RSS

Χριστόφορος Λιοντάκης, Συνασθροισθέντες ενθάδε

1

Φυσούσε το παράθυρο στο θαλασσάκι
στο μπαμπάκι και λίγο προς το μάρμαρο.
Στα χέρια του χειρούργου
η σύριγγα άνθος τροπικό
αναπνέει γαλάζιες φλόγες.

6.

Φως ιλαρό μα κόπηκε στη μέση.
Ακροβάτησαν οι ίσκιοι
κι ένα κλαδί βασιλικός
χειρονομεί στον τοίχο·
λιμνάζουν οι φωνές
στα μαύρα ανοίγματα του ασβέστη.

8

Ασπράδι αυγού το παρελθόν.

Χριστόφορος Λιοντάκης, Συνασθροισθέντες ενθάδε, από τη συλλογή Ο Μινώταυρος μετακομίζει (Ο χάνδαξ), Ποιήματα 1982-2010, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015

Πίνακας: Kristin Vestgard

 
Video

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II

.

H δεσποινίς Έρνα, που στην πραγματικότητα δεν του άρεσε και τόσο, ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και του χαμογελούσε πονηρά, σχεδόν φιλικά, αφήνοντας να φαίνεται το δόντι που της έλειπε. Παρ’ όλα αυτά ο Ες δεν έδωσε καμία σημασία στις διαμαρτυρίες της: «Kύριε Ες, σας παρακαλώ να βγείτε αμέσως έξω», κι έμεινε ατάραχος στη θέση του, κι αυτό το έκανε όχι μόνο γιατί, όπως οι περισσότεροι, ήταν ένας άντρας με ταπεινές ορέξεις, δεν το έκανε μόνο γιατί, όταν δύο άνθρωποι διαφορετικού φύλου συγκατοικούν από καιρό κι έχουν εξοικειωθεί, σχεδόν δεν μπορούν ν’ αντισταθούν στους ανεξέλεγκτους μηχανισμούς του σώματός τους και υποκύπτουν σ’ αυτούς χωρίς  μεγάλη αντίσταση με τη σκέψη: «Τελικά, γιατί όχι;» δεν το έκανε μόνο γιατί διαισθανόταν ότι κι αυτή θα έπρεπε να έχει παρόμοιες επιθυμίες, έτσι που δεν υπήρχε λόγος να δώσει σημασία στις διαμαρτυρίες της, και σίγουρα δεν το έκανε μόνον εξαιτίας των ταπεινών ορμών του – έστω κι αν πρέπει να συνυπολογίσουμε τον αναπόφευκτο ερεθισμό που δημιουργεί στους άντρες το αίσθημα της ζήλειας και το οποίο το είχε νιώσει βλέποντας την κοπέλα να τρίβεται πάνω στον Γκέρνετ – αλλά και γιατί ο Ες θεωρούσε ότι η ηδονή, που οι άντρες την αναζητούν σαν να είναι αυτοσκοπός, εξυπηρετεί αντιθέτως έναν ανώτερο σκοπό, τον οποίο να και δεν είσαι σχεδόν σε θέση να τον μαντέψεις, ωστόσο σε κατακυριεύει, και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επιταγή να εξαλείψεις εκείνον τον μεγάλο φόβο, που εκτείνεται πολύ μακρύτερα από τα στενά όρια του εαυτού σου, έστω κι αν πολλές φορές μοιάζει να μη διαφέρει από αυτό που νιώθει ένας περιοδεύων εμπορικός αντιπρόσωπος όταν αναγκάζεται να κοιμηθεί μόνος σ’ ένα ξενοδοχείο μακριά από τη γυναίκα και τα παιδιά του: ναι, έστω και αν δεν διαφέρει από τον φόβο και τη φιληδονία του ταξιδιώτη που πλαγιάζει με την άσχημα και κάπως περασμένης ηλικίας καμαριέρα, καταφεύγοντας μερικές φορές σε σπαραξικάρδιες αισχρότητες και νιώθοντας συχνά ένοχη τη συνείδησή του.

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II, 1903, Eς ή η αναρχία, μτφρ.  Κώστας Κουντούρης, σελ. 53-54, Εκδόσεις Μέδουσα, 2006.

Φωτό: Joel Peter

 

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II

.

Ωστόσο τώρα αναγνώριζε ότι, αν το άθροισμα στις προσθέσεις των λογιστικών του βιβλίων έβγαινε τελικά σωστό, αυτό δεν θα ήταν παρά απλή σύμπτωση κι έτσι μπορούσε να παρατηρεί τα εγκόσμια σαν από ένα ανώτερο επίπεδο, σαν από έναν φωτεινό πύργο που ορθωνόταν σε μια πεδιάδα, αποκομμένος από τον κόσμο κι όμως αντικαθρεφτίζοντάς τον ανεμπόδιστα: και συχνά ήταν σαν όλα όσα είχαν διαπραχθεί και ειπωθεί και συμβεί να μην ήταν τίποτε άλλο παρά ένα προκαταρκτικό επεισόδιο πάνω σε μια αμυδρά φωτισμένη σκηνή, μια παράσταση που θα λησμονιόταν, γιατί δεν είχε πραγματοποιηθεί, κάτι περασμένο που δεν μπορούσες να το αδράξεις χωρίς να αυξήσεις την επίγεια οδύνη. Γιατί η ολοκλήρωση προσκρούει πάντα στην πραγματικότητα, ενώ ο δρόμος της νοσταλγίας και της ελευθερίας είναι ατέλειωτος και αιώνια αδιαπόρευτος, είναι στενός και σκολιός, όπως ο δρόμος του Υπνοβάτη, έστω κι αν είναι ο δρόμος που οδηγεί στην αγκαλιά της πατρίδας και στο λαχανιασμένο της στήθος […] Προχωρούσαν χέρι χέρι, έστω κι αν ο καθένας ακολουθούσε το δικό του διαφορετικό και δίχως τέλος δρόμο. Κι όταν τελικά παντρεύτηκαν και πούλησαν την ταβέρνα σε απίστευτα χαμηλή τιμή, αυτοί δεν ήταν παρά σταθμοί στον δρόμο των συμβόλων και ταυτοχρόνως σταθμοί στον δρόμο που προσέγγιζαν το ανώτερο και το αιώνιο, έτσι που, αν ο Ες δεν ήταν ελευθερόφρων, θα μπορούσε να πει ότι αυτός ο δρόμος ήταν θεϊκός. Όμως εκείνος γνώριζε παρ’ όλα αυτά ότι εδώ στη γη είμαστε όλοι αναγκασμένοι να πορευόμαστε με πατερίτσες.

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II, 1903, Eς ή η αναρχία, μτφρ.  Κώστας Κουντούρης, σελ. 250-251, Εκδόσεις Μέδουσα, 2006.

Φωτό: Raymond Depardon

 

 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Ενύπνια προς το τέλος

.

Βαθύ θέρος
το ζωντανό διάζωμα
που ξεχώριζε
τα ζώα στα παχνιά τους
αχνίζει.
Άλλα χρόνια τότε,
φέρναμε νερό στα χέρια
μεγαλώναμε κάτω από τις ελιές
βαραίναμε μπροστά
όχι στα καπούλια
και λέγαμε
του χρόνου του ορφανού
αδέρφι του είναι ο θάνατος.
Κι όσοι ακόμα βασανίζονταν
έδερναν έπειτα την κυρά τους
από αγάπη
λες κι ήταν αμαρτία το φύλο
κι όχι η σκατοψυχιά
δεν ημπορεί να σκληρύνει κι άλλο η ποίηση
για να τους χωρέσει
καθένας με το τομάρι του
να έρχεται να μεταλαβαίνει
και συγχώρεση
– αν είναι να λάβει –
να λαβαίνει από τα αποθαμένα του.

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Ενύπνια προς το τέλος από τη συλλογή Ενύπνια τα μεθεόρτια, Εκδόσεις Έναστρον, 2020

Πίνακας: Jeffrey Ripple

 

Χριστόφορος Λιοντάκης, Εν χάσματι χάσμα

.

Στέρνα ανάμεικτη οργασμό και αρρώστιες.

Γέροντες στην άκρη επιδεικνύουν τη φθορά τους
προκαλώντας το νυσταγμένο αγροφύλακα.

Στο παιχνίδι όπου σχεδόν πάντα
περίσσευα
παίζαμε γυμνόποδες μπάλα
την ουροδόχο κύστη του σφαγμένου ζώου·
δίπλα μια κλώσα γύμναζε
τα μικρά της στην τροφή.

Ω το ένστικτο της λήθης
στου παιχνιδιού τον απόλυτο χρόνο.

Χριστόφορος Λιοντάκης, Εν χάσματι χάσμα, από τη συλλογή Ο Μινώταυρος μετακομίζει (To χάσμα), Ποιήματα 1982-2010, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015

Πίνακας: Ann Siems

 

Ασημίνα Λαμπράκου, Solidago

..

Βρύα οι λέξεις να δείχνουνε χειμώνα
κι η γλώσσα τσόχα σε τραπέζι στοιχημάτων
το σ’ αγαπώ να σου πω γύρεψα πρωί
κι ήμουν παιδί
σε σχήματα που δεν γνώριζαν τα περιεχόμενα οι έννοιες
κι έγινα πλήθoς να ’ναι πολλά τα μάτια που σε κοιτάζουνε
να ’χει παρόν και μέλλον ο καθρέφτης στο μέσα της ψυχής

κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να δει τη φλούδα να γελά
όπως εγκαταλείπει το δέρμα στο σώμα που τη γέννησε

Πίνακας: Felice Casorati

 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Οι βέβαιοι άνθρωποι

.

Κι ήρθε η βουβή μπουρού
που τη νομίζαμε βραχνιασμένη

και μας έκλεινε
με τη σιωπή της
στο αιώνιο περίβλημα

από το χέρι με έπαιρνες
όπως όταν
ταΐζαμε τα πουλιά
στις γούρνες τους
με τον ζεστό θάνατο
και σημαδεύαμε στο χώμα
τους δροσερούς Αντήνορες
και τη λευκαύγεια του δάσους
μες στο χιόνι

δύο λέξεις ακούγονταν
μα ήταν πια
της άλαλης διαλέκτου

έξω παρασιτούσαν οι λαμνοκόποι
των συνεστιάσεων
λες και ξυράφιζαν τους βράχους
και στο πρόσωπό τους
μια χαλασμένη λάμπα
τρεμόσβηνε
σαν μια σκιά που έζησε
όσο έζησε
φορώντας φως

δεν με άκουγα να
απελπίζομαι
καθώς
οι βέβαιοι άνθρωποι
περνούσαν ένας ένας
κι έφτυναν

εμείς και με τα σάλια τους
θα πορευόμαστε

έχουμε υπάρξει και ταπεινοί
και σαλιγκάρια.

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος,  Οι βέβαιοι άνθρωποι από την ποιητική συλλογή  Ενύπνια τα μεθεόρτια, Εκδόσεις Έναστρον, 202

Φωτό: Jamie Heiden

 

Νιόβη Ιωάννου

.

μέσα απ’ το μεγάλο παράθυρο
γινόταν η θάλασσα
γλώσσα πλεούμενη
επί του τραύματος
η γειτονιά
κακοφόρμιζε
δεν υπήρχαν πια νέα
ασπρόρουχα μόνο
στα πόμολα
χρεώσεις αδύναμες
για τους ναυαγούς
και τους αγνοούμενους
κανείς δεν προλάβαινε να μιλήσει για θάνατο
γρήγορα άλλαζαν θέσεις
τα μυστικά των πραγμάτων
ίσως και να έπειθαν τελικά
τα αποκόμματα των εντόμων
στον γκρίζο τοίχο της αυλής
δεν υπήρχαν πια νέα
μονάχα ακραία καιρικά φαινόμενα
που έρχονταν απ’ το βάθος του μεγάλου δωματίου
ξεφλουδίζοντας βίαια
του διαδρόμου τη μαύρη γραμμή

Πίνακας: Duy Huynh

 

 

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II

Ήταν ένας ηλίθιος και ελαφρόμυαλος βιολιστής, ήξερε όμως να παίζει από μνήμης πολλές σονάτες και γνώριζε κι άλλα πολλά, ωστόσο δεν μπορούσε να μη γελάει παρ’ όλη τη θλίψη του, γιατί οι άνθρωποι στην αγωνιώδη αναζήτησή τους για το απόλυτο ήθελαν να αγαπούν αιώνια, νομίζοντας ότι έτσι η ζωή τους θα ήταν ατελείωτη, πως θα διαρκούσε για πάντα. Μπορεί να τον περιφρονούσαν, γιατί ήταν αναγκασμένος να παίζει pot-pour-ri και γρήγορες πόλκες, εκείνος όμως γνώριζε ότι τα παράφορα πλάσματα που αναζητούσαν το άφθαρτο και το απόλυτο στα εγκόσμια, έβρισκαν μόνο σύμβολα και υποκατάστατα γι’ αυτό που αναζητούσαν, χωρίς να είναι σε θέση να το κατονομάσουν, γιατί έβλεπαν τον θάνατο των άλλων χωρίς να μετανοούν και να θλίβονται, τόσο διακατέχονταν από την ιδέα του δικού τους θανάτου: κυνηγούσαν τις κατακτήσεις για να κατακτηθούν από αυτές, γιατί ήλπιζαν ότι το σταθερό και το αμετάβλητο θα τους αναλάμβανε και τους προστάτευε και μισούσαν τη γυναίκα που είχαν διαλέξει, όντας τυφλοί ναι, τη μισούσαν, γιατί ήταν ένα απλό σύμβολο, έπρεπε να το καταστρέψουν πλημμυρισμένοι από θυμό, όταν ανακάλυπταν ότι εξακολουθούσαν να είναι έρμαια του φόβου του θανάτου. Ο βιολιστής Άλφονς συμπονούσε τις γυναίκες, γιατί, έστω κι αν δεν ζητούσαν τίποτα καλύτερο, δεν διακατέχονταν τόσο από αυτό το ηλίθιο καταστρεπτικό πάθος της κατάκτησης, δεν ένιωθαν να τις κυνηγάει τόσο ο φόβος, εκστασιάζονταν περισσότερο όταν άκουγαν μουσική και είχαν μια πιο ενδόμυχη και οικεία σχέση με τον θάνατο: σ’ αυτό οι γυναίκες έμοιαζαν με τους μουσικούς και, παρόλο που ο ίδιος δεν ήταν παρά ένας χοντρός ομοφυλόφιλος μουσικός, ωστόσο ένιωθε να συγγενεύει μαζί τους και έπρεπε να παραδεχτεί ότι διαισθανόταν λίγο πως ο θάνατος ήταν κάτι μελαγχολικό και όμορφο, κι αυτό γιατί γνώριζε ότι δεν έκλαιγαν επειδή τους είχαν αποσπάσει κάποια κατάκτηση, αλλά γιατί αυτό που άγγιζαν και έβλεπαν ήταν κάτι όμορφο και τρυφερό.

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II,  1903, Eς ή η αναρχία, μτφρ.  Κώστας Κουντούρης, σελ. 231, Εκδόσεις Μέδουσα, 2006.

Πίνακας: Odilon Redon

 

 

Μαρία Βαχλιώτη, Συντεταγμένες

.

Είμαι η διερμηνέας τους

τους μεταφράζω από αγγλικά
σε αγγλικά

χάνονται κάποιες λεπτομέρειες
αλλά συνεννοούμαστε
σε κλίμα αμοιβαίας ευγνωμοσύνης

αν δεν υπήρχα
δε θα είχανε συναντηθεί

αν δεν υπήρχαν
θα πέθαινα
αγνοώντας
τις διαβαθμίσεις της λευκότητας

(καθότι η Έμιλυ
έχει εμμονή
με τα λευκά φορέματα
η Ανν με τους λευκούς γάμους)

κι αυτά νομίζω είναι αρκετά
για να γνωρίσουμε
μια ήπειρο
που άγγιξε το όνειρο

με την αμέριστη βοήθεια
του μαύρου.

Μαρία Βαχλιώτη, Συντεταγμένες από την ποιητική συλλογή Εμφύλιος, εκδόσεις Μελάνι, 2019

Artwork: Natalia Drepina

.