RSS

Marco Pogacar, Κυριακή, νωρίς το απόγευμα


Σπρώχνω τη νύχτα σ’ ένα σατανικό e-mail
και τη στέλνω σε ολόκληρο το έθνος.
αν και ένα τραγούδι χρειάζεται κάτι περισσότερο.
παραείναι εύκολο να φύγει έτσι.
Αυτό που χρειάζεται, παραδείγματος χάριν,
είναι να πεις: Κυριακή σήμερα, νωρίς το απόγευμα
κάπου πανηγυρίζουν αγόρια,
επειδή η ομάδα τους κέρδισε,
το καλοκαίρι ξέσπασε σε γόνατα, σε μαζεμένα μαλλιά
που βλέπουμε κυρίως στα κορίτσια.
να πεις, να φύγει, να πήξει
ένα κομμάτι γαλατένιας πέτσας καρφωμένης στον ουρανό,
ενώ οι λέξεις κάτω απ’ το τραπέζι στριμώχνονται
σαν πόδια, μυρωδιές βαριές και αποπνικτικές
σαν ποντίκια της ψυχής. περισσότερα. χρειάζονται πολύ
πολύ περισσότερα. και μπαίνω γρήγορα στο τραγούδι
όπως ένα στήθος μπαίνει στο βρέφος-Ιησού:
είναι καυτή Κυριακή, νωρίς το απόγευμα
και οι άνθρωποι τρελαμένοι από το φως, περιμένουν
να έρθει το πρωί για ν’ ανοίξουν το e-mail

Aπό την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου: Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020.

Artwork: Marcos Guinoza

 

Αγγελική Πεχλιβάνη, Τετάρτες

Έρχομαι προετοιμασμένη. Προσπαθώ να σταθώ στο σωστό σημείο, ανάμεσα στο όριο του πένθους και του πένθους. Του θρήνου και του θρήνου μου. Σου μιλώ στη γλώσσα των ζωντανών, όπως μιλούσαμε παλιά. Σου περιγράφω τα λουλούδια που σου φέρνω, τις πασχαλιές της προσεχούς μας Άνοιξης. Εσύ δεν αποκρίνεσαι. Μόνον η γάτα σου η μπλε μού απαντά, ο φύλακας του άσβεστου γαλαζωπού φωτός σου. Αρχίζω να μιλώ τη γλώσσα των νεκρών. Ολισθηρή η γλώσσα των νεκρών, γλιστράω μέσα της. Και ενώ με καταπίνει, νιαουρητά σκίζουν τα κύτταρά μου.

Αγγελική Πεχλιβάνη, Τετάρτη, από τη συλλογή Οι Γάτες του Τρίτου κι άλλοι ζωντανοί, που κυκλοφορεί οσονούπω από τις εκδόσεις Κίχλη.

Πίνακας: Stephen Mackey

 

Μarco Pogacar, Ο άνθρωπος δειπνεί με τις παντόφλες του πατέρα του


.

Αυτό που λέμε σύνορα τώρα είσαι εσύ.
Ήταν Μάιος, αργός και βαρετός,
ο δρόμος ξεκοιλιασμένος από οδικά έργα, το χιόνι
ξαφνικό, στεγνό.
Για να πω την αλήθεια:
Δεν χρωστούσα τίποτα σε κανέναν.
Στεκόμουν δίπλα στις πόρτες, το νερό
παγωμένο από τον φόβο μούσκευε την πλάτη μου
κι όταν έκλεισα τα μάτια, είδα
πoπ κορν να ορμάνε στο αλάτι τους και ήξερα
πως κάτι νύχτες τα κουκούτσια μαυρίζουν σαν περιτ-
τώματα.
Μπήκα μέσα για ν’ αντικρίσω την αηδιαστική σκηνή:
όχι αγάπη, ηλιθιότητα, ηλιθιότητα είναι η καρδιά τού
κόσμου –
και τώρα μ’ εκείνες τις παντόφλες, τρώω και κλαίω,
μόνο τρώω και κλαίω μες στο σπίτι.

Aπό την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου: Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020.

Πίνακας: Nicolas Martin

 

Αndrija Radulović, Άρλεκιν


.

Το όνομά σου αναλώθηκε στην ποίηση
Εσύ, Λαίδη Τάνταλε, κάνεις τη μέρα μου να μοιάζει
σαν αιωνιότητα
η μουσική σου και ο Ματίς σου
ο Μπράντο και ο Τοτό
ο Μπαλτίς κι ο σκύλος σου ο Άρτσιμπαλντ
που τρώει μεγάλα κομμάτια ανανά
και οι άρλεκιν χαρακτήρες σου
χορεύεις με τις σκιές τους στο σκοτάδι
στο τέλος ζητάς την εικόνα μου, τη φτιαγμένη από κερί
με περιμένεις να λάμψω σαν εκείνο τον στίχο
της πρώτης μας φοράς
μη μιλάς
γύρισε πίσω στα χρώματά σου

Aπό την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου: Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020.

