RSS

Κώστας Θ. Ριζάκης, Αντιγόνη

.

η αλκοολική μοδίστρα τ’ ουρανού μου

με πλάγια όραση συνήθως με πλησιάζει

κι έχει την τάση να προδίδεται συχνά

καθώς συνέχεια σαλιώνει την καρίνα

και ράβει ράβει τα μεσάνυχτα σκληρά

κόβει γιακάδες στρογγυλούς σαν όρθια δρεπάνια

ή πιέτες κρύβει κουφωτές κρατούν τα μυστικά τους

μ’ αυτήν προδίνεται προδίνεται στυγνά

όταν στο οινόπνευμα τη φρίκη της βαφτίζει

κι η κολυμπήθρα δίψα της τη σέρνει πυρετός

ξηλώνει τ’ άστρα από ψηλά σοβάδες στο ταβάνι

αφήνοντάς την ξέσκεπη πέστροφα στην αμμούδα

τόσον γυμνή ουρλιάζοντας στο φεγγαρίσιο φως

τόσ’ ορφανή βυζαίνοντας το τρωκτικό σκοτάδι

Περ. Κουκούτσι

Κώστας Θ. Ριζάκης, χώμα με χώμα η μάχη, Επιλεγμένα ποιήματα 1986-2018, εκδόσεις Ρώμη, 2019

Πίνακας: Jozsef Rippl-Ronai

 

Σιμπίλε Μπεργκ, Σεξ ΙΙ

17:39

Παουλάκος, 40. Ο κόσμος αποτελείται από κακούς ανθρώπους, καλούς ανθρώπους, από λιακάδα, που είναι καλή, και καταιγίδες, είναι πολύ άσχημες. Ο κόσμος αποτελείται απ’ την εύρεση φαγητού, καλός, ο κόσμος είναι καλός. Ο κόσμος αποτελείται απ’ την κατσίκα)

Ένα αυτοκίνητο πατάει μια γυναίκα. Το κεφάλι της σκάει, κι ο Παουλάκος κλείνει τα μάτια της κατσίκας του. Έπειτα το μαζεύουν κι ο Παουλάκος έχει κιόλας ξεχάσει το περιστατικό. Ευτυχισμένος Παουλάκος. Το πώς βρήκε ο Παουλάκος την κατσίκα είναι ασαφές. Και το πώς επίσης βρίσκεται στη ζωή, εν γένει. Ο Παουλάκος περπατάει στους δρόμους της πόλης με την κατσίκα του, προφανώς είναι η πιο μικροσκοπική κατσίκα του κόσμου. Αυτός ψάχνει στους σκουπιδοντενεκέδες για τροφή. Πρώτα για την κατσίκα του και μετά για τον ίδιο. Απ’ το στόμα του Παουλάκου τρέχει μονίμως σάλιο, γιατί το στόμα δεν μπορεί να κλείσει, γιατί είναι στραβό, ένα μάτι δεν υπάρχει, και το άλλο κοιτάζει σαν χαζό. Ο Παουλάκος είναι μια τερατογένεση, ένας συνδυασμός συνδρόμου Ντάουν και εμβρυουλκύας, κι ό,τι κι αν είναι δεν είναι ευπαρουσίαστο. Αλλά έκανε καλό στον νου του. Ο Παουλάκος δεν αναρωτιέται για τίποτα, ο Παουλάκος χαμογελάει. Καμία κακία μέσα του, καμία άβυσσος, μόνο χαρά. […]

