RSS

Δημήτρης Φύσσας, Το αντίο της αφής

X.

Αγγίγματα, δέρμα, μαλλιά των μακρινών απόντων
Οι λεπτομέρειες πια ασαφείς μες στους αχνούς της μνήμης
Ακαριαία εικάσματα, σχηματισμοί μιας φήμης
Νυχτερινά ερεθίσματα του σκοταδιού των όντων.

Δημήτρης Φύσσας, Το αντίο της αφής από τη συλλογή Οι αστικοί χώροι είναι ποίηση από μόνοι τους, Ποιήματα 1972-2008, Εκδόσεις ΓΙΑΚΟΥ.ΚΕ, Αθήνα 2008.

Artwork: Catrin Welz Stein

 

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Το κόκκινο της φωτιάς

112. Οι αυθεντικοί συγγραφείς, όταν διαβάζουμε τα έργα τους, μας δημιουργούν ένα είδος αφωνίας που παθαίνουμε όταν, όχι τόσο σπάνια, μας κάνουν να αισθανθούμε, θαυμασμό, δέος ή έκσταση, που μας βοηθούν να καταλάβουμε ότι η τέχνη του λόγου είναι ένα είδος έσχατης πράξης. Ο αληθινός συγγραφέας φτιάχνει έναν κόσμο εξακοντίζοντας στον δεδομένο και υπαρκτό ένα βλέμμα ικανό να τον ματιάξει, να τον ταράξει, να τον αρρωστήσει και να τον συνεφέρει, καθώς μετακινείται σε περισσότερο βάθος, κατευθυνόμενο στην ουσία των πραγμάτων, που είναι η ειδοποιός διαφορά τους, η κρυμμένη, δηλαδή, αλήθεια τους.

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Το κόκκινο της φωτιάς, μικρό εγχειρίδιο λογοτεχνίας, σελ. 145, Γαβριηλίδης, 2015

Πίνακας:Linda Touby

 

 

 

Ανδρέας Καρακόκκινος, Απολιθωμένη μνήμη

.

Άδειοι τοίχοι ξεφτισμένοι
τα παλιά πορτραίτα
ξαναγύρισαν στους τάφους
η θάλασσα με τα όνειρα
ρουφήχτηκε απ’ το θεριό της λίμνης
τα έπιπλα κάηκαν στην πυρά
μαζί με τις μάγισσες της νύχτας
κι η στάχτη τους σκορπίστηκε
στα τέσσερα σημεία της ανάσας μου
να αναπνέω απολιθωμένη μνήμη.

Ανδρέας Καρακόκκινος, Απολιθωμένη μνήμη, από τη συλλογή Λεμονανθοί στο πέλαγο, Θεσσαλονίκη 2013

 

Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία 

I.

Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία :
Μαρμάρινα τραπέζια, αρχαία ψυγεία, σκόνη, τσόχα,
Πατάρια όπου ποτέ κανείς δεν ανεβαίνει
Τηλεοράσεις ανοιχτές που ουδείς ποτέ προσέχει
(Εκτός κι αν είναι κάνα ματς, μάλιστα κάποιο ντέρμπι)
Kαι ραδιόφωνα ανοιχτά που ουδείς ποτέ ακούει.
Με γεροντάκια στις καρέκλες με καμπύλες πλάτες
Με τις απίθανες, τις πιο ετερόκλητες διακοσμήσεις
(Θα χρειαζόταν ένα ποίημα χωριστό μόνο για δαύτες)
Kαι –σπάνια πια– τ’ απολιθώματα: τζουκμπόξ και φλιπεράκια
Ένα μπιλιάρδο ξεχασμένο, ένα ποδοσφαιράκι χάρβαλο
«Στο βάθος κήπος πια», παρατημένα.

II.

Δε λέω «καφετέριες », προσοχή, λέω « καφενεία»
Eκείνες είναι χώροι αλλιώτικοι, με τις γελοίες μουσικές
Δε λέω «cafè» τα κομψεπίκοψα φλωράδικα,
Μα ούτε και «ρακάδικα» –μη χέσω– δεν αντέχω,
Κι ούτε βεβαίως –εσχάτη πτώση– τα «ρακομελάδικα».
Εγώ γουστάρω κρότο των ζαριών στο τάβλι.

