RSS

Category Archives: Uncategorized

Αντώνης Σαπουντζάκης, Εδώ, στην άκρια της θάλασσας

.

Εδώ, στην άκρια της θάλασσας

που οι δυτικές επαρχίες τελειώνουν μ’ έναν βάσανο

καταλαβαίνω πως υπήρξα ένα λάθος της πέτρας.

.

Η γης που χορεύει

περνάει κύματα μέσ’ απ’ τα χέρια μου

ρωτάει τη φτιάξη μου

πώς τώρα με πείσμα ρωτάει ο ρυθμός

τι έμεινε απ’ τη νιότη αζύμωτο

ποιος είναι ο ναυαγός.

.

Είπες το σώμα είναι η γλώσσα του χώρου

πως είναι το σπίτι του νερού

κ’ εγώ μ’ αυτό σε κατοίκησα.

.

(Πως με τυράννησες στη γλώσσΑ).

.

Θα με γρικάει η ομίχλη και ο κρύος χειμώνας

θα με νομίζουν οι γκρεμοί στον ύπνο τους

όταν σκοντάφτουν πάνω σ’ όνειρα ερπετών

και της πνοής το ξάφνιασμα σα με λογίζεται

θα συνεχίζει ν’ αγκαλιάζει νικημένους.

.

Πως τα πουλιά είναι η βουή

που μέσα της σ’ ονόμασα.

.

(Πως στα πουλιά με γκρέμισεΣ).

.

Κι ώσπου να φύγω

θα με γλύφει το νόημα ώσπου

να γίνω βότσαλο μέσα σε χίλια βότσαλα

λείο μες στη φτηνή αλληγορία των εραστών

λευκό στη μεγάλη αναιμία του κόσμου.

.

Πίνακας: Νικόλαος Λύτρας

 

Ευσταθία Ματζαρίδου, Φτερά στο τσιμέντο

Όταν πνίγομαι, λοιπόν, από την κατάσταση της ανελευθερίας μου, ονειρεύομαι ότι είμαι μια τσιγγάνα, μια απ’ αυτές τις τσιγγάνες που μου περιγράφει η Στάνκα ότι κατέκλυζαν το χωριό της κι όλα τα γύρω τους χωριά, αλλά και τα όνειρα της. Εμφανίζονταν, λέει, στο χωριό ένα τσούρμο τσιγγάνες κι έπαιρναν σβάρνα τις γειτονιές και τα σπίτια ένα ένα, μπούκαραν στις ορθάνοιχτες αυλές, χτυπούσαν πορτοπαράθυρα, κι αν ήταν ανοιχτά, έμπαιναν μέσα στο σπίτι, αθόρυβα σχεδόν, γίνονταν αισθητές μόνο από τα βραχιόλια τους και τα κολιέ τους κι από το σούρσιμο των φουστανιών τους, που σκάλωναν κάπου και σκιάζονταν τότε οι νοικοκυρές και τις έδιωχναν, όπως έδιωχναν καμιά απρόσκλητη γάτα που είχε ανακαλύψει κάποιον μεζέ και τον γευόταν, μα πιο πολύ αγριεύονταν τα παιδιά, λέει, γιατί οι μάνες τους τα τρομοκρατούσαν ότι θα τα πάρουν μαζί τους οι τσιγγάνες, κυρίως σε φάσεις αταξίας αυτή ήταν η μόνιμη απειλή.

Οι τσιγγάνες εμφανίζονταν κυρίως μετά το Πάσχα, για να μαζέψουν τα μπαγιάτικα τσουρέκια και τα εναπομείναντα πασχαλινά αυγά, που κατά κανόνα οι νοικοκυρές τα έριχναν στις κότες, ή επίσης και στα μεγάλα Ψυχοσάββατα έτρεχαν σαν τα κοράκια στα νεκροταφεία, ποντάροντας στη γενναιοδωρία των χαροκαμένων. Αυτές οι τσιγγάνες ήταν, λέει, όλες όμορφες κι έσφυζαν από υγεία και ακμαιότητα, με κορμιά λυγερά, μάτια αστραφτερά, μαλλιά κορακί, χυτά και πλούσια και στήθια ζουμερά, απ’ όπου κρέμονταν πάντα παιδιά, και φωνές και χαμόγελα που αντηχούσαν στις γειτονιές και τους δρόμους σαν καμπάνες γιορτινές. Αυτή όμως ζούσε από μικρή με τον φόβο ότι θα την πάρουν, ένας φόβος ανεξήγητος, σκέφτομαι, γιατί, αν ήταν, όπως μου τις περιγράφει, εγώ θα επιθυμούσα να με πάρουν, να με περιφέρουν από χωριό σε χωριό κι από χώρα σε χώρα και να με μπολιάσουν με την υγεία τους και την ομορφιά τους…

