RSS

Λουκία Πλυτά, Αχνάδα

.

Η αχνάδα του πρόσκαιρου

μοιάζει με πεινασμένο λύκο.

Αποδείχθηκε πως,

όταν σκουπίζεις

με το μανίκι σου το τζάμι,

δεν σημαίνει

πως μπορείς να δεις καλύτερα.

Σπάσ’ το!

Artwork: Philippe Koubareff

 

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

—Τι βλέπεις; Eίπε ψιθυριστά η Φρόνυ.

Κοίταξα και τους είδα. Ύστερα κοίταξα και έβλεπα την Κάντυ με άνθη στα μαλλιά και έναν πέπλο μακρύ σαν άνεμο αστραφτερό. Κάντυ Κάντυ

—Σουτ. Είπε ο Τ. Π. Θα σ’ ακούσουνε. Κατέβα κάτω σβέλτα. Και με τραβούσε. Κάντυ. Ο Τ.Π. με τραβούσε. Σουτ. Είπε. Σώπα. Έλα δω αμέσως. Και με τραβούσε. Κάντυ. Πάψε Μπέντζυ. Θέλεις να σ’ ακούσουν; Άντε, στάσου να πιούμε καμιά γουλιά ακόμη και μετά ξαναγυρίζουμε, αν το βουλώσεις. Πάμε καλύτερα να πάρουμε άλλο ένα μπουκάλι, ειδαλλιώς θ’ αρχίσουμε να σκούζουμε  και οι δυο μας. Θα πούμε το ήπιε ο Νταν. Ο Κύριος Κουέντιν πάντα του λέει είναι ξύπνιο σκυλί, εμείς μπορούμε να πούμε ξέρετε είναι μπεκρόσκυλο, πίνει.

Η φεγγαράδα κατέβαινε τα σκαλιά του υπογείου. Ήπιαμε κι άλλο. — Ξέρεις τι θα ήθελα τώρα; Θα ’θελα ξαφνικά να μπουκάρει εδώ στο κατώι μια αρκούδα. Και ξέρεις τι θα ’κανα; Θα πήγαινα ίσα καταπάνω της και θα την έφτυνα τσιφ στο μάτι. Για δώσε την μπουκάλα να ταπώσω το στόμα μου προτού βγάλει φωνή μεγάλη.

Ο Τ.Π. γκρεμίστηκε κατάχαμα. Έβαλε τα γέλια και η φεγγαράδα και η πόρτα του υπογείου άρχισαν να πηδάνε και έφυγαν και κάτι με χτύπησε εμένα. — Σώπαινε. Είπε ο Τ.Π. Και πάλευε να μη γελάσει. Χριστούλη μου, πάει, θα μας ακούσουνε. Σήκω πάνω. Ο Τ. Π. είπε. Σήκω Μπέντζυ, σβέλτα. Κυλιόταν κάτω και γελούσε. Κι εγώ δοκίμαζα να σηκωθώ. Τα σκαλιά του υπογείου ανέβαιναν τον λόφο μέσα σε φεγγαράδα και ο Τ.Π. σωριάστηκε απάνω στον λόφο μέσα στη φεγγαράδα, κι εγώ έτρεξα ίσα στον φράχτη και ο Τ.Π. έτρεχε πίσω μου και όλο έλεγε μην κλαις μην κλαις. Μετά έπεσε μέσα στα λουλούδια και να γελάει κι εγώ έτρεξα κατά το κασσόνι. Όμως όταν έκανα ν’ ανέβω εκείνο πήγε παραπέρα και με χτύπησε στο κεφάλι μου από πίσω και το λαρύγγι μου έβγαζε θορύβους και έκανε ξανά θορύβους κι εγώ δεν προσπαθούσα να σηκωθώ και το λαρύγγι μου έκανε ξανά θορύβους και εγώ άρχισα να κλαίω. Όμως το λαρύγγι μου έβγαλε ήχο ξανά και ο Τ.Π. με τραβούσε. Το λαρύγγι μου έβγαζε ήχους συνέχεια και εγώ δεν μπορούσαν να διακρίνω αν έκλαιγα ή όχι, και ο Τ.Π. σωριάστηκε απάνω μου και γελώντας. Και εκείνος ο ήχος συνεχιζόταν και ο Κουέντυ έδωσε κλωτσιά στον Τ.Π. και η Κάντυ με αγκάλιασε και ο πέπλος της έφεγγε και δεν ευωδίαζαν δέντρα πλέον και άρχισα να κλαίω.  

