I belong to”
αλλά σάρκα χειλιών στο χέρι μου ο Νέστορας
που τόση η κόπωση τόση που μήτε την Ηλέκτρα
των τοξωτών φρυδιών και των χειλιών μήλα
δεν έβλεπε δίπλα του στο βαγόνι γερμένος
στη μέση των ονείρων του βαριά και τα σηκώνει
και τρέμισμα στη κίνηση και στο χαμόγελο
εκείνο που θα έγραφε σε χαρά μου και φίλοι
δίπλα μου κι έτσι ξεχασμένη στη χαρά έμεινα
μέχρι που αστραπές άναψαν τα μάτια μου
και μ’ έφεραν αχάραγα να σκέφτομαι
ασπρόμαλλη την ανάγκη στο μπρος της βιτρίνα
και πως την ανάσα της να πάρω δεν ήθελα δεν ._
&nbsp

[***]

Χλωμά πουλιά·
Πουλιά απουσία σωμάτων
Και φύλλα δίχως κλαδιά.
Παραπέφτουν από κλαδί σε κλαδί
Των αηδονιών οι λαρυγγισμοί του έρωτος·
Δροσίζεται έτσι κι ο δικός μας ο κήπος
Αφύλακτος· κι από κελαϊδισμούς ακλόνητος ._

μνήμη Ε. Χ. Γ.

Ασημίνα Λαμπράκου, από τη συλλογή Στην οδό Αλαμάνας ξημέρωνε επίσης, Εκδόσεις Καλλιτεχνικό σωματείο έβδομο βήμα, 2017 

Φωτό: Raymond Depardon

 

Μαρία Ρασσιά, Ραμμένα χείλη

 

James Guenter

Η μητέρα του, που έβαζε λιγότερο φαγητό στο πιάτο της, για να φάει εκείνος. Η αυταρέσκειά της ότι δεν έχει ανάγκη την τροφή, ενώ εκείνος είναι ημιτελής, κι ότι πάντα θα είναι· από τη φύση του. Ανώφελο ήταν να κρύβεται από εκείνη όταν δάκρυα του έρχονταν στα μάτια· εκείνη, ναι, μόνο εκείνη ήξερε καλά να παραμερίζει τις δικές της αδυναμίες. Όχι από θυσία. Από ικανοποίηση ότι ήταν επαρκέστερη. Φοβόταν κι εκείνη το σκοτάδι. Το παραδεχόταν. Του έλεγε ότι, ανάμεσα σε δύο που φοβούνται, ο ένας είναι πιο δυνατός. Και πάντα νικούσε εκείνη· κι έσωζε κι εκείνον. Τον κλόουν που είχε φέρει σε κάποια γενέθλιά του και όλη τη νύχτα δεν μπορούσε να κοιμηθεί ακόμη και τώρα τον θυμάται. Δεν έχει πάψει να αναρωτιέται αν και η μητέρα του φοβόταν τους κλόουν. Έτρεμε απ’ το φόβο του, και αυτός ο πολύχρωμος ύποπτος δεν έφευγε απ’ τη σκέψη του. Η σκιά του τον πάγωνε, τον ξενυχτούσε σαν παιχνίδι που θέλει να πάρει εκδίκηση.

Η κυρία Ζωή – η δασκάλα του – του είχε πει ότι και αυτή φοβάται τους κλόουν και, όταν ήταν μικρή, ήταν πεπεισμένη ότι πληρώνονται από γονείς για να φοβίζουν τα παιδιά τους για τα κακά πράγματα που κάνουν. Και πηγαίνουν τα βράδια στα παράθυρα των παιδιών και βγάζουν κραυγές αλλόκοτες και βάζουν φακό στα πρόσωπά τους και κάνουν «τζα» και ξυπνάνε τα παιδιά. Του είχε πει την ιστορία με τον κλόουν. James GuenterΤην πήγαινε ο πατέρας της στο τσίρκο, κι εκείνη έσφιγγε τα μάτια της από φόβο και αυτά πρήζονταν κι έβγαζε τσίμπλες στα τσίνορα και κριθαράκι και ο πατέρας της το πίεζε για να σκάσει και να βγει το πύον· κουβαλούσε την πιπίλα της στην τσέπη στα κρυφά και έτριβε τη θηλή με τα δάχτυλά της μέχρι που την τσάκωσε ο πατέρας της και στο τέλος μιας παράστασης  την πήγε σ’ αυτόν· και την πρόδωσε· και ο κλόουν έβγαλε ψαλίδι απ’ την τσέπη του κι έκοψε τη λαστιχένια θηλή.

