RSS

Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου, Το ελληνικό διήγημα του 20ού αιώνα, Προσεγγίσεις, Έξι διηγήματα ασκούν κριτική σε διηγηματογράφους της γενιάς του ’30

Τι σημαίνει γίνεσαι γυναίκα;

H εξέλιξη της θεωρίας οδήγησε στην υπόθεση ότι η διάκριση μεταξύ του βιολογικού και του κοινωνικού φύλου δεν είναι πλέον λειτουργική, αφού οι διαφορές που αποτυπώνονται στα σώματα,«είναι κοινωνικά ανόητες μέχρις ότου οι κοινωνικές πρακτικές τις μετατρέψουν σε κοινωνική πραγματικότητα» (Connell, 2006). Ωστόσο, η σεξουαλική διαφορά «άνδρα» – «γυναίκας» είναι απλώς δύο αντικειμενικές θέσεις που οι άνθρωποι ερμηνεύουν μέσω μιας επαναλαμβανόμενης ερμηνείας περί κοινωνικής κατασκευής ή πρόκειται πραγματικά για μια σεξουαλική διαφορά κατά τη λακανική έννοια.

Προσεγγίζοντας τη δεκαετία του ’80 γίνεται αντιληπτό ότι η έμφυλη κριτική του δεύτερου κύματος, εμφανώς εστιασμένη στη διαφορά που οδηγεί στη δημιουργία των ταυτοτήτων, δεν επαρκεί για να αναλυθούν οι έμφυλες ανισότητες που επικράτησαν στη δυτική σκέψη. Γενικότερα, ο προσδιορισμός της ταυτότητας ως «νοητικής κατασκευής που διαμορφώνεται μέσα από μακρόχρονες και πολύπλοκες ιστορικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές διαδικασίες»,[1] βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο των διαφόρων θεωρητικών αναζητήσεων που θέτουν ερωτήματα αναφορικά με τη φύση, τη μορφή και τις διαδικασίες διαμόρφωσής της. Παρόλα αυτά, ένα είναι βέβαιο: ότι η ταυτότητα εμπεριέχει την ύπαρξη του Άλλου, δηλαδή τη διαφορετικότητα.

Όπως τονίζει η Diana Fuss (1989), παρόλο που στη δυτική επιστημονική σκέψη η έννοια της ταυτότητας έχει ταυτιστεί κατά κάποιον τρόπο με την έννοια της ουσίας, ωστόσο αυτές δεν αποτελούν ταυτόσημες έννοιες. Χαρακτηριστικά σημειώνει σε μελέτη του ο Κ. Βρύζας: «Η ταυτότητα είναι μια λέξη αμφίσημη. Από τη μια μεριά, σημαίνει την απόλυτη ομοιότητα ή ισότητα ανάμεσα σε άτομα, ομάδες, απόψεις, πράγματα ή σύμβολα, τα οποία ταυτίζονται το ένα με το άλλο αντίστοιχα. Από την άλλη μεριά, αντίθετα, υποδηλώνει το σύνολο των χαρακτηριστικών που διαφοροποιούν κάποιον ή κάτι από κάτι άλλο. Και ανάμεσα υπάρχει μια αμφιβολία: ταυτότητα σημαίνει αυτό που κάποιος ισχυρίζεται πως είναι. Στην πραγματικότητα όμως, οι ορισμοί των ταυτοτήτων ανήκουν στη δικαιοδοσία εκείνων που ορίζουν, με όλες τις σημασίες της λέξης, δηλαδή σ’ αυτούς που οριοθετούν, διαμορφώνουν και εξουσιάζουν. Και τούτο, γιατί η επαλήθευση των ισχυρισμών για την ταυτότητα εξαρτάται μάλλον από τη δύναμη που έχει ο ισχυριζόμενος να επιβάλλει την άποψή του παρά από το δίκιο του» ( Βρύζας, 1997, σ. 69). Αυτό που προέχει για τους διανοητές της φεμινιστικής θεωρίας είναι όχι να καθοριστεί η ταυτότητα εντός της μεταφυσικής της ουσίας, αλλά να εντοπιστεί και να οριστεί θεωρητικά εντός της ταυτότητας.

