RSS

Bασίλης Καραβίτης, Μικρές παραινέσεις για την απόσταξη της λύπης

 

Στον Γιάννη Ζουγανέλη

Γράφε για όσα σ’ αγγίζουν βαθιά
κι ας είναι μικρά και ασήμαντα
κι ας έχουν εσένα μοναδικό αποδέκτη.
Γράφε για όσα πεθαίνουν σαν φύλλα
χλωρά, άγνωστα κι αδικαίωτα,
αλλά αξίζει να ζήσουν πέρα από σένα.
Γράφε γι’ αυτούς που τ’ αγνοούν
και μένουν μια ζωή σκλάβοι ισόβιοι
του μικρόχαρου κόσμου και της συνήθειας
Χωρίς να λαχταράνε μια δική τους αλήθεια.
Γράφε αδιάκοπα χωρίς έπαρση
μέχρι να φτάσεις ώριμος και έτοιμος
στον δικό σου θαρραλέο επιτάφιο.
Γράφε, αν μπορείς, και τον δικό μας επιτάφιο,
αυτόν που ψελλίζουμε κρυφά, ανάκουστοι
τρέμοντας μήπως και γίνει λόγος.

Bασίλης Καραβίτης, Μικρές παραινέσεις για την απόσταξη της λύπης από τη συλλογή Βίος απορητικός, Κέδρος 2005

Artwork: Mike Warall

.

.

 

 

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Βάρκα στ’ ανοιχτά

.

Πρότεινε στη μικρή παρέα μας να κολυμπήσουμε
στη διπλανή, καταγάλανη παραλία.
Μπήκαμε όλοι στη βάρκα του.
Οδηγούσε τη μηχανή,
όταν ξανοιχτήκαμε, με γλυκό βλέμμα στράφηκε σε μένα
— αναμφίβολα του άρεσα —
«Και τώρα τραγούδησέ μας ό,τι πιο πολύ σου κάνει κέφι».
Χαμογελώντας το απέφυγα, γιατί είμαι σχεδόν παράφωνη.

Από τη στιγμή που μπήκαμε στη βάρκα
μου έδειξε την εύνοιά του.
Εκεί, στ’ ανοιχτά της θάλασσας,
και τι δεν θα έδινα να μπορούσα να ανταποκριθώ
με ένα τραγούδι.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Βάρκα στ’ ανοιχτά από τη συλλογή Ο κόσμος απροκάλυπτα, Εντευκτήριο 2018

Photo: Rober Doisneau

.

.

 

Ασημίνα Λαμπράκου, Γκρίζο/ βλέμμα Οιδίποδα σκύλου

 

γκρίζο

βλέμμα Οιδίποδα σκύλου

 
γατάκι μου ήρθες κι εγώ σε ήξερα σκύλο
που το καλοκαίρι ολόκληρο με δάγκωνε
και με πονούσε να μου δείξει πως με
αγαπούσε στο παιχνίδι να με τραβάει
και πως από σκηνή του Καραβάτζιο τον Νέστορα
έβλεπα μόνο κατάμονο να μένει ήθελα να σου πω
όταν εκείνο το σελοφάν χαμόγελου
στην άκρη της ζωής του περασμένο
παραμέριζε και το βλέμμα του στοίβαζε
στο δικό μου να δει τι δεν ήθελα να ξέρω
προχωρημένη η ώρα βλέπεις και βλέμμα
που η ίδια ήθελα να χειρουργώ όταν δεν
μου απευθυνόταν κι όταν με χαμόγελο το
κάλυπτε κι ας μ’ έβλεπε τότε μεσ’ απ’ αυτό
μα εσύ το νύχι έδειξες κι έφυγες στους
κόσμους σου γατάκι που σκύλο σε ήξερα
και τι θέλω εγώ εδώ στις αγορές των στίχων
και της εύνοιας που ασπρόμαλλη η ανάγκη
στο μπρος της βιτρίνας συνανάτροφους γυρεύει
και δεν είναι ο κόσμος μου αυτός δεν είναι που
μάτια κάρβουνο και φλόγα και ο πόλεμος
άνθρωπε είναι μια στιγμή μακριά και
“gimmie shelter or let me go back to the ones I belong to”
αλλά σάρκα χειλιών στο χέρι μου ο Νέστορας
που τόση η κόπωση τόση που μήτε την Ηλέκτρα
των τοξωτών φρυδιών και των χειλιών μήλα
δεν έβλεπε δίπλα του στο βαγόνι γερμένος
στη μέση των ονείρων του βαριά και τα σηκώνει
και τρέμισμα στη κίνηση και στο χαμόγελο
εκείνο που θα έγραφε σε χαρά μου και φίλοι
δίπλα μου κι έτσι ξεχασμένη στη χαρά έμεινα
μέχρι που αστραπές άναψαν τα μάτια μου
και μ’ έφεραν αχάραγα να σκέφτομαι
ασπρόμαλλη την ανάγκη στο μπρος της βιτρίνα
και πως την ανάσα της να πάρω δεν ήθελα δεν ._
&nbsp

[***]

Χλωμά πουλιά·
Πουλιά απουσία σωμάτων
Και φύλλα δίχως κλαδιά.
Παραπέφτουν από κλαδί σε κλαδί
Των αηδονιών οι λαρυγγισμοί του έρωτος·
Δροσίζεται έτσι κι ο δικός μας ο κήπος
Αφύλακτος· κι από κελαϊδισμούς ακλόνητος ._

μνήμη Ε. Χ. Γ.

Ασημίνα Λαμπράκου, από τη συλλογή Στην οδό Αλαμάνας ξημέρωνε επίσης, Εκδόσεις Καλλιτεχνικό σωματείο έβδομο βήμα, 2017 

Φωτό: Raymond Depardon

 

Bιρτζίνια Γουλφ, Τα κύματα

.

«Όλα τα πλοία μου είναι άσπρα», είπε η Ρόντα. «Δεν θέλω κόκκινα πέταλα από γεράνια ή δεντρομολόχες. Θέλω άσπρα πέταλα που πλέουν όταν γέρνω τη λεκάνη. Έχω έναν στόλο που ταξιδεύει από τη μιαν ακτή στην άλλη. Θα βάλω κι ένα κλαδί, σχεδία για τον καραβοτσακισμένο θαλασσινό. Θα ρίξω μια πέτρα και θα δω φυσαλίδες ν’ ανεβαίνουν απ’ τα βάθη της θάλασσας. Ο Νέβιλ έφυγε κι η Σούζαν έφυγε· η Τζίννυ είναι στο περιβόλι, μαζεύει φραγκοστάφυλα, μπορεί με τον Λούις. Έχω λίγη ώρα να μείνω μόνη, τώρα που η μις Χάντσον απλώνει τα τετράδιά μας στο τραπέζι, στην αίθουσα διδασκαλίας. Έχω ένα μικρό διάλειμμα ελευθερίας. Μάζεψα όλα τα πεσμένα πέταλα και τα ’βαλα να κολυμπήσουν. Σε μερικά έβαλα σταγόνες βροχής. Θα βάλω κι ένα φάρο εδώ, το κεφαλάκι μιας μαργαρίτας. Και τώρα θα κουνήσω την καφετιά λεκάνη πέρα-δώθε, έτσι που τα πλοία μου να καβαλήσουν τα κύματα. Μερικά θα βουλιάξουν. Μερικά θα τσακιστούν στα βράχια. Ένα μονάχα αρμενίζει. Είναι το πλοίο μου. Μπαίνει σε παγωμένα σπήλαια, όπου η πολική άρκτος μουγκρίζει και οι σταλακτίτες κραδαίνουν πράσινες αλυσίδες. Τα κύματα σηκώνονται· η κορφή τους κουλουριάζεται· κοίτα τα φώτα στα κατάρτια. Σκόρπισαν, βούλιαξαν όλα, μόνο το καράβι μου καβαλικεύει τα κύματα κι ανοίγεται με το μελτέμι και φτάνει στα νησιά όπου οι παπαγάλοι φλυαρούν και τ’ αναρριχητικά…»

Bιρτζίνια Γουλφ, Τα κύματα, σελ. 15,  μτφρ.: Άρης Μπερλής, Εκδόσεις Ύψιλον, 1994.

Πίνακας: Vincent Van Gogh

 

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Μικρή εξωλέμβια ομολογία

Ι.

Υπήρξα ένας καλός μαθητής
ένας πραγματικά καλός μαθητής
του κόσμου

έκανα πάντα την προσευχή μου
πριν πέσω στο κρεβάτι

και φορούσα προφύλαξη
πριν πλαγιάσω με κάποιο
αγόρι
λίγο μεγαλύτερο στην ηλικία
ώστε να μπορεί να με μυήσει
στα μυστικά του έρωτα.

Υπήρξα αρκετά συνετό αγόρι.
Αγόραζα ό, τι παιχνίδι μας υποδείκνυε
η καλή κυρία στην τηλεόραση

στο σχολείο έκανα παρέα
με τα καλά παιδιά
είχα καλούς βαθμούς
διαγωγή αρίστη
κι όλοι είχαν να λένε
για τους καλούς μου τρόπους
εντός εκτός
και επί τα αυτά
της κοινωνίας.