Το δείπνο τελείωσε. Εκείνη δε μιλάει, η ανάσα της πνίγεται στο νερό της βρύσης που τρέχει και ξεπλένει με μανία τα πιάτα μέχρι να ακουστεί το τρίξιμο των δαχτύλων της στην άσπρη πορσελάνη. Εκείνος είναι ήδη στο μπάνιο, ξέρει, υπολογίζει την ώρα, και τότε θα βγει, θα χασμουρηθεί και θα της πει «καληνύχτα». Θα σκεφτεί ότι αύριο, ναι, αύριο θα της το πει. Εκείνη θα βάλει πάλι στο πιάτο της λιγότερο φαγητό από το δικό του και θα χορτάσει. Θα έχει ύφος ότι αρκείται στις μικρές ποσότητες· σαν τη μητέρα του. Ενώ εκείνος θα φανεί και απ’ το ικανοποιημένο βλέμμα, όταν αδειάσει το πιάτο του, ότι οι ανάγκες του χρειάζονται μεγαλύτερες ποσότητες απ’ τις δικές της. Ακόμη και για τις χημικές αντιδράσεις του εγκεφάλου. Οι δικές της αντιδράσεις μπορούν να στερηθούν για πολύ καιρό τροφή. Είναι σίγουρο ότι, σε αγώνες πείνας, εκείνη θα επιδείκνυε κάτι παραπάνω από το αναμενόμενο.

Μαρία Ρασσιά, Ραμμένα χείλη, από τη συλλογή διηγημάτων  Η απόλαυση της σκιάς, σελ. 60-62, Κέδρος 2016

Artwork: James Guenter

 

Τζαίημς Τζόυς, Οδυσσέας

Andrei Remnev280Ήμουνα πιο ευτυχισμένος τότε. Όμως, ήμουνα ο ίδιος; Ή, τώρα είμαι αυτός που είμαι; Είκοσι οχτώ χρόνων. Αυτή ήταν είκοσι τριών όταν φύγαμε από την οδό Λόμπαρτ. Κάτι άλλαξε. Ύστερα από τον Ρούντυ δεν εύρισκε καμία ευχαρίστηση όταν το κάναμε. Δεν μπορείς να φέρεις πίσω τις παλιές μέρες. Σαν να θες να κρατήσεις το νερό στις φούχτες σου. Θα ήθελες να ξαναγυρίσεις στα περασμένα; Τότε που μόλις αρχίζαμε. Θα το ήθελες; Δεν είσθε ευτυχισμένος σπίτι σας, καημένο άτακτο μικρό παιδί; Θέλει να μου ράβει τα κουμπιά. Πρέπει να απαντήσω. Θα της γράψω στη Βιβλιοθήκη. Η οδός Γκράφτον, χαρούμενη, με ανοιγμένες τις τέντες της, ερέθισε τις αισθήσεις του. Σταμπαρισμένες μεταξωτές μουσελίνες, κυρίες και χήρες, κουδουνίσματα από χάμουρα, γδούπος οπλών πάνω στο ζεστό πλακόστρωτο. Παχιές πατούσες που έχει αυτή η γυναίκα με τις άσπρες κάλτσες! Εύχομαι η βροχή να τις γεμίσει λάσπες ίσαμε πάνω. Άξεστη χωριάτισσα. Όσο βοδινό κρέας έφαγε, της κατέβηκε όλο στις πατούσες. Η Μόλλυ δεν έχει καλές αναλογίες. Πέρασε χασομερώντας μπροστά από τις βιτρίνες του Μπράουν Τόμας, εμπορία μετάξης. Καταρράχτες από κορδέλες. Μετάξια της Άπω Ανατολής, ελαφριά σαν ατμός. Ο λαιμός μιας γερμένης υδρίας ξέχυνε μια πλημμύρα από κατακόκκινη σαν αίμα ποπλίνα: λουστραρισμένο αίμα. Οι Ουγενότοι την έφεραν στα μέρη μας. La causa è santa! Τάρα, τάρα. Εκπληκτικό αυτό το χορικό. Τάρα. Πρέπει να την πλένεις σε βρόχινο νερό. Του Μέγιερμπηρ. Τάρα ρα μπουμ μπουμ μπουμ.

