RSS

Όσκαρ Ουάιλντ, Ο καλλιτέχνης

Ένα βράδυ,  η ψυχή του πόθησε να αποδώσει την εικόνα της «Χαράς που κρατά για μια στιγμή». Και άρχισε να γυρνά όλο τον κόσμο για να βρει μπρούντζο. Γιατί μόνο σε μπρούντζο μπορούσε να την φανταστεί.
Αλλά  ο μπρούντζος όλου του κόσμου είχε εξαφανιστεί, πουθενά στον κόσμο όλο δεν βρισκόταν μπρούντζος, παρά μόνο στο άγαλμα της «Λύπης που διαρκεί αιώνια».
Τώρα, το άγαλμα αυτό το είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια και το είχε τοποθετήσει στον τάφο του μοναδικού πλάσματος που είχε αγαπήσει στη ζωή του. Στον τάφο του νεκρού πλάσματος που είχε αγαπήσει περισσότερο από κάθε τι, είχε τοποθετήσει αυτό το άγαλμα καμωμένο από τον ίδιο, για να στέκει εκεί ως σύμβολο της ανθρώπινης αγάπης που  δεν πεθαίνει ποτέ  και της ανθρώπινης λύπης που διαρκεί αιώνια. Και στον κόσμο όλο δεν είχε απομείνει άλλος μπρούντζος παρά μόνο στο άγαλμα αυτό.
Και πήρε το άγαλμα που είχε ο ίδιος φτιάξει και το ΄ριξε σ’ ένα καμίνι και το παρέδωσε στις φλόγες.
Και από τον μπρούντζο του αγάλματος της «Λύπης που διαρκεί αιώνια» έφτιαξε το άγαλμα της «Χαράς που κρατά για μια στιγμή».

Όσκαρ Ουάιλντ: ΤΑ ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Ο καλλιτέχνης, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Οκτασέλιδο + του Μπιλιέτου τχ. 92/2018

Αrtwork:Jeane Myers

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Στοιχειωμένο σπίτι

Όποια ώρα και να ξυπνούσες, έκλεινε και μια πόρτα. Πήγαιναν από δωμάτιο σε δωμάτιο, χέρι χέρι, σηκώνοντας εδώ, ανοίγοντας εκεί, να σιγουρευτούν-ένα ζευγάρι-φάντασμα.
«Εδώ το αφήσαμε», είπε εκέινη. Κι εκείνος πρόσθεσε: «Ω! Κι εδώ επίσης». «Βρίσκεται επάνω», μουρμούρισε εκείνη. «Και στον κήπο», ψιθύρισε αυτός.
«Ήσυχα!» είπαν. «Αλλιώς θα τους ξυπνήσουμε».
Μα δεν πείραζε που μας ξυπνήσατε. Ω όχι! «Το ψάχνουν· τραβούν την κουρτίνα», θα ‘λεγε κάποιος και θα συνέχιζε να διαβάζει μια δυο σελίδες. «Τώρα το βρήκαν», θα ‘λεγε κάποιος με σιγουριά, σταματώντας το μολύβι στο περιθώριο της σελίδας. Κι έπειτα,  κουρασμένος απ’ το διάβασμα, θα σηκωνόταν και θα ‘βλεπε και μόνος του, όλο το σπίτι άδειο, οι πόρτες ορθάνοιχτες, μόνο οι φάσες που γουργουρίζουν με ευχαρίστηση, και ο θόρυβος της αλωνιστικής μηχανής να ακούγεται απ’ το αγρόκτημα. «Για ποιο λόγο μπήκα εδώ μέσα; Τι ήθελα να βρω;». Τα χέρια μου ήταν άδεια. «Μήπως τότε είναι επάνω;». Τα μήλα βρίσκονταν στη σοφίτα. Κι έτσι βρέθηκαν ξανά κάτω, ο κήπος γαλήνιος όπως πάντα, μόνο το βιβλίο είχε γλιστρήσει στο γρασίδι. […] «Εδώ κοιμηθήκαμε», λέει εκείνη. Κι εκείνος προσθέτει, «Αναρίθμητα φιλιά», «Ξυπνώντας το πρωί», «Ασήμι ανάμεσα στα δέντρα», «Το πάνω πάτωμα», «Στον κήπο», «Όταν ήρθε το καλοκαίρι», «Ο χιονιάς το χειμώνα». Οι πόρτες κλείνουν, χτυπώντας μαλακά όπως ο σφυγμός του σπιτιού μακριά στο βάθος.

Βιρτζίνια Γουλφ, Στοιχειωμένο σπίτι, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Οκτασέλιδο + του Μπιλιέτου, τχ.93/2018