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, Απριλίου 7η, 1928, σελ. 69-70, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Artwork: Yohann Fournier

 

Ευσταθία Ματζαρίδου, Φτερά στο τσιμέντο

Όταν πνίγομαι, λοιπόν, από την κατάσταση της ανελευθερίας μου, ονειρεύομαι ότι είμαι μια τσιγγάνα, μια απ’ αυτές τις τσιγγάνες που μου περιγράφει η Στάνκα ότι κατέκλυζαν το χωριό της κι όλα τα γύρω τους χωριά, αλλά και τα όνειρα της. Εμφανίζονταν, λέει, στο χωριό ένα τσούρμο τσιγγάνες κι έπαιρναν σβάρνα τις γειτονιές και τα σπίτια ένα ένα, μπούκαραν στις ορθάνοιχτες αυλές, χτυπούσαν πορτοπαράθυρα, κι αν ήταν ανοιχτά, έμπαιναν μέσα στο σπίτι, αθόρυβα σχεδόν, γίνονταν αισθητές μόνο από τα βραχιόλια τους και τα κολιέ τους κι από το σούρσιμο των φουστανιών τους, που σκάλωναν κάπου και σκιάζονταν τότε οι νοικοκυρές και τις έδιωχναν, όπως έδιωχναν καμιά απρόσκλητη γάτα που είχε ανακαλύψει κάποιον μεζέ και τον γευόταν, μα πιο πολύ αγριεύονταν τα παιδιά, λέει, γιατί οι μάνες τους τα τρομοκρατούσαν ότι θα τα πάρουν μαζί τους οι τσιγγάνες, κυρίως σε φάσεις αταξίας αυτή ήταν η μόνιμη απειλή.

Οι τσιγγάνες εμφανίζονταν κυρίως μετά το Πάσχα, για να μαζέψουν τα μπαγιάτικα τσουρέκια και τα εναπομείναντα πασχαλινά αυγά, που κατά κανόνα οι νοικοκυρές τα έριχναν στις κότες, ή επίσης και στα μεγάλα Ψυχοσάββατα έτρεχαν σαν τα κοράκια στα νεκροταφεία, ποντάροντας στη γενναιοδωρία των χαροκαμένων. Αυτές οι τσιγγάνες ήταν, λέει, όλες όμορφες κι έσφυζαν από υγεία και ακμαιότητα, με κορμιά λυγερά, μάτια αστραφτερά, μαλλιά κορακί, χυτά και πλούσια και στήθια ζουμερά, απ’ όπου κρέμονταν πάντα παιδιά, και φωνές και χαμόγελα που αντηχούσαν στις γειτονιές και τους δρόμους σαν καμπάνες γιορτινές. Αυτή όμως ζούσε από μικρή με τον φόβο ότι θα την πάρουν, ένας φόβος ανεξήγητος, σκέφτομαι, γιατί, αν ήταν, όπως μου τις περιγράφει, εγώ θα επιθυμούσα να με πάρουν, να με περιφέρουν από χωριό σε χωριό κι από χώρα σε χώρα και να με μπολιάσουν με την υγεία τους και την ομορφιά τους…

