RSS

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Το σαλιγκάρι

.

Αρχαίος μάρτυρας
υπομονετικός κηπουρός
ενσώματη μεταφορά
παραπληγικός άγγελος
ερμητική σφραγίδα
έρπων μεταφραστής
κινούμενος οίκος
παραπαίουσα Κιβωτός
διαλεκτικός ιστός.
Σίγμα η απαρχή της στροφής
άλφα η περιέχουσα εστία
λάμδα το κολλώδες ίχνος
ιώτα η ερμηνευτική κεραία
γάμμα ο κόμβος της δυσκολίας
κάπα η βραδεία επιμονή
ρω η αέναη κύλιση:
δίδαξέ με γραφή, σαλιγκάρι·
δίδαξέ με σιωπή.

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Το σαλιγκάρι, από τη συλλογή Το βιβλίο των πλασμάτων, Σαιξπηρικόν, 2021

Artwork: Alfonso Brezmes

 

Έλσα Κορνέτη, Ξύλινη μύτη τορνευτή

.

Ο βελούδινος άνθρωπος έμαθε

 να ζει μέσα στ’ αγκάθια

στην ανόρεχτη σιωπή

στην πιο κρυφή πτυχή

των αρχαίων νερών

μ’ ένα μικρό πουλί να κελαηδά

στην θέση της καρδιάς

.

Ένα κουρδιστό παιχνίδι στριφογυρνά στον ουρανό

Είναι ο τσίγκινος παλιάτσος

στην αφετηρία της ζωής

κι έχει για σύντροφο

μια γάτα με ραγισμένα μάτια

Έλσα Κορνέτη, από τη συλλογή Ξύλινη μύτη τορνευτή, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2021

Joan Mirό

 

Έλσα Κορνέτη, από τη συλλογή Ξύλινη μύτη τορνευτή

.

Σκελετωμένοι αριθμοί

τρικλίζοντας

στην άκρη της μύτης μου

ακροβατούνε

Ολοστρόγγυλα μηδενικά

κρίκους πολύχρωμους

μακραίνοντας

η μύτη μου εμβολίζει

.

Δηλώνω αριθμοφοβικός

Εγώ δεν έμαθα αριθμητική

Μόνον ομοκύκλιους δακτυλίους

έμαθα να μετρώ

την ηλικία του δέντρου

όπου κατοικούσα

Έλσα Κορνέτη, από τη συλλογή Ξύλινη μύτη τορνευτή, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2021

Artwork: Roberto Innocenti

 

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Ο μπαρμπα-λύκος


.

Έπαιζε μπεγλέρι, μες στον καφενέ
Γνώριμος σε όλους, τον κερνάν κρασί
Ήπιε δυο κανάτες, ήπιε κι άλλη μια
Μέθυσε ο λύκος, γλίστρησ’ ο φτωχός
Χιόνι παγωμένο, τα Λατινικά
Lapsus γλώσσας λύκε, lupus γλώσσα est.
Πιάστηκε σακάτης, ήρθαν κυνηγοί
Χάθηκε η ρώμη, η Συντακτική
Γδάραν το τομάρι, γιοι του εισαγγελείς
Πρόδωσαν τον λύκο, όλοι τρεις φορές.


[Μιλώ με την παράδοση, μα η λούπ’ αυτή
διαφέρει—]

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Ο μπαρμπα-λύκος, από τη συλλογή Το βιβλίο των πλασμάτων, Σαιξπηρικόν, 2021

Πίνακας: Zdzislaw Beksinski

 

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Ρομπ ντε σαμπρ για μονομάχους

.

Να, εκεί στέκονται τρεις άντρες.

Ο ένας –η περιβολή από ατσάλι–

Τις νύχτες χάνει το κεφάλι του.

Δεν του το παίρνει η γκιλοτίνα

Μα άλλος άντρας, δυνατότερός του,

Του το βυθίζει μες στο σώμα.

Ο τρίτος με το φως της μέρας

Το ανασύρει αργά κι επιδέξια

Σαν να είναι και οι τρεις ένα σώμα

Άτμητο, σάρκινο, θνητό.

Σαν η βία να μην είναι άθλιο ψέμα

Μα η νίκη φυσικός προορισμός.

