RSS

Συνέντευξη Ιφιγένεια Σιαφάκα, Εφημερίδα Πελοπόννησος, Γραφείον ποιήσεως, 27.10.2019

Δεν μιμούμαι κάποιον, τουλάχιστον συνειδητά, για να με ονοματίσω επίγονο. Ασφαλώς παρθενογένεση δεν υφίσταται: είμαστε όλα όσα ζήσαμε, ακούσαμε, διαβάσαμε. Είναι ο τρόπος που εξελιχθήκαμε. Ήδη και μόνον με την όποια γλώσσα πορευόμαστε σε ένα πριν από εμάς εφευρεθέν συμβατικό σύστημα σημείων.

Ας υποθέσουμε ότι έχετε απέναντί σας τον εαυτό σας όταν ήταν παιδί και πρέπει να τον συστήσετε σε άλλους. Τι θα λέγατε;  Άλλαξε κάτι από τότε;

Σαφώς και άλλαξαν. Το αντίθετο θα ήταν από ανησυχητικό έως άκρως προβληματικό για να πορευτείς στην ενήλικη ζωή. Η οπτική του κόσμου έχει διαφοροποιηθεί, τόσο λόγω της πνευματικής εξέλιξης όσο και της ψυχικής ωρίμανσης. Εδώ και πάρα πολλά χρόνια ζω την εποχή της απομυθοποίησης. Ωστόσο, παραμένουν σταθερές αξίες το κουλούρι Θεσσαλονίκης,  η σπανακόπιτα, η σοκολάτα αμυγδάλου, οι στρογγυλές καραμέλες τριαντάφυλλο με ζάχαρη, η μυρωδιά του ξυσμένου μολυβιού και του κουφέτου, τα cult καφενεία και τα παλιά παντοπωλεία, τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή, τα βιβλία και κυρίως η διάθεση για επικοινωνία και δοτικότητα, που σημαίνει ότι και σήμερα ακόμη μοιράζομαι τις καραμέλες μου με κάποιον άγνωστο σ’ ένα παγκάκι.

Πώς ακούτε την ποιητική φωνή σας διαβάζοντας τους στίχους σας;

Όταν διαβάζω δυνατά, με φοβάμαι! Eίναι σαν όλα αυτά να έχουν έρθει από κάποιον άλλον με τον οποίο είμαι τώρα αντιμέτωπη, παρά το γεγονός ότι η επεξεργασία των ποιημάτων γίνεται σε πολλά και διαφορετικά στάδια. Τον σκόπελο του ελέγχου του ρυθμού, του μέτρου και άλλων τεχνικών θεμάτων στην ποίηση τον προσπερνώ διαβάζοντας απλώς γρήγορα και κρατώντας τον ρυθμό με το πόδι, για να τελειώνει το «μαρτύριο». Για τον λόγο αυτό νιώθω εξαιρετικά άβολα όταν διαβάζω σε κοινό. Ντρέπομαι να εκθέτω ως «κατόρθωμα προς παρουσίαση» το προϊόν μιας εξαιρετικά ιδιαίτερης εσωτερικής διεργασίας και κάποτε αρκετά επώδυνης, που περισσότερο επιζητεί να ξαναβρεί την αρχή των πραγμάτων παρά τον εξωτερικό κόσμο, αν και μιλά γι’ αυτόν, σε σχέση μ’ αυτόν και εξαιτίας αυτού. Από την άλλη μεριά, όταν εποπτεύω το έργο δουλεύοντάς το, γίνομαι υπερβολικά απαιτητική. Υπάρχουν ποιήματα που έχουν δουλευτεί και ξαναδουλευτεί για να καταλήξουν στα σκουπίδια. Είμαι δύσκολη αναγνώστρια και  σπανίως απόλυτα ικανοποιημένη. Κι αυτό, πέραν της όποιας ματαίωσης, έχει και τη θετική του πλευρά, γιατί μου επιτρέπει να μην επαναπαύομαι και να πειραματίζομαι.