Οδυσσέας, Τζαίημς Τζόυς, Κεφ. 8, Λαιστρυγόνες, μτφρ. Σωκράτης Καψάσκης, σελ. 206-207, Κέδρος 1990

Artwork:Andrei Remnev

 

Tags:

Τάσος Γουδέλης, Απόσταση αναπνοής

 

Antonio Donghi 97

Προχθές στο δωμάτιο μόνος μου δίπλα στο μεγάλο ραδιόφωνο. Οι μεγάλοι ήταν στο σαλόνι του κυρίου Δημήτρη, που γιόρταζε. Άκουσα πρώτος για τον θάνατο του Καζαντζάκη και φώναξα στον μπαμπά, που ταράχτηκε. Ένιωσα σπουδαίος που τον ενδιέφερε κάτι που έλεγα. (Παιδικό ημερολόγιο, 1960-1963)

Είχα κοιτάξει Το μαγικό βουνό του Τόμας Μαν πριν η μαμά το χαρίσει στον κύριο Θάνο, τον παθολόγου του δημόσιου ιατρείου, για να τον υποχρεώσει. Ερωτευμένοι άρρωστοι. Αυτό κατάλαβα. Τα άλλα καθόλου. (Παιδικό ημερολόγιο, 1960-1963)

Θέλω όλες οι γριές κυρίες να μοιάζουν με εκείνες στα ξένα μυθιστορήματα. Ας είναι ανάπηρες και ας πέζουν ακόμα και στο καζίνο. Η γιαγιά μου, όμως, το μόνο που κάνει είναι να χτυπάει τις πόρτες και να φωνάζει συνέχεια στον μπαμπά για την περιουσία. (Παιδικό ημερολόγιο, 1960-1963)

Nαός της Αγίας Σκέπης. Απέναντί μας. Χθες είχε χαλάσει ο αυτόματος μηχανισμός και η καμπάνα χτυπούσε ασταμάτητα για πολλή ώρα. Οι περίοικοι απείλησαν με καταγγελίες. (Ακόμα και η υπόμνηση της ύπαρξης έχει όρια) από το (Νotebook, 1963-2014)

Δίκη του Κάφκα. Οι δυο παράξενοι που ανακοινώνουν στον Γιόζεφ Κ. το πρωί στο σπίτι του ότι κατηγορείται τρώνε το φαγητό του. Ένας από τους χουντικούς μυστικούς που εισέβαλαν σπίτι ξημερώματα ούρησε μπροστά μου στον νεροχύτη. Δυσκολευόμουν πάντα να πιστέψω ότι η ζωή μιμείται την (μεγάλη) Τέχνη. (Νotebook, 1963-2014)

Όλες οι ιστορίες είναι φτιαγμένες από «εσωτερικά υλικά». Μόνο που, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες, οι περισσότεροι κριτικοί και καλλιτέχνες κάνουν τα πάντα για να αμφισβητηθεί αυτή η προφανής αλήθεια. (Νotebook, 1963-2014)

Antonio Donghi 97

Εκδορές από τα βράχια και φωτοφοβία που δεν απέφευγες ούτε στο εσωτερικό του σπιτιού με τη σφήκα στο εβαπορέ και την αργοπορημένη ζέστη στους τοίχους (Μήνες στην εξοχή)