Ναι, αν ήμουν μια τσιγγάνα, αν είχα γεννηθεί από τσιγγάνους γονείς θα ήμουν ένα υγιές και όμορφο πλάσμα, μια λυγερόκορμη με μαλλιά που θα κάλυπταν τη μέση μου και τα οπίσθιά μου, που θα χόρευα και θα τραγουδούσα. Τους τσιγγάνους τους φαντάζομαι σταθερά χαρούμενους και σταθερά ερωτευμένους και γι’ αυτό πιστεύω ότι έχουν μόνο υγιή μέλη, ότι δεν υπάρχουν σακατεμένοι και άρρωστοι στους κόλπους αυτής της ελκυστικά αλλόκοτης κοινωνίας. Αλλά ακόμα κι αν ήμουν με καρότσι και με μπαστούνια ανάμεσα τους θα ήμουν μια ευτυχισμένη τσιγγάνα, και όχι μια ανάπηρη, δεν θα υπερτερούσε η αναπηρία μου της καταγωγής μου, θα με έβαφαν και θα με στόλιζαν με μαντίλες πολύχρωμες και δαχτυλίδια και σκουλαρίκια και θα είχα μπόλικο κοκκινάδι στα χείλη και στα μάγουλα και στα μάτια και στα νύχια, θα ήμουν μια πολύχρωμη στολισμένη τσιγγάνα κι όχι πια μια σακατεμένη, η ανημποριά μου και η αναπηρία μου θα είχαν αφανιστεί και θα με περιέφεραν τσούρμο παιδιά με το καρότσι, από σκηνή σε σκηνή κι από άμαξα σε άμαξα, θα έπαιρνα μέρος σε πανηγύρια και γιορτές κι από το πρωί ως το βράδυ θα τραγουδούσα και θα λικνιζόμουν, ναι, θα λικνιζόμουν ακόμα και στο καρότσι μου, ο ρυθμός των τραγουδιών τους θα είχε κάνει το καρότσι μου ένα ρυθμικό καρότσι και θα έπαιρνε μπρος σαν κουρδισμένο, θα ήμουν ανάμεσά τους βαμμένη και στολισμένη ένα γιορτινό κουρδισμένο χριστουγεννιάτικο στολίδι που όλοι θα το καμάρωναν. Έτσι, εύχομαι να χτυπήσει το κουδούνι και να είναι οι τσιγγάνες και να με απαγάγουν, από τότε που μου εκμυστηρεύτηκε τους φόβους της η Στάνκα αυτό έγινε το καινούργιο μου όνειρο, η απαγωγή από τσιγγάνες, κι όταν περνούν οι μέρες και δεν χτυπούν τα κουδούνια, όχι μόνο οι τσιγγάνες αλλά και κανένας άλλος, γιατί δεν υπάρχουν επισκέπτες, και οι γονείς μου που μπαινοβγαίνουν ή έχουν τα δικά τους κλειδιά ή επιστρέφουν ώρες συγκεκριμένες, τότε η καρδιά μου σφίγγεται, όταν πλησιάζει η ώρα της επιστροφής τους και έχει η προσδοκία μου για απαγωγή παντελώς διαψευστεί, τότε το κουδούνι γίνεται ο δικός μου εφιάλτης ότι θα παραμείνω για πάντα σακατεμένη κι ακινητοποιημένη σ’ αυτό το σπίτι, μια ζωντανή νεκρή.  Για παρηγοριά τότε συχνά ανοίγω τον υπολογιστή, πιάνω το ποντίκι κι αρχίζω και σχεδιάζω ένα τσιγγάνικο κάρο, ένα σύγχρονο τσιγγάνικο κάρο, ένα τροχόσπιτο αστραφτερό και ολοκαίνουργιο, βαμμένο σε χρώμα κίτρινο καναρινί, τονισμένο με πράσινο χρώμα και με κόκκινες ρόδες. Και χωρίς κουρτίνες, οπωσδήποτε χωρίς κουρτίνες. Ένα τροχόσπιτο-παπαγάλο που δεν θα θυμίζει σε τίποτε πια το δικό μου άχρωμο, σκοτεινό, αθόρυβο σπίτι, ένα τροχόσπιτο που θα με περιφέρει σε αγρούς και σε λιβάδια, σε κάμπους, σε χωριά, σε πόλεις και πολιτείες! Σήμερα εδώ, αύριο εκεί! Ένα τροχόσπιτο μαγικό! Όλος ο κόσμος μπρος στα πόδια μου, στα σακατεμένα πόδια μου, κι ένας ορίζοντας που διαρκώς θα αλλάζει!

