RSS

Γιώργος Δουατζής, από το βιβλίο Το σπασμένο παιχνίδι – Κώστας Αξελός

“Δεν μπορεί να υπηρετήσει τίποτα και κανέναν η φιλοσοφία. Σήμερα, ως πλανητική σκέψη μπορεί να τα θέσει όλα υπό ερώτηση και να δώσει αινιγματικές απαντήσεις. Η φιλία για τη σοφία έχει αντικατασταθεί από τη φιλία για τη σκέψη. Το άσκεφτο το συναντάει κανείς κατά στιγμές, ενώ η αναζήτηση και η διερεύνηση αποτελούν το συνεχές κίνητρο του στοχαστή. Η εποχή μας έχει πέσει χαμηλά και η φιλοσοφία ζει το τέλος της. Οι ιδεολογίες πεθαίνουν γενικευόμενες. Μετά από αυτές, μια μέση απατηλή νοοτροπία θα κυριαρχήσει για πολύ. Αυτή η νοοτροπία έχει στοιχεία από όλα. Στοιχεία λίγο φιλελεύθερα, λίγο σοσιαλιστικά, λίγο χριστιανικά, λίγο εβραϊκά, λίγο προλεταριακά, λίγο αστικά, λίγο από τις φιλοσοφίες, αλλά θα καταστεί ένα μπέρδεμα, μία ομελέτα δηλαδή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι σκέψη. Κάνει τους ανθρώπους να νομίζουν ότι σκέπτονται. Μετά τις ιδεολογίες και τη φιλοσοφία υπάρχει χώρος για μια ανοιχτή ποιητική σκέψη. Μιλάω πάντα για στοχαστές και όχι για φιλοσόφους. Η αλήθεια είναι μια πάρα πολύ προβληματική έννοια. Αυτό που λέμε αλήθεια είναι πάντα προβληματικό, γιατί έχει μια σειρά προϋποθέσεις. Επίσης η αλήθεια δεν είναι μια έννοια με την οποία δουλεύω, αλλά βλέπω την αλήθεια σαν κυρίαρχη μορφή μιας περιπλάνησης. Όταν η περιπλάνηση παίρνει μια μορφή, ένα περιεχόμενο και συγκροτεί και συγκροτείται, δίνει μια μορφή της αλήθειας. Αλλά η αλήθεια υπακούει στην περιπλάνηση και όχι το αντίθετο”.

Γιώργος Δουατζής, από το βιβλίο Το σπασμένο παιχνίδι – Κώστας Αξελός, εκδόσεις Καπόν, 2011

 

4 Φεβρουαρίου 2010. Ακριβώς δέκα χρόνια πριν, σαν σήμερα πεθαίνει ο Κώστας Αξελός. Στο ταφικό μνημείο του με επιθυμία της συντρόφου του Κατερίνας Δασκαλάκη, χαράχθηκε, γαλλικά και ελληνικά, η φράση από το τελευταίο του βιβλίο: «Το να διακρίνει κανείς αυτό που μένει απ’ αυτό που σαρώνει ο άνεμος απαιτεί έντονη ζωή και ματιά που να στηρίζονται στον θάνατο, χωρίς ο θάνατος, σαν τέτοιος, να υπερισχύει».

 

Αντώνης Σαπουντζάκης

.

Μπήκα με λύπη στο σπίτι των ανέμων.
Μπήκα γυμνός στην πλατεία του σπιτιού
με τα λικέρ από δέρμα χωριού στους μπουφέδες
και στο ταβάνι μια λάμπα ξαστέρωνε.
Στην κουζίνα η Τζόπλιν μαγείρευε γρέζια
στους διαδρόμους συνωστίζονταν τράμ γεμάτα Σιοράν
και ιερόδουλες βοσκοπούλες με πειθαρχία στρατεύματος
βοτάνιζαν τις ημέρες που εξείχαν πανσέδες.
Εγώ ήμουν κηπουρός από κακιά συμμετρία.
Στο υπνοδωμάτιο ξαγρυπνούσαν τα σύννεφα
στα ράφια ξεφώνιζε μια κυριακάτικη θλίψη
των ξωτικών η μεταφυσική μειδιούσε
υπό Ιωάννου του Τρένου που έφυγε πάει.
Εγώ ήμουν ερωτευμένος με χάσματα.
Πέρα στους πέρα κάμπους είδα μιά νερατζούλα
με το χούι ανοιχτό να περνούν φορτηγά
ηλεκτρικά ασθενοφόρα γιά ν’ αλυχτούν στρατοκάστερ.
Εγώ ήμουν ωστόσο μνημείο που αρνιόταν τις θύμησες.
Ώσπου αφήνοντας πίσω φερ φορζέ χωματόδρομους
τραπεζάκια του χωλ και μπιντέδες
βρήκα την αίθουσα της λάσπης
βρήκα τον Χάκκα να σημειώνει στους λεκέδες.
Τα καναρίνια στο μπαλκόνι να ψοφάνε
απ’ τα κλουβιά τους να βογκούν Καισαριανές.
Ήτανε τότες που γεννήθηκα ρητός:
η Εξαρχής του Θυμού τότες με φίλησε στα μάτια
κι ύστερα μου ψιθύρισε αν ψήνομαι για κρότο.

Φωτό: Rene Groebi

.

 

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πίστη και περηφάνια

Λένε πως υπάρχει ο Θεός που σε μαθαίνουν στο σχολείο, και υπάρχει κι ο Θεός που γνωρίζεις μέσα σου. Άπιστη δεν υπήρξα, αλλά για Θεό μου προτιμούσα την αλήθεια. Πάντα πίστευα ότι είναι καλύτερα να ξέρεις την αλήθεια παρά να ζεις μέσα στην άγνοια. Το περίεργο είναι ότι αυτή η πίστη πρέπει να δοκιμαστεί για να δεις αν έχεις δίκιο, αλλά, μέχρι να το μάθεις, έχει περάσει ίσως και μια ζωή μέσα απ’ τα χέρια σου. Βαθύς ο πόνος της επίγνωσης. Ένιωθα πως τα γεγονότα επενέβαιναν στη ζωή μου σαν να απευθύνονταν μόνο σ’ εμένα. Μπλέκονταν ανάμεσα στα όνειρά μου, που έτσι κι αλλιώς ήταν αξεδιάλυτα, και φυσικά έκαναν την κάθε στιγμή της μέρας έναν πραγματικό εφιάλτη. Τσακισμένη γενιά, τσακισμένοι όλοι κι εγώ μαζί τους! Όταν πλέον αρχίζεις να ξεχωρίζεις πως οι ρόλοι που θα παίξεις δεν είναι αδιανόητοι, τα πάντα μπορούν να είναι αληθινά και τα πάντα μπορεί να συμβούν σε μια πραγματικότητα που αδιάφορη μπορεί να θρέφει ισοβίως τα παράδοξα.

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πίστη και περηφάνια, μυθιστόρημα, Εκδόσεις 24 γράμματα, Αθήνα 2020

 

Κατερίνα Λιάτζουρα, Κακή πίστη

.

Εκχέρσωσα από μέσα μου το σύμπαν.
Μια αδιαμόρφωτη ύλη είμαι.
Εθελούσια η παραίτηση (μου) λοιπόν.
Οικειοθελώς αποποιήθηκα την ελευθερία
και στην ειμαρμένη
νομοτελειακά υποκύπτω σε τάξη.
Δίποδο κι εγώ, θηλαστικό, όρθιο και λογικό
διασκορπίζομαι σε πρόσκαιρες απολαύσεις.
Η αλήθεια είναι ανέφικτη.
Ανέφικτη είναι η αλήθεια.
(Και πόσο σχετική πράγματι είναι η αλήθεια;)
Επιχειρώ καίριο το άλμα προς την πίστη
μα εδώ και χρόνια
οι ηθικές μου αξίες χρεοκόπησαν
και η ανάγκη για μεταξίωση
ενός ηθικού βίου διαβίωσης
εκφορεί πολεμοχαρή αισθήματα.
Κρυσταλλώθηκα στο δίλημμα
και μεταβλήθηκα σε μια δυνατότητα
που προς ένα απροσδιόριστο μέλλον
διαρκώς εξελίσσεται.
Μετέθεσα το βάρος της ευθύνης
και δημιούργησα ψευδαισθήσεις
για να ξεφύγω
από την απόλυτη ελευθερία.
Η κακή πίστη βοηθά στην ανέλπιδη τελμάτωση.

Πίνακας: Dino Valls

 

Iφιγένεια Σιαφάκα, Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν, κριτική Κ. Καραγιαννόπουλου, Περιοδικό Στάχτες

Κριτική Κ. Καραγιαννόπουλος, Περιοδικό Στάχτες

10.1.2020

Σε παλαιότερο κριτικό σημείωμά μου για την Ιφιγένεια Σιαφάκα είχα αναφέρει το εξής: «Δομή- πρόθεση-πρόσληψη-γλώσσα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, δημιουργώντας έναν δίαυλο επικοινωνίας με το υποσυνείδητο». Αυτός –θαρρώ– είναι ο κύριος άξονας επάνω στον οποίο θα πρέπει να χτίζεται κάθε αναγνωστική προσπάθεια των έργων της συγγραφέως.Στο καινούργιο της πόνημα, «Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν», η ποίηση δένεται (και εμπλέκεται) με τη «θεατρική» δράση. Παίρνοντας στοιχεία από το δράμα προς ανάγνωση (closet drama), η Σιαφάκα, κεντάει –με έντεχνο τρόπο– το λεκτικό τού έργου επιτρέποντάς μας τη διείσδυση τόσο στην πλημμυρίδα των νοημάτων του όσο και στα σκότη του ψυχισμού μας.

–Ο χρόνος και η (προσωπική) ταυτότητα είναι τα σημαντικότερα σημεία στα οποία προσανατολίζεται η ποιητική αυτή αναζήτηση. Θα μπορούσαμε –μάλιστα– να πούμε πως το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί μια Ποιητική της εύθραυστης (και εφήμερης) ύπαρξής μας. Τα λιμνάζοντα ύδατα της (αδιόρατης) συμπλοκής ιστορικού και υποκειμενικού χρόνου, το πρωταρχικό τραύμα που ριζώνει και διακλαδώνεται συμπαρασύροντας αισθήματα, σχέσεις και όψεις, η αγωνία και η λαχτάρα για το στήσιμο ενός μητρικού επέκεινα[1], καθώς και η μνήμη καθορίζουν όχι μόνο τη δράση, αλλά και εντείνουν την πολυσημία – έτσι που ανοίγει τρομερά ο ερμηνευτικός ορίζοντας και υποχρεώνεται ο αναγνώστης σε μια ιδιαίτερη και σχεδόν μυσταγωγική διαδικασία, δηλαδή την υπερανάγνωση (over-reading). Βρίσκουμε, για παράδειγμα, στην σελίδα 18 το απόσπασμα:

Μερόνυχτα βρέχει, μ’ αστραπές για σωσίβια στ’ αλμυρά του ανθρώπου, που παστώνει τον Λόγο μ’ ομίχλη. Θα σου γείρω ένα σύννεφο να ποτίσει βροχούλα τ’ αγριμάκια, τους λύκους, που σου τρώνε την όψη.

Εδώ, λοιπόν, μπορούμε να δούμε τη σύγκρουση του λόγου της λογικής με τον λόγο της αποκάλυψης (ή και του χρησμού). Η τεχνική της συγγραφέως μάς επιτρέπει να διερευνήσουμε τις πιο απόκρημνες περιοχές του εαυτού μας και να θαυμάσουμε τους πολύτιμους θησαυρούς του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση –πέρα απ’ αυτή την αντιπαράθεση– ο προσεχτικός αναγνώστης μπορεί να δει πως ο λόγος (με όποια απ’ τις δυο αυτές μορφές του) δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα είδωλο.

Επίσης, στη σελίδα 19 διαβάζουμε: «όταν ζύμωνα μέσα σε στόματα αλόγων αχανή, σ’ αυτά της Πύλης του Μεγάλου Ρανιλάου, να ταΐσω τα κτήνη που κυνόδοντες μπήγαν στην καμένη τη γη μας». Και στην 33 το εξής: «εκεί που μουλιάζει το κορμί των θηρίων· από φόβο μουγκρίζουν πως, αν καταλάβουν, θα επιστρέψουν νεκρά στην άσπονδη αιτία τους. Μια μετάλλαξη μόνον ανθρώπους τα βάφτισε». Μέσα από τα αποσπάσματα αυτά και την αντιπαραβολή ανθρώπου και κτήνους, μπορούμε να φέρουμε στο νου μας τις «Σημειώσεις για έναν υπέρτατο μύθο» του Γουόλας Στίβενς, όπου φαίνεται  ο τρόπος με τον οποίο μέσα από τη σταδιακή αποξένωση του ανθρώπου με τη γη (και –εδώ– με την ίδια του τη φύση) έρχεται σε αντιπαράθεση ο βρυχηθμός των ζώων με την κραυγή του εφήβου.

Κι όλα αυτά μέσα από το σκληρό όστρακο μιας patella ferruginea…

 

Η ζοφερή μορφή της Μητέρας και η απουσία του Πατέρα θέτουν τη βάση επάνω στην οποία η αγωνία και η λαχτάρα σωματοποιούνται και (σε πολλά σημεία) διαμελίζουν το συμβολικό σώμα. Αυτά τα σημεία θυμίζουν τον Γιατρό Ινεότη του Γιώργου Χειμωνά, όπου, όπως αναφέρει σε δοκίμιό της η Εύη Βογιατζάκη: «Όλες αυτές οι έννοιες δραματοποιούνται στη θεατρική σκηνή […]. Αποκαλύπτοντας το ψυχοσωματικό υπόστρωμα των παραπάνω μεταφορών, ο Χειμωνάς παρουσιάζει τις πιο άγριες και ασυμβίβαστες ενστικτώδεις ορμές του ανθρώπου, που βρίσκονται κρυμμένες πίσω από την κανονικότητα της θεσμοθετημένης γλώσσας»[2]. Σύμφωνα με τον Λακάν, άλλωστε, η απειλή για κατακερματισμό του σώματος πηγάζει από το άγχος. Και το άγχος εδώ είναι δημιούργημα της απειλής που αφήνει να πλανάται η Νεκρή γριά[3].

Στο ποίημα «ΜΕΤΕ-Ο-ΡΙΣΜΟΙ» υπάρχουν κάποιοι στίχοι στους οποίους δίνει καθαρά η Ιφιγένεια Σιαφάκα αυτό το αρειμάνιο υπόβαθρο των σχέσεων των «dramatis personae»  αλλά και τον φόβο που προκαλεί η σκιά του Πατέρα (οιδιπόδειο σύμπλεγμα). Γράφει λοιπόν:

… Μ’ έναν θάμνο στο φρύδι αρμονία πιο πέρα βλασταίνει
στην αγέρωχη στήλη που αδράχνει το προφίλ
του αμίλητου πατέρα με το στόμα ριγμένο
στραβά στο πεντάγραμμο ανέμων ν’ αποφύγει
έναν μαστό πυρωμένο με πύαρ:
την ευθύβολη άρση της σάρκας στην πέτρα
Κάτω απ’ το μουγγό του σαγόνι
μια αριθμομηχανή γηραιά εν ονόματι ΚΡΟΝΟΣ
κρατά κούφιο κι απόκρημνο το προσωπείο στον οίκτο…

Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ στους αναγραμματισμούς που χρησιμοποιούνται (ΠέΤρας- Πατέρας) στο έργο και στα ονόματα που δίδονται στα πρόσωπα-αρχέτυπα. Για παράδειγμα, ο Πάολο ντε Σιλένθιο παραπέμπει στη σιωπή, ενώ η Βιργινία Τσα Λο Το στην τύχη. Αυτά τα τεχνάσματα εμπλουτίζουν το κείμενο και μετατρέπουν την αναγνωστική διαδικασία σε μιαν εξερεύνηση των τροπικών της γλώσσας και του ανοίκειου λογοτεχνικού (και ψυχικού μας) κόσμου. Τέλος, χρησιμοποιώντας εξωκειμενικά στοιχεία –όπως τα μότο του Καραβίτη που μας παραπέμπουν στη θεματική του προσωπικού χρόνου, των καθρεφτών, της μνήμης, του θανάτου, ή το τραγούδι του Idir, ένα παραμύθι που συνδιαλέγεται με το μυθικό υπόβαθρο της αφήγησης, το ονειρικό στοιχείο και το οικογενειακό αφήγημα–, η αναγνωστική πρόσληψη θα γίνει ουσιαστικά η συνισταμένη των επιμέρους ανταποκρίσεων, μετρώντας πια κι ως σύνολο υπόρρητων σημασιολογικών και αισθητικών δυνατοτήτων.

_____________
[1] Διαβάζουμε π.χ. στη σελίδα 65: «Αμετροεπής ήταν πάντα ο πατέρας στα θαύματα της λίμνης, πότε γινόταν αερόστατο με σκοινιά από βρύα, πότε νυχτερίδα με κοιλιά χταποδιού, πότε βότσαλο με μάτια ιπποπόταμου κι άλλοτε χάρτινη μπάλα με μαύρες κουκίδες που λιαζόταν βρεγμένη».
[2] Βογιατζάκη, Ε. (2017), Ο Γιατρός Ινεότης του Γ. Χειμωνά και η γραφή του Joyce. Σύγκριση, 13, 226-257.
[3] Όπως στο απόσπασμα: «Η μητέρα φταίει γι’ αυτό, τα έτρωγε όλα… Όμως εγώ στα βατόμουρα μ’ έβλεπα, γυαλιζόμουν και τα έτρωγα, και να που εσύ είχες μόλις υποστεί τιμωρία, είχες χάσει τα πόδια σου και βρισκόσουν στη λίμνη» (σελ. 43).

Πίνακας: Vladmir Fedotko

.

 

Νίκος Σταμπάκης, Υπόθεση Cockpit

Μπήκαν προσεχτικά κι ανέβηκαν σε μια πεντάπλευρη αίθουσα δίχως παράθυρα, που τη φώτιζαν χαμηλοί πολυέλαιοι από ομόκεντρους ξύλινους κύκλους που σχημάτιζαν νοητούς κώνους. Ενώ ο τοίχος έκλεινε πίσω τους, παρατήρησαν σκορπισμένα εδώ κι εκεί τα ίδια ημικυκλικά πράσινα τραπέζια που είχαν ιδεί στο ισόγειο. Σ’ ένα απ’ αυτά στο βάθος, καθόταν μόνος, με το πρόσωπο φωτισμένο κόντρα στο μαύρο του σακάκι και το βλέμμα προσηλωμένο στην τσόχα, αυτός που δεν μπορούσε παρά να είναι ο Ιβ Σολάνα.
Πλησιάζοντας, διαπίστωσαν ότι έριχνε ένα είδος πασιέντσας, με έξι τετράδες αναποδογυρισμένων χαρτιών.
«Ακούσαμε ότι μας περίμενες», του είπε με όσο πιο σταθερή φωνή μπορούσε.
Εκείνος έστρεψε αργά πάνω της τα στενά μάτια, με τις μαβιές σακούλες να κρέμονται από κάτω πτυχωμένες, και το άχειλο στόμα του σφίχτηκε κι έπαιξε σαν καμπύλη που πήγαινε να γίνει τεθλασμένη.
«Για την ακρίβεια», αποκρίθηκε, «περίμενα ένα πρόσωπο. Αλλά υποθέτω ότι το πρώτο δεν θα υπήρχε δίχως το δεύτερο. Ας είναι».
«Πράγματι», στράφηκε φευγαλέα προς την ανέκφραστη Βαλ και κατόπιν προς τον Ιβ Σολάνα, «αν δεν ήταν αυτή θα ήμουν νεκρή. Εξαιτίας σου».
«Όμως δεν είσαι».
«Είναι αλήθεια αυτό», έκαμε οπισθοχωρώντας ελαφρά.
«Δεν είναι καλύτερο να ξέρεις;» είπε ο Ιβ Σολάνα με μιαν αδιόρατη υποψία χαμόγελου.
Έπιασε το υπονοούμενό του για την αυτοθυσία της Βαλ.
«Ίσως. Αυτό που δεν ξέρω είναι γιατί ενδιαφέρεσαι τόσο πολύ για την ερωτική ζωή μου».
«Αν μείνεις εδώ μπορεί και να το μάθεις», είπε δείχνοντάς της μια μαύρη πολυθρόνα στα δεξιά της. Εκείνη την τράβηξε προς το γραφείο, έβγαλε την καμπαρντίνα της, τη δίπλωσε πάνω από το δεξί μπράτσο της πολυθρόνας και κάθισε, νεύοντας στη Βαλ να βολευτεί στον καναπέ λίγο παραπέρα.
«Λοιπόν; Τι πρόκειται να μάθω;»
Ο Ιβ Σολάνα δεν απάντησε κι έπιασε ν’ ανακατεύει τα χαρτιά, πολλές διαδοχικές φορές, καταλήγοντας πάντα σε έξι τετράδες. Τέλος, ανακάθισε και την κοίταξε κατάματα:
«Διάλεξε ένα».
Εκείνη το σκέφτηκε για λίγο και διάλεξε το τρίτο χαρτί της δεύτερης τετράδας, που από τη σκοπιά του Ιβ Σολάνα ήταν το δεύτερο της πέμπτης. Το χαρτί ήταν το επτά μπαστούνι, που το αναπαριστούσε ένα αλέτρι.
«Δείξ’ το μου», απαίτησε, κι εκείνη υπάκουσε.
Ο Ιβ Σολάνα χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας για πρώτη φορά φευγαλέα τα δόντια του και τράβηξε το τελευταίο χαρτί της έκτης τετράδας, από τη δική της σκοπιά, που ήταν πρώτο της πρώτης τετράδας από τη δική του. Το περιεργάστηκε και κατόπιν, μ’ ένα πιο διακριτικό χαμόγελο, το ακούμπησε στο στήθος του, δίχως να το αποκαλύπτει.
«Λοιπόν;» έκαμε εκείνη ανυπόμονα.
«Είναι κι αυτό ένα αλέτρι», είπε αργά ο Ιβ Σολάνα. «Ένα αλέτρι, που όμως είναι το ίδιο προϊόν οργώματος. Δεν το σέρνουν βόδια αλλ’ ένα σκουλήκι, που στο τέλος τριών εποχών πεθαίνει και το αφήνει να οργώσει μοναχό του».
Έμεινε να τον ατενίζει περιμένοντας να ιδεί πού θα κατέληγε.
«Αυτό είν’ όλο», διευκρίνισε ο Ιβ Σολάνα.
«Και;» έκαμε εκείνη ανυπόμονα.
«Τι είν’ αυτό που μόλις σου περιέγραψα;»
Κούνησε το κεφάλι.
«Θες να με δοκιμάσεις αν τα καταφέρνω στους γρίφους;» ειρωνεύτηκε. «Αν δεν τα κατάφερνα δεν θα βρισκόμουν εδώ».
«Ποιο είναι λοιπόν το πραγματικό όνομα για το ιδιαίτερο αυτό είδος αλετριού;»
«Δεν θα με καθυστερήσεις έτσι. Μιλάς για ένα μωρό».
Ο Ιβ Σολάνα άνοιξε τα μάτια περισσότερο απ’ το συνηθισμένο. Εκείνη μπορούσε να διακρίνει μια σπίθα μέσα τους.
«Πολύ καλό!» σχολίασε, δείχνοντάς της το χαρτί, που ήταν πράγματι ο άσος καρό με την εικόνα ενός γυμνού βρέφους πάνω σ’ ένα ρομβοειδές σεντόνι. «Μήπως μπορείς να μου εξηγήσεις πώς το βρήκες;»
«Θα ήταν παιδαριώδες. Τρεις εποχές, σκουλήκι… Όλα είναι διάφανα. Δεν φαντάζομαι να νομίζεις ότι διάλεξα μια λέξη στην τύχη».
«Όχι, όχι», παραδέχτηκε εκείνος. «Απάντησες στην ερώτηση κι αξίζεις το βραβείο σου». Έβγαλε από την αριστερή του τσέπη ένα κινέζικο μπισκότο και της το πέταξε πάνω απ’ την τσόχα. Εκείνη έκαμε να τ’ ανοίξει, αλλ’ ο Ιβ Σολάνα ύψωσε το χέρι απαγορευτικά: «Όχι τώρα! Αφού τελειώσουμε», και της έδειξε πάλι τα χαρτιά.
Έβαλε το τυλιγμένο μπισκότο στη δεξιά τσέπη του παντελονιού της κι έκαμε να διαλέξει. Αυτήν τη φορά το πήρε ανάποδα και σήκωσε το δεύτερο χαρτί της πέμπτης τετράδας, που για εκείνον ήταν το τρίτο της δεύτερης. Το κοίταξε, του το έδειξε: ήταν το οκτώ σπαθί, που το αναπαριστούσε ένας διπλωμένος σαν σύμβολο του απείρου ουροβόρος όφις να κείτεται στο έδαφος κατατρυπημένος από οκτώ σπαθιά.
Εκείνος σήκωσε το χέρι του, ετοιμάστηκε να τραβήξει ένα χαρτί στα δεξιά του, άλλαξε γνώμη, το απέσυρε, τέλος τράβηξε αποφασιστικά το τέταρτο χαρτί της τέταρτης τετράδας, που για εκείνη ήταν το πρώτο της τρίτης.
«Ένα φίδι, λοιπόν», σχολίασε παρατηρώντας το αθέατο απ’ αυτήν χαρτί. «Ναι, ένα φίδι έχω κι εγώ. Ένα φίδι ορθό, με πέντε κεφάλια που ξερνούν φωτιά. Τι είναι;»
Εκείνη κρατήθηκε να μην καγχάσει.
«Πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο», είπε συγκαταβατικά.
«Ένα κηροπήγιο».
«Σου έβαλα εύκολο, να μην σε αποθαρρύνω», δικαιολογήθηκε ο Ιβ Σολάνα και της έδειξε το χαρτί, το πέντε μπαστούνι, που πράγματι απεικόνιζε ένα κηροπήγιο με πέντε φλόγες. Κατόπιν, της πάσαρε άλλο ένα κινέζικο μπισκότο, που εκείνη το πήρε και το έβαλε στην τσέπη.

Νίκος Σταμπάκης, Υπόθεση Cockpit, μυθιστόρημα, Σμίλη 2020

.

 

Αθηνά Τιτάκη, Θαυματουργίες

     Όσο να πεις, η ιστορία προϋποθέτει προϊστορία – κάτι που επισημάνθηκε βουβά
πριν το διηγηθούμε. Έτσι που τώρα με άνεση μπορούμε να τρώμε κάρβουνα,
την πυρωμένη μας διάσταση ή και να χορεύουμε πάνω τους, μαζί με τα φίδια,
τον μεγαλοπρεπή μας φόβο. Ας τον γητεύσουμε να βγει απ’ το καλάθι του!

Εμείς οι γόητες,
Οι ανιστόρητοι,
Οι μαεστρικά ξεχνούντες πως,
Αν ο φακίρης αγαπούσε τα καρφιά
Ή έστω τις αιχμές των απολαύσεων,
Το Θαύμα θα χανόταν.

Αθηνά Τιτάκη, Θαυματουργίες από τη συλλογή Ενενήντα εννιά σφυγμοί κι ένας κορέκτορας, Εκδόσεις Μανδραγόρας 2019

Αrtwork: Μaggie Taylor