Δεν ξέρεις γιατί ήρθε αυτή η λέξη και όχι άλλη και μαζί η παράσταση συγκεχυμένη από γεύσεις εξοχής με διάρκεια και φαντάσματα αεικίνητα (Μήνες στην εξοχή)

Αρχαίοι τάφοι και νέοι μαζί στον ελαιώνα, καταψύκτες τα βαθιά πηγάδια με το ιώδιο και τη βδέλλα. (Μήνες στην εξοχή)

Tελευταία καταφύγια: οι ανακωχές των φρούτων και των αφρών, οι ερωτικές φαντασιώσεις αλλά και η εξάντληση των ωρών το βράδυ με τους δορυφόρους στο στερέωμα, τις υποσχέσεις από το παρελθόν άλλων εποχών από τις αφηγήσεις των μεγάλων, για να κοιμηθείς μέσα στην απαλή ομίχλη των παλαιών «που έμπαινε από παντού» στο προγονικό «σπίτι». (Μήνες στην εξοχή)

Φθινοπωρινά σχήματα γυναικών με μαύρα έσκυβαν στα στωικά κτήματα σε ελαιογραφίες στιγμής. (Μήνες στην εξοχή)

Τάσος Γουδέλης, Απόσταση αναπνοής, Εκδόσεις Πατάκη, 2017

Artwork: Antonio Donghi

.


Read the rest of this entry »

 

Tags: ,

Thomas Mann, Το μαγικό βουνό


Ποτέ πριν δεν είχε το πρόσωπο της κυρίας Σωσά τόσο κοντά, διακριτό σε όλες του τις λεπτομέρειες: μπόρεσε να διακρίνει τις κοντές τριχούλες που ξεχώριζαν από το πλέγμα της ξανθιάς, με μια μεταλλική απόχρωση κοκκινωπού, κοτσίδας της που ήταν απλά τυλιγμένη γύρω από το κεφάλι, και μόνο δυο παλάμες χώριζαν το πρόσωπό του από το δικό της με την παράξενη αλλά γι’ αυτόν από τόσο παλιά οικεία διαμόρφωσή του, που τον τραβούσε όσο τίποτε στον κόσμο: μια διαμόρφωση ξένη και γεμάτη χαρακτήρα (γιατί μόνο το ξένο μάς φαίνεται να έχει χαρακτήρα), διαμόρφωση βόρειας εξωτικότητας και μυστηριώδης, που προκαλούσε για διερεύνηση, καθώς τα χαρακτηριστικά και οι αναλογίες της δεν ήταν εύκολο να προσδιοριστούν. Το κυριότερο ήταν η προβολή των υψηλών μήλων του προσώπου: απωθούσαν από το προσκήνιο τα ασυνήθιστα επίπεδα και ασυνήθιστα μακριά το ένα από το άλλο τοποθετημένα μάτια της και τα πίεζαν λίγο σε μια λοξότητα, ενώ ταυτόχρονα ήταν η αιτία για την απαλή κοιλότητα των παρειών, η οποία με τη σειρά της δημιουργούσε έμμεσα τον ελαφρά ανασηκωμένο πλούτο των χειλιών. Ύστερα όμως ήταν ακριβώς τα μάτια τα ίδια, εκείνα τα στενά και (έτσι τα έβλεπε ο Χανς Κάστορπ) απλώς μαγευτικά σχηματισμένα τσερκέζικα μάτια, των οποίων το χρώμα ήταν το γκρίζο-μπλε ή μπλε-γκρίζο μακρινών βουνών και τα οποία πότε-πότε, σε ένα συγκεκριμένο πλάγιο κοίταγμα, που σκοπός του δεν ήταν η όραση, μπορούσαν και σκοτείνιαζαν με γλυκύ τρόπο τελείως σε ένα θολό-νυκτώδες βλέμμα – τα μάτια της Κλάβντιας, που τον είχαν κοιτάξει αδιάκριτα και κάπως σκοτεινά από πολύ κοντά και που έμοιαζαν σε θέση, χρώμα, έκφραση, τόσο έντονα και τρομακτικά με εκείνα του Πσίμπισλαβ Χίππε!