Ευσταθία Ματζαρίδου, Φτερά στο τσιμέντο, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021

 

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ;

.

Έτσι με τον καιρό κι όλα όσα διαδραματίστηκαν στο πέρασμά του, άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο φανερό μέσα της ότι το λίπασμα για τα περί πατρίδας των προγόνων δεν ήταν παρά οι χαμένοι νεκροί τους. Η Ηλιάννα και ο Ιγνάτιος δεν γνώρισαν ούτε τους τάφους των προγόνων τους, που έμειναν θαμμένοι στον Πόντο ούτε τους τάφους των γονιών τους. Οι μανάδες τους θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους στην Καλαμαριά, ενώ οι δυο τους χαροπαλεύαν με τον τύφο σε διαφορετικά νοσοκομεία-παραπήγματα, και οι πατεράδες τους πέθαναν στο καράβι που τους έφερνε από το Βατούμ στη Θεσσαλονίκη, και δεν βρήκαν παρά τάφο υγρό στα νερά της θάλασσας. Η δική τους ανασφάλεια, η αναζήτηση μητέρας πατρίδας, δεν είχε να κάνει με την κάθε τετριμμένη, εθνικιστικής μορφής προπαγάνδα, αλλά με τον αγώνα και την αγωνία τους να δουν να στερεύει επιτέλους η πηγή της ορφάνιας και της δυστυχίας τους, αφού δικαίωμα εδάφους δεν είχαν ούτε για τάφο.

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ; μυθιστόρημα, σελ. 103, εκδόσεις Σμίλη, 2020

Artwork: Michele Durazzi

 

Raul Bribete, Εξαφάνιση

Πλησιάζω έναν φίλο, του σφίγγω το χέρι.
Οι φακοί των γυαλιών του βγάζουν λάμψεις ηλεκτρικές
ο σκελετός τους μοιάζει πιο βαρύς από εκείνους
στα ρετρό γυαλιά των μοτοσικλετιστών.
Μέσα σ’ αυτό το φως τα γυαλιά του
φαίνονται τόσο μεγάλα όσο δυο μηχανές μοτοσικλέτας.

Μου διαβάζει λίγα ποιήματα στην απόλυτη σιωπή
της κουζίνας
η σιωπή είναι σχεδόν εκκωφαντική
όμως παρ’ όλα αυτά, κάτι με φωτίζει.

Πίσω από τους μεγάλους φακούς, τα μάτια του φίλου
μου γερνούν
ακολουθώντας το τικ-τακ της καρδιάς του
και τα γυαλιά με τους λαμπερούς ηλεκτρικούς φακούς
μου χαρίζουν βαθιά ηρεμία
όπως ένα φθορίζον ελατήριο
που ρυθμικά γλιστράω από το ένα χέρι μου
στο άλλο.


Δεν ξέρω πόσος χρόνος έχει περάσει
πιάνω τον εαυτό μου να έχει αφήσει την καρέκλα
και ν’ ανοίγει άσκοπα μια ντουλάπα
απ’ όπου χώμα, χώμα μονάχα
ξεχύνεται στο δωμάτιο.
Ο φίλος μου ανοίγει το στόμα και χώμα
χώμα μονάχα
ρέει σαν ποταμός πάνω στο τραπέζι της κουζίνας
από το μισάνοιχτο στόμα του
υγρό χώμα πιτσιλάει τα πάντα γύρω.

Αρχίζω να φοράω τα παπούτσια μου
που ξεχειλίζουν χώμα.
Πλησιάζω ξανά τον φίλο μου,
του σφίγγω το χέρι

Aπό την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου: Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020.

