RSS

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Απαγχονισμοί

.

Γυναίκες που δεν υποπτεύονται

στην πρώτη τους νιότη

πως θα τις μάθουν να υποδύονται

τον ρόλο του δήμιου,

με τα χρόνια  – καθώς τους λείπουν

τα φρέσκα τομάρια

και η πρακτική εξάσκηση

είναι συχνά (κατα)ζητούμενη –

κρεμούν αποβραδίς τα πλυμένα ρούχα

στο μπαλκόνι, ιδιαίτερα τις μέρες που φυσάει.

Έτσι απαγχονισμένα κρέμονται τα ρούχα.

Καμία σωτηρία ανάνηψης.

Χαίρονται οι γυναίκες βλέποντάς τα άνευρα,

έρμαια των μεγάλων φυσικών δυνάμεων.

Αργά το πρωί, μαζεύουν τα στεγνά τομάρια

και τα φορούν βιαστικά μπροστά στον καθρέφτη

καμαρώνοντας για τα φρεσκοπλυμένα

και νεκρά ετερώνυμά τους.

Σοφία Βαρβέρη, Απαγχονισμοί, από τη συλλογή Φαγώσιμα,

προσεχώς από τις εκδόσεις Έναστρον [2022]

Πίνακας: Αndrew Wyeth

 

Καλλιόπη Αναστασάκη, Με πέδικλα

.

Τα παλιά τα χρόνια, άκουγαν παραμύθια και οι μεγάλοι. Ήταν Αύγουστος του 1932 όταν, πριν χρονίσει ακόμη, τη βούτηξαν στην κολυμπήθρα για να τη μερέψει ο Χριστός, και την είπαν Ουρανία. Δύσκολα χρόνια, αλλά η μάνα της, η Αναστασία, κέρασε λουκούμι και σπιτική λεμονάδα όλο το κάλεσμα, παρότι ήταν «κόρη» και όχι «παιδί». Η Αναστασία, κόρη της Βαγγελιώς, παπαδοπαίδι και εγγόνι παπά, έκανε συχνά του κεφαλιού της. «Βρε κοιτάξτε τη δουλειά σας, που θα μου πείτε εσείς τι θα κάνω. Τα ράσα θαρρείτε ότι κάνουν τον παπά;», έλεγε όταν τη ζόριζαν οι φαρμακόγλωσσες. Μούντζωνε προς τα πίσω, έφτυνε στον κόρφο της κι έπιανε και το βρακί της για το κακό το μάτι. Στο μωρό έδωσε το όνομα της πεθεράς της. Η Ουρανία μεγαλώνοντας έμοιαζε στη γιαγιά της και στο φέρσιμο και στην ομορφιά.  Μεγάλωνε και ομόρφαινε τόσο, που η Αναστασία κάποιες φορές σκιαζόταν κι άλλες ζήλευε το ίδιο το παιδί της. Όλο «μη» και «όχι» ήταν, και τιμωρίες και χαστούκια που έτσουζαν τη μικρή Ουρανία. Τα πισινά του παιδιού ήταν σημαδεμένα από το βαρύ μητρικό χέρι. Η Ουρανία ήταν η «ζωηρή» της οικογένειας, σε αντίθεση με την κατά δύο χρόνια μεγαλύτερη αδερφή της, την Αφροδίτη. Το έβλεπες στα μάτια των αγοριών που την κρυφοκοιτάζανε από νωρίς. «Κακό πράγμα να ’σαι και όμορφη και ζωηρή. Κι αν είσαι κι έξυπνη, κούνια που σε κούναγε κακομοίρα μου», ήταν η επωδός της Αναστασίας. «Είναι δύσκολοι καιροί. Άμα σου βγει τ’ όνομα, δεν έχεις δρόμο να διαβείς», υποστήριζε η μικρομάνα της Ουρανίας. Όμως εκείνη μεγάλωνε κι έβαζε βαμβάκι στ’ αφτιά κι έκανε του κεφαλιού της. Πού την έχανες πού την έβρισκες ή να περπατά στις απόμερες αμμουδιές του νησιού και να την ψάχνουνε όταν σκοτείνιαζε ή χωνόταν στη μεγάλη βιβλιοθήκη του παπά-Χρήστου να χάνεται στις φυλλάδες και στα ιερά βιβλία του παππού της. Δεν θα ’χε περάσει τα πέντε της χρόνια κι όμως άφηνε παράμερα το παιδομάνι του σπιτιού για να κάμει τα δικά της.

