RSS

Ted Joans, Στην οδό Jacques Callot

 

.

Στην οδό Jacques Callot στο Παρίσι
Μια κοπελιά βλέπει να πέφτουν τα βρακιά ενός άντρα
ο ήλιος πετιέται σαν στριμμένο νόμισμα
κι η κοπελιά γλείφει τα χείλια της αργά
στην οδό Jacques Callot στη Γαλλία

στον ηλιόλουστο αυτό δρόμο στο Παρίσι
ένα μαύρο άνθος πρωτοείδε έναν Man Ray
και στερνοείδε Le Verre d’ Eau dans la Tempête
το γυμνό γένι βγάνει ήχους γαβγισμάτων
στην οδό Jacques Callot στο Παρίσι

στην οδό Jacques Callot στην Ευρώπη
όπου εξαίσια πτώματα δεν πίνουνε κρασιά
κυοφορεί η σελήνη ηχηρά ποιήματα
και νιες πουτάνες σφίγγουνε τα γόνατα κόντρα στον πυρετό
στην οδό Jacques Callot στη Γαλλία

στην οδό Jacques Callot στην Αριστερή Όχθη
ένα φλογοβόλο βγάνει μαξιλάρι του ταξί
ο καρπουζοφάγος ρουφάει μια ψιψίνα
και τέσσαρες βελούδινες κιλότες βλαστημάν
στην οδό Jacques Callot στα Παρίσια

Ted Joans, Στην οδό Jacques Callot, μτφρ. Νίκος Σταμπάκης, δημοσιευμένο στο περιοδικό Κλήδονας

Φωτό: Sarah Moon

.

 

Tags:

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ο μονόλογος του κλέφτη

Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται
πίσω απ’ την απουσία
τα βράδια ωστόσο κατοικώ
σ’ ένα χρυσωρυχείο.

Φοβάμαι το αιφνίδιο
τρέμω τα καλοκαίρια
μα πιότερο απ’ την ερημιά
η ασθένεια με πονά
των συμπτωμάτων.

Κλέβω χαρτονομίσματα
βιβλία διαβασμένα
κι από τα ρούχα ειδικά
αυτά που έχουν τσέπες.

Η απελπισία των χεριών
συχνά μ’ εξαναγκάζει
να μετατρέπομαι σε ηχώ
των άηχων βημάτων.

Των μεγαφώνων η σιγή
και η μελαγχολία
είναι απλώς η αφορμή
για τη λαθροχειρία.

Κυρίως νομίζω ευθύνεται
η σκοτεινή αγκαλιά μου.

Σας κλέβω μόνο την αφή
το άγγιγμα που αφήσατε
πάνω στις πορσελάνες
γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή
δίχως το άλλο σώμα
και τελευταία πετάγομαι
κλαίω μέσα στον ύπνο.

Φιλάργυρος της αφαίρεσης
δανείζομαι το παρελθόν
γυρεύω οικογένεια
συλλέγω από απόγνωση
μεταξωτές αισθήσεις.

Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά
στις αμυχές της σάρκας
γίνεστε εσείς η υπογραφή
της άγραφης ζωής μου.
Γι’ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:

Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός
που βλέπει με τα χέρια…
Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο
να βρει δικαιολογίες
ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών
το άνοιγμα μιας πόρτας
ή μια προστακτική φωνή
να του φωνάζει

μείνε.

Artwork: Michele Durazzi

 

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ο μονόλογος του κλέφτη, από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα, Κέδρος, 2016

 

 

 

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Η σκιά

 

 

Με ακολουθεί αυτή η σκιά, προπέτασμα καπνού απ’ τις αναμνήσεις.
Ξεφύτρωσε απ’ το τίποτα. Ξαφνικά. Δεν υπήρχε φως να την εμποδί-
σει. Πολλές φορές αποποιείται το σχήμα της για να πετύχει τον σκο-
πό της. Παίρνει διάφορα σχήματα, να με παραπλανήσει, λουλούδι,
καρέκλα, ακόμα και φεγγάρι. Το κατάλαβα όταν σκόνταψα στο μαύ-
ρο της φουστάνι. Δεν μπορώ να αντιληφθώ το παιχνίδι της. Τρέμω
και μόνο στην ιδέα του σκοπού της. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος του
φωτός, γι’ αυτό βαδίζω στο σκοτάδι, μην με βρει η σκιά και με κατα-
πιεί.