Θα με ρωτήσεις
βέβαια
τι άλλαξε
μέσα σ’ αυτό
το σύντομο
διάστημα

είμαι μόλις είκοσι έξι χρονών
το σώμα μου συνεχίζει
να με υπακούει
έχω πολλά όνειρα
και η στύση μου
ακλόνητα επηρεάζει
την κάθε μου απόφαση.

Τι έχει αλλάξει
στ’ αλήθεια
μέσα σ’ αυτό
το διάστημα;

ΙΙ.

Ακροβατώ ανάμεσα
στον δικό μου κόσμο
και στον κόσμο
που έχουν πλάσει
οι άλλοι
για μένα.

Δυο κόσμοι
διαφορετικοί

ο ένας
σε συχνότητα
παράλληλη
μ’ αυτό που έχω
ονομάσει
ανάγκη

[κι όμως
τόσο ξένος
απ’ την ίδια μου
την ανάγκη]

ο άλλος
κατ’ εικόνα
και
καθ’ ομοίωσιν
των ονείρων
και
των προοπτικών
που σχεδίασαν
με περισσή
φροντίδα
οι γονείς μου
την πρώτη
μέρα
της Δημιουργίας.

Το πρόβλημα
είναι
πως σε κανέναν
από τους δύο
αυτούς
κόσμους
δεν έχει
υπολογιστεί
ο παράγων
που λέγεται:

ζωή-

κι ό, τι βρέξει
ας
κατεβάσει.

ΙΙΙ.

Δεν έμαθα ποτέ μου
να οδηγάω.
Ποτέ μου δεν κοίταξα
τον κόσμο κατά πρόσωπο.

Έτσι
αποστασιοποιημένος
πέρασα το μεγαλύτερο
μέρος της ζωής μου.

IV.

Απ’ όλα τα γράμματα
της αλφαβήτου
κοίτα
που βρέθηκα
σ’  αυτό το δίδυμο
κάπα
να ναυαγήσω.

 

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Μικρή εξωλέμβια ομολογία, από την ποιητική συλλογή Βαβέλ,7 ημέρες δημουργίας και καταστροφής,  Εκδοτική 2018

Artwork: Gurbuz Dogan Eksioglu

 

 

Eύα Μαθιουδάκη, Η αναπηρική

  Εἶχε κατεβασμένες τὶς τέντες γιὰ νὰ μὴ βλέπει, εἶχε γεμίσει τὶς ζαρντινιέρες πέρα ὣς πέρα γιὰ νὰ μὴ βλέπει. Καὶ πολλὲς φορὲς κατάφερνε νὰ ξεχνιέται καὶ νὰ μὴ βλέπει. Ἄκουγε ὅμως, αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ περιορίσει. Καὶ τὸ σούρσιμο τῆς ἀναπηρικῆς καρέκλας καὶ τὰ βογκητὰ ἢ καὶ ἐκείνη τὴν ἀπόλυτη ἡσυχία τοῦ κενοῦ τοῦ κολασμένου, τοῦ κενοῦ τῆς ἀπόγνωσης, τοῦ κενοῦ, τοῦ κενοῦ τοῦ γείτονά τους ποὺ καθηλώθηκε μετὰ τὸ ἐγκεφαλικὸ στὴν ἀναπηρική, δυὸ χρόνια πᾶνε τώρα. Κάποτε τὸ μπαλκόνι της τὴν παρηγοροῦσε. Ἔβγαινε καὶ ἀπομονωνόταν λὲς καὶ ἔβγαζε τὸν κόσμο ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι της, λὲς καὶ ἔκλεινε τὰ προβλήματα μέσα ἀπὸ τὴν μπαλκονόπορτα. Μέσα τὰ προβλήματα ἀλλὰ αὐτὴ ἦταν ἔξω. Ἔξω ἔτσι κι ἀλλιῶς, ὅλο ἔξω ἦταν, δὲν τὴν ἀφῆναν οἱ δουλειές. Καὶ ὁ ἄντρας της δυὸ χρόνια ἄνεργος. Ἀρχικὰ ἔλεγε ψιθυριστὰ τὴν κουβέντα «Ἄς ἔχουμε τὴν ὑγειά μας», «Τὰ ὑπόλοιπα θὰ τὰ καταφέρουμε», «Τὴν ὑγειά μας», «Μόνο τὴν ὑγειά μας». Ἀνάπηρη παρηγοριά, ἀπαρηγόρητη.