Ναι, αν ήμουν μια τσιγγάνα, αν είχα γεννηθεί από τσιγγάνους γονείς θα ήμουν ένα υγιές και όμορφο πλάσμα, μια λυγερόκορμη με μαλλιά που θα κάλυπταν τη μέση μου και τα οπίσθιά μου, που θα χόρευα και θα τραγουδούσα. Τους τσιγγάνους τους φαντάζομαι σταθερά χαρούμενους και σταθερά ερωτευμένους και γι’ αυτό πιστεύω ότι έχουν μόνο υγιή μέλη, ότι δεν υπάρχουν σακατεμένοι και άρρωστοι στους κόλπους αυτής της ελκυστικά αλλόκοτης κοινωνίας. Αλλά ακόμα κι αν ήμουν με καρότσι και με μπαστούνια ανάμεσα τους θα ήμουν μια ευτυχισμένη τσιγγάνα, και όχι μια ανάπηρη, δεν θα υπερτερούσε η αναπηρία μου της καταγωγής μου, θα με έβαφαν και θα με στόλιζαν με μαντίλες πολύχρωμες και δαχτυλίδια και σκουλαρίκια και θα είχα μπόλικο κοκκινάδι στα χείλη και στα μάγουλα και στα μάτια και στα νύχια, θα ήμουν μια πολύχρωμη στολισμένη τσιγγάνα κι όχι πια μια σακατεμένη, η ανημποριά μου και η αναπηρία μου θα είχαν αφανιστεί και θα με περιέφεραν τσούρμο παιδιά με το καρότσι, από σκηνή σε σκηνή κι από άμαξα σε άμαξα, θα έπαιρνα μέρος σε πανηγύρια και γιορτές κι από το πρωί ως το βράδυ θα τραγουδούσα και θα λικνιζόμουν, ναι, θα λικνιζόμουν ακόμα και στο καρότσι μου, ο ρυθμός των τραγουδιών τους θα είχε κάνει το καρότσι μου ένα ρυθμικό καρότσι και θα έπαιρνε μπρος σαν κουρδισμένο, θα ήμουν ανάμεσά τους βαμμένη και στολισμένη ένα γιορτινό κουρδισμένο χριστουγεννιάτικο στολίδι που όλοι θα το καμάρωναν. Έτσι, εύχομαι να χτυπήσει το κουδούνι και να είναι οι τσιγγάνες και να με απαγάγουν, από τότε που μου εκμυστηρεύτηκε τους φόβους της η Στάνκα αυτό έγινε το καινούργιο μου όνειρο, η απαγωγή από τσιγγάνες, κι όταν περνούν οι μέρες και δεν χτυπούν τα κουδούνια, όχι μόνο οι τσιγγάνες αλλά και κανένας άλλος, γιατί δεν υπάρχουν επισκέπτες, και οι γονείς μου που μπαινοβγαίνουν ή έχουν τα δικά τους κλειδιά ή επιστρέφουν ώρες συγκεκριμένες, τότε η καρδιά μου σφίγγεται, όταν πλησιάζει η ώρα της επιστροφής τους και έχει η προσδοκία μου για απαγωγή παντελώς διαψευστεί, τότε το κουδούνι γίνεται ο δικός μου εφιάλτης ότι θα παραμείνω για πάντα σακατεμένη κι ακινητοποιημένη σ’ αυτό το σπίτι, μια ζωντανή νεκρή.  Για παρηγοριά τότε συχνά ανοίγω τον υπολογιστή, πιάνω το ποντίκι κι αρχίζω και σχεδιάζω ένα τσιγγάνικο κάρο, ένα σύγχρονο τσιγγάνικο κάρο, ένα τροχόσπιτο αστραφτερό και ολοκαίνουργιο, βαμμένο σε χρώμα κίτρινο καναρινί, τονισμένο με πράσινο χρώμα και με κόκκινες ρόδες. Και χωρίς κουρτίνες, οπωσδήποτε χωρίς κουρτίνες. Ένα τροχόσπιτο-παπαγάλο που δεν θα θυμίζει σε τίποτε πια το δικό μου άχρωμο, σκοτεινό, αθόρυβο σπίτι, ένα τροχόσπιτο που θα με περιφέρει σε αγρούς και σε λιβάδια, σε κάμπους, σε χωριά, σε πόλεις και πολιτείες! Σήμερα εδώ, αύριο εκεί! Ένα τροχόσπιτο μαγικό! Όλος ο κόσμος μπρος στα πόδια μου, στα σακατεμένα πόδια μου, κι ένας ορίζοντας που διαρκώς θα αλλάζει!