    Όταν επέστρεφε από τις ερημιές, για να γλιτώσει το ξύλο από τη μάνα της, τρύπωνε σ’ εκείνο το δωμάτιο που φάνταζε, στα παιδικά της μάτια, παραμυθένιο κι ας ήταν μια σοφίτα και τίποτα παραπάνω. Αυτό το στενό, ανήλιο δωμάτιο, αυτό που περίσσευε από τις ανάγκες της οικογένειας και που φιλοξενούσε τον πατέρα του σπιτιού, που ήταν και παπάς και αγρότης και δάσκαλος, ήταν το καταφύγιο της Ουρανίας. Ακούραστα συντρόφευε τις σκέψεις και τις ατέλειωτες ερωτήσεις της. Η Ουρανία λάτρευε τα βιβλία πριν καν μάθει να διαβάζει. Ξεφύλλιζε τις σελίδες τους με ευλάβεια κι έφτιαχνε τις δικές της ιστορίες με τους χάρτινους φίλους της. Όταν έμαθε να διαβάζει, συλλάβισε τ’ όνομά της σ’ ένα απ’ αυτά τα βιβλία και κράτησε τις σημειώσεις της σε δικό της τετράδιο, παριστάνοντας τη δασκάλα, την κυρία. Τα άλλα παιδιά δεν της έδιναν και τόση σημασία, όταν παίρνοντας εκείνο το ύφος μεγάλης, προσπαθούσε να τους εντυπωσιάσει και να τους πάρει τον «αέρα» στις παιδικές συντροφιές.

 Κάποια μέρα, σε ένα από τα βιβλία του παππού της η μικρή βιβλιοφάγος διάβασε ότι η Ουρανία στη Μυθολογία ήταν κόρη του Δία και της Μνημοσύνης. Εντυπωσιάστηκε και μεγαλοπιάστηκε. Διάβασε την ιστορία, την οποία και θεώρησε από εκείνη τη στιγμή, δική της ενώ με ευκολία και χάρη συμπλήρωσε τα δικά της μυθοπλαστικά στοιχεία, παραλλάζοντάς την ελαφρά. Υποστήριξε ότι τάχα η Ουρανία ήταν και κόρη του Ουρανού και ότι αυτή η σπουδαία γυναίκα είχε δύο πατεράδες. Το γιατί η παιδική της σκέψη έφτασε εκεί, κανείς δεν το κατάλαβε. Διάβασε ότι η μυθική Ουρανία είχε δύο γιους, τον Υμέναιο, από τον άντρα της τον Διόνυσο, και τον Λίνο, από τον άλλο άντρα της, τον Απόλλωνα. Τα έμαθε απ’ έξω τα ονόματα των παιδιών και των αντρών, και της άρεσε που γνώρισε τη συνονόματή της να είναι παντρεμένη δύο φορές με δύο σπουδαίους άντρες. «Δύο φορές θα παντρευτώ κι εγώ», έλεγε σοβαρή στη μάνα της, κι η Αναστασία τη λοξοκοίταζε αυστηρά και της έδειχνε την παλάμη της ως απάντηση στα λεγόμενά της. Το σπίτι της μυθικής Ουρανίας ήτανε ολόκληρος ο Ουρανός κι ήξερε να μαντεύει το μέλλον και να ερμηνεύει το παρελθόν.   Η μικρή Ουρανία όλα αυτά τα βρήκε στο βαρύ μαύρο βιβλίο που έγραφε απ’ έξω «Οι δώδεκα Θεοί του Ολύμπου», που ο παππούς ο Χρήστος το φύλαγε στο πιο ψηλό ράφι της βιβλιοθήκης του. Κι όπως τα έγραφε το βιβλίο, έτσι τα έμαθε και η Ουρανία, και τα έλεγε σαν ποίημα όταν τη ρωτούσαν για το όνομά της.

Καλλιόπη Αναστασάκη, Με πέδικλα, μυθιστόρημα, εκδόσεις γραφομηχανή, 2021

Artwork: Brad Kunkle

.

 

Σάμουελ  Μπέκετ, Μακριά ένα πουλί

.