Τους αγνοώ. Φορώ ρομπίτσα δωματίου,

Χνουδωτή, με αναρίθμητα λουλούδια

–Μωβ, κίτρινα, λευκά, συλλογισμένα–

Και στον γιακά μικρό λεκέ ανυποχώρητο.

Απέναντι στους σιδερόφραχτους ιππότες

Βγαίνει καπνός απ’ το βαμβακερό μου ανάστημα.

Σε μια τσεπούλα τριανταφυλλί παραχώνω

Τον τρόμο, τον λυγμό, την απόγνωση.

Σαν ήταν και τα τρία ένα σώμα

Άτμητο, σάρκινο, θνητό.

Σαν η βία να είναι άθλιο ψέμα

Και το τρόπαιο ένα ρομπάκι απαλό.

Δήμητρα Χριστοδούλου, Ρομπ ντε σαμπρ για μονομάχους, από τη συλλογή Ευγενής ναυσιπλοΐα, εκδόσεις Μελάνι, 2021

Πίνακας: Cheffer Delouis

 

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Διδακτική των πρακτικών τεχνών

.

Καθώς κοιμόταν η μικρή Κωνσταντίνα

Μια κλωστή έπεσε ήσυχα στα χείλη της.

Ή θα περνούσε με φθαρμένη ζακέτα

Ένας παππούς από την ουράνια πόλη

Ή κάποιος αργόσχολος άγγελος

Μαδούσε πάνω της λινή μαργαρίτα.

Το παιδί μισάνοιξε τα χείλη του

Κι έτσι διδάχτηκε τη θεϊκή ραπτική.

.

Ας δούμε τώρα με ποιον τρόπο διδάσκονται

Ξυλουργική οι δυο συμμαθητές της,

Ο κοντούλης ο Δανιήλ και ο Γιάννης.

Μετά τη μάνα της εκείνοι την έκλαψαν

Που δεν ξύπνησε από τέτοιον ύπνο.

Αυτοί, λοιπόν, χτυπούν το ένα με τ’ άλλο

Τα ξυλοπάπουτσα των ξωτικών τα Χριστούγεννα.

Σπίθες πετάγονται! Πατάνε τα κλάματα

Και οι ξωθιές με ξεπαγιασμένα ποδάρια

Τους παραδίδουνε τα μυστικά.

Ξέρουνε πλέον πώς να φτιάξουν το κρεβάτι

Όπου μια νύφη θα κοιμάται ανενόχλητη.

.

Αν επομένως στην αυλή του σχολείου

Κόβουν και ράβουν ελάφια και σκίουροι,

Σσσστ! Ησυχία! Ο ουρανός είναι μικρός!

Αφήστε τα παιδιά να αποστηθίσουν!

Δήμητρα Χριστοδούλου, Διδακτική των πρακτικών τεχνών, από τη συλλογή Ευγενής ναυσιπλοΐα, εκδόσεις Μελάνι, 2021

Πίνακας: Auguste Renoir

 

Εύα Στάμου, Νικοτίνη

.

Απόψε δουλεύαμε μέχρι αργά, δεν τελειώσαμε πριν απ’  τα μεσάνυχτα. Ήταν μια από τις νύχτες που θα έκανα τα πάντα για να ξεχάσω. Έριξα κρύο νερό στο κεφάλι μου κι ύστερα ντύθηκα και κατέβηκα να σουλατσάρω στην αποβάθρα, προσπαθώντας να ηρεμήσω. Τρωγόμουνα να καλέσω τη γυναίκα μου στην πατρίδα – ίσως ήταν η δύναμη της συνήθειας. Το είχα ανάγκη να ακούσω μια οικεία φωνή, έστω την ανάσα των κοριτσιών μου στην άλλη άκρη της γραμμής, να πιστέψω ξανά ότι ο κόσμος όπως τον ήξερα δεν είχε τελειώσει, πως κάπου αλλού τα πάντα συνεχίζονταν κανονικά, οι άνθρωποι ερωτεύονταν, πήγαιναν κάθε πρωί στην εργασία τους, έβγαιναν για μπίρες με φίλους τα απογεύματα, και τα βράδια κοιμόντουσαν κανονικά δίχως φόβο ή τύψεις, χωρίς τις φρικτές εικόνες που στοίχειωναν τα δικά μου όνειρα.

