RSS

George Le Nonce, ΙΙΙ. Ακήρατος

[…]

Τὰ σώματα τῶν ἀνίατων ἀνθρώπων
ἕνα βαρὺ στρῶμα μούχλας
ποὺ ποτὲ δὲν ξέρουν οἱ ἄνθρωποι
τί βάθος μπορεῖ νὰ ἔχει
δὲν τὸ ἀγγίζουν, δὲν τὸ βυθομετροῦν
ἀποστρέφονται τὴ φθορὰ
ἀποστρέφονται τὸν βρώμικο πολτὸ ποὺ τοὺς ἀγκαλιάζει
ἀποστρέφονται τὸ χαμένο τους σχῆμα
ἐξορκίζουν τὴ νόσο
ἐξορκίζουν τὴ φύση τους
ἐξορκίζουν τὸν χρόνο.
Ἐκεῖ βυθισμένοι
ψάλλουν, προσεύχονται, προσπαθοῦν
ἐλπίζουν.

Ἡ ἐλπίδα εἶναι τὸ πιὸ βρώμικο
ἀπ᾽ὅσα σᾶς δόθηκαν μαρτύρια.
Μ᾽αὐτὴν μετρᾶτε
τὸν χρόνο ποὺ πέρασε καὶ τὸν χρόνο ποὺ μένει
τὴν ὀδύνη τοῦ παρελθόντος
τὴν ἄγνοια τοῦ μέλλοντος
καρφωμένοι στὸ ἀκίνητο ἐκεῖνο σημεῖο
στὸ κατώτατο σημεῖο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης
στὸν πυθμένα τοῦ στάσιμου βάλτου
ὅπου ἀναδεύονται τὰ σώματα
καὶ τρέμοντας ἐλαφρὰ
ἀδιόρατα
πανικόβλητα ἐντούτοις
ἀγγίζονται
καὶ μολύνουν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο.
Ἔτσι ἀναπαράγεται
ἡ ἀνθρώπινη νόσος.

[…]

George Le Nonce, ΙΙΙ. Ακήρατος, από την ποιητική συλλογή Έλεος, Βibliothéque

Πίνακας: Gian Paolo Dulbecco

 

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Μαγειρική για βοριάδες

.
Αέρας στήνει μάχη με αέρα
Στην πόλη απόψε. Τη χτυπάει σαν αυγό
Με δυο πιρούνια τ’ αγιάζι.
Κάποια μαγειρική για ζωντανούς
Θα πέρασε σε χέρια πεθαμένων.
Το υδραγωγείο, το αμαξοστάσιο, το μουσείο
Σπρώχνονται πότε κατά το λιμάνι
Πότε εδώ κάτω, στον φωταγωγό.
Στην ίδια κατσαρόλα συντρίβονται
Τα γυαλικά των αστεριών.
Κι ακούω που κλαίει ένας γάτος φουκαράς
Κάτω στην άδενδρη πλατεία.
Ως και το τσόφλι του φεγγαριού να σπάσει
Κανείς δεν θα έκανε τα χέρια του κούπες
Να του μαζέψει τον χυλό.
Διπλοκλειδώνουν με τέτοιον καιρό τις πόρτες
Κλείνουν τ’ αυτιά τους με το μαξιλάρι
Και ο ύπνος τους είναι σπασμένος και ωμός.
Και μόνο μες στον κρόκο του ονείρου τους
Σαλεύει ένα κλωσσοπούλι. Τρέμω
Μήπως και γεννηθεί τέτοια ώρα
Κι αφτέρουγο τ’ αρπάξει η φασαρία
Και σβήσει η κραυγούλα της ζωής του
Στο στόμα άλλου ζώου που πεινά.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή, Μελάνι 2019.

Αrtwork: Rozi Demant

 

Αλόη Σιδέρη, Φορείο

.

ΙΙΙ.

Η Καλλιόπη πέθανε τρελή
όλα τα όνειρα τα έκαμε κραυγές
ουρλιάζοντας καβάλα στο παλιό κανόνι
τι θα κάνεις όταν μεγαλώσεις
θα γίνω γριά καθισμένη κατάχαμα
φάντασμα το καταμεσήμερο
με τα πολύχρωμα φουστάνια σου
με τα φουσκωτά σου μανίκια
και με τι να σκουπίσεις τους λυγμούς
με τι κύματα με τι φωτιές
ύστερα από τον μεγάλο σεισμό
που γκρεμίστηκε η σοφίτα με τα μαγικά
και δεν είχαμε πού να παίξουμε πια
τι να παίξουμε πια
γοργόνα μπαλαρίνα σύγνεφο τρομπέτα
άλλοι αλλιώτικοι τώρα
κι ούτε σ’ αγαπούσαμε πια
πολύ πριν σ’ αφήσουμε σε κείνο τον τάφο

Αλόη Σιδέρη, Ανάμεσα στο μακριά και το πιο μακριά, Ποιήματα και διηγήματα, από τη συλλογή Φορείο, Συγκεντρωτική έκδοση, Εκδόσεις Άγρα, 2019

 

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Το κόκκινο της φωτιάς

.

163. Στην Ελλάδα, καθώς παραβλέπουμε τη βαρύτητα του έντεχνου πεζού λόγου, αφήσαμε την υπόθεση σε δημοσιογράφους που εισβάλλουν στους τόπους της κριτικής χωρίς την εμπειρία της υψηλής λογοτεχνίας και ανίδεοι για το τι μπορεί να σημαίνει η παρέμβασή τους. Αυτά τα κενά είναι πρόδηλα στις επιλογές εύκολα προσβάσιμων έργων με συζητήσιμη λογοτεχνική δύναμη, όπως και στη φλύαρη εξιστόρηση της πλοκής τους. Χωρίς εμβάθυνση όμως στο θέμα που αποδίδει η μορφή-περιεχόμενό τους, δεν μπορεί να γίνει αξιολόγηση των έργων που θα συνέβαλλε στην αισθητική διαμόρφωση του κοινού. Αυτή την υποβάθμιση της λογοτεχνίας εξηγεί η απουσία αληθινού ενδιαφέροντος, καθώς βιβλιοπαρουσιαστές όπως και διδάσκοντες το μάθημα της λογοτεχνίας δεν έχουν πάντα σαφή εικόνα της ιστορίας του πολιτισμού και της ιστορίας της λογοτεχνίας, που θα σχημάτιζαν, αν πραγματικά τους ενδιέφερε. Συγγραφείς όπως ο Μπέρχαρντ, ο Γκάντα, η Γέλινεκ, ο Ζέμπαλντ, αλλά και άλλοι νεότεροι όπως ο Λάζλο Κραζναχορκάι ή παλαιότεροι, όπως ο Μούζιλ ή ο Μπροχ δεν είναι εύκολοι ούτε τόσο ευχάριστοι. Ο αναγνώστης δεν θα τους διάβαζε, αν ήταν στο χέρι του να επιλέξει τα εύκολα. Αν, όμως, τους βρίσκει στις Εθνικές Βιβλιοθήκες, και αν τους διαβάζει, είναι με την παρέμβαση αληθινών κριτικών, που είναι σε θέση να αναδείξουν ποιοι συγγραφείς είναι το συμβολικό κεφάλαιο της χώρας τους, αν τα έργα ανήκουν στην εγχώρια λογοτεχνία. Όλα, όμως, από κάτι αρχίζουν, ένα φευγαλέο ερέθισμα μπορεί να είναι για τον αναγνώστη η αρχή μιας ολόκληρης ιστορίας προσωπικών διεργασιών. Στο Δουβλίνο, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων εικονίζονται οι σπουδαιότεροι από τους κλασικούς Ιρλανδούς συγγραφείς, από τον Τζόναθαν Σουίφτ ως τον Μπέκετ. Στις προθήκες των δικών μας βιβλιοπωλείων δεν υπάρχει πουθενά “Η γυναίκα της Ζάκυνθος του Σολωμού”, “Η πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη”, “Η Φόνισα του Παπαδιαμάντη”, “Το αμάρτημα της μητρός μου” του Βιζυηνού ή το “Θέλετε να χορέψομε, Μαρία; ” της Μ. Αξιώτη, “Η βάρδια” του Καββαδία, και τόσα άλλα.