Γη σπαρμένη με ερείπια, εκείνος την περπάτησε όλη τη νύχτα, εγώ τα παράτησα, να κρατιέμαι σφιχτά απ’ τους φράχτες, ανάμεσα στο δρόμο και το χαντάκι, στο λιγοστό χορτάρι, μικρά αργά βήματα, ήχος κανείς, σταματώντας ξανά και ξανά, ας πούμε κάθε δέκα βήματα, μικρά διστακτικά βήματα, για να μη λαχανιάσει, έπειτα ν’ ακούσει, γη σπαρμένη με ερείπια, εγώ τα παράτησα πριν από τη γέννηση,  δεν γίνεται αλλιώς, έπρεπε όμως να υπάρξει γέννηση,  ήταν εκείνος, εγώ ήμουν εντός, τώρα εκείνος σταματά ξανά, ας πούμε για εκατοστή φορά αυτήν τη νύχτα, τούτο δείχνει και την απόσταση που έχει διανύσει, είναι η τελευταία, σκυφτός πάνω στο μπαστούνι του, εγώ είμαι εντός, εκείνος ήταν που έκλαιγε γοερά, εκείνος που είδε το φως, εγώ δεν έκλαψα γοερά, εγώ δεν είδα το φως, το ένα πάνω στ’ άλλο τα χέρια ζυγιάζονται  στο μπαστούνι, το κεφάλι ζυγιάζεται στα χέρια,  έχει  βρει ξανά την αναπνοή του, μπορεί ν’ ακούσει τώρα, ο κορμός οριζόντιος, τα πόδια ανοιχτά, πεσμένα στα γόνατα, το ίδιο παλιό παλτό, άκαμπτες οι άκρες προβάλλουν από πίσω, η μέρα χαράζει, δεν έχει παρά να σηκώσει τα μάτια του, να ανοίξει τα μάτια του, να σηκώσει τα μάτια του, γίνεται ένα με τον φράχτη, μακριά ένα πουλί, ένα λεπτό μετά γραπώνεται και το βάζει στα πόδια, ήταν εκείνος που είχε ζωή, εγώ δεν είχα ζωή, μια ζωή που δεν άξιζε, εξαιτίας μου, αδύνατο να είχα μυαλό  κι εγώ έχω, κάποιος με μαντεύει, μας μαντεύει, εκεί κατέληξε εκείνος, κατέληξε στο τέλος, τον βλέπω με τον νου μου, εκεί να μας μαντεύει, χέρια και κεφάλι ένα μικρός σωρός, οι ώρες περνούν,

εκείνος είναι ακίνητος, αναζητά μια φωνή για μένα, είναι αδύνατο να είχα φωνή, και δεν έχω καμιά, θα  βρει εκείνος  για μένα, δεν θα μου ταιριάζει, θα εξυπηρετεί την ανάγκη, τη δική του ανάγκη, αλλά αρκετά  γι’ αυτόν, εκείνη η εικόνα, ο μικρός σωρός από χέρια και κεφάλι, ο οριζόντιος κορμός, οι αγκώνες που προεξέχουν, τα μάτια κλειστά, και το πρόσωπο ανέκφραστο ν’ ακούει, τα μάτια κρυμμένα κι όλο το πρόσωπο κρυμμένο, εκείνη η εικόνα και τίποτ’ άλλο, να μην αλλάζει ποτέ, γη σπαρμένη με ερείπια, η νύχτα χάνεται, εκείνος το ’χει βάλει στα πόδια, θα οδηγηθεί στον θάνατο, εξαιτίας μου, θα τον ζήσω μαζί του, θα ζήσω τον θάνατό του, το τέλος της ζωής του κι έπειτα τον θάνατό του, βήμα βήμα, τώρα, πώς θα τα βγάλει πέρα, είναι αδύνατο να το γνωρίζω, θα το γνωρίζω, βήμα βήμα, είναι που θα πεθάνει, εγώ δεν θα πεθάνω, δεν θα απομείνει τίποτα από κείνον παρά μόνο κόκαλα, εγώ θα είμαι εντός, τίποτα παρά μόνο λίγα πετραδάκια, εγώ θα είμαι εντός, δεν γίνεται αλλιώς, γη σπαρμένη με ερείπια, εκείνος το ’βαλε στα πόδια μέσα από τον φράχτη, όχι άλλες στάσεις πια, δεν θα ξαναπεί ποτέ εγώ,

εξαιτίας μου, δεν θα μιλήσει σε κανέναν, κανείς δεν θα του μιλήσει, δεν θα μιλήσει στον εαυτό του, δεν έχει απομείνει τίποτα στο κεφάλι του, θα το γεμίζω εγώ με ό,τι χρειάζεται, ό,τι χρειάζεται για να τελειώνει, για να μη λέει πλέον εγώ, για να μην ανοίγει πλέον το στόμα, σύγχυση μνήμης και θρήνου, των αγαπημένων και της ανέφικτης νιότης, κρατώντας γερά το μπαστούνι στη μέση, σκοντάφτει σκυφτός πάνω απ’ τους αγρούς, για μια ζωή δική μου προσπάθησα, μάταια,  ποτέ καμιά παρά μόνο η δική του, χωρίς να αξίζει τίποτα, εξαιτίας μου, εκείνος είπε ότι δεν ήταν ζωή, ήταν, ακόμα είναι, η ίδια, εγώ είμαι εντός, ο ίδιος, θα βάλω πρόσωπα στο κεφάλι του, ονόματα, τόπους, θα τα ανακατέψω όλα μαζί, όλα όσα χρειάζεται για να τελειώνει, φαντάσματα για να τους ξεφύγει, τελευταία φαντάσματα για να τους ξεφύγει και να τα καταδιώκει, θα μπερδέψει τη μητέρα του με πόρνες, τον πατέρα του μ’ έναν εργάτη δρόμων ονόματι Balfe, θα του δώσω ένα γέρικο κοπρόσκυλο, ένα ψωριάρικο κοπρόσκυλο, που να μπορεί να  αγαπήσει ξανά, να χάσει ξανά, γη σπαρμένη με ερείπια, μικρά βήματα πανικού.

Τίτλος πρωτοτύπου: Samuel Beckett, «Αfar a bird» από το The complete short prose 1929-1989

Σάμουελ  Μπέκετ, Μακριά ένα πουλί, από το βιβλίο, Κρατιέμαι σφιχτά απ’ τους φράχτες, 7 διηγήματα, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Το οκτασέλιδο του μπιλιέτου,  2020

 

Tags:

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Τα ορφανεμένα

.

Γελάς, λευκός αχός που φέγγει μέσα στο σκοτάδι,

και βρίσκω τόπο να σταθώ στα σκοτεινά του Άδη.

Πτώματα που ακούν φωνές και απόκριση δεν δίνουν

από τον πάτο έρχονται στα όνειρα και στήνουν

τα βράδια τους τα φωτεινά που ήταν ερωτευμένα

κι αφήνουν λίγο να τα δω που είναι ορφανεμένα.

Σοφία Βαρβέρη, Τα ορφανεμένα, από τη συλλογή Φαγώσιμα,

προσεχώς από τις εκδόσεις Έναστρον [2022]

Πίνακας: Antrew Wyeth

 

Βασίλης Λαλιώτης, Γαλάζια περίοδος

.

Οι άγγελοι εν τω μεταξύ ανεβάζουνε

ψυχές αθώων πιασμένες απ’ τους ώμους

μες σε γαλάζια φλόγα οξυγονοκόλλησης

και κάποτε με δάκρυα φίλων που σηκώνουν

νεκρούς αγαπημένους στον καθρέφτη τους.

Ενώ ποιητής είναι και συνεχίζει εκείνος που οι λέξεις του

αληθεύουν στο γαλάζιο της μάντρας των θυμάτων.

Βασίλης Λαλιώτης, από τη συλλογή Γαλάζια περίοδος, Ενδυμίων 2021

Πίνακας: Αndrew Wyeth

.

.

 

Κάθριν Μάνσφηλντ, Η υπηρέτρια

.

Έντεκα η ώρα. Χτύπημα στην πόρτα. …Ελπίζω να μη σας ενόχλησα κυρία. Δεν κοιμόσαστε, έτσι δεν είναι; Μα τώρα μόλις σέρβιρα το τσάι στην κυρά μου και περίσσεψε ένα  φλυτζάνι  τόσο ωραίο τσάι  που σκέφτηκα , ίσως… Κάθε  άλλο κυρία. Πάντα το τελευταίο που κάνω είναι να της ετοιμάσω ένα φλυτζάνι τσάι . Το πίνει στο κρεβάτι μετά την προσευχή για να ζεσταθεί. Βάζω το τσαγερό στη φωτιά κι  όταν εκείνη γονατίζει του λέω: «Τώρα εσύ δε χρειάζεται να βιαστείς να πεις τη δική σου προσευχή». Μα αυτό πάντα βράζει προτού η κυρά μου φτάσει στα μισά. Βλέπετε, κυρία, γνωρίζουμε τόσο κόσμο και πρέπει να προσευχηθούμε για όλους. Η κυρά μου κρατά μια λίστα με ονόματα σ΄ ένα μικρό κόκκινο βιβλίο. Ω, Θεέ μου! Κάθε φορά που κάποιος καινούριος θα ’ρθει να μας δει, η κυρά μου μού λέει μετά: «Έλεν, δώσε μου το κόκκινο βιβλιαράκι», και εγώ τρελαίνομαι, πραγματικά. «Να, ακόμα ένας», σκέφτομαι, «που θα την κρατάει ξάγρυπνη βρέξει χιονίσει». Και δεν βάζει, ξέρετε κυρία, μαξιλάρι˙ γονατίζει πάνω στο σκληρό χαλί. Την ξέρω καλά και με εκνευρίζει πολύ που τη βλέπω έτσι. Προσπάθησα να τη ξεγελάσω˙ έβαλα χάμω το πουπουλένιο πάπλωμα. Την πρώτη όμως φορά που το έκανα – ω! μου ’ριξε ένα  βλέμμα – σαν αγίας, κυρία. «Είχε ο Κύριός μας πουπουλένιο στρώμα, Έλεν;» είπε. Μα εγώ, που ήμουν νεότερη τότε, ένιωσα την ανάγκη να της πω: «Όχι, αλλά ο Κύριός μας δεν είχε την ηλικία σας και δεν ήξερε πώς είναι να έχει κανείς το λουμπάγκο σας». Χυδαίο, ε; Μα είναι τόσο καλή, ξέρετε, κυρία. Τώρα που την τακτοποίησα στο κρεβάτι και την είδα ξαπλωμένη με τα χέρια έξω απ’ το σεντόνι και το κεφάλι της στο μαξιλάρι –τόσο όμορφη– δεν μπόρεσα να μην σκεφτώ: «Τώρα μοιάζεις σαν την αγαπημένη σου μητέρα  όταν την ετοίμασα νεκρή».

.

.

Ναι κυρία, τ’ άφησαν όλα πάνω μου. Αχ, πράγματι  έδειχνε τόσο γλυκιά. Της χτένισα τα μαλλιά, αφήνοντας γύρω από το μέτωπό της απαλές μπουκλίτσες και μόνο στη μια πλευρά του λαιμού της έβαλα ένα μπουκετάκι όμορφους μωβ πανσέδες. Αυτοί οι πανσέδες την έκαναν να μοιάζει με ζωγραφιά, κυρία. Δεν θα τους ξεχάσω ποτέ. Και απόψε που κοίταξα την κυρά μου σκέφτηκα: «Αν τώρα υπήρχαν και οι πανσέδες, κανείς δεν θα τις ξεχώριζε»… Μόνο πέρσι, κυρία. Μόνο πέρσι που, όπως  λέμε, τα ’χασε λιγάκι. Βέβαια, ποτέ δεν έγινε επικίνδυνη˙ ήταν μια γλυκύτατη γριά κυρία. Μα σαν να της μπήκε η ιδέα πως κάτι είχε χάσει. Δεν μπορούσε να κάτσει σε ησυχία, δεν είχε στασιό. Όλη μέρα πάνω κάτω, πάνω κάτω˙ τη συναντούσες παντού, στις σκάλες, στη βεράντα, πηγαίνοντας για την κουζίνα. Και σε κοιτούσε στα μάτια και σου ’λεγε σαν μικρό παιδί: «Το έχασα, το έχασα». «Ελάτε τώρα», της έλεγα, «ελάτε και θα σας ρίξω εγώ την πασιέντζα σας». Μα μ’ έπιανε απ’ το χέρι, ήμουν βλέπετε η συμπάθειά της, και μου ψιθύριζε: «Βρες το μου Έλεν. Βρες μου το». Λυπηρό, δεν είναι;  …Όχι, δεν συνήλθε ποτέ, κυρία. Στο τέλος έπαθε εγκεφαλικό. Τα τελευταία της λόγια ήταν – πολύ σιγανά: «Κοίταξε μέσα – στο– Κοίταξε  μέσα –». Και ξεψύχησε.

Κάθριν Μάνσφηλντ, Η υπηρέτρια, από το βιβλίο Εξ αρχής το πρόβλημα, δύο διηγήματα, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Το οκτασέλιδο του μπιλιέτου, 2019

Artwork: Βrand Kunkle

 

Tags:

Emily Brondë, Ανεμοδαρμένα ύψη

.

Τη φορά αυτή θυμάμαι πως ήμουν ξαπλωμένος στο δρύινο καμαράκι και άκουγα καθαρά τον άνεμο που λυσσομανούσε και τη χιονοθύελλα. Άκουγα επίσης το κλωνάρι του έλατου να επαναλαμβάνει τον μονότονο ήχο του, και απόδωσα τον θόρυβο στο ακριβές αίτιο. Αλλά με ενοχλούσε τόσο ώστε αποφάσισα, αν γινόταν, να το σιγάσω. Και φαντάστηκα πως σηκώθηκα και δοκίμασα να ξεμανταλώσω το δίφυλλο. Αλλά ο γάντζος είχε συγκολληθεί στο σίδερο της βάσης, γεγονός που το είχα παρατηρήσει όταν ήμουν ξύπνιος, αλλά το είχα ξεχάσει. «Και όμως θα το σταματήσω», μουρμούρισα, σπάζοντας με τη γροθιά μου το τζάμι, και τέντωσα το χέρι για ν’ αδράξω το ενοχλητικό κλαδί. Έκπληκτος ένιωσα τα δάχτυλά μου να κλείνουν γύρω από τα δάχτυλα ενός μικρού, παγωμένου χεριού. Η ανείπωτη φρίκη του εφιάλτη με κυρίεψε. Έκανα να τραβήξω πίσω το χέρι μου, αλλά το χεράκι δεν μου το άφηνε, και μια βαθύτατα θλιμμένη φωνή είπε κλαίγοντας:

«Άσε με να μπω! Άσε με να μπω!» «Ποια είσαι;», ρώτησα πασχίζοντας να ελευθερωθώ. «Η Κάθριν Λίντον», απάντησε τρέμοντας –(Πώς ήρθε στο μυαλό μου το Λίντον και όχι το Έρνσω, που το είχα διαβάσει περισσότερες φορές;) «Γύρισα σπίτι, χάθηκα στα χερσοτόπια!»

Καθώς μιλούσε, διέκρινα θολά το πρόσωπο ενός παιδιού που κοίταζε μέσ’ απ’ το παράθυρο. Ο τρόμος μ’ έκανε άσπλαχνο. Βλέποντας πόσο μάταιες ήταν οι προσπάθειές μου ν’ αποσείσω το πλάσμα, έσυρα τον καρπό του χεριού του μπρος-πίσω πάνω στα σπασμένα τζάμια, ωσότου το αίμα έτρεξε και μούσκεψε τα στρωσίδια του κρεβατιού. Κι ακόμη θρηνούσε «άσε με να μπω!»

Emily Brondë, Ανεμοδαρμένα ύψη, μτφρ.: Άρης Μπερλής, εκδόσεις Άγρα, 2011.

Πίνακας: Caspar David Friedrich

 

Τεννεσσή Ουίλλιαμς, Προς κατεδάφιση

ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ

Πρόσωπα του έργου

Γουίλλυ (Κορίτσι)–Τομ  (Αγόρι)

Σιδηροδρομική γραμμή σε ανάχωμα στα περίχωρα μιας πόλης του Μισσισσιπή. Ένα από κείνα τα κατάλευκα πρωινά, χαρακτηριστικά αυτής της περιοχής. Ο αέρας υγρός και παγωμένος. Πίσω απ’ τις γραμμές του τραίνου ένα μεγάλο κίτρινο σπίτι που δείχνει τραγικά εγκαταλελειμμένο. Κάποια από τα επάνω παράθυρα είναι καλυμμένα με σανίδες και ένα μέρος της στέγης έχει καταρρεύσει. Το έδαφος είναι εντελώς επίπεδο. Στο βάθος αριστερά υπάρχει μια ταμπέλα που γράφει: «ΤΖΙΝ ΤΖΕΗΚ», μερικοί τηλεφωνικοί στύλοι και λίγα γυμνά δέντρα. Ο ουρανός έχει μια ιδαίτερη γαλακτόμορφη λευκότητα. Ακούγονται πότε πότε  κρωξίματα κορακιών, σαν ύφασμα που σκίζεται απότομα. Ένα κορίτσι, η Γουίλλυ, περπατά επικίνδυνα πάνω στη ράγα του τρένου ισορροπώντας με τα χέρια τεντωμένα  σε έκταση. Στο ένα χέρι κρατά σφιχτά μια μπανάνα και στο άλλο μια παλιά κούκλα με αχτένιστα ξανθά μαλλιά. Η εμφάνισή της περίεργη, αδύνατη σαν στέκα, και με ρούχα  φανταχτερά αλλά φθαρμένα. Φοράει ένα μακρύ φόρεμα από μπλε βελούδο με βρώμικο δαντελωτό γιακά και στρας. Στα πόδια της φορά παλιωμένα ασημένια παιδικά παπούτσια, στολισμένα με μεγάλες αγκράφες. Οι καρποί και τα δάχτυλά της είναι γεμάτα με αστραφτερά, ψεύτικα κοσμήματα. Έχει πασαλείψει άτσαλα με έντονο ρουζ το παιδικό πρόσωπό της και  έχει βάψει υπερβολικά τα χείλη της. Είναι περίπου δεκατριών χρόνων και παρά το μακιγιάζ της η παιδικότητα και η αθωότητα στην παρουσία της είναι εμφανής. Γελάει συχνά και δυνατά με ένα τρόπο που φανερώνει κάποια πρώιμη τραγική εγκατάλειψη.Το αγόρι, ο Τομ, λίγο μεγαλύτερος, στέκεται πάνω απ’ το ανάχωμα και την κοιτάζει. Φοράει κοτλέ παντελόνι, μπλε πουκάμισο και από πάνω πουλόβερ. Στο χέρι του κρατά έναν κόκκινο χαρταετό με παρδαλή ουρά.