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Η σκιά, από τη συλλογή Λαξευτής τοπίων, Δίφρος, 2017

 

Ελένη Νανοπούλου, Με Μπλουζ της Νέας Ορλεάνης και τους παλιούς ρεμπέτες

Έλα να κολυμπήσουμε, να πιούμε ρούμι, να τραγουδήσουμε παλιούς ρεμπέτες και Μπλουζ της Νέας Ορλεάνης. Θα σε κερνάω άφιλτρο πρωινό καφέ και λεμονίτα σπιτική, γιατί γεννήθηκα από λεμόνι και πορτοκάλι, τα άλλα δεν τα θυμάμαι, μόνο ότι μεγάλη μου ’φυγε η παρθενιά δίπλα σε μυλόπετρα, τη τσάκισε και μετά πετούσαν πυγολαμπίδες. Ζεστάθηκαν τα χείλη και τα σκέλια, γραπώναμε ο ένας τον άλλον κι όλος ο Νείλος μαζεμένος εκεί. Ποτέ μου λες, δεν μεγαλώνουμε, ο χρόνος μας αντέχει και μας ανέχεται κι είπες να με κεράσεις τσίπουρα στα Εξάρχεια εκεί που δεν σκοτώνεται ο έρωτας κι έχει ένα σαντούρι μέσα του λουκούμια καφενέδες και μπαλκόνια με καρδιογραφήματα, ανήσυχες ψυχές με ένα γκογκ στα στήθη, πειρατικές. Φίλα με να γελάω και να τρίζει το σπίτι συθέμελα, να ρέει κίτρινο  ξανθό από τις σχισμές μου, να ‘ρχονται μέσα άγγελοι προσφυγικοί. Σήκωνε με, όπως εσύ  σηκώνεις θάλασσα σ’ ένα λακκάκι. Καημό μεγάλο το ‘χω λούλουδο μου, ούτε μια στιγμή δεν χώρεσα στη λακκούβα του λαιμού σου.

Φωτό: Pierre Boucher

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες, κριτική (Mανόλης Πολέντας, Στο Κόκκινο)

Τις τελευταίες δύο τουλάχιστον δεκαετίες η επιτυχία ενός μυθιστορήματος στη χώρα μας (για να μιλήσουμε μόνο για τα δικά μας) κρίνεται από τους κανόνες της φιλελεύθερης αγοράς και όχι από την πραγματική λογοτεχνική του αξία. Η επινόηση μιας «έξυπνης» ιστορίας που καταπίνεται στα γρήγορα όπως και το φαστ φουντ συχνά αρκεί για να δει ο συγγραφέας της το όνομά του στην λίστα των ευπώλητων. Υπάρχουν όμως και οι λαμπρές εξαιρέσεις  μυθιστορημάτων που διαιωνίζουν τον ορισμό της λέξης λογοτεχνία.

Θυμάται κανείς ένα λογοτεχνικό βιβλίο που διάβασε πριν από χρόνια πολλά επειδή όταν το διάβασε του είχε προκαλέσει δέος και θαυμασμό για το επίπεδο της γραφής του συγγραφέα του. Μπορεί να ξεχάσει κανείς την πλοκή του, όμως το στυλ δεν ξεχνιέται. Πώς να ξεχάσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ανοίγει ο Καμύ τον «Ξένο»; Η Βιρτζίνια Γουλφ την «Κυρία Ντάλογουέι»; ‘Η, οτιδήποτε έχει γράψει ο Μπέκετ. Συμβαίνει να διαβάσεις την πρώτη, απλή πρόταση ενός μυθιστορήματος και να μείνεις άφωνος από έκπληξη και η έκπληξη αυτή να γίνει εκπλήξεις πολλές μέχρι να φτάσεις στην τελευταία πρόταση του βιβλίου. Εκπλήξεις σε κάθε μία σελίδα που σε απορροφούν γιατί σου δείχνουν τη μαεστρία στη χρήση του λόγου από τον συγγραφέα. Αυτό είναι το ύψιστο καθήκον του συγγραφέα που επιδιώκει να περάσει στο επίπεδο του λογοτέχνη.

