RSS

Thomas Bernhard, Ξύλευση

 

Έτρωγε τη σούπα του εξίσου τσαπατσούλικα με το πώς βγήκε στη σκηνή του θεάτρου, σκέφτηκα, παρατηρώντας όχι εκείνον αλλά τη συγγραφέα Τζίνι Μπίλροτ, η οποία φυσικά παρατηρούσε τον ηθοποιό ως ηθοποιό του Μπουργκ και φαινόταν να τα ρουφάει όλα όσα έπαιρνε βιαστικά με το κουτάλι και έλεγε ο ηθοποιός ως ηθοποιός του Μπουργκ και να τα θεωρεί πέρα για πέρα ασυνήθιστα, εξαιρετικά, απαράμιλλα. Τώρα, λοιπόν, καθόμουν απέναντι από τη Βιεννέζα Βιρτζίνια Γουλφ, αυτή την ακαλαίσθητη δημιουργό ποίησης και πεζογραφίας, η οποία, αυτό φάνηκε ξαφνικά καθαρά, σε όλη της τη ζωή λούστηκε μόνο με το μικροαστικό της κιτς, καθώς σκέφτομαι.

Και ένα τέτοιο πρόσωπο τολμά να λέει χωρίς περιστροφές ότι γράφει καλύτερα από τη Βιρτζίνια Γουλφ, την οποία, από τότε που μαθήτευσα στη συγγραφική σκέψη, τη θαύμαζα πάντοτε ως την καλύτερη απ’ όλες τις ποιήτριες, τολμά να λέει ότι η ίδια, η Μπίλροτ, προχώρησε στα μυθιστορήματά της πιο πέρα από τα Κύματα, πιο πέρα απ’ το Ορλάντο, πιο πέρα από το Μέχρι το φάρο. Στο Κιλμπ έδειξε η Τζίνι άλλη μία φορά την κόσμια πλευρά της, σκέφτηκα τώρα, καθώς καθόμουν απέναντί της και αναθεμάτιζα αυτό το καλλιτεχνικό δείπνο, που ξάφνου πραγματικά και με την πιο αληθινή σημασία της λέξης το μετέτρεψε ο ηθοποιός του Μπουργκ σε καλλιτεχνικό νυχτερινό συμπόσιο, και το ένιωθα τόσο γκροτέσκο και αποκρουστικό όσο πραγματικά ήταν, σκέφτομαι.

Thomas Bernhard, Ξύλευση, ένας ερεθισμός, σελ. 128-129, μτφρ.: Βασίλης Τομανάς, Εκδόσεις Εξάντας, 1996.

Πίνακας: Stefan Caltia

 

Γιούκιο Μισίμα, Ο ναός του χρυσού περιπτέρου

Οι στέγες του χωριού, που το συγκεχυμένο τους περίγραμμα αναδυόταν μεσ’ απ’ τη σκοτεινή αυγή, τα μαύρα δέντρα και οι κορυφογραμμές του Αομπαγιάμα, ακόμη κι η Ουίκο, που είχε σταθεί τώρα μπροστά μου, όλα κατακλύζονταν από έλλειψη νοήματος. Μια έλλειψη τόσο πλήρη όσο και τρομακτική. Κάτι είχε στηρίξει την πραγματικότητα σε όλα αυτά, χωρίς να περιμένει τη συμμετοχή μου: και η θεοσκότεινη αυτή πραγματικότητα, μεγάλη και άδεια από κάθε νόημα, μου είχε δοθεί, μου είχε επιβληθεί, με ένα βάρος που δεν είχα υπάρξει ποτέ μέχρι τότε μάρτυς του. Όπως πάντοτε, οι λέξεις ήταν πιθανότατα τα μόνα πράγματα που θα μπορούσαν να με γλιτώσουν από αυτή την κατάσταση. Κάτι που αποτελούσε χαρακτηριστική παρεξήγηση από την πλευρά μου. Όταν έπρεπε να δράσω, πάντοτε με απορροφούσαν οι λέξεις. Και ακριβώς επειδή έβγαιναν με τέτοια δυσκολία από τα χείλη μου, τους αφοσιωνόμουν ξεχνώντας τα πάντα γύρω από τη δράση. Μου φαινόταν μάλιστα ότι οι πράξεις, κάτι αστραφτερό και πολυποίκιλο, πρέπει να συνοδεύονται πάντοτε από εξίσου αστραφτερές και πολυποίκιλες λέξεις.

Δεν κοίταζα τίποτε επισταμένως. Απ’ όσο θυμάμαι, η Ουίκο στην αρχή τρόμαξε. Όταν όμως συνειδητοποίησε ότι ήμουν εγώ, αρκέστηκε να κοιτάξει το στόμα μου. Κοίταζε –έτσι τουλάχιστον υποθέτω– την ανόητη και σκοτεινή αυτή τρυπίτσα, κακοφτιαγμένη και ακάθαρτη σαν τις φωλιές των μικρών ζώων στους αγρούς, που κουνιόταν τώρα στο πρωινό φως της αυγής χωρίς κανένα νόημα. Ναι, η Ουίκο κοίταζε μόνο το στόμα μου. Και αφού ικανοποιήθηκε ότι από αυτό το στόμα δεν θα προερχόταν ούτε η ελάχιστη δύναμη σύνδεσης με τον έξω κόσμο, ένιωσε ανακουφισμένη. «Θεέ μου!», είπε. «Τι παράξενο να είναι κανείς τραυλός!»

Γιούκιο Μισίμα, Ο ναός του χρυσού περιπτέρου, σελ. 17-18, μτφρ.: Λήδα Παλλαντίου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999

Photo: Sarah Moon

.

.

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο


  Έτσι, όποτε σκεφτόταν το έργο του κ. Ράμζυ, έβλεπε πάντα ένα καλοπαστρεμένο τραπέζι της κουζίνας. Είχαν φτάσει τώρα στον δεντρόκηπο, και το τραπέζι ήταν σφηνωμένο στη διχάλα μιας αχλαδιάς. Και με μια οδυνηρή προσπάθεια να συγκεντρωθεί, προσήλωσε το μυαλό της όχι στην ασημοσκάλιστη φλούδα του δέντρου ούτε στα φύλλα του, που είχαν το σχήμα ψαριού, αλλά σ’ ένα φανταστικό τραπέζι της κουζίνα, ένα από κείνα τα καλοτριμμένα ξύλινα τραπέζια, με νερά και ρόζους, που η αξία του φαίνεται να έχει αποκαλυφθεί μέσ’ από χρόνια και χρόνια μυικής ακεραιότητας, σφηνωμένο εκεί, με τα τέσσερα πόδια του στον αέρα. Φυσικά, αν περνάς τις μέρες σου παρατηρώντας γωνιώδεις ουσίες, ανάγοντας ένα ωραίο απόγευμα, με τα σύννεφά του, που μοιάζουν με φλαμίγκο και τα γαλάζια κι ασημένια του χρώματα, σ’ ένα λευκό τραπέζι από ξύλο πεύκου με τέσσερα πόδια (και τούτο είναι σημάδι των πιο εκλεκτών φύσεων), τότε, φυσικά, δεν μπορείς να κρίνεσαι σαν ένας κοινός άνθρωπος. Άρεσε στον κ. Μπανκς που η Λίλυ του ζήτησε «να σκεφτεί το έργο του». Το είχε σκεφτεί συχνά πυκνά. Αναρίθμητες φορές είχε πει πως «ο Ράμζυ είναι απ’ αυτούς που δίνουν το καλύτερο έργο τους, προτού πατήσουν τα σαράντα». Είχε κάνει μια συγκεκριμένη συνεισφορά στη φιλοσοφία μ’ ένα μικρό βιβλίο, όταν ήταν μόνο είκοσι πέντε• όσα επακολούθησαν ήταν λίγο πολύ ενισχυτικά όσων είχαν ειπωθεί, επαναλήψεις. Αλλά ο αριθμός αυτών που κάνουν μια συγκεκριμένη συνεισφορά σε οτιδήποτε είναι πολύ μικρός, είπε, σταματώντας δίπλα στην αχλαδιά, καλοβουρτσισμένος, εξαιρετικά σωστός, άψογα ακριβοδίκαιος. Ξαφνικά, σαν να απελευθερώθηκε, με την κίνηση του χεριού του, το βάρος των συσσωρευμένων εντυπώσεων που η Λίλυ είχε σχηματίσει για τον κ. Μπανκς έγειρε κι ό,τι αισθανόταν γι’ αυτόν κατρακύλησε σαν βαριά χιονοστιβάδα. Αυτό ήταν μία αίσθηση. Μετά, ψηλά ανέβηκε σαν καπνός η αληθινή του φύση. Κι αυτό ήταν μια άλλη αίσθηση. Κι η ένταση ήταν τόση που ένιωσε να την διαπερνάει• ήταν το ήθος του, η ψυχική του ευγένεια.

Βιρτζίνια Γουλφ, Στο φάρο, σελ. 31, μτφρ.: Άρης Μπερλής, Εκδόσεις ύψιλον, 1995

Πίνακας: Leon de Smet

 

 

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ιστορία

Όταν όμως έφθασε η είδηση του φρικτού θανάτου του Δίκαιου από την ασθένεια του χαλκού και εξέλειψε κάθε ελπίδα, ο Γρηγόρης, αφού παρέμεινε δυο ή τρεις μέρες άσιτος και άπιοτος, έσφαξε τον μεγαλύτερο πετεινό από τα πουλερικά που έβοσκαν και τριγυρνούσαν στο αμπέλι τους. Μετά άναψε μεγάλη φωτιά και τσιγάρισε μέσα σε λάδι και πολλά μπαχαρικά το κρέας του πουλιού, έστρωσε τραπέζι, κάθισε και έφαγε τις δυο φτερούγες, τον λαιμό και το κεφάλι του πετεινού, ενώ το υπόλοιπο κρέας το έθαψε στην άκρη του αμπελιού τους. Σύντομα, όμως, ο Γρηγόρης ξαναβρήκε τον παλιό ρυθμό του, χωρίς να νοιάζεται για φαγητά ψητά, κοκκινιστά ή βραστά, ούτε για σάλτσες και μυρουδιές μαγειρέματος. Και όχι μόνο δεν νοσταλγούσε το στρωμένο τραπέζι, τα πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα, αλλά δημιούργησε δική του δίαιτα, που κάποιος θα μπορούσε να την κατατάξει ανάμεσα στη διατροφή της σαύρας και του αγροτικού σκαντζόχοιρου, δηλαδή στη δυνατότητα να βρίσκει κανείς τροφή αποκλειστικά και μόνο από τον αέρα ή το χώμα.

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ιστορία, σελ. 162-163, εκδόσεις Κέδρος, 1982

Artwork: Catrin Arno

 

Thomas Bernhard, Απογοητευμένοι Εγγλέζοι

Κάποιοι Εγκλέζοι που είχαν παρασυρθεί από έναν Ανατολικοτιρολέζο οδηγό και ανέβηκαν μαζί του στις Τρεις Κορυφές, όταν έφτασαν στην ψηλότερη κορυφή, απογοητεύτηκαν τόσο πολύ από το φυσικό τοπίο, που σκότωσαν στο πι και φι τον οδηγό, πατέρα τριών παιδιών και σύζυγο μιας μουγκής γυναίκας. Όμως όταν συνειδητοποίησαν τι είχαν κάνει, πήδηξαν από κει πάνω στο κενό. Μια εφημερίδα του Μπέρμιγχαμ έγραψε για το συμβάν ότι το Μπέρμιγχαμ έχασε τον πιο διακεκριμένο εκδότη εφημερίδας, τον πιο εξαίρετο διευθυντή τραπέζης και τον πιο ικανό εργολάβο κηδειών.

Thomas Bernhard, Ο μίμος των φωνών, μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, σ. 49, Εκδόσεις Άγρα, 2000

Αrtwork: Mike-Worrall

 

Σταυρούλα Δημητρίου, Η ψυχή του καθρέφτη

Αρουραίον άχθος…
Σα νύχτωνε, έκλειναν οι πόρτες η μια μετά την άλλη και κατέβαιναν τα μάνταλα. Κραυγές πόνου, σαν από πάνω τους να έπνεαν πνεύματα. Τόπος μαρτυρίου τα παράθυρα.
Ήταν οι νυχτερίδες. Κάτι νυχτερίδες με πρόσωπο μωρού, που χτυπιόνταν πάνω στα παράθυρα απελπισμένα.
Και τα μικρά πατηματάκια κάθε πρωί στα πορτόφυλλα και στα κατώφλια. Σαν κάποιοι να ’γραφαν ιερογλυφικά τσαλαβουτώντας τις γραφίδες στα λασπόνερα. Τα βήματά τους ηχούσαν τη νύχτα όλο μυστήριο. Δούλευαν φτιάχνοντας στοές στα βάθη των σπιτιών. Ο φριχτός θάνατός τους, το πρωί.
Βλοσυρές κουκουβάγιες με μαύρα πέπλα –τις είδαν οι άνθρωποι– να πέφτουν με τα νύχια τους απάνω στα ποντίκια, νύχια σαν βελόνες, να τα μπήγουν βαθιά μέχρι τα δάχτυλα στο κορμί τους, να τα βγάζουν, αυτά να αιμορραγούν, αυτές με μάτια ονειροπόλα να τα κοιτάνε, να περιμένουν, κι όταν τα ποντίκια πέθαιναν, να τ’ αρπάζουν, νεκρά όπως ήταν, με το ράμφος τους και να τα καταπίνουν διαμιάς ολόκληρα.
Ποντίκια ντόπια, φερτά, επαναπατρισμένα, ως και rattus rattus γαλαζοαίματα πάππου προς πάππου απ’ την εποχή του Ριχάρδου, απ’ το χίλια εξακόσια τόσο ταξιδεύοντας από λιμάνι σε λιμάνι. Που κάθε μέρα πλήθαιναν, που έτρεχαν κορδέλα στο δάσος κι όλη νύχτα με τους ασπάλακες αντάλλασσαν τους ψύλλους τους. Η πόλη υπό το κράτος μιας σπείρας ποντικιών.
Στρατιές από γάτες, γατάκια, γερόγατους. Τα μικρά γατιά να κοιτάζουν στα μάτια τα μεγάλα γατιά. Να μελετούν το γεροντικό μυαλό των γερόγατων, που φύλαγαν βάρδια στις σκεπές κι είχαν μάθει τα δρομολόγια των ποντικιών και παραμόνευαν. Έτρωγαν οι γάτες όσα ποντίκια μπορούσαν. Και, σα χόρταιναν, τα δάγκωναν με τα δόντια και με τα νύχια και τα στοίβαζαν σε θημωνιές πλάι στο έλος. Ώσπου έπιασε ένα χοντρό νερό και τα κωλόσυρε μέσα. Και τότε οι γάτες μαζεύτηκαν στεφάνι γύρω από το έλος και τα κοιτούσαν. […]

Photo: Sarah Moon

Σταυρούλα Δημητρίου, Η ψυχή του καθρέφτη, μυθιστορημα, Λιβάνης, 2009

 

Χρυσοξένη Προκοπάκη, Μια τυχαία Ιφιγένεια

Κοντοστέκομαι σε μια βιτρίνα όπου καθρεφτίζεται αγνώριστο το είδωλό μου. Στο πρώτο κομμωτήριο που συναντώ, μπαίνω μέσα. «Κόψε τα όσο μπορείς», λέω στην κοπέλα. Κι εκείνη το κάνει. Τα μαλλιά πέφτουν στο πάτωμα σαν μαύρες νιφάδες από βαμβάκι. Παρακολουθώ απ’ τον καθρέφτη την πορεία τους προς το πάτωμα. Τα λυπάμαι. Καθώς η κοπέλα μαζεύει τα κομμάτια μου, αναλογίζομαι τα πρόσωπα εκείνα που κόβουμε απ’ τη ζωή μας έτσι απλά κάποια στιγμή, και τα εξαφανίζουμε σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Φτάνω σπίτι ικανοποιημένη με τον καινούργιο μου εαυτό, τον οποίο μόλις αντικρίζω στον καθρέφτη δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω. Οι αλλαγές σε φέρνουν πιο κοντά στην ουσία σου, σκέφτομαι. Οι αλλαγές σε αποξενώνουν για λίγο, κι ίσως στην αρχή να σε πονάνε κιόλας. Όπως γίνεται με τα καινούργια παπούτσια, που μέχρι να τα συνηθίσουν τα πόδια σου, δεν τα ανέχεσαι ούτε λεπτό. Παρ’ όλα αυτά τα υπομένεις.[…]

Όταν σου συμβαίνουν πράγματα που δεν έχεις σχεδιάσει, αφήνεις το χρόνο να περνάει ανελέητα πάνω σου, να σε πατάσσει και, φτάνοντας σε μία ηλικία, καταλαβαίνεις ότι τα σημάδια του είναι παντού στο κορμί σου, στη μνήμη σου, μπροστά στο πιάτο σου. Θα φας το χρόνο εσύ ή θα σε φάει; Η Μυρτώ προτιμάει να αρπάξει το χρόνο και να τον στύψει, να τον κερδίσει επιτέλους. Εγώ επιλέγω να πάω σ’ ένα ανθοπωλείο. Θα της στείλω μία ανθοδέσμη επιβραβεύοντάς την για τις νέες της αποφάσεις. Πάντα άρεσαν στη Μυρτώ τα λουλούδια.
Η πωλήτρια μου προτείνει τα χρυσάνθεμα επειδή συμβολίζουν τη χαρά. Διαφωνώ μαζί της. «Τι θα λέγατε για μερικούς ηλίανθους που δείχνουν την αφοσίωση;» Όχι, όχι, όχι ηλίανθους. Οι ηλίανθοι μου προκαλούσαν ανέκαθεν θλίψη. Απελπισμένη η πωλήτρια με συμβουλεύει: «Πρέπει να είστε πολύ προσεκτική με το λουλούδι που θα στείλετε. Από αυτό θα κριθούν πολλά. Είναι σημαντικό». Έχει πάρει πολύ σοβαρά το ρόλο της, τον έχει αναγάγει σε επιστήμη, και ίσως έπρεπε να υπακούσω. Μου προτείνει κι άλλα λουλούδια, όμως εγώ θέλω να πάρω μόνο κίτρινα τριαντάφυλλα, ό,τι κι αν σημαίνουν αυτά.
Προσπαθεί να με μεταπείσει. «Θα το μετανιώσετε» με προειδοποιεί. Τα τυλίγει με μία διάφανη μεμβράνη και συνεχίζει την πλύση εγκεφάλου με παραδείγματα από την καθημερινότητα. Μου περιγράφει σκηνές καταστροφής όταν κάποιος τόλμησε να πάρει λάθος λουλούδι ή λάθος χρώμα. Δεν την ακούω πια. Με ρωτάει αν θα γράψω κάτι στην κάρτα. Της δίνω μονάχα ένα αναβράζον δισκίο για τον πονοκέφαλο. Το βάζει στο φακελάκι και μου λέει με ενοχλημένο ύφος που δεν ακολούθησα τις συμβουλές της: «Θα παραδοθούν μέχρι το βράδυ». Βγαίνω έξω απ’ το μαγαζί. Στο δρόμο χαμογελάω καθώς σκέφτομαι την ιδιοτροπία της Μυρτώς με τα χάπια: επειδή δεν μπορούσε να καταπιεί χάπια, προτιμούσε τα αναβράζοντα δισκία, τα οποία διέλυε στο νερό προσθέτοντας πάντα μισό κουταλάκι ζάχαρη. Άραγε θα της φτάσει μόνο ένα δισκίο για τον καινούργιο της πόνο;

 

Χρυσοξένη Προκοπάκη, Μια τυχαία Ιφιγένεια, μυθιστόρημα Εκδόσεις Στίξις, 2017

Πίνακας: Léon De Smet