 

Επίγονο ποιων ποιητών θεωρείτε τον εαυτό σας;

Θα σας απαντήσω πολύ γενικά, λέγοντας ότι η παραδοσιακή ποίηση είναι παντελώς αντίθετη με την ιδιοσυγκρασία μου. Αν και πέρασα από κει, αν και γνώρισα τους μεγάλους μάστορές της, αν και διδάχθηκα πολλά απ’ αυτούς (ειδικά σε θέματα τεχνικής του στίχου) ακολουθώ πολύ συνειδητά τον δρόμο του μοντερνισμού. Ένα απλό παράδειγμα: τον Παλαμά τον διάβαζα με δυνατή φωνή στα δεκαπέντε μου, κάνοντας βόλτες πάνω κάτω στο εφηβικό μου δωμάτιο, και μετρώντας, ασυναίσθητα προφανώς, τα σφυροκοπήματα στον λόγο του. Μεγάλος ο ενθουσιασμός, μεγάλη η συγκίνηση την εποχή εκείνη! Αυτό ωστόσο δεν με καθιστά επίγονο. Εν συνεχεία, πέραν των σύγχρονων ποιητών, πέρασα λόγω σπουδών από όλη την αρχαία ελληνική ποίηση και το θέατρο, που μου επέτρεψαν να γνωρίσω σε βάθος την ελληνική. Για να σας το συνοψίσω, όπου grosso modo βρείτε ισχυρή εικονοποιητική διάθεση, έμφαση στο φαντασιακό και στις αισθήσεις, πολυσημία, βιωματικό στοιχείο συνδυασμένο με φιλοσοφική διάθεση, ανοίκειο στη γλωσσική πραγμάτωση του υλικού και στην ιδέα … ε, εκεί θα συναντήσετε τους ποιητές με τους οποίους συγγενεύω λιγότερο ή περισσότερο. Έλληνες και ξένους. Δεν μιμούμαι κάποιον, τουλάχιστον συνειδητά, για να με ονοματίσω επίγονο. Ασφαλώς παρθενογένεση δεν υφίσταται: είμαστε όλα όσα ζήσαμε, ακούσαμε, διαβάσαμε. Είναι ο τρόπος που εξελιχθήκαμε. Ήδη και μόνον με την όποια γλώσσα πορευόμαστε σε ένα πριν από εμάς εφευρεθέν συμβατικό σύστημα σημείων.

Πώς σας επισκέπτονται οι ιστορίες που γράφετε γι’ αυτές;

Δύο ειδών ιστορίες γράφω, με δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους. Αλλιώς αντιμετωπίζεται η ιστορία στην πεζογραφία, αλλιώς στην ποίηση. Στην πεζογραφία, θα γράψεις κάποια στιγμή για ένα θέμα που σε απασχολεί. Έχεις μια ιδέα που θα την αναπτύξεις σε βάθος χρόνου, με σταθερή και πολύωρη εργασία, με τις σχέσεις αιτίας-αποτελέσματος και τη χρονική τους σχέση στο προσκήνιο.  Στη δεύτερη περίπτωση, εκείνο που είναι αναγκαίο είναι το στιγμιαίο και απόλυτο ξάφνιασμα που θα αιχμαλωτίσει τον χρόνο σε μια δίνη κυκλική. Η πρωτοκαθεδρία των αισθήσεων είναι η μαγιά της ποίησης, και η επιτακτική ανάγκη τους για εκτόνωση είναι αυτή που ερεθίζει το φαντασιακό ώστε να παραχθεί η εικόνα που θα γίνει λόγος.

Η ποίηση έχει διάρκεια και διαδρομή. Εσείς πώς έχετε σχεδιάσει την πορεία σας προς την ολοκλήρωση του έμμετρου αγώνα που επιτελείτε;

Επειδή ο αγώνας είναι εσωτερικός και έρχεται από τόπους που προσπαθώ να αγγίξω, τα σχέδια είναι απαγορευμένα διά ροπάλου. Ελπίζω απλώς να είμαι υγιής και να γράφω εξελισσόμενη.