Αυτή η δουλειά σε διαλύει. Σου ρουφάει σιγά σιγά την ενέργεια, τη διάθεση να κάνεις σχέδια για το μέλλον. Το μόνο που μένει τελικά, το μόνο που σκέφτεσαι μέρα και νύχτα είναι με ποιον τρόπο θα κρατήσεις τους άλλους ασφαλείς, πώς θα μείνεις και ο ίδιος δυνατός,πώς θα επιβιώσεις – τίποτε άλλο. 

Στην καθημερινότητά μου δεν υπάρχει χώρος για χαρά. Τις νύχτες κοιμάμαι ελάχιστα, όπως και οι υπόλοιποι. Όταν δεν τραβάμε παγωμένα κορμιά από τη θάλασσα, όταν δεν τρέχουμε στο νοσοκομείο, όταν δεν μετράμε σώματα, στριφογυρίζουμε σαν δαιμονισμένοι στο κρεβάτι, προσπαθώντας να αρπαχτούμε από τις αναμνήσεις μας. Αυτή η δουλειά πραγματικά σε διαλύει.

.

.

Ανέβηκα στο πλοίο. Όλα έμοιαζαν ήσυχα τώρα. Πέρασα από το γραφείο να ελέγξω τα μηνύματά μου πριν καταλήξω στην καμπίνα μου. Ξεκλείδωσα το συρτάρι και πήρα από μέσα με λαχτάρα το πακέτο. Προσπάθησα να ξεχάσω την παλιοκατάσταση στην οποία ήμουν κολλημένος τον τελευταίο χρόνο. Άναψα τσιγάρο και, μετά την πρώτη απολαυστική ρουφηξιά, ανέβασα τα πόδια μου στο τραπέζι, κι έκλεισα τα μάτια. Η στάση αυτή συμβόλιζε για μένα την απόλυτη ανεμελιά. Συνήθιζα να ξεκλέβω τα μεσημέρια μισή ώρα για τον εαυτό μου. Το πρώτο που έκανα συνήθως κατά τη διάρκεια του πολύτιμου αυτού χρόνου ήταν να αφήνομαι στο πάθος μου, κάτι που συστηματικά απέφευγα δημόσια, και είχα προειδοποιήσει και τους άντρες του πληρώματος να κάνουν το ίδιο. Δεν ένιωθα υποκριτής. Άλλο οι προσωπικές συνήθειες και άλλο η δουλειά μου. Τηρούσα τους κανόνες του επαγγέλματός μου με θρησκευτική ευλάβεια, κι είχα επομένως το δικαίωμα να κάνω ό,τι γουστάρω στον προσωπικό μου χώρο και χρόνο.

Είχα αποφασίσει να μην τηλεφωνήσω σήμερα στα κορίτσια. αν υπήρχε κάποια ανάγκη μπορούσαν να στείλουν μέιλ. Ξέρω ότι η μάνα τους παραμονεύει όση ώρα μιλάμε. Το νιώθω στις παύσεις τους, τους δισταγμούς τους, την αλλαγή του ρυθμού της αναπνοής τους, ότι η Ντέμπορα τις παρακολουθεί και πολύ πιθανόν να μορφάζει ειρωνικά όταν πιστεύει ότι διακρίνει στη συνομιλία μας κάτι που δεν της αρέσει.

Αυτή η μανία της να ελέγχει τα πάντα κατέστρεψε τελικά τον γάμο μας – η μανία της να ελέγχει τα πάντα, η απουσία μου τα τελευταία χρόνια, πρώτα στη Λαμπεντούζα κι ύστερα εδώ, στην Ελλάδα, και πάνω από όλα το κέρατο που μου έριξε με εκείνο το ρεμάλι τον συνάδελφό της. Είχε και την απαίτηση να τη συγχωρήσω, λέει, και να κάνουμε μια νέα αρχή, γιατί κατά βάθος εγώ έφταιγα που πηδήχτηκε με τον Στίβεν, αφού έλειπα από το σπίτι τις μισές μέρες του μήνα, κάθε μήνα.

