RSS

Ασημίνα Λαμπράκου, Έλα να παίξουμε τους κλέφτες

 

Κάποτε
η Μαριάνθη είχε πιάσει την ντουλάπα ψηλά και χόρευε
στιγμές στιγμές σταματούσε, πιες, έλεγε και έδινε στο μικρό κορίτσι κάτι που γλύκαινε στο φάρυγγα σα νέκταρ από αγιόκλημα
μέσα η θερμοκρασία έπιανε κορυφή, ακίνητη
με βλέφαρα μισά κατεβασμένα, σαν κουρτίνες στο παράθυρο, γινόταν κάτι που το έξω να μένει δροσερό
πιο έξω, οι κήποι ανθισμένοι
έξω από τους κήπους κάποια Πασχαλιά κι οι άνθρωποι στα χωράφια
φάε, είπε η Μαριάνθη προς το μεσημέρι και στον ουρανίσκο μπερδεύτηκαν όλοι οι νεκταροφόροι στήμονες που έγλειψε στη ζωή της να τους πιει το ανθόμελο τα λευκά νερόβραστα μακαρόνια
έξω, οι άνθρωποι στα χωράφια μια Πασχαλιά, οι χαρές κι οι μυρωδιές τους

αργά το απόγευμα εκεί που οι χαρές αποσύρονται ιδρωμένες κι οι μυρωδιές σκορπίζουν σύννεφο αραιό, οι άνθρωποι θυμούνται τα μέσα και τα συναντούν με όποιο τρόπαιο απόδειξη της ευφρόσυνης συνύπαρξης τους
κοίτα! χαμογελάει! είπε ένας κι έδειχνε με βλέμμα το κεφάλι του αρνιού κι από το κεφάλι τα δόντια
στάθηκε λίγο η Μαριάνθη απ’ το χορό, γύρισε, κοίταξε κι αυτή
μαύρα μεγάλα δόντια σφιγμένα πάνω σε μια γλώσσα μισοβγαλμένη να κοροϊδεύει, χείλη τραβηγμένα προς τα πάνω, καμένα
τι λύκος αρνί, έστυψε τα μάτια της η Μαριάνθη στα μάτια του παιδιού
κι εκείνο: έτσι θάν’ ο θάνατος, είπε μέσα της
και έτσι πρωτόμαθε το κορίτσι πως ο θάνατος είναι χαρά ή πως θάνατος είναι η χαρά ή πώς οι άνθρωποι χαίρονται τον θάνατο ή πώς τον περιμένουν για να χαρούν ή πώς η χαρά δεν πρέπει να δείχνεται πριν να είναι η ώρα να συμβεί ο θάνατος και πάντως ο θάνατος έχει μεγάλα καμένα δόντια και χείλη ένα τραβηγμένο χαμόγελο αρνιού

1973
αγία σκοτεινιά
η παρουσία του πρωταγωνιστή(1) στην πρώτη σκηνή κι η απουσία του στην τελευταία: όλο το δέος του ανθρώπου που αμφισβητεί για το αόριστο ή το ποθούμενο που εξασφαλίζει τη συνέχεια της ροής ή το ανείδωτο ή το ανεξήγητο ή το

το; το στόμα του αρνιού μιαν Πασχαλιά με χείλη τραβηγμένο χαμόγελο καμένο και δόντια όσες οι προσδοκίες από τις επενδύσεις σε μιαν ανάσταση

2017
όλα γίνονται για την έξοδο, είπε ο ηθοποιός(2) κι ήταν στραμμένος προς τη μεριά μου
ο ηθοποιός ήταν στραμμένος προς τη μεριά μου
έπαιζε με την πλάτη στο πλήθος
η σκηνή πιο κάτω από εμάς ή στην ευθεία μας
εκείνος έπαιζε στη σκηνή με την πλάτη στο πλήθος
ένας καθρέφτης τον παρέδιδε πρόσωπο σε αυτούς που είχε πίσω του
εμείς τον βλέπαμε στο πλάι
είχα καθίσει στη σωστή πλευρά ή εκείνος με έψαξε για να μου πει:
όλα γίνονται για την έξοδο(2)
χτυπώντας το μπαστούνι στο πάτωμα, κατέβασε το γενειοφόρο πρόσωπό του βαραίνοντας τον λόγο
έπειτα γύρισε το κεφάλι ίσια για να βλέπει τους πίσω από μπροστά
είχα καθίσει στη σωστή πλευρά για να του επιτρέψω να μου απευθυνθεί
έτσι κι εγώ ένευσα: πάμε ξανά από την αρχή, και σιγουρεύτηκα πώς με αισθάνθηκε από μια κίνηση του ώμου κάτω από το παλτό που καλούσε: έλα να παίξουμε τους κλέφτες(3)