Artwork: Johann Fournier

 

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Σαν ηλιαχτίδα

Ήταν ευδιάθετη
και δεν δίστασε να μου εκφράσει την αιτία:
«Στον δρόμο τυχαία έπεσα επάνω του.
Η ερωτική ιστορία μας παλιά
και με διακυμάνσεις μέσα στον χρόνο.
Με χαιρέτισε φιλώντας τρυφερά κι απαλά τα χείλη μου.
Εγκάρδιος, προσηνής,
αλλά και κάπως πτοημένος
από μοναξιά κι αντιξοότητες.
Επιβεβαίωνε τον ανδρισμό του
που τον άφησα να με φιλήσει στο στόμα.
Με είχε ανάγκη, του έδινα μια ανάσα ζωής.

Κι όπως στεκόμασταν,
πάλι μ’ απαλό φιλί στα χείλη μ’ αποχαιρέτισε.
Οι δρόμοι μας χώριζαν.

Σαν ηλιαχτίδα που θωπεύει
–που κράτησα κι αποθαύμασα–
η ανέλπιστη τρυφερότητά του».

Αλεξάνδρα Μπακονίκα,  Σαν ηλιαχτίδα από την ποιητική συλλογή Ντελικάτη γυναίκα, εκδόσεις Πόλις, 2021

Πίνακας: Henri Lebasque

 

Ηρακλής Λογοθέτης, Δάνειον έθνος

To λακωνίζειν εστί μελαγχολείν – γι’ αυτό και τα πιο αεράτα συνθήματα φέρουν μια μελανή νότα. Το πώς διαβάζει κανείς την ακουστική της στα κοινωνικά πράγματα του καιρού και το πώς διαπραγματεύεται την ερμηνεία της είναι ζήτημα μιας διαχρονικής και πάντα επίκαιρης πολιτικής γραμματικής, γύρω από το οποίο μαίνονται ασταμάτητες συγκρούσεις. Έτσι, στην οδό Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια, στον τοίχο ενός ενός κτηρίου γραφικών τεχνών –και, διόλου τυχαία, ακριβώς απέναντι από τον εκδοτικό οίκο που επιμένει στο πολυτονικό σύστημα– υπάρχει το σύνθημα:

ΑΙΝΑΝΤΥΑ ΣΤΙΝ ΑΣΤΟΙΚΥ ΩΡΘΩΓΡΑΦΕΙΑ

Διαγωνίως απέναντι και παρηχώντας ευφυώς το γνωστό σύνθημα «Φασίστες κουφάλες έρχονται κρεμάλες», δεν άργησε καθόλου να εμφανιστεί και η αντιστοιχούσα σωφρονιστική απάντηση

ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΟΙ ΚΟΥΦΑΛΕΣ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΔΑΣΚΑΛΕΣ

Ενώ λιγάκι παρακάτω, με πεζά, καλλιγραφημένα και εμφανώς πολυτονισμένα γράμματα, κατατίθεται ως αιχμηρό σχόλιο στην προηγηθείσα πυγμαχική συνομιλία ένα ακόμη σύνθημα

Η επανάσταση είναι πια θέμα αιώνων

Η συνθηματική συνομιλία, άμεση κατά τα δύο πρώτα σκέλη και υπαινικτική κατά το τρίτο, είναι πολιτικά πλήρης, καθώς εμπεριέχει τα πάντα: την ανορθόγραφη  μούφα, την τιμωρητική της απειλή και την ορθογραφημένη διάψευση και των δύο μαζί. Στις δύο κάθετες πλευρές του τριγώνου αποτυπώνεται αφενός η γοερή πίστη ότι η αποσυγκρότηση του γλωσσικού συντάγματος θα συνεργήσει στην πολιτειακή ανατροπή και αφετέρου η κραυγαλέα πεποίθηση ότι η γραμματική της μαγκούρας έχει άμεσα αποτελέσματα στα κακά παιδιά. Στην υποτείνουσα εγγράφεται η μελαγχολική διαπίστωση ότι τίποτε, μα τίποτε αληθινά επαναστατικό δεν θα καταφέρουμε χωρίς καλά συγκροτημένη παιδεία και ενσυνείδητη μετοχή στη μεστότητα της ιστορικής μας παράδοσης.