Στο δίλημμα ταυτότητα ή διαφορά, η μεταδομιστική θεωρία αντιπαραβάλλει την προβληματική της ταυτότητας ως διαφοράς. Η ταυτότητα εμπερικλείει το φα(ντα)σματικό της άλλο, τη μη ταυτότητα που περικλείει ή αποκηρύσσεται, προκειμένου να καταστεί εφικτή η συγκρότηση του εαυτού (Αθανασίου, 2005). Πώς κατασκευάζονται οι ταυτότητες; Είναι η ερμηνευτική γλώσσα που αναλαμβάνει να οργανώσει τα νοήματα και να ερμηνεύσει τις λειτουργίες και, τελικώς, να επιβάλει, μέσω της υπονόμευσης, τις διάφορες κατηγορίες, ή μήπως η γλώσσα που εκλαμβάνει ως θέσφατο ό,τι κληρονόμησε και απλώς το διαπιστώνει; Στην παρούσα φάση, προκύπτει η αντίθεση μεταξύ επιτελεστικής ή διαπιστωτικής γλώσσας. Μια αντίθεση που καταλήγει σε «απορία»[2] (aporia), που θυμίζει το γνωστό ερώτημα περί της γένεσης της κότας ή του αυγού. (Culler, 2000).

Επιτελεστική ή διαπιστωτική γλώσσα λοιπόν, και η φεμινιστική κριτική σκέψη προχωρά στη διαπίστωση ότι η πράξη της δήλωσης ή της περιγραφής είναι στην πραγματικότητα επιτελεστική (Culler, 2013). Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι τελικά η περιγραφή και η ερμηνεία, ακόμα και η συζήτηση που, μέσω της υπονόμευσης της διαπίστωσης, οδηγεί σε μια νέα διαπίστωση.Ομοίως, και η μεταμαρξιστική θεώρηση θεωρεί τον λόγο εργαλείο για τη διαμόρφωση ταυτοτήτων, κοινωνικών στερεοτύπων με πολιτικό αντίκτυπο. Είναι φανερό πως ο Λόγος παραμένει ένα χρήσιμο εργαλείο για τη μετάδοση διαμορφωτικών ιδεών.  Κατά τον Horkheimer,  η ενότητα της ζωής υπήρξε περισσότερο κοινωνική παρά φυσική, «ο λόγος έχει εκφυλισθεί…» υποστηρίζει, γιατί «ήταν η ιδεολογική προβολή μιας ψευδούς οικουμενικότητας…», που καλλιεργήθηκε μέσω του Εργαλειακού Λόγου.[3]

.

.

Υπό το κράτος παρόμοιων θεωρήσεων και αμφισβητήσεων αναδύεται μια «επιτελεστική Θεωρία του Φύλου και της Σεξουαλικότητας» στο πλαίσιο της φεμινιστικής θεωρίας και των ομοφυλοφιλικών και λεσβιακών σπουδών. Βασική φιγούρα αυτής της θεώρησης είναι η Αμερικανίδα φιλόσοφος Judith Butler, τα βιβλία της οποίας άσκησαν σπουδαία επιρροή στον τομέα των λογοτεχνικών και πολιτισμικών σπουδών (Gender: Ο φεμινισμός και η υπονόμευση της ταυτότητας -1990, Φορείς του Matter -1993, και Excitable Speech: Μια πολιτική της ομιλίας Act -1997). Η υπόθεση της κοινωνικής κατασκευής του φύλου απασχόλησε ιδιαίτερα τη Butler, η οποία υποστήριξε ότι στις ετεροκανονιστικές συμβάσεις, όπου κυριαρχεί ο δυτικός λόγος, τα φύλα «επιβάλλεται» να παραμένουν δύο (Butler, 2009 [1990], σ. 31). Στόχος αυτής της συντηρητικής θέσης, κατά τη Butler, είναι να προκύψει η εναντίωση, υπό τη μορφή κινημάτων, όπως το φεμινιστικό κίνημα, με αίτημα ή να τις εξισώσει με το «άλλο» φύλο ή να τις εντάξει πολιτικά.