Κάθε μήνα, εδώ και χρόνια – αυτή είναι η αλήθεια. Επέστρεφα πάντα με λαχτάρα μα, λίγες μόλις μέρες μετά, βαριόμουν την γκρίνια τής Ντέμπορα, και μου έλειπε το μονό κρεβάτι μου στο πλοίο. Γενικά ήθελα την ησυχία μου. Η δουλειά μου είναι τόσο απαιτητική που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για κοινωνική ζωή. Δεν είναι λοιπόν ότι έψαχνα περιπέτειες μακριά από το σπίτι, απλώς να κοιμάμαι ήσυχος ζητούσα, χωρίς καυγάδες και τις ίδιες πάντα συζητήσεις που δεν κατέληγαν πουθενά, χωρίς τα μούτρα της γυναίκας μου κι αυτή την ένταση στην ατμόσφαιρα που με έπνιγεγια ώρες κάθε φορά που μαλώναμε.

.

.

Είχα συνηθίσει μόνος μου –αυτό να λέγεται– αλλά δεν ήμουν εγώ αυτός που ξενοκοιμήθηκε, δεν έφερα εγώ την οριστική ρήξη. Παρόλο που όταν το έμαθα ήθελα σαν τρελός να κάνω μια επίσκεψη στον Στίβεν και να του σπάσω τα μούτρα του καργιόλη που μου το έπαιζε φίλος, κρατήθηκα και δεν αντέδρασα επιθετικά. Έπνιξα όλον αυτόν τον θυμό μέσα μου, τον άφησα να μου φάει τα σωθικά, για βδομάδες ολόκληρες, αλλά δεν έγινα βίαιος ούτε στιγμή. Μπορεί να ήπια λίγο παραπάνω, μπορεί να έχασα τα λογικά μου για δυο τρεις μέρες και να μην σκεφτόμουν τίποτε άλλο από την εκδίκηση, αλλά τελικά συγκρατήθηκα και δεν ξέσπασα σε κανέναν, πέρα από τον εαυτό μου.

Μου λείπει το άγγιγμα μιας γυναίκας. Δεν έχω ιδέα τι σκέφτεται για μένα η γιατρός, αν και την έχω πιάσει αρκετές φορές να με παρατηρεί, και το ύφος της είναι η αλήθεια πως είναι θερμό. Φοβάμαι ότι κάποια στιγμή θα καταλάβει πόσο τη γουστάρω. Δεν μπορώ, γαμώ το, να πάρω τέτοιο ρίσκο. Η επιβίωση είναι σημαντικότερη από οποιοδήποτε πάθος. και η δική μου επιβίωση είναι άμεσα συνδεδεμένη με την εικόνα που έχουν οι άλλοι για μένα. Από μια κλωστή κρέμονται όλα: η εμπιστοσύνη που μου δείχνουν οι άντρες, η πειθαρχία τους, η αποτελεσματικότητα και η δύναμή μας. Δεν μπορεί ο διοικητής να γίνεται θέμα κουτσομπολιού, δεν είναι σωστό να τον θεωρούν επιπόλαιο ή ερωτύλο.

Πρέπει να κρατήσω την ψυχραιμία μου, το χρωστάω στο πλήρωμα. Στους άντρες μου, που δουλεύουν δεκαοχτώ ώρες την ημέρα σώζοντας ζωές βουτηγμένοι στα παγωμένα νερά, και τις υπόλοιπες ώρες κάνουν έναν ύπνο γεμάτο εφιάλτες ξαναζώντας όσα συνέβησαν στη βάρδια.