Η σκιαμαχία έχει επιπλέον και τούτο το παράδοξο: η βίαιη ανορθολογικότητα του πρώτου συνθήματος και η καγχαστική παιδαγωγική του δεύτερου προσομοιάζουν με σκιρτήματα ρομαντικής εξέγερσης – μα μονάχα ο τονισμένος πεσιμισμός του τρίτου είναι γνήσια ρομαντικός. Οι δύο πρώτοι συνθηματογράφοι έχουν  κοινή τη ρηχή προσδοκία πως όλα μπορούν να γίνουν βιαστικά και διατεταγμένα. Από αυτή την άποψη βρίσκονται εντός και επί τα αυτά, και μόνον η διαφορά αντιληπτικού τόνου τους τοποθετεί φαινομενικά στα άκρα του φάσματος. Ο τρίτος όμως, ενστερνιζόμενος από την αντίπερα όχθη την προοπτική της ρηξιγενούς συγγένειας, απορρίπτει και τη δήθεν ριζοσπαστική άποψη ότι το άλμα δεν χρειάζεται εφαλτήριο και την αυταρχική της αντήχηση, ότι δηλαδή αντί εφαλτηρίου μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε πειθαρχικό σκαμνί. Γνωρίζει ότι η παραμυθία της άμεσης επανάστασης δοξάζεται σε επιφανειακές ρωγμές, ενώ η πραγματική επαναστατική πολιτική αναπτύσσεται σε σεισμικό βάθος, κι επειδή δεν αισθάνεται κάτι ριγηλό να πάλλεται στον ορίζονται ούτε διακρίνει κάποιο φως, αποσύρεται – και μελαγχολεί.

Ηρακλής Λογοθέτης, Δάνειον έθνος, εκδόσεις Σμίλη, 2020

Πίνακας: Gian Paolo Dubecco

.

 

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ

ΧΧΙ

«Οι κάτοικοι αυτής της περιφέρειας είναι όλοι άπιστοι και ειδωλολάτρες», διαβεβαίωνε ο διερμηνέας μου, «επειδή η γλώσσα μας κατονομάζει τα πράγματα, όπως τα δημιούργησε ο Θεός.· εκείνη τα ανακατεύει όμως όλα όπως ο διάβολος, και όσα κομματιάζει, τα επικολλά λανθασμένα. Νέος είχα προσπαθήσει να τη μάθω. Έδειχνα ένα ρόδο μέσα στο οποίο μόλις είχε γλιστρήσει μια μέλισσα, και μου εξηγούσαν τη λέξη για το ρόδο. Όταν τη χρησιμοποίησα κι εγώ λίγο αργότερα, μου την απέρριψαν γελώντας και μου ανέφεραν μιαν άλλη. Σκέφτηκα θα με είχαν παρανοήσει, και η πρώτη λέξη θα χαρακτήριζε περισσότερο μια μέλισσα. Άλλα μόλις τη χρησιμοποίησα με αυτήν τη σημασία, με διόρθωσαν ξεσπώντας πάλι σε γέλια και επανέλαβαν στη θέση της τη λέξη που είχα μάθει πριν για το ρόδο, έτσι που πίστεψα πραγματικά ότι μου έκαναν φάρσα. Στο τέλος κατάλαβα ότι μέλισσα και ρόδο γι’ αυτούς είναι ένα και μοναδικό πράγμα που μπορεί να παίρνει διαφορετικές μορφές, όπως το νερό που εμφανίζεται πότε ως υγρό πότε ως πάγος ή ατμός. Έτσι, μια λέξη σημαίνει τη μέλισσα μαζί με το άνθος που έχει αναζητήσει η μέλισσα, και μια άλλη την κατάσταση στην οποία τα δύο χωρίζονται· αυτή η λέξη χαρακτηρίζει τόσο το άνθος όσο και τη μέλισσα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η γλώσσα ανακατεύει τα πιο απλά πράγματα και αναποδογυρίζει, μέσα σε μια λέξη, ολόκληρο τον κόσμο»

Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, μτφρ. Σταμπουλού Γρ. Συμεών, Gutenberg, 2019 Πίνακας: Henri Matisse

 

Nenad Milošević, Νοέμβριος


Όπως όλοι οι άστεγοι φοβάμαι τον χειμώνα
η κάρτα ανεργίας, χαρτί
όπου ακουμπάω το πεπρωμένο μου.

Τα ιστορικά γεγονότα ξεθωριάζουν
σαν απόδειξη ταμειακής μηχανής
σε τσέπη καλοκαιρινού πουκάμισου.

Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου.
Σκέψη και περιγραφή, σώμα και υποκείμενο.
Η μοντέρνα λυρική ποίηση συνεπάγεται
ελευθερία σκέψης και συνείδησης· η μετωνυμία,
σπασμένο πόδι της μεταφοράς.

Γονείς, δάσκαλοι και γιατροί μ’ έχουν κρατήσει στη ζωή.

Κρέμομαι σαν τρεμουλιαστή λευκή λάμπα στο ξέφωτο,
πίσω απ’ τον αδελφό, την αδελφή μου και το κουνιστό
αλογάκι,
στην πρόσοψη του σπιτιού της Μάρθας

Aπό την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου: Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020.

Πίνακας: Konstantin Kacev

 

Μaja Vidmar, Πολεμικόν καταφύγιον


Με φέρνουν σε δύσκολη θέση
τα πράγματα
που μάζεψα για να φέρω
στο καταφύγιο.
Ένας παχύς ευτυχισμένος
βούδας
που διαρκώς γελούσε
με ό,τι έκανα,
βρήκα όμως
ένα ράφι για εκείνον
και την αδηφάγα σκόνη των ενθυμίων.
Ήταν πιο δύσκολο
με τους βόλους
που σαν γατάκια σκόρπισαν
κάτω απ’ τον καναπέ.
Το πιο δύσκολο είναι με τα παιδιά,
πρέπει να καταψυχθούν
στον πάγο,
αγάπη
σε στερεά μορφή.

Aπό την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου: Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020.

Artwork: Jane Long

 

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

.

Άκουσε τα βήματα στην τραπεζαρία, μετά την πόρτα ν’ ανοίγεται, και μπήκε ο Λάστερ, με ξοπίσω του έναν μεγαλόσωμο άντρα. Ήταν σαν πλασμένος από άλλη ύλη· που τα μόριά της δεν ήθελαν ή δεν μπόρεσαν να έχουν συνοχή το ένα με το άλλο ή με τον σκελετό που τα κουβαλούσε. Το δέρμα του έμοιαζε πεθαμένο και ήταν άτριχο. Και, σαν να έπασχε από υδρωπικία, προχωρούσε με παραπατήματα, σαν αρκούδα εξημερωμένη. Τα μαλλιά του αποχρωματισμένα και αδύνατη τρίχα. Του τα είχαν βουρτσίσει έτσι που να πέφτουν μπροστά σαν τα παιδάκια σε παλαιές λιθογραφίες. Το μάτια του διάφανα, με το απαλό γλυκύ γαλάζιο της γαλάζιας παπαρούνας. Το στόμα του παχύ, κρεμόταν μισάνοιχτο, και του ξέφευγε ένα στενό αυλάκι σάλιο. […]

Ο Μπεν έκοψε το κλαψούρισμα. Η ματιά του ακολουθούσε το κουτάλι καθώς υψωνόταν προς το στόμα του. Σαν ακόμη και η βουλιμία να είχε ως και αυτή παραλύσει μέσα του και η πείνα του δεν εγνώριζε τ’ όνομά της, δεν ήξερε η ίδια πως είναι πείνα. Ο Λάστερ τον ετάιζε επιδέξια και με το μυαλό του αλλού. Μία τόσο η προσοχή του επανερχόταν, όσο χρειαζόταν για να κάνει ζαβολιές: έκανε πως έφερνε το κουτάλι στο στόμα του Μπεν, κι αυτός έκλεινε το στόμα καταπίνοντας αέρα φρέσκο. Ολοφάνερο πως ο νους του Λάστερ κάπου ταξίδευε. Το άλλο του χέρι ήταν αφημένο στη ράχη της καρέκλας και πάνω σ’ αυτήν τη νεκρή επιφάνεια μετατοπιζόταν διστακτικά, ανεπαίσθητα, σαν να ξεδιάλεγε μία άηχη μελωδία μέσα από το νεκρό κενό και, για μια φορά, λησμόνησε να λαχταρήσει τον Μπεν με το άδειο κουτάλι, καθώς τα δάχτυλά του προσπαθούσαν να ξεγελάσουν το βουβό ξύλο μήπως και βγάλει κανέναν αρπισμό, ώσπου ο Μπεν τον ανακαλούσε στην τάξη με κλαψούρισμα.

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, σελ σελ. 288-289 και σελ. 290-291, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Πίνακας: Stanley Spencer