Από το πρώτο της μυθιστόρημα, «Το Τραγούδι του Λύγκα»,  (Εκδόσεις Γρηγόρη, 2011), η Ιφιγένεια Σιαφάκα προκάλεσε την έκπληξη αυτή, σε μένα τουλάχιστον. Τώρα, με το νέο της βιβλίο «Λευκό από Χθες» (Σμίλη 2017) οι εκπλήξεις συνεχίζονται. Βιβλίο που διαβάζεις τις λέξεις του μία μία, έτσι ακριβώς όπως αξιώνουν τα καλά βιβλία. Να σταματάς σε κάθε παράγραφο και να αναρωτιέσαι για όλες τις πτυχές ενός, ας πούμε, συναισθήματος που στο παρελθόν νόμιζες ότι είχες πολύ καλά ανατομίσει αλλά που τώρα εκπλήσεσσαι με νέα δεδομένα.

Αυτό συμβαίνει, πιστεύω, όταν ο συγγραφέας εγκύπτει στην λευκή σελίδα με φόντα ακαδημαϊκά τα οποία  έρχονται να συμπληρώσουν το ταλέντο του. Και η Σιαφάκα τα απολαμβάνει και αυτά τα φόντα αν ψάξει κανείς και τις άλλες εκδόσεις της, είτε σε άλλα είδη λογοτεχνίας είτε σε κείμενα κριτικής της λογοτεχνίας. «Λευκό από Χθες», λοιπόν. Μία εξαφάνιση σε κάποια επαρχιακή πόλη του βορρά και ένα συνταρρακτικό νέο, δύο χρόνια αργότερα, μία επιστολή που θα ολοκληρωθεί σε δέκα μέρες, εν μέσω μιας ακατάπαυστης χιονοθύελλας, αποκαλύπτουν ένα βίαιο ενδοοικογενειακό τοπίο αλλά και μία απρόσκοπτη συνδιαλλαγή του μ’ ένα αντίστοιχο κοινωνικό περιβάλλον, όπου η θρησκοληψία, η υποκρισία, η επιδειξιμανία και η άγνοια συντηρούν και ενδυναμώνουν.

Δείγμα γραφής από τις πρώτες σελίδες προς τεκμηρίωση των παραπάνω λεχθέντων:  «Η γραμμή Μάιστον-Λαβίλ είναι κλειστή πάνω από δύο βδομάδες τώρα, κι ένας θεός γνωρίζει πότε αυτοί οι νόστιμοι αγροίκοι με τα ξανθά μουστάκια και τα ζωώδη αχαμνά θα βάλουν τον συρμό ξανά σε λειτουργία• τα μεροκάματα, βλέπετε, που πιάνουν βάρδια στα άγρια χαράματα, τυφλά από τη νύστα, σκάβουν ρωγμές μόνο στις τύχες της παλάμης μας, αντί να καθαρίζουνε τις ράγιες, που γλιστρούν μετακινήσεις.»  Το μυθιστόρημα  χαρακτηρίζεται από την αμεσότητα και το θεατρικό στοιχείο της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, το τραγικό σε συνδυασμό με το μπουρλέσκ και το παράλογο, την υπόγεια ειρωνεία και το παίγνιο, την εναλλαγή της γλώσσας και των ρυθμών της. Αποτελείται από δεκαοκτώ κεφάλαια, των οποίων η γραμμική σχέση με τον χρόνο περιορίζεται στο δεκαήμερο της συγγραφής της επιστολής. Οι χαρακτήρες, οι σχέσεις και οι συγκρούσεις ανάμεσα στα πρόσωπα αποκαλύπτονται σπονδυλωτά μέσα από συμβάντα που λειτουργούν όπως η μνήμη και οι απωθήσεις και έχουν ως κύριο μέλημα τη δημιουργία ενός συμπαγούς μυθιστορηματικού χώρου, ο οποίος στη συνέχεια ανατρέπεται.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, «Λευκό απο χθες», Εκδόσεις Σμίλη 2017

Αrtwork: Vladimir Kush, Michele-Durazzi

 

Μανόλης Πολέντας, Στο Κόκκινο

 

,

 

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Βλαβερό απόβλητο

.

Όλο πόζα είσαι.
Το κάθε τι επάνω σου εκπέμπει έπαρση.
Όμως κάτω από την επιφάνεια
διακρίνω τις ανασφάλειές σου,
που σε μπερδεύουν, σε υποσκάπτουν.
Την έπαρσή σου
— εντελώς όπως ένα βλαβερό απόβλητο —
σου την επιστρέφω.

Αrtwork: Holly Coulis

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, από τη συλλογή Ο κόσμος απροκάλυπτα, Εντευκτήριο 2017.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες

Παρασκευή 19:00, οι εποχές της πειρατείας, η Φεργκεσία και ο Μπίτμαν Σάννυ, 24 Ιανουαρίου 1969, πάγωσε το ποτάμι, σαπουνόφουσκες

Η μητέρα έβλεπε εκεί όπου τίποτε δεν υπήρχε, όπως και ο Πατρίκ μας άλλωστε, ωστόσο τα φαντάσματά του ήταν εντελώς μεγαλειώδη, κι έτσι δεν τον πίστευε κανείς. Είχε αυτή την ευτυχία ο Πατρίκ μας, να εμπνέει την ανοχή και τη συμπόνια της μικρής μας επαρχίας. Ο δόκτωρ Τζάσμιν μάλιστα μιλούσε ώρες ολόκληρες μαζί του, καπνίζοντας στωικά την πίπα του και ξεγελώντας τον με κάνα νερωμένο ουισκάκι μαζί με τα φιστίκια που του αρέσανε πολύ.  Άλλοτε πάλι τον έπαιρνε για ψάρεμα δίπλα στο ποτάμι, και ο Πατρίκ τού διηγιόταν απίθανες ιστορίες της «παλιάς ζωής» του, όπως έλεγε, ως πειρατής στο ποταμόπλοιο, που χάθηκε στο βυθό του ποταμού εν μία νυκτί, και ας ήταν τ’ όνομά του Κιτρινόλυκος, τώρα τα είχε παρατήσει ικανοποιημένος, έλεγε στον Τζάσμιν, αφού πλέον είχε μαζέψει όλα τα παράσημα που είχε υποσχεθεί στη Φεργκεσία, η οποία όμως αυτοκτόνησε από το πάθος και τη μεγάλη προσμονή πριν της τα παραδώσει. Δεν άντεξε, μαμά, με λάτρευε σου λέω! Ήτανε τότε που ο Πατρίκ μας έθαψε 20 κολιέ, 10 βραχιόλια και 5 μενταγιόν, το θησαυρό του για τη Φεργκεσία, στο λόφο με τις κερασιές.

Αχ, αυτή η ιστορία, Φρανκ, ήταν πολύ πετυχημένη, διότι μου θύμιζε το ιπποτικό ιδανικό στα μυθιστορήματα που διαβάζουν οι κυρίες της Πουτίγκας, όλα τα ανώδυνα που υπόσχονται οι εξ αποστάσεως έρωτες κι όλες τις φαντασίες που ζωγραφίζουν την ομίχλη των δύο εραστών. Ο Πατρίκ μας ποθούσε παράσημα επαγγελματικής επιτυχίας και μια κυρία να αυτοκτονεί για εκείνον! Λίγο το έχετε εσείς να κολυμπάτε μες στον άλλον κομμένο και ραμμένο στα δικά σας μέτρα, χωρίς να σας γυρνάει ούτε ένα σκαμπίλι πότε πότε, για να τον απαξιώσετε αμέσως; Αχ, έχουνε μεγάλη πλάκα όλα αυτά τα παραμύθια, όταν δεν μας παίρνουμε πολύ στα σοβαρά· γινόμαστε καλλιτέχνες όλοι, γλύπτες, αχ, κι ερωτευόμαστε τα ομοιώματά μας. Όχι για πάντα. Αλλά και τι πειράζει αυτό εάν παίζουμε ωραία το παιχνίδι;

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες, Σμίλη 2017

Artwork: Marcelo Monrea

.