Στον επέκεινα χρόνο πού νομίζετε ότι θα βρίσκατε το πορτρέτο που η ίδια φιλοτεχνείτε;

Tι να σας πω… στον πλανήτη μαίνονται πυρκαγιές, πλημμύρες, συμφορές κι ο ποιητής απαγχοnίζεται/ στο τελευταία γrάμμα/ ατενίζοντας το μέλλον της τελείας, για να παραφράσω κάποιους στίχους από την ποιητική μου σύνθεση Μετάlipsi.

Πώς ορίζετε το ποίημα που “αντέχει τον χρόνο”;

Kραταιό ως προς την πανανθρώπινη εμβέλειά του και ανοίκειο ως προς τα επιβλητικά εκφραστικά μέσα του ευφυούς δημιουργού του.

H EΠΙΣΚΕΨΗ

Ένα πλήκτρο αστερία δεν μπόρεσε ν’ αρμέξει
με τη σπιρτάδα από άλμη ούτε μια ρώγα σταφυλιού
που αναφλεγόταν ερήμην μας σε οιωνούς κληματαριάς
ραντίζοντας μ’ άγριο θέρος τις σκιές μας όταν
η θάλασσα με ομοβροντία κοχυλιών πέταξε
το μαύρο γάντι στο σεντόνι κι έβαλε τα γέλια έτσι
όπως μας βρήκε να θωπεύουμε στον ύπνο μας
τα χείλη μ’ αμβροσία απ’ τον ιδρώτα κάποιου εφιάλτη
αγκαλιασμένους σ’ αιματοχυσία ρητορείας
για την αλμύρα στο έγκαυμα και τη συνείδηση στο χάος

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει ασχοληθεί με το θέατρο και τη γραφιστική. Από τις εκδόσεις «Γρηγόρη» κυκλοφορούν βιβλία απευθυνόμενα σε σπουδαστές και εκπαιδευτικούς. Έχει εκδώσει επίσης: Μια ματιά στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία (Γρηγόρης, 2000, δοκίμια), Το τραγούδι του λύγκα (Γρηγόρης, 2011, μυθιστόρημα), Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, αφηΓηματα αναΔρομων πΛεξεων (Αrs Poetica, 2013), Μετάlipsi (Γρηγόρης, 2015, ποίηση σε πρόζα), Λευκό από χθες (Σμίλη, 2017, μυθιστόρημα), Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν (Σμίλη, 2019, ποίηση σε πέντε πράξεις και αυλαία). Από το 2016 επιμελείται την περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου diP generation (Θράκα, 2016, Μανδραγόρας, 2017/18/19). Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Ζει στις Βρυξέλλες

 

Επιμέλεια σελίδας: Αντώνης Δ. Σκιαθάς.
Γραφείον Ποιήσεως
Ενότητα: “Ποιητικά Πορτρέτα”

.

 

 

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Τρεις Βάλτοι, θεατρικός μονόλογος

Γράμμα στην Σοφία Παρνόκ

Αγαπημένη Μου,

Θυμάμαι έβρεχε εκείνο το βράδυ
περόνιαζαν υγρασία οι σκουριασμένες μνήμες
καυτές οι ανάσες ξεσπούσαν στο τζάμι
μια πνοή προσμένανε τα στήθη
έναν λόγο, μιαν αφή.
Μυστικά αποτυπωμένα σε λαιμούς σημάδια
σμιλεύτηκαν άλικα
ήταν οι εντολές του φεγγαριού
που εκτελούν τα σώματα στο αμυδρό του φέγγος.
Μα να τη, η στιγμή του απόλυτου ισορροπεί στα χείλια
κι έτσι, μες στην αμείλικτη σιωπή ζεστάθηκε ο χειμώνας
τα σώματα συρρίκνωσαν το είναι τους
στο κάθισμα δονήθηκαν μυστήρια μέθης μυστικής
ανομολόγητες σκέψεις θόλωσαν στα παγωμένα βράδια
στα σάρκινα πρόσωπα χαράχτηκαν κινήσεις των χρωστήρων.
Ξέμειναν τα σπλάχνα από τσιγάρα
αναρωτήθηκαν πού θα βρίσκανε φωτιά
με τον καπνό να σχηματίσουν μέσα στις μέρες των καιρών
ατελείωτες σιωπές.