Καταραμένο μέρος! Φυσικές ομορφιές, αρχαιολογικοί θησαυροί και όλα τα σχετικά, αλλά οι ντόπιοι είναι δύσπιστοι και σκληροί, αντί να πουν κανένα ευχαριστώ που βοηθάμε την κατάσταση, μας κοιτούν με μισό μάτι. Έχουν δει και έχουν πάθει, θα μου πεις, από τους ξένους μέσα στα χρόνια,όλοι ήθελαν ένα κομμάτι από τη γη τους. Είναι και οι καραγκιόζηδες οι συμπατριώτες μας που κάνουν τουρισμό, μαζεύονται στις μπιραρίες και λιώνουν στο ποτό. Βγαίνουν από μέσα τις πρωινές ώρες τραγουδώντας και ουρλιάζοντας, γεμίζοντας τα καλντερίμια με τα ξερατά τους – τι να κάνουν και οι νησιώτες με αυτά που βλέπουν; Δεν λέω, τους καταλαβαίνω κι αυτούς, τα πάντα έχουν εξηγήσεις, μα αυτό δεν αλλάζει τη δική μου μαυρίλα και την ατυχία που μας έχει πλακώσει από την ώρα που προσαράξαμε σε τούτο τον αγριότοπο.

Εύα Στάμου, Νικοτίνη [διήγημα]

Πίνακας: Atanas Matsurev

 

Μένη Πουρνή, (Ξ)έπεσε η επανάσταση

.

Από τα χειμερινά στα θερινά και πάλι πίσω, φοβάμαι ότι κάτι χάσαμε στον δρόμο. Αν ο κόσμος φτιάχτηκε για εποχές τέσσερις, ξοδέψαμε πολλούς σπόρους στα χιόνια, και μάταια αδειάσαμε τους σιτοβολώνες. Κι ας φώναζαν οι αρχηγέτες συνθήματα από τα ακρωτήρια των καστρογυρισμάτων:

 Γούνα για τον χειμώνα!

 Λινό για το καλοκαίρι!

Κι εγώ τα ίδια θα ’λεγα, αν η μοίρα μ’ έκανε πυργοδεσπότη να ορίζω κουλάκους. Μα σαν να το παράκαναν οι πολεμιστές:

Nα σφάζουν γυμνοί στο χιόνια και κάθιδροι στο θέρος.

Μένη Πουρνή, (Ξ)έπεσε η επανάσταση, από την υπό έκδοση συλλογή Οι άκανθες των αιώνων

Πίνακας: Jan Sluijters

 

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Το γαλάζιο μου άλογο


.

Ήρθε πάλι το γαλάζιο μου άλογο
με το στοχαστικό κεφάλι
και τις φιλντισένιες οπλές.
Ήταν πέρα από την κατανόησή μου
πώς διέτρεξε όλες τις αποστάσεις
της νύχτας πάνω στο προσκεφάλι μου.
Ήταν πέρα από τα χέρια μου
η ζωηρή φωτιά του χρόνου,
πέρα από τα πόδια μου η θάλασσα
του ανθρώπινου στεναγμού. Έβαλα τ’ αυτί
στα πλευρά του γαλάζιου μου αλόγου.
Ψηλάφισα τις σκιές
των χαμένων του αναβατών.
Τα μαλλιά μου τα χάιδεψε
το παιδί με το κάρβουνο
στο χέρι, που ζωγράφιζε βέλη
με κατεύθυνση τα έγκατα της γης.
Άνοιξα τα μάτια
κι ο θώρακας του γαλάζιου
αλόγου μου ήταν μια εκκλησία
αχειροποίητος,
με μια κόγχη φρεσκοβαμμένη
με το κάτωχρο αίμα των άστρων.

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Το γαλάζιο μου άλογο, από τη συλλογή Το βιβλίο των πλασμάτων, Σαιξπηρικόν, 2021

Πίνακας: George Spiro

 

Έλσα Κορνέτη, από τη συλλογή Ξύλινη μύτη τορνευτή

.

Σ’ έναν πυθμένα ωκεάνιο

αντηχεί μιας φάλαινας μοναχικής

το παράξενο υψίσυχνο τραγούδι

Για το καλό παιδί

που πάσχει κι ανησυχεί

μήπως ο κόσμος του ξεβιδωθεί

κι από τον άξονα εκπέσει

Γιατί τότε

ένα πελώριο ποδάρι θα τον πλησιάσει

την πύρινη σφαίρα θα κλωτσήσει

βάζοντας γκολ θεαματικά αιφνιδιαστικό

σε δίχτυα χρεοκοπημένων ουρανών

Έλσα Κορνέτη, από τη συλλογή Ξύλινη μύτη τορνευτή, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2021

Πίνακας: József Rippl Rónai