 

.

IX

Αίφνης το «Πανελλήνιο», στέκι μου σταθερό –
(Δε σ’ το ’μαθα, ρε Διονύση, πήγες και πέθανες νωρίς).
Προέκταση του γραφεί μου,
Πολύ σωστά μου το ’λεγες, γαλαζομάτα,
–Α, ρε Νίκο, α ρε Γιάννη, γίγαντες της Μαυρομιχάλη–
Με το πεσοικό πατάρι του, απερίγραπτα μοναδικό
Είμαι ο μόνος που το εγκαινιάζει ολοένα
Παίρνοντας συνεντεύξεις (και δίνοντας για μια φορά:
Γεια σου, βρε Κατερίνα, γεια σου Πέννυ)
Και κάποτε το γέμισα με κόσμο εγώ, στα «Σινεμά» μου.

[…]

Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία από τη συλλογή Εμένα μου λες, Ποιήματα 1997-2016,  Εκδόσεις Α Ω,  γ’ έκδοση, Μάρτιος 2019

Oι φωτογραφίες είναι από το αρχείο της Ιφιγένειας Σιαφάκα, Πανελλήνιον, Ιούνιος 2019 σε συνάντηση με τον Δημήτρη Φύσσα.  Στην πρώτη φωτό ο κ. Νίκος, ιδιοκτήτης του καφενείου.

 

 

 

 

Xαρά Νικολακοπούλου, Το τελευταίο αστειάκι

Οι πιγκουίνοι είναι πλάσματα αξιοπερίεργα. Οπωσδήποτε είναι ανθρωπόμορφοι. Κι άλλα ζώα βέβαια έχουν ομοιότητες με τον άνθρωπο, αλλά ο πίθηκος, ας πούμε, ή ο ουρακοτάγκος δεν μας κάνουν να αισθανόμαστε περήφανοι για τα όποια κοινά χαρακτηριστικά μας. Το όνομά τους εμπλέκεται  μάλιστα σε υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς όπως: είσαι μια μαϊμού, α να χαθείς, πιθηκομούρη, κ.ο.κ. Όχι, οι πιγκουίνοι διαθέτουν μια συγκινητική ευγένεια. Θα μπορούσαν να είναι οι Σαρλό των πτηνών, κομψοί αριστοκράτες μέσα στο γιορτινό τους σμόκιν, ένα ευφάνταστο πείραμα της εξελικτικής αλυσίδας στην προσπάθειά της να δημιουργήσει το «αριστούργημα» που λέγεται άνθρωπος, μια αξιοσημείωτη απόκλιση από τη βαρβαρότητα που κατοικοεδρεύει στα γονίδια πολλών αντιπροσώπων τού ζωικού –και όχι μόνο– βασιλείου, μια υπενθύμιση ότι άσπρο και μαύρο συναπαρτίζουν το ίδιο νόμισμα, το γιν και το γιανγκ μιας μελαγχολικής ενδοσκόπησης, ένα ευφυέστατο παράδειγμα θερμικής ανεξαρτησίας, πάνω απ’ όλα σκληροί διαπραγματευτές στη μάχη για επιβίωση κάτω από φοβερά αντίξοες συνθήκες. Εκτός από τα παραπάνω, ίσως είναι η τελευταία ευτυχής έμπνευση, ένα αστειάκι τού δημιουργού πριν περιπέσει σε βαθιά μελαγχολία βλέποντας την οικτρή κατάληξη των πιο πρόσφατων δημιουργημάτων του. Μια παροιμία από την Παταγονία λέει ότι ένα παραμύθι που αρχίζει με έναν πιγκουίνο τελειώνει με έναν έρωτα. Ας το πιστέψουμε, δεν έχουμε εναλλακτική επιλογή. Ποιοι στην ευχή είμαστε εμείς που θα αμφισβητήσουμε τις παροιμίες από τη Παταγονία; «Κοίταξέ τους, δεν είναι αξιολάτρευτοι; Μοιάζουν τόσο συγκινητικά ανθρώπινοι», θα έλεγε η Όλγα. «Μήπως θέλουν να μας μεταφέρουν κάποιο μήνυμα;» «They are only birds, honey; they just obey their nature. It’s so simple»[1],  θα απαντούσε ο Ντάνιελ.Αλλά όλα αυτά, αρκετά αργότερα…

(Προδημοσίευση από την ανέκδοτη νουβέλα  Η ασπρόμαυρη γυναίκα)

[1] Δεν είναι παρά μόνο πουλιά, γλυκιά μου, απλώς υπακούνε τη φύση τους. Είναι τόσο απλό.