Ποτέ, ποτέ να μη μ’ αφήσεις μόνο μου. Δεν ξέρω τι να κάνω χωρίς εσένα. Πού είναι τα κορίτσια, που αλλιώς περπατάνε πάντα στον δρόμο, με φούστες και αστεία πόδια και με όμορφα πρόσωπα, όχι σαν το δικό μου πρόσωπο, ίσως τόσο όμορφο όσο το δικό σου πρόσωπο. Λέει ο Παουλάκος στη γλώσσα που κανείς δεν καταλαβαίνει, εκτός από την κατσικούλα του, και κείνη σφίγγεται πάνω του, τον κοιτάζει κι αρχίζει να του  γλείφει το πρόσωπο, πολύ απαλά. Όσο πιο απαλά μπορεί μια κατσίκα. Ο  τα είναι λυπημένος, κλαίει, κι όλα ξεβράζονται. Σήμερα είναι λυπημένος, καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά, ότι οι άνθρωποι υποφέρουν, ξέρει ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Σκαλίζει με το κεφάλι του το τρίχωμα της κατσικούλας και κλαίει, κρατιέται σφιχτά από πάνω της σ’ έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει τίποτα για να κρατηθείς, και τον παίρνει ο ύπνος. Όταν ο Παουλάκος ξανανοίγει τα μάτια του, όταν ανασηκώνεται, έχει σκοτεινιάσει λίγο ακόμα. Η μικροσκοπική κατσικούλα του δεν είναι πια εκεί.

Σιμπίλε Μπεργκ, Σεξ ΙΙ, μτφρ.: Μαρία Μουρσελά, Εκδόσεις Τόπος, 2007

Artwork: Johann Fournier

 

Μέλπω Αξιώτη, Θέλετε να χορέψομε Μαρία;

.

Ίσαμε και το Μούργο, το σκυλί, τον τύλιξε ο Γιώργης στον λαιμό του ένα γύρο, σαν μαργαριτάρια. Κι ύστερα εκάθισε ν’ αναπαυτεί. Κι όσο που αναπαυόντανε, κι επερνούσανε οι ώρες μια μια, και οι γυναίκες θρηνούσαν τα πράγματα του σπιτιού και τα ρούχα, επειδή πάντα οι γυναίκες θρηνούν τα μικροπράγματα, γιατί τους είπανε και το πιστέψανε πως δεν είναι άξιες για τα μεγάλα, τότε αγάλι αγάλι, ο τόπος ένα γύρο καθάριζε, τ’ αστροπελέκια εστραφήκανε αλλού, κατά το νοτιά, τα νερά εστραγγίσανε κάτω τις ρίζες της γης, και στην επιφάνεια απόμειναν, απ’ όπου διαβήκανε τα νερά, όλα τα ψόφια πράματα, άχρηστα πια να ζήσουνε, και οι βουές  απ’ όλα τα ανθρώπινα, τον τρόμο και τους πόνους, συχάσανε κι ήρθε το σκότος της νύχτας απάνω απ’ όλα τότε και τα θεράπεψε.

Μέλπω Αξιώτη, Θέλετε να χορέψομε Μαρία; εκδόσεις Κέδρος, 2003

Artwork: Johann Fournier

 

Raul Bribete, Εξαφάνιση

Πλησιάζω έναν φίλο, του σφίγγω το χέρι.
Οι φακοί των γυαλιών του βγάζουν λάμψεις ηλεκτρικές
ο σκελετός τους μοιάζει πιο βαρύς από εκείνους
στα ρετρό γυαλιά των μοτοσικλετιστών.
Μέσα σ’ αυτό το φως τα γυαλιά του
φαίνονται τόσο μεγάλα όσο δυο μηχανές μοτοσικλέτας.

Μου διαβάζει λίγα ποιήματα στην απόλυτη σιωπή
της κουζίνας
η σιωπή είναι σχεδόν εκκωφαντική
όμως παρ’ όλα αυτά, κάτι με φωτίζει.

Πίσω από τους μεγάλους φακούς, τα μάτια του φίλου
μου γερνούν
ακολουθώντας το τικ-τακ της καρδιάς του
και τα γυαλιά με τους λαμπερούς ηλεκτρικούς φακούς
μου χαρίζουν βαθιά ηρεμία
όπως ένα φθορίζον ελατήριο
που ρυθμικά γλιστράω από το ένα χέρι μου
στο άλλο.


Δεν ξέρω πόσος χρόνος έχει περάσει
πιάνω τον εαυτό μου να έχει αφήσει την καρέκλα
και ν’ ανοίγει άσκοπα μια ντουλάπα
απ’ όπου χώμα, χώμα μονάχα
ξεχύνεται στο δωμάτιο.
Ο φίλος μου ανοίγει το στόμα και χώμα
χώμα μονάχα
ρέει σαν ποταμός πάνω στο τραπέζι της κουζίνας
από το μισάνοιχτο στόμα του
υγρό χώμα πιτσιλάει τα πάντα γύρω.