Τώρα
μόνο ο αχός της θάλασσας απόμεινε.

Πίνακας Jean Metzinger

 

Δώρα Κασκάλη, Ανατομικές λεπτομέρειες

.

Τά πόδια μου κουράστηκαν
νά κουβαλᾶνε τό μικρό μου σπίτι
δύο δωμάτια σαλοκουζίνα καί WC.
Γέμισαν σκοτωμένο αἷμα οἱ ϕλέβες
ὅσο ἐγώ κάνω ὑπερωρίες
στοῦ πόθου τά στιλέτα.
Ἀπ’ τά παράθυρά του βγαίνουν δέκα χέρια
κι αὐτά διακλαδίζονται σέ δάκτυλα διακόσια
μέ νύχια ἁρπακτικά πού κρύβουν τή γενιά τους
στό κόκκινο, τυρκουάζ καί κοραλλί μανό.

Ἡ μάνα ὅλη μέρα θυμιατίζει
σέ μία κόγχη τῆς ἀριστερῆς ἀμυγδαλῆς·
ἔχει στριμώξει εἰκόνες τῶν Ἁγίων
ἐπιχειρώντας πλιάτσικο στίς πιό λάγνες μου μνῆμες.
Ἐσύ κάνεις τραμπάλα στήν ἀρσενική δεξιά
νιώθεις ἀσϕάλεια μές στήν ὑπεροχή σου,
ὅσα σοῦ δίδαξαν οἱ κραταιοί προπάτορες θυμήσου!

Ἀπό τή μία θηλή κρέμονται δέκα νᾶνοι,
ἀπό τήν ἄλλη ρέει πρωτόγαλα ἀγριμιοῦ,
μιά τιάρα μοῦ ὑπόσχεται παλάτια
καί κοϕτερές, μεθυστικές βελόνες
μέ στέλνουν σέ ναρκωτικά ταξίδια τοῦ χαμοῦ.
Ἔχω μία πανάρχαια γιαγιά πού κάθε βράδυ
ποντάρει τήν τιμή μου στά χαρτιά
κι ἐγώ κρατάω τσίλιες στούς αἰῶνες
ἔξω ἀπ’ ἕναν οἶκο καθωσπρέπει
παραϕυλώντας τῆς ἀκολασίας τό βασιλιά.

Πάνω στήν ἄσπρη μου κοιλιά
θά σχεδιάσω ἕνα σπουδαῖο δέντρο γενεαλογικό
καί τό αἰδοῖο μου θά ὑποθηκεύσω
μ’ ἀντάλλαγμα τό σπέρμα βίαια ρομαντικῶν ἐραστῶν.

Δώρα Κασκάλη, Ανατομικές λεπτομέρειες, από τη συλλογή Ανταλλακτήριο ηδονώς, Σαιξπηρικόν 2014

Πίνακας: Jules Pascin

 

Πέτρος Σκυθιώτης, Συνθήκη ισορροπίας

daria-petrilli-13.jpg

8.

Μετά από δεκαεφτά πλύσεις εγκεφάλου
κρεμάστηκε στα σύρματα του τρίτου ορόφου
δίπλα στην μπουγάδα της γυναίκας του
μόλις στέγνωσε
καθαρός πια απ’ όλα τα μικρόβια
επέστρεψε στο μπαλκόνι να διαβάσει την
ατσαλάκωτη εφημερίδα
η γυναίκα και χωρίς πολλά πολλά
σιδέρωσε κι ετοίμασε τα δύο σκοτωμένα
παιδιά
για το δείπνο

Πέτρος Σκυθιώτης, Συνθήκη ισορροπίας, Θράκα 2014

Πίνακας: Daria Petrilli

 

Ζωρζ Περέκ, Ζωή – Οδηγίες Χρήσεως

,

.

Ο Σμωτφ κοντεύει τα ογδόντα. Πάει καιρός που ο Μπάρτελμπουθ του πρότεινε να πάρει σύνταξη, αλλά εκείνος ούτε που να τ’ ακούσει. Εδώ που τα λέμε όμως, δεν έχει και πολλή δουλειά. Το πρωί, ετοιμάζει τα ρούχα του Μπάρτελμπουθ και τον βοηθάει να ντυθεί. Μέχρι πριν από πέντε χρόνια τον ξύριζε κιόλας –με μια σακαράκα που ανήκε στον προ-προπάπο του Μπάρτελμπουθ– αλλά, επειδή η όρασή του είχε εξασθενήσει και το χέρι του έτρεμε, ο Μπάρτελμπουθ τον αντικατέστησε μ’ έναν νεαρό που του ’στελνε κάθε πρωί ο κύριος Πουά, ο κουρέας της οδού Προνύ.

Ο Μπάρτελμπουθ δεν βγαίνει πια καθόλου απ’ το σπίτι του, είναι δε ζήτημα αν όλη μέρα βγαίνει έστω και μία φορά απ’ το γραφείο του. Ο Σμωτφ κάθεται καραούλι στο διπλανό δωμάτιο, μαζί με τους άλλους υπηρέτες, που ούτε κι αυτοί έχουν πολλή δουλειά και, για να περάσει η ώρα τους, παίζουν χαρτιά και κουβεντιάζουν για τα περασμένα.

Ο Σμωτφ μένει αρκετές ώρες την ημέρα στο δωμάτιό του. Προσπαθεί να προοδεύσει λίγο στους πολλαπλασιασμούς του· όταν θέλει να χαλαρώσει, λύνει σταυρόλεξα, διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα που του δανείζει η κυρία Ορλόφσκα ή χαϊδεύει με τις ώρες τον άσπρο γάτο, που ρονρονίζει ξύνοντας τα νύχια του στα γόνατα του γέρου.

Ο άσπρος γάτος δεν ανήκει στον Σμωτφ, μα σ’ ολόκληρο τον ορόφο. Κάθε τόσο, πάει και μένει στης Τζέιν Σάττον ή στης Κυρίας Ορλόφσκα, ή ακόμα, κατεβαίνει μέχρι την Ιζαμπέλ Γκρατιολέ ή τη Δεσποινίδα Κρεσπί. Είναι ένας κεραμιδόγατος που, όταν εμφανίστηκε πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια, είχε μια ανοιχτή πληγή στο σβέρκο. Η Κυρία Ορλόφσκα τον περιμάζεψε και τον φρόντισε. Όλοι πρόσεξαν αμέσως πως ήταν δίκορος: το ’να μάτι του ήταν γαλανό σαν κινέζικη πορσελάνη και τ’ άλλο χρυσαφί. Χρειάστηκε να περάσει λίγος καιρός για να πάρουν είδηση πως ήταν και θεόκουφος.

Zωρζ Περέκ, Ζωή – Οδηγίες χρήσεως, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 74-75, Εκδόσεις ύψιλον 1991.

Πίνακας: Sven Hoekstra

 

Αρτέμης Μαυρομάτης, Μεσολαβεί χειρολαβή

Δυο μαύρα χέρια ο ήλιος και το τζάμι καθρεφτίζουν. Δυο μαύρα χέρια που κοιτούν μιαν αγκαλιά. Μιαν αγκαλιά που δίπλα τους τελείται. Η ανασήμανση της επαφής διαπράττεται συνήθως εκεί που άνθρωποι και χέρια γειτνιάζουν. Εκεί που άνθρωποι και φως στη θέα του αγγίγματος καλούνται να αντέξουν. Μεσολαβεί χειρολαβή ανάμεσα σ’ εμένα και τον Ήλιο. Ένα σωτήριο κράτημα, μια απεύθυνση ευθεία – παραδοχή του μαύρου των χεριών μου.

Αρτέμης Μαυρομάτης, Μεσολαβεί χειρολαβή, από τη συλλογή Χασέπ, Θράκα 2017

Πίνακας: Gerhard Richter

 

Βάνια Σύρμου, Τερματικός σταθμός

[…] Τὸ τρέ­νο φθά­νει στὴν ὥ­ρα του. Οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν. Κά­θε­ται κον­τὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὴν προ­τι­μᾶ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση. Μὲ τὸ κε­φά­λι ἐ­λα­φρὰ ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ βα­γο­νιοῦ, μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνᾶ τὸ στοι­βαγ­μέ­νο πλῆ­θος ποὺ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­λα­βές, πα­ρα­δο­μέ­νο στὴν κού­ρα­ση τοῦ ἀ­πο­με­σή­με­ρου. Στὸ πρό­σω­πό της δι­α­κρί­νεις μιὰ σύ­σπα­ση πό­νου. Τὸ βλέμ­μα της ἄ­δει­ο πλα­νι­έ­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ βα­γό­νι. Ὁ ἕ­νας σταθ­μὸς δι­α­δέ­χε­ται τὸν ἄλ­λο χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νει. Οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες, τὰ δέν­τρα, τὰ κα­τα­στή­μα­τα, οἱ δρό­μοι τρέ­χουν μπρο­στά της χω­ρὶς νὰ τὰ βλέ­πει. Κλεί­νει τὰ μά­τια σφι­χτὰ καὶ προ­σπα­θεῖ ν’ ἀ­δειά­σει τὴ σκέ­ψη της προ­ση­λώ­νον­τας τὴν προ­σο­χή της στὸν ἦ­χο τοῦ τρέ­νου.Ὅ­ταν τὰ ξα­να­νοί­γει, τὸ βλέμ­μα της συ­ναν­τᾶ τὸ χα­μό­γε­λο ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ποὺ στέ­κε­ται στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ἄ­κρη τοῦ βα­γο­νιοῦ. Κοι­τά­ζει ἀ­μέ­σως ἀλ­λοῦ προ­σπα­θών­τας νὰ τὸν ἀ­πο­φύ­γει. Βυ­θί­ζε­ται ξα­νὰ σὲ σκέ­ψεις χα­ζεύ­ον­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.«Συγ­γνώ­μη, γνω­ρι­ζό­μα­στε;» Μιὰ φω­νὴ στα­θε­ρὴ καὶ θερ­μὴ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τ’ ­ἀ­ρι­στε­ρά της. Ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια ξαφ­νι­α­σμέ­νη. Ὁ νε­α­ρὸς ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θε­ται τώ­ρα δί­πλα της, δι­α­τρέ­χει μὲ τὸ βλέμ­μα του τὸ πρό­σω­πό της καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει: «Γνω­ρι­ζό­μα­στε;» «Σ’ ἐ­μέ­να μι­λᾶ­τε;» τοῦ ἀ­παν­τᾶ ἐ­νο­χλη­μέ­νη. «Ναί, σᾶς κοι­τά­ζω ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα καὶ προ­σπα­θῶ νὰ θυ­μη­θῶ ἀ­πὸ ποῦ σᾶς ξέ­ρω». Βρί­σκει τὸ κλι­σέ του συμ­πα­θη­τι­κό, για­τὶ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο φι­λι­κὸ χα­μό­γε­λο. Τὸ πρό­σω­πό της ἀρ­χί­ζει νὰ ξε­μου­διά­ζει. Τὰ φρύ­δια της βρί­σκουν ξα­νὰ τὴν ἤ­ρε­μη θέ­ση τους. Δι­α­τη­ρεῖ τὴ σο­βα­ρό­τη­τά της. «Δὲ νο­μί­ζω», ἀ­παν­τᾶ κο­φτὰ καὶ κοι­τά­ζει μπρο­στά. Μιὰ κυ­ρία στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θι­σμα πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἀ­δι­ά­κρι­τα τὴ σκη­νή. Περ­νοῦν ἕ­να- δυ­ὸ λε­πτὰ ἀ­μη­χα­νί­ας. Και­ρὸ εἶ­χαν νὰ τὴν κοι­τά­ξουν ἔ­τσι στὰ μά­τια.Τό ‘χει σχε­δὸν ξε­χά­σει. Πρέ­πει νά ‘ναι κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ χρό­νια νε­ό­τε­ρός της. Ἔ­χει τὴν ἄ­νε­ση καὶ τὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τῆς νε­ό­τη­τας. Θάρ­ρος, θρά­σος ἢ καὶ τὰ δυ­ὸ μα­ζί. «Λοι­πόν;» «Λοι­πὸν τί;» Φτιά­χνει ἀ­συ­ναί­σθη­τα τὰ ἀ­τη­μέ­λη­τα μαλ­λιά της. «Φαί­νε­στε λυ­πη­μέ­νη». «Ναί, μιὰ δυ­σά­ρε­στη εἴ­δη­ση», τοῦ ἀ­παν­τὰ μὲ μιὰ ἀ­πρό­σμε­να γιὰ ἐ­κεί­νη ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση. «Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ σᾶς ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σε­τε κα­λύ­τε­ρα». Ἀ­νοί­γει τὴν τσάν­τα του καὶ τῆς προ­σφέ­ρει ἕ­να λου­λού­δι στὸ σχῆ­μα τῆς κα­μέ­λιας, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ κόκ­κι­νο γκο­φρὲ χαρ­τί. «Τὰ φτιά­χνω ὁ ἴ­διος». Δεύ­τε­ρη ἔκ­πλη­ξη. Μοιά­ζει μὲ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κὸ κόλ­πο. Τολ­μᾶ νὰ τὸν κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα. Βλέμ­μα ἤ­ρε­μο στὸ χρῶ­μα τοῦ με­λιοῦ. «Πο­λὺ ὄ­μορ­φο! Εὐ­χα­ρι­στῶ» τοῦ χα­μο­γε­λά. Δὲν ξέ­ρει για­τί, ἀλ­λὰ θέ­λει νὰ τολ­μή­σει. «Ὡ­ραῖ­ο χα­μό­γε­λο! Πρέ­πει νὰ χα­μο­γε­λᾶ­τε συ­χνό­τε­ρα». Κι ἄλ­λο κλι­σέ. Ἀ­κό­μα κι ἂν εἶ­ναι φάρ­σα ἀρ­χί­ζει νὰ τὸ δι­α­σκε­δά­ζει. «Ποῦ κα­τε­βαί­νε­τε;» «Καλ­λι­θέ­α». «Μὰ μό­λις πε­ρά­σα­με τὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο». Κά­νει νὰ ση­κω­θεῖ πα­νι­κό­βλη­τη μα­ζεύ­ον­τας τὴ τσάν­τα της. Τὴν στα­μα­τᾶ πι­ά­νον­τάς της τὸ χέ­ρι. «Τί θὰ ‘λε­γες γιὰ ἕ­να κα­φὲ στὸν Πει­ραι­ά; Πλη­σι­ά­ζου­με…» Ξαφ­νι­ά­ζε­ται. Ρί­χνει μιὰ ἀ­μή­χα­νη μα­τιὰ γύ­ρω της, μή­πως τοὺς κοι­τά­ζουν. Εὐ­τυ­χῶς τὸ βα­γό­νι ἔ­χει μι­σο­α­δειά­σει. Ξα­να­κά­θε­ται. Κοι­τά­ζει τὸ χάρ­τι­νο λου­λού­δι ποὺ κρα­τά­ει ἀ­κό­μα στὸ χέ­ρι της. Ἡ μο­να­ξιά της τὴν πε­ρι­μέ­νει σπί­τι εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα. Ἄς πε­ρι­μέ­νει λί­γο ἀ­κό­μα. Στὸ κά­τω-κά­τω δὲ σοῦ χα­ρί­ζουν κά­θε μέ­ρα… χάρ­τι­να λου­λού­δια. «Ναί, για­τί ὄ­χι;» Ἐ­ξάλ­λου, ἔ­χουν ἤ­δη φτά­σει στὸν τερ­μα­τι­κὸ σταθ­μό.[…]

Βάνια Σύρμου, Τερματικός σταθμός, διήγημα, Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, 2019

Πίνακας: Sally Storch