RSS

Ευάγγελος Βαλσαμίδης, Καλοκαίρια κομμένα απ’ τη γλάστρα

 

.

Και πάλι δήλωσα παρών
μ’ ένα μπουκέτο πυγολαμπίδες, μες στα χέρια.
Είπες ότι με είδες να προβάλλω
απ’ τις νεροσυρμές σαν θρόισμα που τρομάζει.
Μετά έβγαλα απ’ το μανίκι ένα λαγό
να σου προσφέρω αντίδωρο για όσα καλοκαίρια
που απ’ το υστέρημά σου μου είχες δώσει
κομμένα από τη γλάστρα σου.
Από τις βλεφαρίδες σου αποδρούσε μισοσκόταδο
και ένας βλοσυρός άνεμος φυσούσε
να φέρει γρηγορότερα το χάραμα
κι εγώ να σε ξυπνήσω.
Αλλά απ’ τον ύπνο μόνη σου πετάχτηκες,
καν από εφιάλτη καν από σουβλιά
μεσοσπονδύλιου δίσκου.
Ο καθένας μας έχει στην οδύνη μερτικό, είπες.
Έπειτα δεν είδες που έφευγε το χάραμα ολομόναχο
κι έριξες όλες τις ενοχές σ’ εμένα.

Πίνακας: Leon de Smet

Ευάγγελος Βαλσαμίδης, Καλοκαίρια κομμένα απ’ τη γλάστρα, Υπογλώσσια, Γαβριηλίδης 2017

 

Σπύρος Κιοσσές, Δυσλεξία

.

Στασίασαν οι λέξεις μου.
Διεκδικούν την ανεξαρτησία τους.
Κι εγώ σε μιαν άκρη
άπραγος και δυσλεκτικός
να σχηματίζονται τις βλέπω μόνες τους
να επιλέγουν κατά βούλησιν τα γράμματά τους.

Τις λέξεις μου δεν τις ελέγχω πια.
Έπαψα να αντιστέκομαι
οχυρωμένος σε γραμματικούς κανόνες.
Ανήμπορος
λευκή σημαία ύψωσα,
τους παραδόθηκα
όπως επιθυμούν αυτές
να με προφέρουν
κι ούτε έχω πλέον δύναμη
να επιφέρω διορθώσεις.

Κι όλο ανορθόγραφες φράσεις αρθρώνω
Κάτι «μόνο μαζεί σου ανάσενα»
Κάτι «μακριά από σένα τελιώνει η ύπαρξή μου»
Κάτι «για πάντα θα μου λύπης».

Σπύρος Κιοσσές, Δυσλεξία, Το κάτω κάτω της γραφής, Μελάνι 2018

Artwork: Natalia Drepina

 

Ευάγγελος Βαλσαμίδης, HELAS

                    .

    μ΄

Κάθε νύχτα λουφάζει
πάνω απ’ τα κεφάλια αστροφεγγιά
και την πνίγουν τα λαμπιόνια.
Τα μάτια στα μάτριξ γαντζωμένα
σε εικονικές πραγματικότητες, ρεκλάμες.
Ρακορροούντες άνθρωποι αυτόβουλοι
φυλάνε στων κενών τα μετερίζια
τον θάνατο που έρχεται αθόρυβα,
σαν μυώδες ορθάνοιχτο σκοτάδι και
του Κέρβερου το στόμα να αλυχτά το τέλος.
Οιμωγές να ξεριζώσουν τα αδόκητα όνειρα
μέσα απ’ τα κεφάλια,
με μακριές τσιμπίδες ρίχνοντάς τα
σε πάγκους σαν συκωταριές για τα γατιά
που πεινασμένα οσμίζονται το αίμα.
Και σύντυχα πυρομανείς
με δαυλιά ρετσινωμένα
και πυρσούς από κατράμι,
εμπύρετα πυρπολικά,
να ζεσταθεί ο πλανήτης από τη βαθιά κατάψυξη.
Και αν λείψει θέρμη να καούν και τα βιβλία.
Οι βιβλιοθήκες ν’ αλαφρώσουν απ’ το βάρος
και τη φρίκη.

Ευάγγελος Βαλσαμίδης, από την ενότητα Helas, Υπογλώσσια, Γαβριηλίδης 2017

Artwork: Rozi Demant

 

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Nτοκουμέντα απτά

.

Όσο ακόμη ζούσε βάδιζε
Σαν ένσαρκο άρωμα που φεύγει στον αέρα
Τώρα η φωτογραφία τής χαρίζει
Παράστημα σε σφριγηλή ακινησία
Έπαρση ανακτορική στη θλίψη.
Συνεκτικά έχουν τυλιχτεί πνοή και ρούχο
Κι όλο το σώμα της κοιτάζει τον φακό
Μια στήλη από πετρωμένο αλάτι
Που ζωηρά θυμάται τα οστά
Που αναγνωρίζει κάθε πόρο του δέρματος
Κι είναι κορνίζα τοσοδούλα όρθια κλίνη
Απ’ όπου εγείρεται επιθυμώντας τον Θεό.