η Μαριάνθη είχε πιάσει την ντουλάπα και χόρευε
στιγμές στιγμές σταματούσε
το αγιόκλημα στο λαρύγγι
έξω οι κήποι
πιο έξω μια Πασχαλιά
ο θάνατος έχει τα δόντια του αρνιού που δείχνεται ως τρόπαιο ευφρόσυνης συνύπαρξης
το δέος του ανθρώπου: η καμένη σπηλιά που ανοίγεται το στόμα του αρνιού μιαν Πασχαλιά
τα δόντια του αρνιού: οι προσδοκίες από τις επενδύσεις σε μιαν ανάσταση

(1) αναφορά στην ροκ όπερα: Jesus Christ Superstar
(2) αναφορά στη θεατρική παράσταση του θεάτρου της οδού Κυκλάδων-Λευτέρης Βογιατζής: Πλατεία Ηρώων του αυστριακού Τόμας Μπέρνχαρντ
(3) αναφορά στο άνθος « κλέφτης»

Φωτό: Romina Ressia

.

 

 

Tags:

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Το αρνί, το νήπιο και το στάδιο του καθρέφτη

.

Το πλήθος των τουριστών παρακολουθεί
μέσα σε κατανυκτική σιωπή το πείραμα
Ο χώρος των θεατών στο σκοτάδι
Ο χώρος των δοκιμών μια δεξαμενή
με καθρέφτες στους τέσσερις τοίχους
Στα πρόσωπα αντανακλώνται ταχυδαχτυλουργικά
θαύματα από φως και σκιές
Το ζητούμενο του πειράματος είναι αν
το αρνί με το σημάδι στο κυρτό μέτωπο
αναγνωρίζει ή όχι το είδωλό του σε καθρέφτη
Αν ναι, τότε γνωρίζει ότι υπάρχει
Αν όχι, τότε δε νοεί όπως ο άνθρωπος,
εξήγησαν οι ερευνητές την πολιτική τους.
Εντέλει, αποφάνθηκαν με στόμφο ότι, σύμφωνα με
τα δεδομένα όλων των πειραμάτων,
τα αρνιά, όπως άλλωστε και τα άλλα ζώα,
δεν σκέφτονται, δεν νοούν
δεν μετράνε τις προθέσεις των άλλων ατόμων
δεν είναι σε θέση να αναπτύξουν συμπόνια
δεν έχουν επίγνωση της ύπαρξής τους
Άρα, ο στόχος επετεύχθη
Ο άνθρωπος ως εικόνα-πρότυπο
δεν επροβλήθη στα αρνιά
Ω, τι αθωότητα, αναφώνησαν οι θεατές,
θαυμάστε και εξυμνήστε τον αμνό!
Ω, τι ευδαιμονία, αναφώνησαν οι τουρίστες,
βασανίστε και σκοτώστε τον αμνό!
Καμία ενοχή δεν μπορεί να μας αποδοθεί

.

.

Και έτσι, αποδόθηκαν στα αρνιά ονόματα ανάλογα –
«Ο αμνός γάλακτος», το σφάγιο μέχρι 4 μηνών
«Τα αμνοερίφια», τα σφάγια αρνιών, αρνάδων και προβάτων
«Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει»
Όμως δε χορεύει, δε γελάει, δεν ερωτεύεται, δε θρηνεί
Η ύπαρξή του έχει αλλιώς προγραμματιστεί

Ο άνθρωπος αναγνωρίζει στον καθρέφτη
το είδωλό του μέχρι τα δυο του χρόνια˙
από εκεί και πέρα πλησιάζοντας
αποστρέφει συχνά το πρόσωπό του,
παρατηρούν ερευνητές και ψυχοθεραπευτές
«εις πείραν ερχόμενοι και μετερχόμενοι»

Πίνακας: Odilon Redon 

.