H Butler, μέσω της επιτελεστικής θεωρίας, επιχειρεί να ξεκαθαρίσει ότι τόσο το βιολογικό όσο και το κοινωνικό φύλο, στην πραγματικότητα, δεν υφίστανται παρά μόνο σαν κοινωνικές κατασκευές, οι οποίες μέσω επαναλαμβανόμενων πρακτικών μίμησης δημιουργούν μια «επίφαση μιας ουσίας» (Butler, 2009).  Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο λόγος είναι αυτός που δημιούργησε τη διπολική έννοια του φύλου, και επομένως αμφισβητεί την ύπαρξή της σε προ-λογοθετικό επίπεδο. Υιοθετώντας, κατά μια έννοια, την άποψη του Φουκώ για τη σεξουαλικότητα, αποφασίζει να διαχειριστεί τα ίδια μέσα, να διαχειριστεί τον ίδιο λόγο που καταπίεσε τη σεξουαλικότητα εξ αρχής γενομένης της διπολικότητας. Η παρώδηση της έννοιας της διαφοράς είναι η φεμινιστική πρόταση της Butler, η οποία επιλέγει να αντισταθεί στον δυτικό μύθο της Νεωτερικότητας παροτρύνοντας τις φεμινίστριες να αντιδράσουν απέναντι στην εξουσία του ίδιου του λόγου.Η ίδια χαρακτηριστικά αναφέρει: «Πράγματι, ο κατακερματισμός μέσα στον ίδιο τον φεμινισμό αλλά και η παράδοξη αντιπολίτευση του από “γυναίκες” που ο φεμινισμός ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει, συνιστούν τα βασικά θέματα που διαπραγματεύονται το Φύλο, το Γένος, καθώς και τα επιθυμητά όρια της πολιτικής των ταυτοτήτων. Η πρόταση ότι ο φεμινισμός μπορεί να επιδιώξει ευρύτερα την αντιπροσώπευση για ένα αντικείμενο που κατασκευάζεται έχει την ειρωνική συνέπεια ότι οι φεμινιστικοί στόχοι κινδυνεύουν να αποτύχουν αρνούμενοι να λάβουν υπόψη τους συστατικές εξουσίες των δικών τους παραστατικών ισχυρισμών»  (Butler, 2009).

.

.

Συνεπώς, το να γίνεσαι γυναίκα σημαίνει ότι ενδύεσαι έναν ρόλο μέσω επαναλαμβανόμενων πράξεων, οι οποίες  εξαρτώνται από κοινωνικές συμβάσεις και συνήθεις πρακτικές και κανονιστικά πρότυπα. Κατά τον ίδιο τρόπο, επιτελεστικά,  ορίζεται και η λεσβιακή ή αδερφίστικη ταυτότητα, μέσω της οποίας κληρονομείται, και η ταπείνωση ως επακόλουθο και ως άμυνα στην αντίστοιχη προσφώνηση (Butler, 2009). Το περιθώριο –ό,τι έχει χαρακτηριστεί ως διεστραμμένο ή ανώμαλο– αποτέλεσε την αφόρμηση για την αποδόμηση κοινωνικών συμβάσεων που καθορίζουν τον ρόλο της γυναίκας και για τη δημιουργία των σύγχρονων θεωρητικών κινημάτων, μέρος των οποίων υπήρξε και η φεμινιστική θεωρία. Στόχος όλων των παραπάνω θεωρήσεων υπήρξε η πολιτισμική κατασκευή του κέντρου: της ετερόφυλης φυσιολογικότητας (Culler, 2013 σ.183). […]

Artwork: Alan Mc Donald

Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου, Το ελληνικό διήγημα του 20ού αιώνα, Προσεγγίσεις, Έξι διηγήματα ασκούν κριτική σε διηγηματογράφους της γενιάς του ’30, Εκδόσεις Κομνηνός, Αθήνα 2022

.


[1] «Εμείς» και οι «άλλοι» αναφορά στις τάσεις και τα σύμβολα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Χρ. Κωνσταντοπούλου – Λ. Μαράτου-Αλιπράντη – Δ. Γερμανός – Θ. Οικονόμου (επιμ.), εκδ. τυπωθήτω Γιώργος Δαρδανός, Αθήνα 2000, σ. 33. 

[2] «Απορία» είναι μια αναποφάσιστη αμφιταλάντευση μεταξύ επιτελεστικής και διαπιστωτικής γλώσσας η οποία καταλήγει σε αδιέξοδο. (Culler, 2000)

[3] Η ανάγκη κατά τη μαρξιστική και μεταμαρξιστική θεώρηση, βλ. Σχολή της Φραγκφούρτης, στην οποία ανήκει και ο ίδιος ο Horkheimer, της διαδικασίας της εκβιομηχάνισης, στην μετά τον Διαφωτισμό εποχή, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο της ατομικότητας. Μετά την αποτυχημένη διάσωση του «Εγώ» το σώμα καταλήγει να «μονάχα σε μια αμφίβολη ταυτότητα». (Horkheimer Max, Το τέλος του Λόγου, μετ. Στέφανου Ροζάνη, εκδ. Έρασμος, Αθήνα 2005,σ. 35.)