Πίνακας: Ann Magill

 

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ;

Ακόμα και τώρα, δέκα χρόνια μετά τον θάνατο τού Οδυσσέα πατέρα της, προσπαθώντας να γράψει «για όλα αυτά», αισθάνεται βραχυκυκλωμένη. Γράφει και σβήνει και, αν συνεχίζει, είναι μόνο και μόνο γιατί στην οθόνη της φαντασίας της τον βλέπει μπροστά της ρηξικέλευθο και νεφεληγερέτη να της φωνάζει: «Τα πολλά τα λόγια είναι φτώχεια! Κατάληγε! Συμπέρασμα!» Το συμπέρασμα είναι ότι ο Οδυσσέας υπήρξε πάντοτε απολύτως ορθολογιστής και πρακτικός, και όχι μόνο αγνόησε θρησκείες και θεούς, αλλά ποτέ δεν προσείλκυσε το ενδιαφέρον του καμία μεταφυσική και καμία υπέρβαση. Ο θάνατος ήταν το απαράδεκτο τέλος των ανθρώπων, των πιο αγαπημένων του. Αυτό υπήρξε το δόγμα του, και της πήρε μια ζωή για να ψυχανεμιστεί τις καταβολές του στους ομαδικούς τάφους και στα νερά της θάλασσας, όπου βρήκαν τελευταία κατοικία οι γονείς και τ’ αδέλφια των γονιών του. […]

Κι όταν, κάποτε, κατάπληκτη η Άννα μουρμούρισε: «Μα γιατί δεν μας είπες ποτέ τίποτα;» —και αναφερόταν στο γεγονός ότι τον φυλάκισαν με την κατηγορία ότι ήταν κομμουνιστής, και καταδότης του ήταν το ίδιο το κόμμα—, της απάντησε με μια ερώτηση που την άφησε άφωνη: «Και νομίζεις ότι θα με πιστεύατε;» Ήξερε από κομμουνιστές ο Ιγνάτιος, και υπερθεμάτισε: «Θα μπορούσατε να πείτε ότι είχαν αλλάξει εν τω μεταξύ! Τώρα, όμως, είδατε μόνοι σας». Αυτοί «που είδαν μόνοι τους» ήταν η Άννα και ο Γόρδης, ο αδελφός της, οι μόνοι από τα εγγόνια του που υπήρξαν ευάλωτοι στην κρυφή γοητεία του κομμουνισμού. […]

Μόνο καταγράφοντας σκέψεις, αναμνήσεις, εντυπώσεις και συναισθήματα με τρόπο ασύνδετο, αποσπασματικό αλλά και με πολλές επαναλήψεις, όπως συμβαίνει στην πραγματική ζωή, θα μπορούσε να υφάνει τον καμβά όλων αυτών των αντιφάσεων, που για χρόνια έκλεινε μέσα του τραύμα και ντροπή, αφού ποτέ της δεν άκουσε τίποτε ούτε για τους Ποντίους ούτε για τους καταδιωγμένους αριστερούς στα σχολεία της, μια κι εκείνον τον καιρό, της επταετίας δηλαδή, στο μάθημα της ιστορίας η κήρυξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου τύχαινε πάντα να συμπίπτει με το τέλος της σχολικής χρονιάς. Έτσι, επί χρόνια, υπήρξε επιρρεπής στις «συνωμοτικές» εκδοχές της ιστορίας, ενώ ακόμα και σήμερα εύκολα την διατρέχουν φευγαλέα κύματα καταδίωξης. Βέβαια, από δω κι από κει, κάτι είχε υπόψη της για τις «διχόνοιες των Ελλήνων» και αρκετά νωρίς σχημάτισε την εντύπωση πως πατρίδα δεν ήταν παρά ο αντικατοπτρισμός μιας όασης η οποία αποδεικνυόταν απρόσιτη σε όσους μάχονταν γι’ αυτήν· και ότι οι αγωνιστές της ελευθερίας της Ελλάδας συχνά φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, τουφεκίστηκαν και δολοφονήθηκαν μέχρι και από… αφηνιασμένα τρίκυκλα. Έτσι, ο πατριωτισμός τής φαινόταν έννοια υποκριτική, και κυρίως αφότου στο χουντικό σύνθημα «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» ήρθαν και έδεσαν «της γης οι κολασμένοι», εφόσον δεν γίνεται να ξεχαστεί ότι οι αιρετικοί της Τετάρτης Διεθνούς έπεσαν θύματα των ίδιων των συντρόφων τους. […]