 

Tags:

Ιωάννα-Ροδάνθη Σκουνάκη, Αθανάσιος-αρνί

Και τον Αθανάσιο τον σουβλίσανε με τη μανία τους οι Τούρκοι.
Την εποχή εκείνη, για μένα, τιμωρία, που το καντηλάκι του έκαιγε σ’ ένα στενό της Λαμίας. και ψήνανε εκεί, δεν νήστευαν. «Τα ’χουν για τη Λαμπρή!» με κοροϊδεύανε, μα οι μέρες ακόμα πολλές ως τότε, άκουγα που σκεφτόμουν –και δώσ’ του πάνω κάτω το στενό– «πώς είναι να σουβλίζουν έναν άνθρωπο;» Ποιο επίθετο να κάτσει, ποιος προσδιορισμός από την Αλαμάνα και τη γέφυρα• σαν περνάγαμε να σου! πεταγόταν ο σουβλισμένος, με τη φουστανέλα στη στήλη τη θυμητική – ξεβράκωτος ίσως, που μαρτυρούσε.

Κρακ έκανε το κρανίο του αρνιού της αγοράς, και τα αίματα ποτάμια στ’ αυλάκι των σφαγείων, πόσα κρακ η κεφαλή του Αθανάσιου; πόσα ν’ αντέξει το στομάχι ενός παιδιού που φρόντιζε κάθε Πάσχα να παθαίνει διάρροια και να τρώει μόνο ρύζι;

 

Πίνακας: Holly Farrell

.

 

 

Kατερίνα Παπαδημητρίου, Αριστερό κλίτος

Στο αριστερό κλίτος στεκόταν η δύναμή της. Μεγάλη Παρασκευή. Πλήθος το εκκλησίασμα. Πάσχα ήταν και τότε, κι αυτή δεν ζήτησε τίποτα. Όπως τώρα, όπως τόσα χρόνια, που δεν χαλάλισε κανενός ούτε ένα χαμόγελο. Όλα τα κράτησε για κείνον· για κάθε λεπτό που εκείνος επέστρεφε, για κάθε απουσία, για κάθε συναίνεση. Όμορφη δεν την έλεγες. Ψηλή, γουρλομάτα με μαλλί που δεν ευδόκησε ποτέ να μακρύνει. Λεπτό κι αρύ σαν την αμφισβητούμενη θηλυκότητά της. Μια ρυτίδα. Να ’ταν το αρνί που την ανησυχούσε αν θα ’ταν έτοιμο στην ώρα του μεθαύριο, που ήταν Λαμπρή;

Του το ’χε πει: «Κυριακές και γιορτές σε θέλω σπίτι, και στα παιδιά ποτέ σου να μην λείψεις, μα στο σεργιάνι σου συμμέτοχος δεν γίνομαι». Άλλο δεν ήθελε κι αυτός. Σήκωσε το φρύδι, δήλωσε έμπορος, κι άρχισε τα «κολώνα μού στέκεται». Της πήρε κι ένα μηχανάκι, και τα πρωινά εκείνη στα κτήματα, και η μηχανή έπαιρνε μπρος στα τριακόσια μέτρα απ’ το κατώφλι, μην τον ανησυχήσει. Έτσι ακριβά την πούλησε την κορμοστασιά της, έτσι την έδωσε τη ζωή της, και το «έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν», για κείνην, μια υποχρέωση, που από το πουθενά έγινε μάνα, για κείνον αντίκρισμα – ποια θα την άντεχε την τόση του ελευθερία; εκείνη ήταν ευγνώμων. Μουστάκι να είχε, κι οι μυρωδιές από τ’ αρνί της να ταξιδεύουν στη γειτονιά από κατώφλι σε κατώφλι. Κάθε Πάσχα.