Πίνακας: Joan Mirό

 

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Προσευχή (666)

.

Θε μου. Στο σκοτάδι αυτό που ρουφάει τις επιθυμίες.
Σε φωνάζω. Αυτουργέ. Εγκληματία.

Κάτω απ’ τα σεντόνια. Μιαν αιμάτινη γραμμή.
Τρέχει. Φυγάς. Με σταγόνες κόκκινες. Ολόγιομες. Να
στάζουν. Από τα νύχια που μπήγω στην πλάτη Του.
Σκαλίζοντας. Ανασκαφές ερώτων. Παρελθόντων.
Ψεμάτων. Παρόντων. Εν εξελίξει. Σεναρίων. Και
μουντζουρωμένων επιθανάτιων εξομολογήσεων. Στα
χέρια σου. Στο μαχαίρι σου. Στη λάμα που σχίζει
στα δύο. Τη σάρκα. Την ενοχή. Την προσποίηση.
Την επουράνια νουθεσία σου.

Θε μου. Παντοκράτορα. Μονομανή.

Φοράω κι απόψε το αστέρι στο μέτωπό μου. Ο
σημαδεμένος σου. Ο ανυπότακτος. Ο αδαής περί
των γεγραμμένων επάνω εις το όρος Σινά. Εντολών.
Πιστώσεων. Με τον τοκογλύφο φόβο τσιράκι στα ιερά
σφαγεία σου. Εξαγοράζεις. Πουλάς. Νταβατζιλίκι.
Ενώπιον ευθυμούσης στρατοκρατίας.

Θε μου. Στο αλισβερίσι σου αυτό.

Άσε με κουφάρι σηπόμενο. Τροφή για ποιήματα.
Καταραμένων. Αυτοκαταστροφικών. Οδοιπόρων.
Ποιητών. Ή κάνε με δέντρο. Σε κάποιο μακρινό
βουνό. Που χέρι ανθρώπου να μην μπορεί να μ’
αγγίζει. Μήτε και το δικό σου. Χέρι-Νυστέρι.

Θε μου. Μέσα στη σιωπή.

Ζωγραφίζω για σένα ετούτη την ύστατη προσευχή.
Σαν δώρο. Βασιλικό. Που κοστίζει όλο το αίμα που
χύθηκε στο όνομά σου. Στη δικαιοσύνη σου. Στην
παντοτινή απουσία σου.

Θε μου. Εχθρέ μου.

Μήπως εάν μας αγάπαγες λιγότερο. Η βρώση και
η πόση σου. Εξασφάλιζε στο ανθρώπινο γένος. Τον
αιώνιο Έρωτα;

Αυτά.

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Προσευχή (666), από τη συλλογή “Εγώ το Χάος”, Eκδόσεις Καμβάς. 2019.

Artwork: Yevgenia Nayberg

 

 

Παύλος Μάτεσις, GRAFFITO

.