Αρχίζω να φοράω τα παπούτσια μου
που ξεχειλίζουν χώμα.
Πλησιάζω ξανά τον φίλο μου,
του σφίγγω το χέρι

Aπό την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου: Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020.

Artwork: Johann Fournier

 

Κώστας Θ. Ριζάκης, ακόμη ένας μονόλογος του Βικεντίου Βαν Γκογκ

.

ό,τι ζωγράφισα ζωγράφισα μα εσείς

να με παιδέψετε ποθείτε δίχως άλλο

να στιγματίσετε το άρρωστο μυαλό

κονκάρδα της σιγής σ’ ό,τι κι αν έκανα

κι η μετά θάνατον αξία μου τι να ’ναι;

το καταπονημένο μου να ’ναι τρελό μυαλό

παντιέρα υψώνεται κι ας φλέγεται το σώμα

κι οι ανάγκες μου ήσαν πάντα της στιγμής

  δεν

στύλωσα εδραίες – ψωμί ένα ξεροκόμματο

εκείνος μού το πρόσφερε μέσα στο θαυμασμό του

στην αφοσίωσή του πες ολόκληρης ζωής

μια κάμαρη με στέρεο φως να στήνω το τελλάρο

κι ο πλούτος μου σπειρί καρπός κεχρί απ’ την ψυχή μου

μη! μην με πλησιάζετε τα πάντα έχω κάψει

να το αυτί μου το ’κοψα – πανάθεμα το γδάρτη!

κάνετε πίσω! δείχνετε σαν ώχρα στο χρωστήρα

με πήραν κι άλλα κλάιματα μονάχα πως σ’ αφήνω

Τεό! αδελφούλη μου Τεό! π’ άλλο αδελφό δεν έχω

.

Περ. Κουκούτσι

Κώστας Θ. Ριζάκης, χώμα με χώμα η μάχη, Επιλεγμένα ποιήματα 1986-2018, εκδόσεις Ρώμη, 2019

Πίνακας: Vincent Van Gogh

.

 

Ξανθίππη Ζαχοπούλου, Πόλεις

.

Πόλεις τσίγκινα δοχεία στη φωτιά

Πόλεις σημάδια από ρόδες φορτηγού στον δρόμο

Πόλεις συριγμός από άρρυθμες αναπνοές

Κοιτάζεις τον πηγαιμό σου και το έλα σου

Μια σκλαβιά αλυσοδεμένη στα πεζοδρόμια

Ποτήρια μισοάδεια που δε μέθυσες

Άσπροι πάτοι κώνεια βλέμματα

Πόλεις πατούσες θυμωμένου ελέφαντα

Πόλεις αναμμένα αναστενάρια μπούλμπερη

Πόλεις κρυφές νοσταλγίες ανόητων

Κοιτάζετε με τα γυάλινα μάτια ρινόκερου

Ξανθίππη Ζαχοπούλου, Πόλεις από την ποιητική συλλογή Βαθύς ουρανός, βυθός θάλασσας,  Εκδόσεις Το ροδακιό, 2020

Photo: Αlexey Titarenko

 

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Σαν ηλιαχτίδα

Ήταν ευδιάθετη
και δεν δίστασε να μου εκφράσει την αιτία:
«Στον δρόμο τυχαία έπεσα επάνω του.
Η ερωτική ιστορία μας παλιά
και με διακυμάνσεις μέσα στον χρόνο.
Με χαιρέτισε φιλώντας τρυφερά κι απαλά τα χείλη μου.
Εγκάρδιος, προσηνής,
αλλά και κάπως πτοημένος
από μοναξιά κι αντιξοότητες.
Επιβεβαίωνε τον ανδρισμό του
που τον άφησα να με φιλήσει στο στόμα.
Με είχε ανάγκη, του έδινα μια ανάσα ζωής.

Κι όπως στεκόμασταν,
πάλι μ’ απαλό φιλί στα χείλη μ’ αποχαιρέτισε.
Οι δρόμοι μας χώριζαν.