Thomas Mann, Το μαγικό βουνό, μτφρ.: Θόδωρος Παρασκευόπουλος, σελ. 242-243. 1ος τόμος Εξάντας 1995.

Artwork: Ray Caesar

 

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, κριτική: Γιώργος Παναγιωτίδης, Κύμα Άλμα (περιοδικό Πόρφυρας)

Ο Γιώργος Παναγιωτίδης, όπως μπορεί να παρατηρήσει κανείς και από προηγούμενη δουλειά του, αρέσκεται να παίζει στους τίτλους, και μάλιστα με άκρως επιτυχή τρόπο, με τις λέξεις, τη θέση και την ασυνείδητη δύναμη και λειτουργία τους. Στην τελευταία συλλογή του Κύμα Άλμα (Γαβριηλίδης 2014) μάς καλεί σε μία πολλαπλή τοπολογικά ανάγνωση (βουστροφηδόν, καθρεφτική, διαγώνια και πάντα κυκλική), που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως η συλλογή ασχολείται μ’ έναν τετελεσμένο και καταστροφικό κύκλο πραγμάτων. Η λέξη alma επίσης, στα Ισπανικά, σημαίνει ψυχή. Και ιδού το ομώνυμο ποίημα της συλλογής και τα κλειδιά του:

Πλέχει στον κόσμο η ψυχή μου/ όρτσα πρίμα η απαντοχή μου/ δέκα φουρτούνες και μία κάλμα/ πλέχει πανί κουρέλι/ πάει ένα κύμα ένα άλμα/ κι ούτε κάβους ούτε καβοδέτες θέλει/ μόνο ελεύθερη να πλέχει/για την αγάπη του απέραντου/ μ’ όψη παιδιού αμάραντου.

Το ρήμα πλέχει με τις διαγώνιες παραμέτρους του χ επαληθεύει τη χιαστί ανάγνωση του τίτλου, η λέξη ψυχή (alma) είναι παρούσα και μάλιστα συνομιλεί με το χ στο ρήμα που προηγείται (πλέχει/ψυχή), το πανί κουρέλι σηματοδοτεί μιαν απώλεια, και του παιδιού αμάραντου, όχι μόνον μας επιστρέφει στην νοσταλγία μίας εποχής όπου ο ευνουχισμός και η έλλειψη ήταν ανύπαρκτα αλλά επιπλέον, στη λέξη amaraντου, ακούγονται οι ήχοι: am (ψυχή στα γαλλικά), αma (λατινική ρίζα του αmo, αγαπώ) –ο Παναγιωτίδης αναφέρεται στην αγάπη– αλλά και η λέξη ara (κατάρα).

Η συλλογή στο σύνολό της θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η ανατομία του ελληνικού μύθου και της διάψευσής του– τσακισμένα κουφάρια ταξιδεύουν στο φως (Θριαμβευτικό) – ∙ η ανατομία επίσης του νόστου της παιδικής ηλικίας, διά μέσου ενός μνημονικού άλματος στην εποχή αυτή –Το πλήθος παρακαλά να πέσω /μες στο θέρος των χρόνων (Μονομάχος), προκειμένου να ισορροπηθεί η απώλεια και να βρεθεί ένα καταφύγιο παραμυθίας για έναν ματαιωμένο πλέον ενήλικα –για να επιστρέφεις στο παιδί που ήσουν / έρχομαι και σε βρίσκω/ κάθε φορά που πας να μαραθείς (Μια ωραία λεπτομέρεια).
Όσοι ανήκουν στη γενιά του Παναγιωτίδη ηλικιακά, γεννημένου στα μέσα της δεκαετίας του ’60, μπορούν πολύ εύκολα να ταυτιστούν και να συγκινηθούν από την ανάπλαση μιας εποχής, που υπήρξε μεταβατική και η οποία στη συλλογή ξεκινά από την παιδική ηλικία, περνά την εφηβεία και την εποχή των νησιών με τα ατέλειωτα μπλε αλλά και μελαγχολικά καλοκαίρια και φτάνει στην εποχή της ωριμότητας, πλέον, των σημερινών πενηντάρηδων. 768