Ευσταθία Ματζαρίδου, Φτερά στο τσιμέντο, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021

 

Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου, Ακροβασία

.

Ασύμβατος έρωτας

Πόσο ασυγκράτητος

σαν λαχταράει να βιωθεί

Πόσο λιπόψυχος

σαν πολεμάει να επιβιώσει

.

Προσοχή!

Ελκυστική επένδυση

Εξίσου επισφαλής

Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου, Ζωγραφική όπως ποίηση, 13 ποιήματα πάνω σε πίνακες του Κώστα Καμπουρόπουλου, Μανδραγόρας, 2020

Πίνακας: Κώστας Καμπουρόπουλος, Λυκόφως (ελαιογραφία σε καμβά, 50 εκ. Χ 45 εκ.)

 

Δημήτηρης Στατήρης, Σκελετός

Σουρούπωνε, σκούρα πέπλα σαβάνωναν τον ουρανό, μια ριπή ανέμου φορτωμένη με άρωμα αγριολούλουδων θέρισε τον οικισμό. Ο πατέρας βγήκε απ’ το σπίτι και έγνεψε στον γιο του να τον ακολουθήσει. Εκείνος πήρε και το τσεκούρι μαζί του. Όδευαν προς το δάσος. Αν μπορούσε να δακρύσει ο Τρύφωνας, θα δάκρυζε από χαρά, ένταση, δικαίωση. Έφτασαν. Τη νύχτα στο δάσος επικρατούσε βαθιά ηρεμία· όταν η σιγή έσπαγε απ’ τις κραυγές και τα αλυχτίσματα των αρπακτικών, καθηλωνόσουν, σαν να περπατούσες πάνω σε παγωμένη λίμνη και να το συνειδητοποιούσες στην πρώτη μεγάλη ρωγμή κάτω απ’ τα πόδια σου. Κατέληξαν σε ένα μικρό ξέφωτο. Ο πατέρας κοντοστάθηκε δείχνοντας κάμποσα έλατα παρακάτω. Του έκανε νόημα να βιαστεί.  «Για το πρωί», είπε. O σκελετός ίσα που πρόλαβε να τα δει κι εξαφανίστηκε. Είχε πέσει σε παγίδα, έναν λάκκο καλυμμένο με χόρτα. Αμέσως ο πατέρας έσυρε μια πέτρινη πλάκα πάνω από την παγίδα –την είχε σχεδιάσει και για παραπάνω από έναν, αν χρειαζόταν– και τη σφράγισε. Έπειτα έβγαλε έναν κουβά γεμάτο τσιμέντο πίσω από κάποιο δέντρο και τον άδειασε περιμετρικά της πέτρινης πλάκας. Στο τέλος τη σκέπασε με χόρτα. Η φωνή του Τρύφωνα βούιζε μέσα απ’ τον αναπάντεχο τάφο του, καθώς ο πατέρας του απομακρυνόταν. Ο γιος του δεν θα ανέβαινε ποτέ ξανά στην επιφάνεια του κόσμου – ή έτσι τουλάχιστον ήθελε να πιστεύει. 

Δημήτηρης Στατήρης,  Σκελετός, από τη συλλογή διηγημάτων Προτομές, Εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα 2020, σελ. 15-16.

Αrtwork: Jonathan Brown Kumintjarra

 