Μέχρι απόψε, Μ. Παρασκευή, που ξημερώματα, πολύ πριν ανατείλει, λίγο πριν ακούσει στην πόρτα το κλειδί, βρέθηκε τ’ ανάσκελα· ζαλάδα ήτανε, λιγοθυμιά ή το χαμένο θάρρος της, που μπαγιάτεψε και πήρε να ζέχνει, ώσπου η βρώμα τής έκαψε τα σωθικά και σωριάστηκε ανήμπορη; Η πεθερά φευγάτη από χρόνια, κανείς πια δεν τον έλεγχε, κι εκείνη δεν το λογάριασε σωστά, πως έρχονται και νύχτες που ένα κορμί τι να σου κάνει· δυο χέρια αντρίκια της χρειάστηκαν κι ένα φιλί ζεστό δικό της. Και η μηχανή δεν χαϊδεύει, μόνον κουβαλά. Κορμιά παγωμένα, μόνα. Μ. Παρασκευή, και το αρνί στο τσίγκινο ταψί κομμένο σε μερίδες, κι εκείνη δεν το μαρτύρησε ποτέ. Ποτέ δεν του είπε: «Αρνί δεν έφαγα ποτέ, κατσίκι εμείς τρώγαμε, κατσίκι του γάλακτος, μανάρι, κι εκείνης που τις νύχτες με συμπληρώνει άρωμα να βάζει να της πεις, γιατί χωρίς… τη σιχαίνομαι την παρουσία της.»

Πήρε να χαράζει κι ο ήχος απ’ τα κλειδιά, βήματα βαριά, και η ικανοποίηση βαριά να στάζει απ’ το μουστάκι. Στάθηκε καταμεσής στην κουζίνα. Αρνί καμένο πάνω στο τραπέζι, τα παιδιά στην εφηβεία, τα κλειδιά της μηχανής κρεμασμένα μ’ έναν σπάγκο από τον γλόμπο της κουζίνας, το σαμουά σακάκι του πασαλειμμένο με λίπος, κι ένα σημείωμα που έλεγε: «Το δικό μου το αρνί μοσχοβολούσε παράπονο. Κάθε Πάσχα. “Είμαι η Λένα”, ανέμιζε, “κι αν δεν κρεμούσα την ψυχή μου στο τσιγκέλι, αντί για αρνί, λεπίδα· κι όλο το αίμα μου χαράμι, θυσία στο τίποτα, στο πουθενά θα το χαλάλιζα”. Να το σέβεστε!»

Artwork: Daria Petrilli

.

 

Tags:

Σοφία Περδίκη, Αναστάσιμη σφαγή

.

Η Μπιάνκα σαν ήτανε παιδί
και οι γύρω της πολύ μεγάλοι
τους κοίταζε πάντα σοβαρή
καθώς αρμόζει σ’ ένα παιδί

Δεν βλέπανε στο πρόσωπό της
εύκολα γκριμάτσα
είχε την ψυχή της
αρυτίδιαστη η μικρή
έπαιζε στα δάχτυλα
του ενός χεριού τ’ ακόρντα
και σας κοιτούσε θυμωμένα
έτσι και γινόσασταν φαιδροί

Πώς φυσούσε κάθε της τσουλούφι
πώς τσίριζε μαζί με το αρνί.
Το βοήθαγε πάντα να ξεφύγει
απ’ τη φριχτή σφαγή
της Ανάστασης τη μέρα.
Γελοίοι, που τα βάζατε με ποια;
Με μια tabula rasa, την Μπιάνκα;

Σας κατέγραψε όλους
με άνω-κάτω ρίμα
στα μαύρα της κατάστιχα.

Πίνακας: Yana Movchan
.