Kαι συνέβη διάφοροι φίλοι και εταίροι των όσων χάθηκαν χτισμένοι μέσα στην Εθνική Βουλή να οργανώσουν ένα ομαδικό barbecue–μνημόσυνο στην πλατεία του χτηρίου. Οι, προς ώρας, επιζήσαντες πραγματοποίησαν επί τόπου ένα κοσμικό και πολιτικό και κοινωνικό συλλαλητήριο, αν και δεν ήξεραν εναντίον τίνος. Πάντως έψαλαν το «Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς», χόρεψαν το τανγκό «Στη στεριά δεν ζει το ψάρι», επίσης τον θούριο-μαρς «Δεν θα την πάρουνε ποτέ τη γη των αυτοχθόνων», συνοδευόμενα με κραυγούλες του είδους oh! baby, baby. Είχαν προσέλθει και άτομα γαλαζωπού αίματος, μοντέλα, μοντελίστ, είδωλα του Τύπου, όλοι εξωσθέντες από τα ορεινά προάστια (το γκρουπόσκυλο Φωτούλα φαίνεται κάπου ολιγώρισε) και εκραύγαζαν, Εσείς τους εψηφίσατε, όχι ο Θεός!  Ο Θεός δεν είναι οβελιστής ούτε σουβλατζής! Yποψιάστηκαν επίσης τις γειτόνισσες χώρες και κυβερνήσεις, πως ίσως είχαν χώσει δάχτυλο χοντρό και μακρύ, υποδαυλιζόμενες από άλλες χώρες αλλοδαπότερες. Κι επειδή φοβήθηκαν μήπως η αντίστασή τους συναντήσει αντί-αντίσταση, αλλά και προέκταση του αστικού λοιμού, αποφάσισαν να μετακομίσουν τον θρήνο τους όλοι μαζύ στην υπεραστική Νήσο Μέδουσα, επειδή, είπαν, ποιες δυνάμεις γήινες ή άλλου επιπέδου θα αποτολμήσουν τέτοια υπερκοσμική νήσο! Θα δημιουργηθεί διεθνές τουριστικό επεισόδιο. Και, επιπλέον, μήνες τώρα είχαν να πλεύσουν προς Μέδουσα, που ενδεχομένως θα τους παρεξηγούσε. Και με αυτήν τη φιλοσοφία έπλευσαν.

 

Η νήσος Μέδουσα –το επώνυμό της ήταν αυτό– έφερε το βαπτιστικό όνομα Γοργόνα, στη δε ταυτότητά της δηλωνόταν ως κόρη της Μυρτάλης (η μετέπειτα Ολυμπιάς) και νόμιμη αδελφή του Μεγαλέξανδρου, το πιστοποιούσαν και όλα τα λαϊκά ποιήματα και παραμύθια. Γι’ αυτό έκανε τσεκάπ στις διερχόμενες φρεγάδες, να εξακριβώσει εάν ζει και πού ο αδερφός της και γενικώς παρενοχλούσε τα πλεούμενα. Στη νεανική ηλικία της την είχε καθαρίσει κάποιος Περσέας και, αντί ψυχικής οδύνης, οι συγγενείς τη μεταμόρφωσαν σε Νήσο Μέδουσα, που ανήλθε κοινωνικώς και απάνω της παραθέριζαν χειμώνα-καλοκαίρι και πραγματοποιούσαν τα πηδήγματά τους οι πλέον φιρμάτοι κώλοι της υδρογείου. Και έτσι τα λείψανα διασημοτήτων της πρωτεύουσας κατέστησαν τη Μέδουσα νήσο αριστοκρατική. Επιστράτευσαν πλοία εξαώροφα και πλοιοκτήτες με πείρα προπολεμική, αεροπλάνα κοσμικών συγκοινωνιών, ορισμένοι ανυπόμονοι και αερόστατα, καθώς και επαγγελματίες βαστάζοντας κολυμβητες, για να μεταφέρονται ιππαστί κατά τους κολυμβητικούς αγώνες. Και συνάχτηκαν εκεί γενικώς οι ανωτέρας κοινωνίας, όσοι διέθεταν οικόσημο και οικογενειακό δενδρύλλιο. […] Στην ουσία, η Νήσος Μέδουσα ήταν ένα νησί χωρίς βάθος, σε σχήμα πιατέλας για μουσταλευριά. Γι’ αυτό, και με τα υπέβαρα ονόματα στην πλάτη, εμπατάρισε και όλα της τα κατοικίδια, σερβιτόροι, μοντέλα και παρεμφερή, τα άδειασε πλαγιαστά στο πέλαγος. Η Νήσος τελικά προγραμμάτισε να μείνει μόνο τρία χρόνια στα βάθη. Όσο για τους καλεσμένους της, είχαν το ελεύθερο να εκβρασθούν όποτε θα τους έκανε κέφι.

Παύλος Μάτεσις, GRAFFITO, από το κεφάλαιο Νήσος ναυαγεί και βουλιάζει,  σελ. 95 κ.ε., Καστανιώτης 2009