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ; μυθιστόρημα, σελ. 45-46, 57, 83 εκδόσεις Σμίλη, 2020

Artwork: Βασίλης Πέρρος

 

Olja Savičević Ivančević, Το σώμα της μητέρας μου



Τα παιδιά δεν είναι δίκαια, ένα παιδί κρατά στη μνήμη του όσα
έχει λάβει το σώμα της: ένα φιλί αποδιωγμένο με θυμό και μια
στιγμή που εκείνη με κλωτσά, ελαφρά μα σταθερά, κάτω από το
φουστάνι. Αργότερα, θυμάμαι αυτά που της έδωσα, όταν έτρεχα
με φόρα προς το σώμα της, και τις μεγάλες ζεστές αγκαλιές.
Το σώμα της είναι μια χορδή και είναι έτοιμο ν’ αποσυρθεί.
Μαλακό απ’ έξω, σουπιά και κόκαλα σουπιάς, από μέσα έχει
σπάσει, ένα ένα κοκαλάκι.

Αγγίζω τη μαμά με το μέτωπο και τα μάγουλα: η νευρώδης
ύπαρξή της, λεπτή και δυνατή. Η μητρότητα είναι αυταπόδεικτη
και άχρηστη, όπως τα πυροτεχνήματα, τα μπολ και οι λεπίδες,
στήθη δυσανάλογα μεγάλα για τόσο αδύνατο σώμα και μεγάλα
λευκά δόντια φτιαγμένα για πλατιά χαμόγελα. Το λεπτό σώμα
της μητέρας μου κυρτωμένο σαν ερωτηματικό, μια παράπλευρη
απώλεια. Μέσα της έχει σκόνη, στάχτη και χιονοθύελλα.

Χάνει κοκάλινα χτενάκια εκεί στις ρίζες των μαλλιών μου και
λέει: Πού άφησα τα δάχτυλά μου; Βάζει τα χέρια στο κεφάλι
μου, βάζει το κεφάλι της στα χέρια μου. Αυτό είναι, αυτό είναι.
Έτσι μυρίζει ένα κορίτσι που το φροντίζουν καλά οι νοσοκόμες.

Πίνακας: Leon de Smedt

Aπό την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου: Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020.

 

Nenad Milošević, Νοέμβριος


Όπως όλοι οι άστεγοι φοβάμαι τον χειμώνα
η κάρτα ανεργίας, χαρτί
όπου ακουμπάω το πεπρωμένο μου.

Τα ιστορικά γεγονότα ξεθωριάζουν
σαν απόδειξη ταμειακής μηχανής
σε τσέπη καλοκαιρινού πουκάμισου.

Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου.
Σκέψη και περιγραφή, σώμα και υποκείμενο.
Η μοντέρνα λυρική ποίηση συνεπάγεται
ελευθερία σκέψης και συνείδησης· η μετωνυμία,
σπασμένο πόδι της μεταφοράς.

Γονείς, δάσκαλοι και γιατροί μ’ έχουν κρατήσει στη ζωή.

Κρέμομαι σαν τρεμουλιαστή λευκή λάμπα στο ξέφωτο,
πίσω απ’ τον αδελφό, την αδελφή μου και το κουνιστό
αλογάκι,
στην πρόσοψη του σπιτιού της Μάρθας

Aπό την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου: Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020.

Πίνακας: Konstantin Kacev

 

Διώνη Δημητριάδου, Παλίμψηστη του Λύκου μορφή

Όσο ιχνηλατώ τα παλαιά

σβήνει η τωρινή γραφή

κι όσο αχνή προβάλλει

ίδιο σπασμένο κρύσταλλο

η αλλοτινή

τόσο με θλίβουν

τα σβησμένα μου όλα

Εμφύλιοι καιροί

έζωσαν τη ζωή μου

αμάχη από παντού

Λύκος μοναχικός κι εκείνος

τότε που

με δυο καρφιά στα πόδια

σημάδι ανελέητο

τη μοίρα κυνηγούσε

κανείς δεν του αποκρίθηκε

εκεί μπροστά του ήταν

ό,τι αληθινό μα άπιαστο

Τώρα Λύκος κι αυτός

ρωτά όλο ρωτά

αν κάποιος

βρήκε τον χώρο ανάμεσα

κι άνθρωπος πού;

Ο Λύκος μου ο πιο σκληρός

το πιο  μοβόρο πλάσμα

στο αίμα έπνιξε

τα προσωπεία όλα

μόνος προβάλλει πια

είμαι η μόνη λύση

λέει με σιγουριά

κι εγώ

το ξέρω

του απαντώ

Μαζεύω κατακόκκινα κατόπιν

μες στο αίμα

τ’ απομεινάρια τα φορώ

διπλά και τρίδιπλα

ίχνος να μη φανεί

από το τρίχωμα

που άγριο και μαύρο

πρόσωπο νέο δείχνει

Μα είναι που το ποίημα

(αδύναμο πολύ)