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Το κόκκινο της φωτιάς, Μικρό εγχειρίδιο λογοτεχνίας, σ. 195-196, Γαβριηλίδης 2016.

Πίνακας: Joel Meyerowitz

 

George Le Nonce, Cheshire cat

.

Πετάχτηκε ἡ γάτα κάτι νὰ κυνηγήσει
σὰν κάποιο ἔντομο νὰ περπατοῦσε στὸν τοῖχο
τόσο μικροσκοπικὸ ποὺ ἐμεῖς δὲν τὸ βλέπαμε
καὶ πρὶν προλάβουμε ν᾽ἀνοιγοκλείσουμε τὰ μάτια
ἐκείνη γλειφόταν ἤδη σὰν νὰ εἶχε καταβροχθίσει
τὸ ἀόρατο ἔντομο, χαμογελαστή, ὥσπου
χάθηκε μὲς στὸ χαμόγελό της καὶ κανεὶς
δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ πιστοποιήσει
οὔτε πὼς φονεύθηκε κάποιο ἔντομο
οὔτε πὼς ἔζησε ἀνάμεσά μας μιὰ δολοφόνος.

George Le Nonce, Cheshire cat από τη συλλογή Έλεος, Εκδόσεις Bibliothèque 2018

Πίνακας: Edward Le Bas

 

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Καλό σημάδι

.

«Ήμουν ανόητη και δειλή,
Δεν ήξερα να μαγειρεύω,
Δεν είχα καν προφίλ πορσελάνινο.
Και βρέθηκα κάτω από το βλέμμα σου
Μουτζουρωμένη, τοσοδούλα, βήχοντας
Σαν να ’πεσα από καμινάδα.

Πέταξες το παλτό στην πολυθρόνα
Κι ενώ βούιζαν τα κούτσουρα που καίγονταν
Απέσυρες την προσοχή σου προς τα δέντρα
–Έξω απλωνόταν φορτωμένο χιόνι
Νεαρά και γέρικα έλατα–
Και δεν επέστρεψες εδώ.
Μόνη μου, με καλό σημάδι,
Βρήκα έναν τρόπο να σε ακολουθώ»

Σημείωμα αυτόχειρα που ξετρύπωσε ο γάτος
Κλεισμένος μέσα, πεινασμένος πια, ανήσυχος.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Παράκτιος οικισμός, Μελάνι 2017

Πίνακας: Edward Le bas

 

Αντώνης Σαπουντζάκης

.

Καίγομαι, καίγομαι.

Τα χείλη της μέρας έχουν την αποφορά της νύχτας
και το φιλί ένα στοίχημα που γράφεται με ήττα
καημός ουρανός για έναν παλιάτσο ήλιο
που ήλιος δεν είναι αλλά κοινός παρονομαστής
στο μέρισμα των χαιρετισμών
που αγκαλιά δεν είναι αλλά δυο χέρια ξένα
ενεστώτας νταμάρι που σκάβουν πουτάνες
μπουλντόζες οι εποχές της σιδερένιας φτέρνας.

Νερό μου νόημα
των παρατατικών
αμάν
πυρκαγιά μου σημασία
της σκουριάς.

Καίγομαι, καίγομαι
έχω πολλή αναχώρηση
στο σώμα μου.

diP generation 2019, 4ο τεύχος, Εκδόσεις Μανδραγόρας

Artwork: Daphne Rocou