Τὴν εἶχε φάει τὴ ζωὴ μὲ τὴν κουτάλα, τὴν ἤξερε μέσα κι ἔξω τὴν ἀνεργία σὰν τὸ ποτὸ ἕνα πράγμα, σὰν τὴν κακιὰ συνήθεια ποὺ σὲ τραβάει ὅλο κάτω καὶ τὸ ἕνα πρωὶ ξυπνᾶς καὶ λὲς θὰ τὸν πιάσω τὸν ταῦρο ἀπὸ τὰ κέρατα καὶ τὴν ἑπομένη βούλιαζες στοῦ καναπὲ τὶς ἀράχνες. Ὄχι γιὰ τὴν ὑγεία τους βέβαια, ὑγεία δὲν ἦταν. Πότισε τὸ βασιλικό. Ὁ βασιλικὸς εἶναι ἕνα φυτὸ ποὺ ἀπαιτεῖ καθημερινὸ πότισμα, ἕνα φυτὸ ποὺ δὲ συνιστᾶται γιὰ τάφους καὶ ταφόπλακες ἐκτὸς ἂν εἶσαι φρεσκοχήρα καὶ ἀνεβοκατεβαίνεις μὲ τὰ ποτιστήρια στὰ κοιμητήρια. Ἀλλὰ αὐτὴ χήρα δὲν ἦταν. Οὔτε ὁ ἄνεργος σύζυγος μέσα στὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ χρόνου τοῦ ἄχρηστου ἔβρισκε χρόνο νὰ κάνει κάτι χρήσιμο. Πῆρε τὸ φλιτζανάκι τὸν καφέ, ἀραίωσε τὸ κατακάθι μὲ τὸ λίγο νερὸ ποὺ εἶχε μείνει στὸ ποτήρι, πότισε τὴ γαρδένια. Ἔστριψε τὸ κεφάλι. Ἡ θλίψη της τὸν τελευταῖο καιρὸ τῆς ἔδινε κάτι μαχαιριὲς ἄλλοτε στὸ στομάχι, ἄλλοτε στὰ πλευρά. Μετουσιωνόταν ἕνα πράγμα ποὺ θὰ τῆς ἐξηγοῦσε κάποιος ψυχολόγος, ἀλλὰ σὲ ψυχολόγο δὲν πήγαινε. Σήκωσε τὴν τέντα, ἄνοιξε τὴν πόρτα τῆς μπαλκονόπορτας καὶ φωνάζοντας δυνατὰ γιὰ νὰ τὴν ἀκούσουν καὶ οἱ δύο ἀνάπηροί της. «Γιά σηκωθεῖτε, ἀδέλφια, γιά σηκωθεῖτε καὶ νὰ κάτσω ἐγὼ γιὰ πάντα.» «Σηκωθεῖτε!» εἶπε πάλι σιγανὰ καὶ κάθισε ἀποκαμωμένη.

Εύα Μαθιουδάκη, Η αναπηρική, από τη συλλογή διηγημάτων, Μικρά Πείσματα, Το Ροδακιό, 2017

Πίνακας: Jules Pascin

 