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

Τα οστά περίσσευαν πάνω απ’ το χαντάκι με τις σκοτεινές πρασινάδες που κατοικούν στο σκοτεινό χαντάκι και μπήγονταν στο φεγγαρόφωτο σαν μερικά σχήματα να είχαν μαρμαρώσει εκεί που ορθώνονταν. Και μετά όλα μαρμάρωσαν και γύρω σκοτεινά και μόλις έκοψα βήμα κι εγώ για να ξαναρχίσω, μπόρεσα και άκουσα τη Μητέρα, και πόδια που ξεμακραίνουν βιαστικά και ένα σχήμα που μπόρεσα να το μυρίζω.. Και μετά ήρθε το δωμάτιο, όμως τα μάτια μου κλείστηκαν. Δεν σταμάτησα. Μπορούσα να οσμίζομαι. Και ο Τ.Π. ξεκαρφίτσωσε τις παραμάνες στα σκεπασματα του κρεβατιού. […] Κατεβήκαμε τη σκάλα. Τα σκαλοπάτια κατέβηκαν σ’ ένα σκοτάδι και ο Τ. Π. με πήρε απ’ το χέρι και βγήκαμε από την πόρτα και από το σκοτάδι. Ο Νταν στην πίσω αυλή και αλυχτούσε. — Τον πήρε μυρωδιά. Ο Τ.Π. είπε. Έτσι δεν το πήρες μυρουδιά και του λόγου σου; Κατεβήκαμε τα σκαλοπάτια, πήγαμε κοντά στις σκιές μας. — Ξέχασα το πανωφόρι σου. Ο Τ. Π. είπε. Σου χρειάζεται, αλλά δεν ξαναγυρίζω εκεί μέσα. Ο Νταν κλαψούρισε. — Σουτ. Είπε ο Τ.Π. Οι σκιές μας προχώρησαν. Του Νταν η σκιά δεν κουνιόταν, εξόν μονάχα όταν γάβγιζε. — Δεν μπορώ να σε μπάσω στο σπίτι μας άμα βελάζεις έτσι. Είπε ο Τ.Π. Ήσουνα που ήσουνα μπελάς προτού αποχτήσεις αυτήν τη βατραχοφωνάρα. Προχώρα. Απριλίου 7η, 1928 Σελ. 64-65

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, Απριλίου 7η, 1928, σελ. 64-65, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Artwork: Yohann Fournier

 

Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου, Χρονόμετρο

.

Καλπάζει ασυγκράτητος

ο βιολογικός μου χρόνος‧

δύο πελώρια φτερά

σε κάθε πόδι

Πεισματικά αντιστέκεται

ο βιωμένος χρόνος‧

καθηλωμένος οκλαδόν

μες στις βαθιές του ρίζες

.

Αλλοπρόσαλλο παιχνίδι

Ενίοτε

κόβει το νήμα ο ηττημένος

.

Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου, Ζωγραφική όπως ποίηση, 13 ποιήματα πάνω σε πίνακες του Κώστα Καμπουρόπουλου, Μανδραγόρας, 2020

Πίνακας: Κώστας Καμπουρόπουλος, Η γυναίκα πουλί

(ελαιογραφία σε καμβά, 90 εκ. Χ 60 εκ)

 

Γιώργος Παναγιωτίδης, Ξηρή αφήγηση

.

Τίποτα απ’ αυτά μα τίποτα μη θυμηθείτε,

το ταπεινό του ύφος δεν έθελξε καν έναν αναγνώστη

αναμενόμενη του βαρετού επιλόγου του η κατακλείδα

και αντί τελείας ένα θαυμαστικό μετανιωμένο,

η μέρα τυχαία και η πλοκή ευδία, πρόσθεσε στο τέλος

δύο κομπάρσους, δύο μονότονους βαστάζους.

.

ο ηλικιωμένος της διπλανής παραβιασμένης

πόρτας, διαβασμένο ευπώλητο βιβλίο, αχτένιστος

αυτός που έζησε κατεξοχήν, αυτός

που δεν ήξερε από μεταφορές κι από αλληγορίες,

ένοικος σήμερα του νέου δημοτικού νεκροτομείου

δεν αναμένεται να ’ρθει καν ένας δεν τον θυμάται.

.

και της ζωής του η ξηρή αφήγηση στον δρόμο

την αποκομιδή της προσμένει, μην την κοιτάτε

την ανάπτυξη των άνευ σημασίας σκουπιδιών  

το θαμπωμένο στίλβωμα της επίπλωσής του  

δίπλα στης ανακύκλωσης τους κάδους

τον ξεφτισμένο καναπέ της ανάπαυσής του

μα τίποτα απ’ αυτά μη θυμηθείτε

.