 
Quote

.

Πάνω δεξιά ο ήλιος. 

Η μακρόστενη σάλα με τους θολωτούς ουρανούς

τα ψεύτικα σύννεφα των φωτιστικών

και τις αστραπές από μαλαχίτη

.

έκθετη στη σπατάλη και το μούχρωμα  

που διαβάζεται απ’ την τετράφυλλη βιτρίνα

ανάμεσα στους πορφυρούς σελιδοδείκτες

της αυλαίας

.

μπαρ με ημικυκλικά σκαμπό κι επάργυρη υδρόγειο

και σαν να γνωριζόμαστε από παλιά my dear

το πιάνο παίζει μαύρα φορέματα με κρόσσια  

χοντροί αστράγαλοι σαν γροθιές με κοκτέιλ

.

το καλειδοσκόπιο μιας σφαίρας ντίσκο

που ιριδίζει στο πλανητάριο του τρούλου

ανάμεσα σε οικόσημα και ρήσεις του Πυθαγόρα

.

αθλητικοί χοροί ευρύστερνα σώματα σκαρπίνια

ένα είδος ρυθμού και βελούδινης έξαρσης 

ένα λαχάνιασμα από κιννάβαρι οι γόβες

μια διακήρυξη των γοφών και του πόθου  

.

μια διακήρυξη των γοφών και του πόθου  

ζωγραφισμένα με κιμωλίες

στο μαρμάρινο ρείθρο κάτω απ’ τα λουκέτα 

του έρημου πεζόδρομου των μαγαζιών.

.

Αλέξιος Μάινας, από τη συλλογή  Προσκόμματα και Ποιμαντικές Λύσεις για την Κατάβαση της Αγέλης στον Κάμπο σε Περίπτωση Αντάρας, εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2021.

Πίνακας: Catrin Arno

Αλέξιος Μάινας, Το πάρτι των απρόσκλητων

 

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Ματωμένη Κοκκινοσκουφίτσα

.

ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ I

.

Ολονύχτια αιώρηση

– ξερό και παγωμένο το χαμόγελο

πέρα δώθε στον ουρανό.

.

Με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου

έβγαλε προσεχτικά από την αγχόνη το κεφάλι

μετά το κόκκινο κασκόλ

τα ματωμένα ρούχα.

Ντύθηκε το κοστούμι της δουλειάς

το φρέσκο χαμόγελο

την ευτυχία της ημέρας.

Της παρωδίας άνοιξε την αυλαία

μπήκε στο δεύτερο λεωφορείο

–το πρώτο μ’ άλλους ευτυχείς αυτόχειρες γεμάτο

ανάσανε βαθιά.

.

Και τράβηξε κατά τον ημερήσιο πόνο.

.

.

ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ II

.

Έβγαλε το κόκκινο σκουφάκι

από την τσέπη το περίστροφο

το έστρεψε στο τέταρτο του φεγγαριού

και του αιώνα

ύστερα

στον από χρόνια τρύπιο κρόταφο.

Τίναξε τα μυαλά και τη ζωή της στον αέρα

θα ’λεγαν.

Στον παγωμένο της νύχτας αέρα.

.

Η κρύα κάννη θα περνούσε απαρατήρητη.

.

Όπως και η αρχαία αυτοχειρία

ήδη απ’ την αρχέγονη σπηλιά.

Φωτεινή Βασιλοπούλου, από τη συλλογή Αμείλικτο νερό, Οι εκδόσεις των φίλων 2019

Αrtwork: Frank Rodick

 

Tags:

Αλέξιος Μάινας, Ο Χάιντεγκερ αποφασίζει ν’ ανοιχτεί στη σόμπα

.

Εσχάτη Θούλη.

(IV. Επίφραση και απομύθιο)


Τα είπε όλα. Κι όμως.
Το νόημα της τουλίπας
δεν είναι ότι μαραίνεται.


Εξέχει τόσο σύντομα ο λαιμός και γέρνει,
δεκτόν. Εύθραυστο τ’ αγαθό, σαν ψευδαδάμας.
Τέτοια η φύση μας. Και σίγουρα δεν είναι θείος νόμος,
μα ως θνητός κι ως άνθρωπος επιθυμώ και εικάζω:
η ομορφιά υπάρχει προς εμάς, υπάρχει για να φαίνεται!