θέλει πιο ήπιες λέξεις

Να πώς οι λέξεις καταργούνται

να πώς λειψό απομένει

με μιαν αναπηρία έκδηλη

[πότε εγώ δεν το αντέχω

πότε εκείνο δεν μπορεί]

Ώρα αποκαλύψεων τρομερή

χωρίς καν τη φτηνή δικαιολογία

μιας άνωθεν φωνής

που να αθωώνει

όσα φριχτά αναγγέλλεις

[αυτά μονάχα στις Γραφές

εδώ ετούτη όσο αντέχει]

Διώνη Δημητριάδου, Παλίμψηστη του Λύκου μορφή, ΑΩ εκδόσεις, 2021

Πίνακας: Ann Magill

 

Αγγελική Πεχλιβάνη, Όνειρο 18 (Έμιλυ)

                       

Βρέχει πάλι στο όνειρο. Είμαι ο παραλήπτης των χιλιάδων χαμένων επιστολών της Έμιλυ και δεν ζω στο Άμερστ αλλά στη Νίκαια θρηνώντας τους δικούς μου νεκρούς. Έχω ταξινομήσει 8.950 επιστολές με αυστηρή χρονολογική σειρά. Τις αρωματίζω με λεβάντα και τις τοποθετώ σε ερμάρια λευκά σαν ολάνθιστους κρίνους. Επί 24 χρόνια, 6 μήνες και 15 μέρες σάς τις διαβάζω χαμηλόφωνα πίσω από την πόρτα. Κάθε μέρα σάς διαβάζω και μία. Τη βροχή δεν τη βλέπω ποτέ. Την ακούω μόνο και τη νιώθω. Με ποτίζει όπως ποτίζει τους ασφόδελους του κήπου. Τους ασφόδελους και τους κατιφέδες. (Παρεμπιπτόντως, και εγώ την κηδεία του πατέρα μου την παρακολούθησα από μια ρωγμή του πατρικού μου, της δε μητέρας, ήμουν το χώμα, ήμουν η χους εις χουν, η παρακλητική).

Σήμερα διάβασα την τελευταία της επιστολή και πλέον ξέρω.

Είμαι οι χαμένες επιστολές της Έμιλυ Ντίκινσον.

Είμαι το ατελείωτο εργόχειρο.

Ναι.

Είμαι η βροχή των 8950 ημερών.

Πίνακας: Andrei Remnev

 

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ;

Της πήρε καιρό να καταλάβει ότι η μετριοπάθεια ήταν επιλογή και κατόρθωμα για τον Ιγνάτιο. Ότι είχε πληρώσει με την ψυχή και τη σάρκα του για να τη λαξέψει σαν τρόπο ζωής και προόδου στην καθημερινότητα. Άργησε πολύ να αντιληφθεί γιατί επέμενε να τους θυμίζει ότι ήταν από τους πρώτους στη Ρωσία που έκοψε τα γένια του, «κατά την ευρωπαϊκή μόδα», κι ας τον λοξοκοιτούσαν οι συμπατριώτες του, Έλληνες και Ρώσοι. Ο Ιγνάτιος, ο προδομένος από σύντροφο και εξάδελφό του, κατ’ εντολή του κόμματος, ως κομμουνιστής, δεν υπήρξε ποτέ κομμουνιστής. Ήταν Ρώσος, Έλληνας, Πόντιος, Ευρωπαίος, Παγκόσμιος αλλά όχι κομμουνιστής. Η δυσφήμισή του ως κομμουνιστή ήταν η ποινή για τη διαύγεια πνεύματος και κριτικής που τον χαρακτήριζαν.

Κι ενώ τον κατέδωσαν ως κομμουνιστή, όταν βγήκε από τη φυλακή, αξιώθηκε και την άλλη δυσφημιστική σφραγίδα, του αντικομμουνιστή, που το κόμμα μοίραζε χωρίς διάκριση σε όλους όσοι δεν ήταν «ημέτεροι». Της πήρε χρόνια και καιρούς της Άννας, μέχρι να μπορέσει να δει ότι το στυλ και το ύφος της γραφής του, όπως και η στάση του και οι πράξεις του στη ζωή δεν ήταν παρά αποδείξεις της ακλόνητης αμεροληψίας του, της μετριοπάθειας και της διαύγειας — δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία του επέτρεψαν να μην εγκλωβιστεί ποτέ σε καμία ορθοδοξία.

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ; μυθιστόρημα, σελ. 88, εκδόσεις Σμίλη, 2020