όσα ανάδρομα αφηγούνται οι στοιβαγμένοι σάκοι

όλα τα υπάρχοντά του ριγμένα εδώ, έξω

λένε για κάποια ξένη εποχή ενώ υποτάσσεται

το κουτσό τραπέζι του σε άλλων αποφάγια και

με το μάτι της σπασμένο μία παλιά τηλεόραση

καθοδικού σωλήνα, αντικριστά με τους περαστικούς

δεν προσμένει να σπινθηρίσει, καν ένας δεν τη θυμάται.

.

το διαμέρισμα με νέα, στιβαρή εξώπορτα ασφαλείας

καθαρό, φρεσκοβαμμένο, αυτό να κοιτάτε

με ντουλάπες ανοιχτές, μπαλκονόπορτες γερτές

στον ήλιο που ευωδιάζει και προσμένει εκ νέου

κάποιον άλλον ένοικο πείσμονα κι απόκοτο

ν’ αφηγηθεί τον βίο του με ύφος ταπεινό.

.

δίπλα στης ανακύκλωσης τους κάδους μην κοιτάτε

ποτέ σας την κατακλείδα τούτη μη θυμηθείτε

το ανακαινισμένο διαμέρισμα δεν είναι παρά

μια αίθουσα μικρής αναμονής νεκροτομείου,

το μόνο κίνητρό σας ίσως ο νέος ένοικός του

αν είσαστε εσείς που πρόκειται να ζήσετε κατεξοχήν.

.

(πρώτη δημοσίευση Εντευκτήριο τ. 112)

Πίνακας: Léon De Smet

 

Νίκος Αντ. Πουλινάκης, από τη συλλογή Η εθελούσια ερυθρότητα των λέξεων

.

Πληγή εξασκεί

τις φωνητικές χορδές

άηχου πόνου.

***

Άμαθα φιλιά

γκρεμοτσακιστήκανε

στον ουρανίσκο.

 ***

Ο βράχος λέει:

“ήλιε δώσ’ μου λογισμό

για να σπαράξω “

***

Μοσχοστάφυλο

με το κολατσάκι του

προσκεφαλάδι.

***

Γλυκομηλίτσα

η αγκυλογλωσσιά σου

χαροκονταριά.

Νίκος Αντ. Πουλινάκης, από τη συλλογή  Η εθελούσια ερυθρότητα των λέξεων, ΑΩ εκδόσεις, 2018 .

Πίνακας: Αlbert Μarquet

 

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ;

.

Έτσι με τον καιρό κι όλα όσα διαδραματίστηκαν στο πέρασμά του, άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο φανερό μέσα της ότι το λίπασμα για τα περί πατρίδας των προγόνων δεν ήταν παρά οι χαμένοι νεκροί τους. Η Ηλιάννα και ο Ιγνάτιος δεν γνώρισαν ούτε τους τάφους των προγόνων τους, που έμειναν θαμμένοι στον Πόντο ούτε τους τάφους των γονιών τους. Οι μανάδες τους θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους στην Καλαμαριά, ενώ οι δυο τους χαροπαλεύαν με τον τύφο σε διαφορετικά νοσοκομεία-παραπήγματα, και οι πατεράδες τους πέθαναν στο καράβι που τους έφερνε από το Βατούμ στη Θεσσαλονίκη, και δεν βρήκαν παρά τάφο υγρό στα νερά της θάλασσας. Η δική τους ανασφάλεια, η αναζήτηση μητέρας πατρίδας, δεν είχε να κάνει με την κάθε τετριμμένη, εθνικιστικής μορφής προπαγάνδα, αλλά με τον αγώνα και την αγωνία τους να δουν να στερεύει επιτέλους η πηγή της ορφάνιας και της δυστυχίας τους, αφού δικαίωμα εδάφους δεν είχαν ούτε για τάφο.

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ; μυθιστόρημα, σελ. 103, εκδόσεις Σμίλη, 2020

Artwork: Michele Durazzi