ΤΟΜ: Γεια! Ποια είσαι εσύ;

ΓΟΥΙΛΛΥ: Μη μου μιλάς. Θα πέσω. (Προχωρεί σαν ζαλισμένη. Ο Τομ την κοιτάζει σιωπηλά γοητευμένος. Οι περιστροφές της Γουίλλυ γίνονται όλο και μεγαλύτερες. Μιλάει λαχανιασμένη). Κρατάς την τρελοκούκλα μου, σε παρακαλώ;

ΤΟΜ: (Σκαρφαλώνοντας στο ανάχωμα). Φερ’ τη μου.

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Δεν θέλω να μου σπάσει άμα πέσω. Δεν νομίζω ότι θα αντέξω για πολλή ώρα ακόμα. Εσύ τι λες;

ΤΟΜ: Μπα!

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Tώρα όμως πέφτω! (Ο Τομ προσπαθεί να τη βοηθήσει). Όχι, μη μ’ αγγίζεις! Δεν είναι σωστό να με βοηθάς. Πρέπει να τα καταφέρω μόνη μου. Ωχ!  Θεέ μου, χάνω την ισορροπία μου! Δεν ξέρω τι μου έφταιξε; Βλέπεις εκεί πέρα το ντεπόζιτο νερού;

ΤΟΜ: Ναι, και;

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Από κει ξεκίνησα. Είναι η μεγαλύτερη απόσταση που έχω κάνει χωρίς να πέσω. Θέλω να πω θα είναι η μεγαλύτερη απόσταση, αν καταφέρω να φτάσω μέχρι τον στύλο του τηλεφώνου. Ωχ! Πέφτω! (Χάνει εντελώς την ισορροπία της και κυλάει κάτω από τ’ ανάχωμα).

ΤΟΜ:  (Καθώς στέκεται πιο ψηλά από εκείνη). Χτύπησες;

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Έγδαρα λίγο το γόνατό μου. Ευτυχώς που δεν έβαλα τις μεταξωτές μου κάλτσες.

ΤΟΜ:  (Κατεβαίνοντας από τ’ ανάχωμα). Φτύσε πάνω του. Με το σάλιο περνάει το τσούξιμο.

ΓΟΥΙΛΛΥ: Εντάξει.

ΤΟΜ:  Αυτό, ξέρεις, είναι το φάρμακο των ζώων. Πάντα γλείφουν τις πληγές τους.

ΓΟΥΙΛΛΥ: Το ξέρω. Τη μεγαλύτερη ζημιά, νομίζω, την έπαθε το βραχιόλι μου. Του ’φυγε ένα διαμάντι. Πού να πήγε;

ΤΟΜ:  Δεν πρόκειται να το βρεις μέσα στις στάχτες.

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Δεν ξέρω.  Άστραφτε πολύ.

ΤΟΜ:  Δεν ήταν αληθινό διαμάντι.

ΓΟΥΙΛΛΥ: Πού το ξέρεις;

ΤΟΜ:  Το φαντάζομαι. Γιατί αν ήταν αληθινό δεν θα περπάταγες  πάνω στις γραμμές του τραίνου με μια σπασμένη κούκλα στο ένα χέρι και μια σάπια μπανάνα στο άλλο.

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Α, μην είσαι τόσο σίγουρος. Μπορεί να είμαι παράξενη. Δεν μπορείς να ξέρεις. Πώς σε λένε;

ΤΟΜ:  Τομ.

ΓΟΥΙΛΛΥ: Εμένα Γουίλλυ. Έχουμε κι οι δυο αγορίστικα ονόματα.

ΤΟΜ: Πώς κι έτσι;

ΓΟΥΙΛΛΥ: Περίμεναν πως θα ’μαι αγόρι, αλλά δεν  ήμουν. Είχαν ήδη ένα κορίτσι. Την Άλβα. Ήταν αδερφή μου. Εσύ γιατί δεν είσαι στο σχολείο;

ΤΟΜ:  Νόμιζα πως θα είχε αέρα, κι ήρθα να πετάξω τον αετό μου.

ΓΟΥΙΛΛΥ: Πώς και το νόμισες;

ΤΟΜ:  Επειδή ο ουρανός είναι τόσο λευκός.

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Κι αυτό είναι σημάδι;

ΤΟΜ:  Ναι.

ΓΟΥΙΛΛΥ: Κατάλαβα. Ο ουρανός μοιάζει σαν να το έχουν σκουπίσει, έτσι;

ΤΟΜ:  Ναι.

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Είναι κάτασπρος. Σαν ένα καθαρό κομμάτι χαρτί.

ΤΟΜ:  Α-χα!