Ε. L. Doctorow, Ραγκτάιμ

Σύντομα ο Χουντίνι, μ’ όλες του αυτές τις δραστηριότητες, άρχισε να ξαναμπαίνει στο κλίμα της δουλειάς του. Νιώθω πιο δυνατός, είπε στον μάνατζερ. Αρχίζω ξανά να αισθάνομαι ο παλιός μου εαυτός. Δεν άργησε να κλείσει μερικά συμβόλαια. Όσοι παρακολούθησαν παραστάσεις του αυτήν την περίοδο της σταδιοδρομίας του λένε πως ξεπέρασαν καθετί που είχε κάνει στο παρελθόν. Έφερε στη σκηνή οικοδόμους που έχτισαν έναν τούβλινο τοίχο τρία μέτρα ψηλό, και πέρασε από μέσα του. Εξαφάνισε έναν ολόκληρο ελέφαντα μ’ ένα χτύπημα των χεριών. Από τα δάχτυλά του κυλούσαν άφθονα τα νομίσματα. Μέσα από τ’ αυτιά του πετάγονταν περιστέρια. Μπήκε σ’ ένα κιβώτιο που προηγουμένως πέρασε από τον έλεγχο των θεατών. Το σφράγισαν με καρφιά και το ’δεσαν με χοντρό σκοινί. Δεν μπήκε κουρτίνα μπροστά από το κιβώτιο. Το άνοιξαν με λοστό. Ήταν άδειο. Όλοι οι θεατές έβγαλαν μια κραυγή βλέποντας τον Χουντίνι να μπαίνει μέσα στο θέατρο από το φουαγέ. Πήδηξε πάνω στη σκηνή. Τα μάτια του έλαμπαν σαν γαλάζιες διαμαντόπετρες. Σήκωσε αργά αργά τα χέρια. Τα πόδια του ανυψώθηκαν από το έδαφος. Στάθηκε δέκα εκατοστά πάνω από το πάτωμα. Οι γυναίκες κοντανάσαιναν. Ξαφνικά σωριάστηκε κάτω. Ακούστηκαν κραυγές ανθρώπων που δεν πίστευαν στα μάτια τους και μετά, παρατεταμένα χειροκροτήματα. Οι βοηθοί του του ’δωσαν μια καρέκλα να καθίσει. Ο Χουντίνι ζήτησε ένα ποτήρι κρασί, να πάρει λίγη δύναμη. Κράτησε το κρασί ψηλά στο φως του προβολέα. Το κρασί έγινε άχρωμο. Το ήπιε. Το ποτήρι εξαφανίστηκε από το χέρι του.  Oι παραστάσεις του έβγαζαν τέτοιαν ένταση κι είχαν μια τόσο περίεργη και ανησυχητική επίδραση στο κοινό, που μερικές φορές τα παιδιά τα ’βγαζαν έξω πριν τελειώσει ένα νούμερο. Ο Χουντίνι δεν το πρόσεξε ποτέ αυτό. Έσπρωχνε τον εαυτό του πέρα από τις φυσικές του ικανότητες κει έκανε οκτώ ή δώδεκα από τα σπουδαιότερα νούμερα σε μια και μόνο παράσταση, που υποτίθεται πως δεν σήκωνε πάνω από τρία. Με τα νούμερα αυτά αψηφούσε τον θάνατο, έτσι έγραφε στις αφίσες και στα προγράμματα των παραστάσεων, και αυτήν τη φορά οι δημοσιογράφοι των νεοϋορκέζικων εφημερίδων, με την προσδοκία ότι θα ξεπερνούσε τον εαυτό του, τον ακολούθησαν στις παραστάσεις που έδωσε σε τρεις συνεχόμενες νύχτες, από το Μπρούκλιν στο Φοξ Γιούνιον Σίτυ, κι από κει στο Νιου Ροσέλ, στο Θέατρο της Κεντρικής Οδού. […]

Μια νύχτα, στη μοναδική παράσταση που έδωσε στο Νιου Ροσέλ, η επιθυμία του θανάτου έγινε τόσο φανερή που ο κόσμος άρχισε να ουρλιάζει και ο ιερέας της περιοχής σηκώθηκε όρθιος και φώναξε, Χουντίνι, πειραματίζεσαι με τον διάβολο. Ίσως ήταν αλήθεια πως δεν μπορούσε πια να ξεχωρίσει τη ζωή του από τα νούμερά του. Όπως στεκόταν με τη μακριά του ρόμπα και γυάλιζε από ιδρώτα, με το βρεγμένο του μαλλί κατσαρωμένο, έμοιαζε πλάσμα από άλλον κόσμο. Κυρίες και κύριοι, είπε μ’ εξασθενημένη φωνή, σας παρακαλώ, συγχωρέστε με. Ήθελε να εξηγήσει ότι κατείχε μια πανάρχαια τεχνική αναπνοών της Ανατολής, που του επέτρεπε να αναστέλλει τις φυσιολογικές ζωτικές λειτουργίες. Ήθελε να εξηγήσει πως τα κατορθώματά του φαίνονταν πολύ πιο επικίνδυνα απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Σήκωσε τα χέρια του κάνοντας έκκληση να του δώσουν προσοχή. Τη στιγμή όμως εκείνη έγινε μια έκρηξη τόσο δυνατή που το θέατρο τραντάχτηκε συθέμελα κι από την αψίδα του προσκηνίου έπεσαν μεγάλα κομμάτια σοβάδες. Κι οι θεατές, σαστισμένοι όπως ήταν και με τεντωμένα νεύρα, νόμισαν πως η έκρηξη δεν ήταν παρά ένα ακόμα σατανικό κόλπο του Χουντίνι, και το ’βαλαν στα πόδια τρομοκρατημένοι.

Ε. L. Doctorow, Ραγκτάιμ, σελ. 226 και 227, Εκδόσεις Επιλογή, 1993

Artwork: Quint Buchholz

 

.