Πρόκειται για μία γενιά που άκουσε στην παιδική της ηλικία για τη Χούντα, το Πολυτεχνείο και την Κύπρο, έζησε στην οικογένεια το μικροαστικό όνειρο της δεκαετίας του ’70 και τον οικοδομικό οργασμό του αυθαίρετου της εποχής για τις καλοκαιρινές διακοπές∙ φόρεσε ποδιές και απήγγειλε με περηφάνια πατριωτικά ποιήματα, έκανε παρελάσεις, έζησε τα πρώτα μεικτά σχολεία, έβγαλε πανηγυρικά τις ποδιές και συμμετείχε πρώτη φορά σε διοικητικά συμβούλια μαθητικών κοινοτήτων∙ είδε στην εφηβεία της το όραμα του σοσιαλισμού και το παιχνίδι της εναλλαγής στην εξουσία της βουστροφηδόν ελληνικής πολιτικής, έζησε τη μεγαλομανία και τη φτήνια του νεόπλουτου Έλληνα, ενώ, τέλος, βιώνει σήμερα το έσχατο, τη σήψη και την παρακμή ολόκληρης της χώρας – μόνοι επιστρέφουμε ολοένα /στα σπίτια που μας πήρανε/ στα σπίτια μας που στέκονται χωρίς εμάς/ μνήματα τυφλά στη μέθη αποσταμένα. (Ένας κανένας). Πρόκειται για μία γενιά που, αν και δεν έζησε πολέμους, νιώθει κυρίως

FRANCE - CIRCA 1950: A young girl learning with difficulty how to bike, France. (Photo by Robert DOISNEAU/Gamma-Rapho)

προδομένη από τις φαμφάρες στα προεκλογικά μπαλκόνια, τις χυδαιότητες των μέσων ενημέρωσης, τα ψεύδη μιας κίβδηλης και λάμπουσας συνάμα εποχής∙ για την τελευταία ίσως γενιά που είχε όραμα με ξεκάθαρα σημεία αναφοράς, προτού όλα να μπουν στο μπλέντερ μίας μη οριοθετημένης «εξέγερσης», που εκφράστηκε στα σχολεία, από κει και στο εξής, μ’ έναν αφασικό και μπερδεμένο λόγο∙ μία γενιά που ψιθυρίζει μ’ ένα αίσθημα πικρίας –ήταν η σπηλιά, μικρό δωμάτιο του βουνού/ στα μέτρα του ανθρώπου, και πώς/ ν’ αποδράσουμε κρεμασμένοι σ’ ένα ψέμα (Πολύφημος)∙ μια γενιά που έζησε μία απότομη μετάβαση σ’ έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο – κι ο εχθρός δεν έχει πρόσωπο /να του κάψουμε το ένα μάτι έστω (Ένας κανένας).
Ο Οδυσσέας, άλλωστε, ως σύμβολο πλέον ανατρέπεται – μέσα στα ποιήματα ή σε τίτλους ποιημάτων συναντούμε τη συνδιαλλαγή με την παράδοση και την ανατροπή της (Οδυσσέας, Ποσειδώνας, Πολύφημος, μνηστήρες, Οι σύντροφοι του Οδυσσέα και ο Κάτω Κόσμος)προδομένοι από τον ίδιο Οδυσσέα /που αφήναμε τόσα χρόνια να μας κυβερνάει,/ τον ίδιο που μας έριξε στο θυμό του Ποσειδώνα,/ τον ίδιο που κάποτε μας αφάνισε όλους/ για να ’ναι αυτός στην Ιθάκη/ και πάλι με τα χρόνια θα τα ξεχάσουμε/ όλα αυτά, πάλι ο Οδυσσέας θα μας πάρει/ και θα μας τσακίσει σ’ άλλα βράχια,/ μακριά απ’ την Ιθάκη εμάς, πάντα μακριά. (Πάνω σε μπλε χαρτόνι).