Αν είχαμε νόημα, θα είχαν και τα πράγματά μας.
Μα ούτε αυθεντία υπάρχει, ούτε Ρώμη, ούτε Γάγγης.


Έτσι, το νόημα κάθε έργου –πράξης ή ποιήματος–
δεν πρέπει να ορίζεται και να εξαντλείται
από μας. Είτε το νιώσει κάποιος άλλος είτε
όχι, ο τρόπος πάνω απ’ όλα του κλεισίματος
εξέχει πάντα προς τον δέκτη από το βάζο
της μορφής. Κι είναι καλό να παίρνει,
απαλύνοντας, το χρώμα της δικής του ανάγκης,
το σχήμα της δικής του τρύπας.

Αλέξιος Μάινας, από τη συλλογή Προσκόμματα και Ποιμαντικές Λύσεις για την Κατάβαση της Αγέλης στον Κάμπο σε Περίπτωση Αντάρας, εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2021.

Πίνακας: Ambrosius Bosschaert the Young

 

Πασχάλης Κατσίκας, Νεκρά πλοία


.

Με κάθε ρουφηξιά πυρώνει
το βλέμμα σου στα δάχτυλα
Το τραγούδι μου γλιστρά
Πίσω απ’ την ομίχλη γαντζώνεται
σε φτερούγες αποδημητικών πτηνών
Οι νεφέλες στενάζουν
Λικνίζουν τα νεκρά πλοία
Κι εσύ, σ’ ένα λιμάνι χιονισμένο,
σφυρίζεις τον σκοπό
που πέφτει από τα δέντρα

Πασχάλης Κατσίκας, Νεκρά πλοία, από τη συλλογή Τα κόκκινα πουλιά, εκδόσεις Δρόμων, 2022

Πίνακας: Kristin Vestgard

 

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Κουλουράκια αλισίβας

.

Είχε έναν δικό της τρόπο να διασχίζει τη νύχτα

.

όταν γυρνούσε σπίτι ξημερώματα

με αλειμμένες τις παλάμες μαύρο φως κι αρχαίο χιόνι

στίλβωνε με μικρούς οργασμούς το πρωινό κελάηδημα των πουλιών

ύστερα έβγαζε τη μάσκα της άγριας ομορφιάς

γινόταν καθημερινή νοικοκυρά

έψηνε κουλουράκια, τα δάχτυλά της έψηνε

στον φούρνο την καρδιά της όσο να ροδίσει

δάκρυα αφυδάτωνε χυμούς

ένα βράδυ μπήκε μέσα του ολόκληρη

.

τέφρα

.

μάταια την περίμεναν όλη τη νύχτα θηρία ανήμερα του σκότους

να τα δαμάσει, να μπήξει στο κορμί τα δόντια της

να κομματιάσει το κενό τους

μάταια την άλλη μέρα τα πουλιά στα ράμφη τους να ψιθυρίσει στίχους.

.

Στο σπίτι είπαν, ας κρατήσουμε τις στάχτες

τόσο καθαρές άμμος διάφανη θα τρίζουνε στο στόμα.

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Κουλουράκια αλισίβας, από την ποιητική συλλογή Φυτρώνει άγρια ζάχαρη, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021

Πίνακας: Casa Jordi

 

Tags:

Αλέξιος Μάινας, Η Ντίκινσον αποφασίζει να στεφθεί ο εαυτός της

.

Ένα ταξίδι απ’ την κουρτίνα ως τα κλαδιά. 

Βουερή καρδιά μου,

ανάξια! Μελάνι πέρα ως πέρα! 

Έρωτα τρίκλισμα και ζάλης. 

Και συμπονάς και περιβάλλεις. 

Τον πόνο σου μην τον κοιτάζεις, δράσε!    

Υπήρξες δίχως ταίρι. Παρηγορήσου ότι υπήρξες.  

Σε σένα δόθηκε φτερό – παράτα το μαχαίρι.    

.

Τέτοιο βαθύ στα μύχια σκάψιμο

είσαι, ποίηση. Οχιά της άσπρης άμμου     

στη μήτρα αυτή καιρό λαθροκοιμάσαι.  

Στο άσπιλο δοχείο μου κολυμπάνε Κίρκες.

Οι εραστές μου χάρτινοι. Κάθε παιδί μου νόθο.    

Είμαι μια θάλασσα. Τα κύματα τα νιώθω

εδώ στο χέρι. 

.

Σκληρή ζωή το γράψιμο.

Μα δεν θα γίνω αλλιώς μητέρα.

Αλέξιος Μάινας, από τη συλλογή Προσκόμματα και Ποιμαντικές Λύσεις για την Κατάβαση της Αγέλης στον Κάμπο σε Περίπτωση Αντάρας, εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2021.

Πίνακας: Antonio del Pollaiuolo

 

Πασχάλης Κατσίκας, Απόψε


.

Δεν μ’ αγαπούν τα πουλιά
σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα
συντρίμμια γίνεται το ταβάνι
Ζητιανεύω τσουρέκια στον ουρανό
να χορτάσω το πεινασμένο φάντασμα
που δίχως πόδια
παίζει μιαν εξαντλητική φλογέρα

Πασχάλης Κατσίκας, Απόψε, από την ποιητική συλλογή Τα κόκκινα πουλιά, εκδόσεις Δρόμων, 2022

Πίνακας: Beksinski

 

Μίλα Χάγκοβα, Διαύγεια

.

9

Δεν μπορούν να σταματήσουν ν’ αγαπούν

Δεν μπορούν να σταματήσουν ν’ αγαπούν. Δύο απ’ τις πολλές τους μητέρες

αιωνίως κάνουν κύκλο και τους τραβούν μέσα στην άβυσσο. Μια πληγή ανοίγει.

Την πίνουν με μια ρουφηξιά. Στέλνουν σήματα γουργουρίζοντας σιγανά

στα τηλέφωνα. Συγγένεια χωρίς πρόσωπο.

Η ζαφειρένια άβυσσος κλείνει. Έχουν ένα μάτι σε κάθε παλάμη.

Παίζουν και κερδίζουν στο πρόσωπο ενός γρήγορα ιπτάμενου Αγγέλου.

Μες στην οικειότητα των γυμνών ήχων.

.

10

Επίμονες μεταβλητές επιφάνειες

Επίμονες μεταβλητές επιφάνειες ακτινοβολούν μέσα απ’ το τελικό δέρμα.

Αμετακίνητα ζώα αφήνουν το αποτύπωμά τους: η αγάπη δεν χρειάζεται να θυμίζει τον έρωτα. Μας βάζει ιεραρχικά στη σωστή θέση.

Στο κρυμμένο πλέγμα του διχτυού το μάτι το συλλαμβάνει: o πόνος πηγάζει απ’ τον χωρισμό:

ζώντας ανάμεσα από αιώνιους βράχους

Μας δοκιμάζει ο Θεός για το πόσο μπορούμε ν’ αντέξουμε;

Μίλα Χάγκοβα, Διαύγεια, από την ανθολόγηση ποιημάτων της Η εξαφάνιση των αγγέλων, μτφρ. Πηνελόπη Ζαλώνη, εκδόσεις Βακχικόν, 2021

Artwork: Κonstantin Κacev

 

Iφιγένεια Σιαφάκα, Με πίστιν και ζήλον

Φωτογραφία: Vincent Lempereur

Μια καρέκλα, ένα κρεβάτι, πάνω η εικόνα της Βρεφοκρατούσας. Ένας ολόσωμος καθρέφτης. Μια στολή καλοκαιρινή Χωροφυλακής της εποχής [λευκή], κρεμασμένη στον τοίχο, μια λάμπα πετρελαίου, ένα τραπέζι, ένα πιάτο με μια μισοφαγωμένη φέτα ψωμί και λίγα κουκούτσια από ελιές, ένα άδειο ποτήρι, μια καράφα νερό. Δίπλα ένα περίστροφο. Ακούγονται στο βάθος σαν χαλί καλπασμοί αλόγων αναμεμειγμένοι με ήχους πόλης. Ένας άνθρωπος με μια σκελέα κάθεται σ’ ένα κρεβάτι.

[Πλησιάζει και ανάβει τη λάμπα] Το σκέφτομαι συχνά. Από τότε που μου το είπε ο Βασιλάκης σκάζοντας στα γέλια. Εγώ το βρήκα όμως έξυπνο και σοβαρό και τυχερό κυρίως. Κάναμε μια μικρή τρέλα, και πίναμε προς 25 λεπτά τη λεμονάδα μας με πάγο στο καφενείο του Φουλάκη,[i] Αθηνάς και Σοφοκλέους, και ήτανε, μου λέει ο Βασιλάκης, στην άμαξα και κύριοι πολύ των υψηλών και πεντακάθαροι και στολισμένοι, όπως ο Παπούδωφ και ο Αξελός, που, λέει, επέστρεφαν από το Λαύριο. Το φαντάζεσαι, μου λέει, κάνοντας καταβρεχτήρι τη λεμονάδα απ’ το στόμα, με μιας μπαμ και κάτω στον σωστό τον τόπο; Χαχαχα! Από τότε, προσωπικώς, ηγάπησα και περισσότερο τα άλογα. Ξεύρουν να ζουν, ξεύρουν και εν τω έργω να πέφτουν με τάξη προπάντων και ηθικώς! Κι ο θάνατος είναι μια ηθική της τάξεως. [Παύση. Σηκώνεται, χτυπάει προσοχή] «Ορκίζομαι και υπόσχομαι να υπηρετήσω την Α. Μ. Βασιλέα, με πίστιν και ζήλον, να φέρω το ανήκον σέβας προς τους ανωτέρους μου εις όσα αφορώσι την υπηρεσίαν, και να μην κάμω χρήσιν της δοθείσης μοι εξουσίας, εμή μόνον προς διατήρησιν της κοινής ησυχίας και ευταξίας, και εις εκτέλεσιν των νόμων.»[ii]

[Κάθεται και γελάει νευρικά] Σωστά! Ανοίγεις μια τρύπα στην Ομόνοια για γκάζι όπως-όπως, περνάνε τ’ άλογα, κλατς το ένα άλογο γυρνάει το ποδάρι, πέφτει στο χαντάκι, παρασέρνει κλατς, κλατς και το ζευγάρι του… κι όλα κουλουβάχατα, ζα, άμαξα και αθρώποι μες στη μαύρη τρύπα που ’ναι σκαμμένη κάτω απ’ το ψευτοχαντάκι. Κουκουλωμένοι από χώμα. Στο μεγάλο ταξίδι του τούνελ της Ομόνοιας προς τα παραδείσια λιβάδια! [Ανάβει τσιγάρο αφηρημένος] Τους σώσανε, λέει, με τραύματα. Η θεία τού Βασιλάκη, η Φρόσω, δεν ξαναμπήκε σε τέτοιο μέσο από το 1874 και δώθε.[iii]

Εγώ όμως, αντιθέτως, άπαξ και επληροφορήθην το ατύχημα πέρυσι το καλοκαίρι, όλο και μπαίνω πιο συχνά, για διασκέδαση. Χειμώνα καλοκαίρι. Ρίχνω έναν πήδο, καθώς περνάνε από μπροστά μου, κι ανεβαίνω στον ιπποσιδηρόδρομο. Πριν από έξι χρόνια, το ’82,[iv] αν δεν με απατά το ένστικτο και η μνήμη, είναι που αποκτήσαμε αυτά τα πιο πολυτελή φέρετρα μετακίνησης, και το ευχαριστιέμαι! Με σιδηροτροχιές, βαγόνια κι άλογα που σέρνουν και τα δικά τους και τα δικά μας τα κουφάρια, που είναι καθιστά. Αλλά και τα έξω… τους πιτσιρικάδες, λέω, που λιώνονται από δαύτα κάθε λίγο και λιγάκι. [Με θυμό κλιμακούμενο] Ουδεμία τάξις, ουδεμία ασφάλεια! Τι να σου κάνει και η Χωροφυλακή σε τόση αναρχία… Πας καταπάνω στον θάνατο, μικρέ τσογλανίσκε! Καταπάνω! [Παύση, πλησιάζει προς το όπλο] Τα βράδια, καταπάνω μου και η Κατίνα… [χαϊδεύει το όπλο σαν χαμένος] Τι να σου κάνει ο Παπαζησόπουλος, ένοχος και γι’ αυτό ο Παπαζησόπουλος, για όλα ο Παπαζησόπουλος… κι όμως έχω τα καθαρότερα παπούτσια της ενωμοτίας, το ωραιότερο παράστημα, το ομορφότερο μουστάκι. Στο «Άψε σβύσε» της Ομόνοιας! [Πλησιάζει τον καθρέφτη, κοιτάζεται, παίρνει το όπλο και χαϊδεύει το μουστάκι] Ο Μελισσιώτης κάθε που με βλέπει μού δίνει με υποκλίσεις εφημερίδα να διαβάσω και με κερνά καλό τσιγάρο. Κι ύστερα μού φτιάχνει κι αυτή την κλίση, που δεν κάνουν πουθενά αλλού σ’ ένα παχύ μουστάκι. […]


[i] Στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει υποσημείωση, οι αναφορές σε καταστήματα οφείλονται σε πληροφοριακό υλικό από αγγελίες της εποχής που απαντούν στο βιβλίο Θανάσης Γιοχάλας, Ζωή Βαΐου, Ο Κίτσος ο λεβέντης και άλλες αγγελίες, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2016.

[ii] Όρκος αξιωματικών, υπαξιωματικών και απλών στρατιωτών της χωροφυλακής, αρθ. 17, Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αριθμός 21, Ναύπλιον 3 Ιουνίου, 1833, Διάταγμα περί σχηματισμού της Χωροφυλακής, 

https://drive.google.com/file/d/1LmtOeFujd6sh1mxrr6aTQsezdub3l7sk/view.

[iii]Περιστατικό ανατροπής άμαξας με ίππους στην Ομόνοια το 1874, που αναστάτωσε την πρωτεύουσα, χωρίς ευτυχώς θύματα. Πηγή διαδικτυακή: Η εφημερίδα «Μικρός Ρωμηός», Οι άτυχοι Αθηναίου που έπεσαν στη «μαύρη τρύπα» της Ομόνοιας 

[iv]Θανάσης Γιοχάλας, Τόνια Καφετζάκη, Αθήνα, Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία, «Συγκοινωνιακά μέσα», Εκδόσεις Εστία, 6η έκδοση, Αθήνα 2019, σελ. 609 κ.ε.

.

Η παρούσα έκδοση είχε ως αφορμή την ανοιχτή πρόσκληση του Ρομαντικού Πανεπιστημίου Αθηνών για το Απονενοημένο Σύνταγμα, στο πλαίσιο της συμπλήρωσης 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση [1821-2021]. «Το Απονενοημένο Σύνταγμα είναι ένα ανεξάρτητο εγχείρημα ολιστικού χαρακτήρα. Η πρώτη φάση του αφορά μια μακροχρόνια και επώδυνη έρευνα του Ρομαντικού Πανεπιστημίου σε εφημερίδες και έντυπα των δύο προηγούμενων αιώνων, η οποία αποθησαύρισε εκατοντάδες αυτοχειρίες ανά την Ελλάδα», αναφέρεται μεταξύ άλλων στο δελτίο τύπου.

Η έκδοση περιλαμβάνει δύο ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ [μονολόγους]. Το πρώτο, Mε πίστιν και ζήλον, της Ιφιγένειας Σιαφάκα, αφορά την αυτοχειρία του χωροφύλακα Χ. Παπαζησόπουλου [1888], ενώ το δεύτερο, Οι νεκροί μιλούν με ακροστιχίδες, της Αθηνάς Τιτάκη αφορά την αυτοχειρία του εμπόρου Π. Παπαδημητρίου [1928]. Τα έργα στηρίχθηκαν στο υλικό από τις εφημερίδες της εποχής που παρείχε στις συγγραφείς το Ρομαντικό Πανεπιστήμιο, καθώς και σε ακόλουθη ιστορική έρευνα των συγγραφέων –όσο αυτή ήταν εφικτή για το θέμα τους–, προκειμένου τα κείμενα να μεταφέρουν στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα της εποχής.

Ως ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ φιλοξενείται σύγχρονη ελληνική ποίηση με θεματική την αυτοχειρία, και δη τον χρόνο της διάπραξής της. Ο αναγνώστης –εκτός από την ποίηση των δύο συγγραφέων– θα διαβάσει ποιήματα των σύγχρονων ποιητριών και ποιητών: A. Mπαλασόπουλου, Δ. Χριστοδούλου, Ν. Ιωάννου, Ε. Καραγιαννίδου, Ε. Θάνογλου, Κ. Λυμπέρη, Φ. Βασιλοπούλου, Ο. Παπαηλίου, Κ. Λουκόπουλου, Σ. Δούμου, Σ. Σταμπόγλη, Χ. Καραντώνη, Κ.Θ. Ριζάκη και Μ. Βαχλιώτη.

Η έκδοση συμπληρώνεται, στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, με το άρθρο της ψυχαναλύτριας Ντόρας Περτέση «Ψυχαναλυτική προσέγγιση της αυτοκτονικής διάπραξης – Οι αυτόχειρες ζωντανεύουν, και καταθέτουν τη μαρτυρία τους».

.