Πόσοι και πόσοι εγείρονται από την άπνοια
Όταν φυσάει δυνατά στην πόλη
Και κλαίνε τα παραθυρόφυλλα δαρμένα
Και δραπετεύουνε ξεμαλλιασμένες κουρτίνες
Κι οι αρρωστημένες νεραντζιές στη λεωφόρο
Σκορπάνε αζήτητους καρπούς στο οδόστρωμα.
Σαν σκύλους ξαμολάν τα περιπολικά τους
Η αστυνομία και η θεία πρόνοια.
Παντού τα ίχνη, πουθενά τα σώματα.
Μόνο που τρέχουν από τάφους και τράπεζες
Εργάτες, πελάτες, φαντάσματα
Κι ο φωτογράφος στρέφει σ’ όλους τον φακό.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Nτοκουμέντα απτά, Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή, Μελάνι 2019

Photo: Gerhard Richter

 

Φλάν ο’ Μπράιαν, Ο τρίτος αστυφύλακας

.

«O τελευταίος απαγχονισμός που είχαμε σε τούτη την περιοχή ήταν εδώ και τριάντα χρόνια», είπε. «Ήταν ένας περιβόητος άντρας ονόματι Μακντάντης. Κατείχε το ρεκόρ στα εκατό μίλια με συμπαγές ελαστικό. Δεν χρειάζεται να σου πω τι του έκανε το συμπαγές ελαστικό. Αναγκαστήκαμε να κρεμάσουμε το ποδήλατο». «Να κρεμάσετε το ποδήλατο;» « Ο Μακντάντης είχε προηγούμενα με κάποιον ονόματι Φίγκερσο, αλλά κρατιόταν μακριά. Ήξερε πώς έχουν τα πράγματα, κι έκανε το ποδήλατο του Φίγκερσου λιώμα μ’ έναν λοστό. Ύστερα απ’ αυτό ο Μακντάντης και ο Φίγκερσος ήρθαν στα χέρια, και ο Φίγκερσος –ένας μαυριδερός με γυαλιά– δεν έμαθε ποτέ ποιος νίκησε. Έγινε ολονυχτία και τον έθαψαν με το ποδήλατό του. Έχεις δει ποτέ φέρετρο σε σχήμα ποδήλατου;» «Όχι». «Είναι ένα εξαιρετικά περίπλοκο είδος ξυλουργικής, πρέπει να είσαι καλλιτέχνης λίαν δυνατός για να το καταφέρεις με το τιμόνι, άσε τα πετάλια και τη σέλα. Αλλά ο φόνος ήταν άσχημο κρούσμα εγκληματικότητας και πολύν καιρό δεν μπορούσαμε να βρούμε τον Μακντάντη, ούτε να εξακριβώσουμε πού ήταν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό του. Στο τέλος, αναγκαστήκαμε να συλλάβουμε το ποδήλατό του όπως και τον ίδιο, και τους παρακολουθούσαμε και τους δυο με μυστικότητα επί μία εβδομάδα, για να διαπιστώσουμε πού βρισκόταν η πλειονότητα του Μακντάντη και αν το ποδήλατο ήταν ως επί το πλείστον στο παντελόνι του Μακντάντη pari passu, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ». «Και μετά τι έγινε;» «O Υπαρχιφύλακας αποφάνθηκε στο τέλος της εβδομάδος. Η θέση του ήταν εξαιρετικά δύσκολη δεδομένου ότι ήταν κολλητός με τον Μακντάντη εκτός υπηρεσίας. Καταδίκασε το ποδήλατο και κρεμάστηκε το ποδήλατο. Γράψαμε nolle prosequi στο ημερολόγιο συμβάντων ως προς το έτερο των εναγομένων. Δεν παρευρέθηκα στο κρέμασμα, γιατί είμαι άνθρωπος ευαίσθητος και το στομάχι μου αντιδρά βίαια»

Φλάν ο’ Μπράιαν, Ο τρίτος αστυφύλακας, μτφρ. Άρης Μπερλής, σ. 163-164, εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2008

Artwork: Maggie Taylor

 

Αντώνης Σαπουντζάκης

.

Η κυρία των σκοτεινών ναυπηγείων
βγάζει περίπατο στο άλσος τα εν δυνάμει
κυοφορεί τα τραύματα του αίλουρου χρόνου
μέσα στην άνοιξη των επιδέσμων.
Τα μονήρη απογεύματα φοράει λεπίδες
κόβει κλαδιά της ευθείας να χαρίσει
στους δρόμους του καθρέφτη γρατζουνιές.
Στολισμένη απουσίες την ψιθυρίζουν τα χάσματα.
Απ’ τα μαλλιά της ξετυλίγει τους ανέμους
στη δυσαρθρία της πόλης τους διαρρήκτες
ως τις αδειόσυνες καμπάνες.
Την φωνάζω Αίφνης.
Ο πυρετός της μήτρας της σηκώνει τα κοτσύφια.
Έτσι παίρνει τους αιώνες και φεύγουνε

Πίνακας:Pierre Bonnard

diP generation 2019, 4ο τεύχος, Εκδόσεις Μανδραγόρας

 

Σπύρος Κιοσσές, Κατάδεσμος

.

Περίκλειστος
μέσα στο ποίημά σου
ψάχνω να βρω
την έξοδο

σε πρωτόγνωρες συζεύξεις λέξεων
συγκεχυμένος χάνομαι
όμοιες καταλήξεις με μπερδεύουν
σε συνηχήσεις μπλέκομαι
ακροβατώ πάνω σε στίχους
ανισοσύλλαβους
σκοντάφτω σ’ ετερομετρίες
νιώθω το σώμα μου κομμένο σε
διασκελισμούς

ελευθερία η ποίηση
για σένα

όμως εμένα
οι λέξεις σου
για μια ζωή
με έχουν καταδέσει

Σπύρος Κιοσσές, Κατάδεσμος, Το κάτω κάτω της γραφής, Μελάνι 2018

Πίνακας: Edward Hopper