Σαν ηλιαχτίδα που θωπεύει
–που κράτησα κι αποθαύμασα–
η ανέλπιστη τρυφερότητά του».

Αλεξάνδρα Μπακονίκα,  Σαν ηλιαχτίδα από την ποιητική συλλογή Ντελικάτη γυναίκα, εκδόσεις Πόλις, 2021

Πίνακας: Henri Lebasque

 

Ηρακλής Λογοθέτης, Δάνειον έθνος

To λακωνίζειν εστί μελαγχολείν – γι’ αυτό και τα πιο αεράτα συνθήματα φέρουν μια μελανή νότα. Το πώς διαβάζει κανείς την ακουστική της στα κοινωνικά πράγματα του καιρού και το πώς διαπραγματεύεται την ερμηνεία της είναι ζήτημα μιας διαχρονικής και πάντα επίκαιρης πολιτικής γραμματικής, γύρω από το οποίο μαίνονται ασταμάτητες συγκρούσεις. Έτσι, στην οδό Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια, στον τοίχο ενός ενός κτηρίου γραφικών τεχνών –και, διόλου τυχαία, ακριβώς απέναντι από τον εκδοτικό οίκο που επιμένει στο πολυτονικό σύστημα– υπάρχει το σύνθημα:

ΑΙΝΑΝΤΥΑ ΣΤΙΝ ΑΣΤΟΙΚΥ ΩΡΘΩΓΡΑΦΕΙΑ

Διαγωνίως απέναντι και παρηχώντας ευφυώς το γνωστό σύνθημα «Φασίστες κουφάλες έρχονται κρεμάλες», δεν άργησε καθόλου να εμφανιστεί και η αντιστοιχούσα σωφρονιστική απάντηση

ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΟΙ ΚΟΥΦΑΛΕΣ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΔΑΣΚΑΛΕΣ

Ενώ λιγάκι παρακάτω, με πεζά, καλλιγραφημένα και εμφανώς πολυτονισμένα γράμματα, κατατίθεται ως αιχμηρό σχόλιο στην προηγηθείσα πυγμαχική συνομιλία ένα ακόμη σύνθημα

Η επανάσταση είναι πια θέμα αιώνων

Η συνθηματική συνομιλία, άμεση κατά τα δύο πρώτα σκέλη και υπαινικτική κατά το τρίτο, είναι πολιτικά πλήρης, καθώς εμπεριέχει τα πάντα: την ανορθόγραφη  μούφα, την τιμωρητική της απειλή και την ορθογραφημένη διάψευση και των δύο μαζί. Στις δύο κάθετες πλευρές του τριγώνου αποτυπώνεται αφενός η γοερή πίστη ότι η αποσυγκρότηση του γλωσσικού συντάγματος θα συνεργήσει στην πολιτειακή ανατροπή και αφετέρου η κραυγαλέα πεποίθηση ότι η γραμματική της μαγκούρας έχει άμεσα αποτελέσματα στα κακά παιδιά. Στην υποτείνουσα εγγράφεται η μελαγχολική διαπίστωση ότι τίποτε, μα τίποτε αληθινά επαναστατικό δεν θα καταφέρουμε χωρίς καλά συγκροτημένη παιδεία και ενσυνείδητη μετοχή στη μεστότητα της ιστορικής μας παράδοσης.

Η σκιαμαχία έχει επιπλέον και τούτο το παράδοξο: η βίαιη ανορθολογικότητα του πρώτου συνθήματος και η καγχαστική παιδαγωγική του δεύτερου προσομοιάζουν με σκιρτήματα ρομαντικής εξέγερσης – μα μονάχα ο τονισμένος πεσιμισμός του τρίτου είναι γνήσια ρομαντικός. Οι δύο πρώτοι συνθηματογράφοι έχουν  κοινή τη ρηχή προσδοκία πως όλα μπορούν να γίνουν βιαστικά και διατεταγμένα. Από αυτή την άποψη βρίσκονται εντός και επί τα αυτά, και μόνον η διαφορά αντιληπτικού τόνου τους τοποθετεί φαινομενικά στα άκρα του φάσματος. Ο τρίτος όμως, ενστερνιζόμενος από την αντίπερα όχθη την προοπτική της ρηξιγενούς συγγένειας, απορρίπτει και τη δήθεν ριζοσπαστική άποψη ότι το άλμα δεν χρειάζεται εφαλτήριο και την αυταρχική της αντήχηση, ότι δηλαδή αντί εφαλτηρίου μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε πειθαρχικό σκαμνί. Γνωρίζει ότι η παραμυθία της άμεσης επανάστασης δοξάζεται σε επιφανειακές ρωγμές, ενώ η πραγματική επαναστατική πολιτική αναπτύσσεται σε σεισμικό βάθος, κι επειδή δεν αισθάνεται κάτι ριγηλό να πάλλεται στον ορίζονται ούτε διακρίνει κάποιο φως, αποσύρεται – και μελαγχολεί.

Ηρακλής Λογοθέτης, Δάνειον έθνος, εκδόσεις Σμίλη, 2020

Πίνακας: Gian Paolo Dubecco

.

 

Κώστας Θ. Ριζάκης, η φωνή μου το χιόνι

.

μη σας τρομάζει ό,τι ακούτε στη φωνή μου

έχει το ράγισμα απύθμενου βυθού

ένα παιδί κλεμμένο βάναυσα να κλαίει

παιδί νύχτα και μέρα οδοιπορώντας

στη δύσβατη της ηλικίας πέτρα

με ματωμένα πέλματα επιστρέφει

την ένθεη μνήμη φέρνοντας στο φως

μη σας τρομάζει ό,τι ακούτε στη φωνή μου

χιόνι που χώνεψε ως τη ρίζα με λυγμούς

παγώνει κάποτε και ξεκουφαίνει

Από τη συλλογή ο βυθός μου τα πράγματα, 1985

Κώστας Θ. Ριζάκης, χώμα με χώμα η μάχη, Επιλεγμένα ποιήματα 1986-2018, εκδόσεις Ρώμη, 2019

Πίνακας: Ann Siems

 

Αγγελική Πεχλιβάνη, Όνειρο 23 (Ελβετία)

Περπατώ σε μια τεράστια παγωμένη λιμναία επιφάνεια. Μου αρέσουν ο πάγος και οι λίμνες, αν και προτιμώ την πλάνη του αβαρούς χιονιού. Τη στιγμή που αποβάλω τον φόβο μου και περπατώ γρήγορα, όπως σαν να σε συναντούσα, η κρούστα του πάγου σπάει και βρίσκομαι μέσα στα παγωμένα νερά της λίμνης, που μου διαφεύγει το όνομά της (βρίσκομαι βορείως της Ελβετίας, κοντά στη Βασιλεία). Πιθανώς πεθαίνω αμέσως από τον φόβο ή το κρύο. Μπορεί και όχι, μπορεί να αγωνίζομαι μάταια για 2-3 λεπτά, πού να θυμάμαι τώρα… Θυμάμαι όμως ότι όλα κινούνται αργά, το φυτοπλαγκτόν, το φώσφορο και οι ενώσεις του αζώτου. Ακόμα και το σερβίς του Φέντερερ* είναι τόσο αργό που το αποκρούω επιτυχώς, επευφημούμενη από φίλους του αθλήματος που με παρακολουθούν από τη Νήσο των Νεκρών του Άρνολντ Μπέκλιν. Καθώς βυθίζομαι, και το κρύο δυναμώνει, καθώς το φως λιγοστεύει, και πλέον γνωρίζω ότι είμαι νεκρή το δίχως άλλο, σκέφτομαι το Μωρίας Εγκώμιον του Εράσμου και το πόσο ηλίθια ήμουν που άφησα έναν θάνατο ό,τι να’ ναι αλλά ζεστό και γελαστό, κάτω από τον αττικό ουρανό, για να τον βρω εδώ, στα παγωμένα νερά της προτεσταντικής κανονικότητας.

* Ο Φέντερερ, καθώς και ο συμβολιστής ζωγράφος Μπέκλιν είναι Ελβετοί από τη Βασιλεία. Ο δε Έρασμος, το μεγαλύτερο μέρος του βίου του, δίδασκε στη γερμανόφωνη αυτή πόλη.

Πίνακας: Arnold Böcklin