 

 

Tags:

Μαρία Ρασσιά, Επιδόρπιο


Στον κήπο καθόταν η οικογένεια, το τραπέζι στρωμένο γιορτινά, ανάμεσα στις κλαίουσες και στις μηλιές. Ο πατέρας χαμογελούσε ικανοποιημένος. Ο αμνός στήθηκε και ψήθηκε καθώς έπρεπε. Ο καπνός ανέβαινε σαν λόγχη στον ουρανό και μαύρα πουλιά γυρόφερναν και χαλούσαν την σκιά του. Μετά, ο σκελετός του αμνού κείτονταν στην πιατέλα, αποσυναρμολογημένος και σκοτεινός, η μητέρα τότε, έπλυνε τα μήλα, τα σκούπισε και πρόσφερε ένα σε κάθε έναν· συνοδεία με το κρασί. Εκείνη αλλεργική σε κάθε καρπό με κόκκινη φλοίδα. Ο πατέρας εκθείαζε τον αμνό, τρυφερός και μοσχομυριστός έλεγε, από το χορτάρι που τράφηκε στη μικρή ζωή του· και έτριβε την κοιλιά του κι έδειχνε ευχαριστημένος. Την ώρα που η μητέρα ετοίμαζε το επιδόρπιο, φωνές και λυγμοί ακούστηκαν. Έτρεξε στον κήπο. Ο Κάιν κρεμόταν στην κλαίουσα, εκεί στον κήπο, που τον χειμώνα είναι όλα άσπρα από το χιόνι και οι καρποί πεθαίνουν.

Artwork: Marcelo Monreal

.

 

Tags:

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Εκείνο το μικρό αρνί

Βρισκόμουν σε ένα λιβάδι και περπατούσα ανέμελα και ανάλαφρα, όπως τότε που ήμουν παιδί. Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα επακολουθούσε. Δεν σας ζητώ να με πιστέψετε, αλλά οφείλω να καταθέσω το περιστατικό που μου άλλαξε τη ζωή. Κατά τη διάρκεια του περιπάτου μου αντάμωσα ένα μικρό αρνί. Στάθηκα ακίνητος και του χαμογέλασα. Το αρνί ήρθε και έκατσε δίπλα μου. Ήταν χαριτωμένο, όπως εκείνα τα μικρά αρνάκια στις εικόνες ή στα κινούμενα σχέδια: σγουρό μαλλί, υγρά μάτια, λεπτά ποδαράκια. Με κοίταξε με τα δυο του μάτια, και το ευθύβολο βλέμμα του με χτύπησε . Ομολογώ πως, αν και αυτή του η κίνηση με ξάφνιασε, αυτό δεν ήταν τίποτε μπροστά σε ό,τι θα επακολουθούσε. Αφού με μια δυο κινήσεις του κεφαλιού βεβαιώθηκε ότι δεν ήταν κανείς κοντά μου… μίλησε. Με ρώτησε το όνομα μου. Γνωρίζω ότι φαίνεται απίστευτο και ότι πιστεύετε πως είναι κάποιο είδος αστείου ή κάτι τέτοιο. Δεν είναι όμως, έτσι έγινε. «Πως σε λένε;» μου είπε και περίμενε υπομονετικά να απαντήσω. Εγώ, όμως, δεν είχα πια φωνή. Είχα χάσει τη δική μου. Θα ήταν μάλλον από το σοκ της έκπληξης, αφού δεν είχα ξανασυναντήσει αρνί που να μιλάει. Ξαναπροσπάθησα αλλά εις μάτην, μονάχα άναρθρες κραυγές βγήκαν από το στόμα μου.

Αντιλαμβάνεστε την ταραχή μου. Το αρνί τότε έσκυψε και με άγγιξε με το μουσούδι του στο μπράτσο. Ένοιωσα τα υγρά του ρουθούνια και, μέσα από αυτά, με διαπέρασε ένα ενεργειακό ρεύμα, δεν ξέρω πώς αλλιώς να σας το περιγράψω. Μια με ακουμπούσε και μια με κοίταζε στα μάτια. «Καταλαβαίνω την έκπληξη σου», μου είπε, «αλλά δεν μπορώ να σου πω περισσότερα, μόνον ένα: σε αγαπώ». Δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου εκεί που δεν το περίμενα. Βρισκόμουν με ένα αρνί που με χάιδευε με τη μουσούδα του και μου μιλούσε, κι εγώ είχα χάσει τη λαλιά μου κι έκλαιγα.
Ξέρω, ξέρω… κάποιοι από εσάς θα με περάσουν για τρελό. Δεν έχω όμως άλλα επιχειρήματα να παραθέσω πέραν από αυτή μου την εμπειρία. Το χάιδεψα στο κεφάλι, και τα δάχτυλα μου βυθίστηκαν στα σγουρά του μαλλιά. Άκουσα την καρδιά του να χτυπάει κι, όσο την άκουγα, τόσο περισσότερο ένοιωθα πως ο χτύπος της είχε συγχρονιστεί μ’ εκείνον της δικής μου.