Το ύφος είναι απλό, λιτό, με διάχυτο τον εξομολογητικό τόνο κι ένα τρυφερό παράπονο που κάποτε μετατρέπεται σε οργή και ειρωνεία. Δεν παρατηρούνται λεκτικοί ακροβατισμοί, ενώ ο ρυθμός ακολουθεί το συναίσθημα που επικρατεί κάθε φορά, άλλοτε πιο αργός, άλλοτε αγχωτικός, άλλοτε ανέμελος και άλλοτε κοφτός. Το ποιητικό υποκείμενο μιλά είτε μέσα από ένα εμείς ταυτιζόμενο ως μέλος ενός συνόλου, είτε με ένα άμεσο εγώ εξομολογούμενο στον κόσμο και απομακρυσμένο από τον κόσμο, είτε μέσα 897από ένα εσύ, επιστρέφοντας στον εαυτό του, στην ενδοσκόπηση και στον εσωτερικό μονόλογο.

Κυριαρχούν οι εικόνες, οι οποίες δομούνται ομοίως με λιτό τρόπο και απλά υλικά, όπως, για παράδειγμα, μία πεταλούδα, ένα δέντρο, μία ανηφόρα, ένα παράθυρο στη θάλασσα, το χιόνι, ένας γάτος, ένα σύννεφο, η μνήμη του ζυμωτού ψωμιού και των εύγεστων τηγανητών της μαμάς∙ στην ουσία κατασκευάζονται τοπία με τον τρόπο της μεταφοράς που ένα παιδικό μάτι θα απολάμβανε τον κόσμο – Η Κυριακή μικρό νησί/ σηκώνει λευκό πανί και ταξιδεύει, / στο στήθος ένα τσίμπημα ελαφρύ (Kάποτε η Κυριακή).
Άξιο προσοχής είναι ότι το ταξίδι στο παρελθόν δεν επαναφέρει απλώς τα συμβάντα αλλά τα θεατροποιεί, το συμβάν δεν αντιμετωπίζεται από απόσταση αλλά βιώνεται εξαρχής: το ποιητικό υποκείμενο, σε αρκετά ποιήματα της συλλογής όπως, για παράδειγμα, Το σονέτο του άλφα, Παιδικό τραγούδι, Το τραγούδι της πεταλούδας, Πρωτοχρονιά, δεν μιλάει από ένα παρόν με το βλέμμα στραμμένο προς το παρελθόν, αλλά γίνεται το ίδιο ένα παρελθόν που επανεγγράφεται διά της ποιητικής λειτουργίας στο παρόν, επιστρέφοντας στο καταφύγιο της παιδικής ηλικίας και υιοθετώντας το ρυθμό και την αμεσότητα του παιδικού λόγου, που σιγοψιθυρίζει αθώα αλλά και με παράπονο ένα ποιηματάκι – έτσι πάει άλλη μια Πρωτοχρονιά / όλες οι Πρωτοχρονιές της ζωή μας μαζί/ ένα χαρτί περιτυλίγματος σκισμένο/κι ένα δώρο άφαντο ακόμα. καλή χρονιά (Πρωτοχρονιά).
986

Καλή χρονιά… εύχεται ο ποιητής στο τελευταίο ποίημα της συλλογής Κύμα Άλμα, εφόσον προηγουμένως έχει πάρει στους ώμους του και την ντροπή μιας σύγχρονης Ελλάδας, ανάξιας όχι μόνον να αξιοποιήσει, αυτό είναι πολυτέλεια, αλλά έστω και να εκτιμήσει μία κληρονομιά αιώνων, υιοθετώντας πολιτικές που απέχουν από τα ιδανικά της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας, που η ίδια γέννησε∙ όταν, τέλος, κατακρεουργεί τους ποιητές και βάζει τις Ιθάκες τους να ταξιδεύουν σε λεωφορεία της γραμμής, ταρακουνώντας στα καθίσματα μιαν εξαθλιωμένη χώρα, που παρελαύνει με εισιτήριο μπρος απ’ τους τσολιάδες που φωτογραφίζονται για σουβενίρ στο Σύνταγμα.

Στ’ αγρυπνισμένο δέντρο της πλατείας/ βρόχο ρίχνω πέφτω στο κενό της εποχής,/ σε χαρτί τιποτένιο με μολύβι σπασμένο/ ζωγραφίζω ένα γιατί, άνευ ουσίας,/ το σβήνω χιαστί. πώς έχασα τη ζωή μου/ κι έστρεψα σ’ εμένα την ντροπή της πατρίδας./ Με το ποίημα που απήγγειλα μικρός για το ’21,/ ό,τι εξαργύρωσαν οι αγωνιστές εκείνοι, /κι ένα ζεϊμπέκικο με στίχους άνευ σημασίας/ δεν χώρεσα κι ούτε προχώρεσα βήμα κανένα (Έχασα τη ζωή μου).

Photo: Robert Doisneau

Περιοδικό “Πόρφυρας”, τχ. 153, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014

.

.

 

Σωτήρης Τριβιζάς, Η τέχνη της ανάγνωσης

O αναγνώστης διαβάζει αργά, προσπαθώντας να εναρμονίσει το ρυθμό της ανάγνωσης με τους εσωτερικούς ρυθμούς της αφήγησης. Πολλές φορές απολαμβάνει δύο και τρεις φορές την ανάγνωση κάποιας σελίδας ή αφήνεται σε μία μυστική ονειροπόληση, η οποία αποτελεί μέρος της σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ εκείνου και του συγγραφέα. Ο αναγνώστης έχει την ικανότητα να διαβάζει ακόμα και ανάμεσα στις γραμμές, γιατί ξέρει ότι αυτές οι μικρές σιωπές που δημιουργούνται στα κενά της αφήγησης είναι αποκλειστικά δικός του χώρος: χώρος για να συλλογιστεί, για να δημιουργήσει, να ονειρευτεί. Ποτέ ο αναγνώστης δεν αφήνει αδιάβαστες σελίδες, για να φτάσει πιο σύντομα στο τέλος του βιβλίου. Για τον αναγνώστη σημασία έχει το ταξίδι, όχι ο προορισμός. (…)

Τυχαίνει κάποτε ορισμένα βιβλία ν’ αντιστέκονται στην πράξη της ανάγνωσης. Ο αναγνώστης πλήττει, δυσανασχετεί, χασμάται, συλλαμβάνει τον εαυτό του να παραβλέπει παραγράφους ή ακόμη και ολόκληρες σελίδες του βιβλίου. Δύο πράγματα είναι πιθανόν να συμβαίνουν: ή το βιβλίο είναι πράγματι κακό, οπότε ο αναγνώστης δικαιούται να το ενταφιάσει στη βιβλιοθήκη του αναλογιζόμενος με πίκρα την αστοχία της επιλογής του, ή ο ίδιος δεν είναι ακόμα έτοιμος για την ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου. Σ’ αυτήν τη δεύτερη περίπτωση ο αναγνώστης επανέρχεται μετά από μήνες ή και χρόνια και ανακαλύπτει στο βιβλίο που δεν κατόρθωσε να διαβάσει ένα αυθεντικό αριστούργημα. Το δέχεται χωρίς έκπληξη, γιατί ο αναγνώστης ξέρει ότι και αυτός ωριμάζει, όπως ακριβώς τα βιβλία. (…)

Σωτήρης Τριβιζάς, Η τέχνη της ανάγνωσης, από τη συλλογή δοκιμίων Το πνεύμα του λόγου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2000

Αrtwork: Anna Nemoy

.

.