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Μα δεν έχει αέρα.

ΤΟΜ:  Όχι.

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Ο αέρας είναι πολύ ψηλά για να τον νιώσουμε. Είναι ψηλά, πολύ ψηλά στη σοφίτα και ξεσκονίζει τα έπιπλα εκεί πάνω!

ΤΟΜ:  Α-χα! Εσύ γιατί δεν είσαι στο σχολείο;

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Σταμάτησα. Πρόπερσι τον χειμώνα.

ΤΟΜ:  Σε ποια  τάξη πήγαινες;

ΓΟΥΙΛΛΥ: Στην Πέμπτη.

ΤΟΜ:  Είχες τη δεσποινίδα Πρέστον δασκάλα;

ΓΟΥΙΛΛΥ: Ναι. Μου έλεγε συνήθως ότι τα χέρια μου ήταν βρώμικα, μέχρι που της εξήγησα ότι ήταν από τις στάχτες, επειδή έπεφτα συνέχεια από τις γραμμές του τραίνου.

ΤΟΜ:  Είναι πολύ αυστηρή.

ΓΟΥΙΛΛΥ: Μπα, δεν είναι! Απογοητευμένη είναι, γιατί δεν παντρεύτηκε. Η κακομοίρα, μάλλον ποτέ δεν της δόθηκε η ευκαιρία. Έτσι έμεινε να διδάσκει στην Πέμπτη για το υπόλοιπο της ζωής της. Αρχίσαμε να κάνουμε Άλγεβρα, κι εγώ δεν καταλάβαινα τι στο διάβολο είναι  αυτός ο άγνωστος x κι έτσι τα παράτησα.

ΤΟΜ:  Ναι, αλλά ποτέ δεν θα μορφωθείς περπατώντας πάνω στις γραμμές του τραίνου.

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Ούτε κι εσύ με το να πετάς ένα κόκκινο αετό. Εξάλλου…

ΤΟΜ:  Τι;

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Αυτό που χρειάζεται ένα κορίτσι  για να τα βγάλει πέρα είναι κοινωνική μόρφωση. Αυτό το έμαθα από την αδερφή μου την Άλβα. Ήταν πολύ δημοφιλής στους σιδηροδρομικούς. […]

Τεννεσσή Ουίλλιαμς, Προς κατεδάφιση,  μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Το οκτασέλιδο του μπιλιέτου, 2021

 

Tags:

Μαρία Καντ, καμαρίνι

.

Άλλοι σε είπαν καμαρίνι.

Εγώ, σε λέω δωμάτιο με κάτοπτρο και

δεκατέσσερις λάμπες θυέλλης.

Σκληρό κουκούτσι αυτός ο ρόλος.

Να ξεντυθώ να ησυχάσω.

Ακούγονται βήματα.

Μαρία Καντ (Καντωνίδου), καμαρίνι, από τη συλλογή stanza, εκδόσεις Gutenberg 2021

.

 

Βασίλης Λαλιώτης, Άρθρα

.

Λείπει ο θεός και κανείς

δεν μπορεί να ’ναι ο εαυτός του

Πιο αυθεντικός περνιέται ο πιο μίμος

π.χ. ο Δον Κιχώτης ένας ψωνισμένος

από διαβάσματα φτηνής λογοτεχνίας

πάνω στην τύφλα του κάθε ρομαντικού

που τον υψώνει γιατί δεν το βλέπει…

Μοντέρνο είναι αυτό που ψάχνει τάξη

και γεννάει ακατάπαυστα το χάος

κι αυτό το χάος είναι που καλεί τον ποιητή

Πάσχουμε από εγώ, μας είναι δηλητήριο

κι όλοι φωνάζουν πως μας λείπει κι άλλο.

Το εγώ του ποιητή είναι κενό αλλιώς δεν είναι

Ένα άδειο πρώτο πρόσωπο του ρήματος

του αναγνώστη κατά την αφέλειά του

και του ποιητή κατά τη λύπη της ακατανοησίας του

Μη με διαβάζετε αν δεν κάνατε τον κόπο σας

να αποσβέσετε τα βιογραφικά μου, να πείτε

όπως ο Χάιντεγκερ για τον Αριστοτέλη, γεννήθηκε

εργάζεται και θα πεθάνει, χωρίς να παραδώσει

κάτι που να μην είναι στο αμίλητο κοινόν

και στην προσπάθεια να γνωρίσετε αυτόν

να είστε θύματα που γνώρισαν τον εαυτό τους.

Βασίλης Λαλιώτης, Άρθρα, από την ποιητική συλλογή Βορειοδυτικό πέρασμα, Ενδυμίων 2020

Πίνακας: Abraham Manievich