Τουπ, Τουπ, Τουπ! σαν ρολόγια ακριβείας. Αν τρελάθηκα, τότε μπορώ να σας ομολογήσω πως η τρέλα αυτή μού έδωσε ανείπωτη χαρά. Μια χαρά που δεν είχα ξανανοιώσει ποτέ. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί ένοιωσα, πρώτη φορά, ότι έχω έναν φίλο. Ο φίλος μου το αρνί προχώρησε κι άλλο, κι έβαλε το κεφάλι του στην αγκαλιά μου. Το  έσφιξα δυνατά κι ακούμπησα πάνω του το κεφάλι μου . «Σε αγαπώ», του είπα, ή μάλλον το σκέφτηκα, γιατί δε μπορούσα να μιλήσω. Αυτήν τη φορά δεν είπε κάτι, αλλά ένοιωσα την ίδια ενέργεια να με διαπερνά ξανά ολόκληρο. Κάτσαμε έτσι μια ολόκληρη ώρα. Δεν μου ξαναμίλησε, αλλά ούτε κι εγώ προσπάθησα να μιλήσω. Τότε ήταν που κατάλαβα ότι τα λόγια κάποιες φορές είναι περιττά. Όταν αποφάσισα πως έπρεπε να φύγει, έσκυψα, έπιασα με τα δυο μου χέρια το κεφάλι του και το κοίταξα στα μάτια. Δακρύσαμε κι οι δύο στιγμιαία και αποχαιρετιστήκαμε.

Το είδα να φεύγει μακριά, κι εγώ έμεινα καθισμένος στο γρασίδι να το παρατηρώ.
Έβλεπα τη φιγούρα του να σβήνει στον ορίζοντα ακίνητος και σιωπηλός σαν το τοπίο. Μόνο ο ήλιος ψηλά άλλαζε θέση σιωπηλά, κι αυτό πολύ αργά για να το αντιληφθεί κανείς. Έκατσα εκεί πολλές ώρες. Οι δύο άνθρωποι που τους μετέφερα αργότερα την εμπειρία μου ανησύχησαν πολύ για εμένα και μου επέστησαν την προσοχή σε ό,τι αφορά την ψυχική και σωματική μου υγεία. Γνώριζαν ότι δούλευα πολύ και, φυσικά, συσχέτισαν την εμπειρία μου με κάποιο είδος παραίσθησης ή παραζάλης ή, τέλος πάντων, κάποιο οξύ περιστατικό που χρίζει παρακολούθησης. Όταν αντιλήφθηκα ότι ήταν μάταιο να επιμείνω, δεν ξαναμίλησα γι’ αυτό το θέμα, και το κράτησα μέσα μου για πάντα. Από τότε δεν μπόρεσα να ξαναδώ τον κόσμο με τα ίδια μάτια. Η φωνή του αρνιού αντηχούσε μέσα μου: «Σε αγαπώ».
Αν κι έχουν περάσει πενήντα χρόνια από τότε, κάθε φορά που έρχομαι σε αυτό το λιβάδι, βρίσκω πάντα το ίδιο μέρος που πρωτοσυνάντησα το αρνί εκείνο. Κάθομαι κάτω και το περιμένω. Δεν ξαναγύρισε. Όμως ακόμα βλέπω τα αχνάρια του στη γη να μου θυμίζουν την παρουσία του. Εκείνο το αρνί μού άλλαξε όλη τη ζωή.

Artwork:Maggie Taylor

.

 

 

Tags: