RSS

Αντώνης Σαπουντζάκης

.

Η κυρία των σκοτεινών ναυπηγείων
βγάζει περίπατο στο άλσος τα εν δυνάμει
κυοφορεί τα τραύματα του αίλουρου χρόνου
μέσα στην άνοιξη των επιδέσμων.
Τα μονήρη απογεύματα φοράει λεπίδες
κόβει κλαδιά της ευθείας να χαρίσει
στους δρόμους του καθρέφτη γρατζουνιές.
Στολισμένη απουσίες την ψιθυρίζουν τα χάσματα.
Απ’ τα μαλλιά της ξετυλίγει τους ανέμους
στη δυσαρθρία της πόλης τους διαρρήκτες
ως τις αδειόσυνες καμπάνες.
Την φωνάζω Αίφνης.
Ο πυρετός της μήτρας της σηκώνει τα κοτσύφια.
Έτσι παίρνει τους αιώνες και φεύγουνε

Πίνακας:Pierre Bonnard

diP generation 2019, 4ο τεύχος, Εκδόσεις Μανδραγόρας

 

Αθηνά Τιτάκη, Η Ιωνού

.

Η γυναίκα του Ιωνά τα βράδια τρώει ψάρι
τινάζει τα λέπια απ’ την ποδιά
χαϊδεύει την κοιλιά της.
Βάζει μπουγάδες μεσημέρια
λευκά ολόλευκα στρωσίδια
ξεφτίζει τους κορσέδες της
τραβάει τις μπανέλες.
Να γίνουν κάγκελα της κούνιας πώς να πεις
με τα μωρά πολλά
δίδυμα, τρίδυμα να κλαίνε.
Πιο στόματα μεγάλα δεν υπάρχουν
να βρύχουν δόντια πως βαρέθηκαν το φύραμα
και λαχταρούνε άσπρο γάλα.
Μα στέρφεψε το κήτος για να δώσει
βυθίζει μόνο κι αναδύεται
με αμαρτωλούς χωμένους μες στα σπλάχνα.
Στη Νινευή δεν έφτασε εξιλέωση
μήτε μεγάλα λόγια της μετάνοιας
το κήτος θήρευε αχόρταγα
κι η Ιωνού τα βράδια της ρευόταν.

Περιοδική ανθολογία, diP generation 2019, 4o τεύχος, Εκδόσεις Μανδραγόρας

Artwork: Gregory Crewdson

 

George Le Nonce, ὄχι ἀκόμη, ὄχι πιὰ

.

Στὸν ὕπνο της ἔρχονταν κοινότοποι ἐφιάλτες:
τέρατα σαρκοβόρα μέσα της πὼς κατοικοῦσαν
κι ἔτρωγαν τὰ σπλάχνα της καὶ σάπιζαν τὰ ἐντόσθια.
Ἔντρομη ξυπνοῦσε καὶ πρὶν ἀκόμη
προλάβει ν᾽ἀναστενάξει ἀνακουφισμένη
ὅτι ἐφιάλτης ἦταν ὅλο αὐτὸ τὸ μακελειὸ
αἰσθανόταν βίαιη τὴν κλωτσιὰ μὲς στὴν κοιλιά της
χαμογελοῦσε παρ᾽ ὅλα αὐτὰ ὅπως ἁρμόζει σὲ ἐγκύους
εἶχαν περάσει κιόλας ἕξι μῆνες ἀπὸ τότε ποὺ ἔμαθε
πὼς δὲν ἦταν νόσος ἀλλὰ ἐλπίδα ποὺ τὴν βασάνιζε.

Τοὺς παρατηροῦσε ἀπὸ κάποια ἀπόσταση
σηκώσανε τὴν πλάκα, σκάψανε, τὸ ἀνοίξανε
μὲ τὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ εἶδε τὰ ὁστὰ
καὶ δὲν εἶχαν τὴν ὄψη ποὺ περίμενε τὴν ἀπόκοσμη
ἀντίθετα σὰν ἀποφάγια τῆς φάνηκαν, τίποτε ἀσυνήθιστο
μόνο τὰ ροῦχα τὴν τάραξαν, ποὺ ἔπλεαν: πόσο παράδοξο
νὰ ντύνουν τὴν ἀπουσία! Ἴσως θὰ ἔπρεπε γυμνοὺς
νὰ τοὺς θάβουν τοὺς νεκρούς˙ ἡ ἀνάρμοστη θέα
τῶν γυμνῶν πεθαμένων ἐλάχιστο τίμημα
γιὰ νὰ μὴν φανεῖ κάποτε πὼς σάρκα δὲν ὑπάρχει πιά.

George Le Nonce, ὄχι ἀκόμη, ὄχι πιὰ από την ποιητική συλλογή Έλεος, Βibliothéque

Artwork: Isabelle Cochereau

 

Αντώνης Σαπουντζάκης

.

Το σώμα είναι χρόνος
πολιορκούμενος
πότε χώρος πότε χρώμα
πάντα χώμα
ενίοτε η θραύση ενός κρυστάλλου
στις ευθείες τροχιές η αφύλαχτη διάβαση
ουρανός τονισμένος στο αχ.
Το σώμα είναι επανάληψη
πολλές επαναλήψεις
μιας επινόησης
ένα κατά συνθήκην ψεύδος
προσωρινότητα με σημαία ευκαιρίας
το απαγγέλλον κύμβαλο
στα γρέζια του κατσουλιέρη
το κατ’ εικόνα
όταν στοιχίζεται με τον γκρεμό.

diP generation 2019, 4ο τεύχος, Μανδραγόρας 2019

Artwork: Joel Peter Witkin

 

Μαρία Μανδάλου, Ισοσκελές διάβημα

.

Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν χωράνε οι παχύσαρκοι,
Οι μύωπες πλέον χειρουργούνται,
Αλλά πληθαίνουν, μάνα μου, οι τετραπληγικοί,
Με τη ρομφαία παρελαύνουν τα μέλη του αντικαπνιστικού,
Παλιές πουτάνες που ντύθηκαν το ράσο.
Ένας ευκοίλιος καιρός μάς παρασέρνει στον τορό του,
Ενώ σωρεύονται οι φύλακες στα τείχη.
Χιλιάδες οι πνιγμένοι με τα φουσκωτά
Στο Γιβραλτάρ και στον Αχέροντα.
Ζυγιάζει προς τ’ αποδώ η πλάστιγγα της αμαρτίας
Κι ο μεταπράτης Έκτορας σε χάνδακα τυφλό
Βαφτίζει τον Παράκελσο μαύρο της φαρμακείας.

Ισοσκελές διάβημα από τη συλλογή Μεταποιητική της ενοχής και άλλα ποιήματα (Τυπωθήτω, σειρά Λάλον Ύδωρ, 2009)

Artwork:Lars Henkel

 

Αθηνά Τιτάκη, Ερωτικά σαφές

Ήταν κι οι φορές που έφτιαχνε τις μικρές τούρτες από λάσπη, τις έψηνε στον ήλιο και τις άφηνε έξω από τα μεγάλα ζαχαροπλαστεία της πόλης. Γίνονταν ανάρπαστες από τις κυρίες και τους κυρίους με τις μυτερές ομπρέλες και τις μαβιές γλώσσες. Περίμενε τις καλοκαιρινές μπόρες να γυαλίσουν τα συρματοπλέγματα των γειτόνων κι όταν αυτοί τα σκούπιζαν με πανιά να μη σκουριάσουν εκείνη ετοίμαζε τα ξύλινα ταψάκια. Μάζευε τη λάσπη από τις ξεθυμασμένες λούμπες, ζύγιζε με το μάτι τις ποσότητες και τις έπλαθε σχήματα στρογγυλά και οχτάγωνα όμοια με τις καρδιές των αστεριών πριν από τη μεγάλη τους έκρηξη. Όσοι την έβλεπαν σκυμμένη στο υγρό χώμα πίστευαν πως είχε χάσει την ευστάθεια των μεταλλικών ποδιών και πως έψαχνε για τα άχρηστα όστρακα μιας χαμένης αρχαίας λίμνης σαν τότε που οι άνθρωποι είχαν μιαν άλλη αντίληψη για τα ενθύμια. Όμως εκείνη δεν είχε καμία σκέψη και καμιά πρόθεση παρά μόνο για το πώς ο ήλιος θα έδινε στον πηλό την εξωτερική σκληράδα της γης και τη μαλακωσιά του κέντρου των βρασμών, τέτοια που όποιος τον γευόταν θα έπαιρνε το ζωηρό των ξεχασμένων κατακόκκινων βυθών, τη θέρμη της ανεξίτηλης μνήμης, την ανακούφιση των προσαρμογών και των παιδικών παιχνιδιών την αξέχαστη γεύση.

Αθηνά Τιτάκη, από τη συλλογή Ερωτικά σαφές, Μανδραγόρας, 2016.

Πίνακας: Ernest Ludwig Kirchner

 

 

George Le Nonce, ΙΙΙ. Ακήρατος

[…]

Τὰ σώματα τῶν ἀνίατων ἀνθρώπων
ἕνα βαρὺ στρῶμα μούχλας
ποὺ ποτὲ δὲν ξέρουν οἱ ἄνθρωποι
τί βάθος μπορεῖ νὰ ἔχει
δὲν τὸ ἀγγίζουν, δὲν τὸ βυθομετροῦν
ἀποστρέφονται τὴ φθορὰ
ἀποστρέφονται τὸν βρώμικο πολτὸ ποὺ τοὺς ἀγκαλιάζει
ἀποστρέφονται τὸ χαμένο τους σχῆμα
ἐξορκίζουν τὴ νόσο
ἐξορκίζουν τὴ φύση τους
ἐξορκίζουν τὸν χρόνο.
Ἐκεῖ βυθισμένοι
ψάλλουν, προσεύχονται, προσπαθοῦν
ἐλπίζουν.

Ἡ ἐλπίδα εἶναι τὸ πιὸ βρώμικο
ἀπ᾽ὅσα σᾶς δόθηκαν μαρτύρια.
Μ᾽αὐτὴν μετρᾶτε
τὸν χρόνο ποὺ πέρασε καὶ τὸν χρόνο ποὺ μένει
τὴν ὀδύνη τοῦ παρελθόντος
τὴν ἄγνοια τοῦ μέλλοντος
καρφωμένοι στὸ ἀκίνητο ἐκεῖνο σημεῖο
στὸ κατώτατο σημεῖο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης
στὸν πυθμένα τοῦ στάσιμου βάλτου
ὅπου ἀναδεύονται τὰ σώματα
καὶ τρέμοντας ἐλαφρὰ
ἀδιόρατα
πανικόβλητα ἐντούτοις
ἀγγίζονται
καὶ μολύνουν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο.
Ἔτσι ἀναπαράγεται
ἡ ἀνθρώπινη νόσος.

[…]

George Le Nonce, ΙΙΙ. Ακήρατος, από την ποιητική συλλογή Έλεος, Βibliothéque

Πίνακας: Gian Paolo Dulbecco