Photo:Jamie Heiden

 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Μόσχα

Στη χαρτογραφική απεικόνιση του πρανούς των λόφων βόρεια της Μόσχας, οι νεαροί φοιτητές της Σχολής Γεωδαισίας του Μπάουμαν αισθάνονται πως αυτό ακριβώς το ίδιο το μέλλον της Μητέρας Πατρίδας είναι οι αιχμές των βράχων που αναιδώς εμφιλοχωρούν στη χλιαρή πάχνη, καθώς ταυτόχρονα το παρελθόν της αναδιατάσσεται καθ’ ύψος, στην ιεράρχηση της ζωής των πετρωμάτων. Η μονάδα μέτρησης εδώ είναι το «εκατομμύρια χρόνια». Σε ένα τέτοιο περιβάλλον έρευνας και σοσιαλιστικής συνείδησης, όπως αυτό του φημισμένου Τεχνικού Πανεπιστημίου, όπου οι ιδέες αναπνέουν εκ της θεωρίας και αναδύονται με πειράματα, η δοκιμή περιέχεται ως ένα αναπόσπαστο περιεχόμενο της αλήθειας (κοσμικής ή υπερκόσμιας.) Δεκάδες φύλλα μιλιμετρέ τσαλακώνονται ταυτόχρονα, ενώ η άσκηση βρίσκεται εν εξελίξει. Κι επειδή δεν μετράται η ανάπτυξη δίχως τριγωνομετρία – κι η μήτρα της είναι η ταυτότητα με το άθροισμα των τετραγώνων ημιτόνου και συνημιτόνου, που παραδίδουν τη μονάδα για οποιαδήποτε γωνία- όλοι φέρουν κεντημένη την ταυτότητα στο τσεπάκι της φαιοπράσινης φόρμας τους, σαν ένα αφηρημένο στρατιωτικό διακριτικό. Ορισμένοι φέρουν και κάποια παράσημα βεβαίως. Παρά το νεαρό της ηλικίας, έχουν ήδη υπηρετήσει τη θητεία τους. Τα κορίτσια δεν αποφεύγουν να παρατηρήσουν και την αδιάντροπη ξιπασιά των αγοριών, που καθώς περιμένουν τη σειρά τους μπροστά από τους Θεοδόλιχους, έχουν περασμένους τους λογαριθμικούς κανόνες στη μέση, με ένα χαλαρό κορδόνι, ενώ οι προεκτάσεις κρέμονται ελεύθερα ανάμεσα στα αχαμνά τους, σαν απογυμνωμένα τσουτσούνια. Ο σοσιαλισμός δεν αφαίρεσε εντελώς από τον άντρα τα σύμβολα της κυριαρχίας του φύλου του (παρότι το προσπάθησε πολύ). Πλέον μόνο το 72% των φοιτητών είναι άνδρες τοπογράφοι. Καθώς πλησιάζει η άνοιξη και το χιόνι γίνεται λίγο λίγο λάσπη, πού και πού ξεπροβάλλει μέσα από τις πόες καμιά μαρμότα, με τη μουσούδα της λερωμένη από ξεραμένο χώμα, ενώ μερικές νεαρές σεισοπυγίδες επιχειρούν κάποιες δειλές πρώτες πτήσεις. Ένα καύκαλο χελώνας που είναι γυρισμένο τ’ ανάσκελα περιμένοντας να τελειώσει -η προσωρινή- χειμερία νάρκη, μοιάζει να ειρωνεύεται τον αιώνιο ύπνο του συντρόφου Βλαντιμίρ Ίλιτς, ή μάλλον τη ματαιοδοξία της ταρίχευσης ενός θνητού σώματος απέναντι στον αιώνιο θάνατο.

Κάμποσα χιλιόμετρα δυτικά, το αστεροσκοπείο στην αιχμή του αστεριού του Λομονόσοφ γυαλίζει στον ήλιο σαν ένας τεχνητός Αυγερινός. Άνοιξη ή όχι, ενώ το κρύο φαίνεται να πυκνώνει γύρω τους διαβολεμένα, ορισμένοι δεν αποφεύγουν μια μαχαιριά ζήλιας για τους παλιούς συμμαθητές τους που επέλεξαν να σπουδάσουν αστροφυσικοί (καθώς -εξ επαγγέλματος- όταν οι γεωδαίτες ξεπροβάλλουν στην αυγινή αχλή, οι αστροφυσικοί πάνε για ύπνο).

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Οι πόλεις το χειμώνα, σελ. 51-52, Εκδόσεις Έναστρον, 2017.

Artwork: Lars Henkel

 

 

Ρογήρος Δέξτερ, “Τέτλαθι δή, κραδίη”

Δεν ξέρω αν θα με ξαναβρούν να γράφω
Τα μεσημέρια τού Αλωνάρη
Να σπέρνω λόγια σαν τραγούδια
Σε κόρφους κοριτσιών
Να με τραντάζει η αχτένιστη φυλλωσιά τού δάσους
Και τα τζιτζίκια με τους χάλκινους χιτώνες
Ν’ αψιμαχούν ηλεκτρισμένα
Δυο πουλιά που φτερούγισαν ψηλά
Και χρώματα στα ράμφη τους
Ένα πανί που χώνεψε στον ορίζοντα
Φωνές μαζεμένες σαν κουβάρι από ζητωκραυγές
Νεράιδες ή άλλες αισθήσεις
Σαν άνεμοι που λογοφέρνουν τα παράδοξα•
Μα προπαντός να ξέρω
Ότι θα πέσουν ωραίοι οι ώριμοι καρποί
Στα στήθη και στα δάχτυλά σου
Ότι θα σκάσει και πάλι γλυκά
Στα σωθικά σου ο γαλαξίας
Και τ’ αφρισμένα του νερά
Θα σε γυρίσουνε στο μέλλον
Με γλυτωμούς ιδανικούς στις κορυφώσεις
Μόλις λαλήσουν τού ήλιου των αλαλαγμών οι αλέκτορες
Αν στήσω αφτί στο ανείδωτο
Την αφουγκράζομαι την αυταπάτη•
Πως τάχα θα συγυρίσουν οι στίχοι τις πληγές
Που χάσκουν μέσα μου αιώνες
Και ποιος ξέρει
Τι άλλα ανέφικτα κατάντησα να νοσταλγώ
(“Θλίψη μου οικότροφη και πίκρα μου κατοικίδια”)
Εδώ στην άκρη μιας παραμυθίας
Πριν τα μισάνοιχτα τής νύχτας
Μετά τα μεσάνυχτα που ξαγρυπνώ
Σα να πηδώ μες στο κενό
Που όλο βαθαίνει στο φτωχό μυαλό μου.

Artwork: Gerhard Richter

.

 

 

Νuccio Ordine, Η χρησιμότητα του άχρηστου

Κι όμως ο Τζωρτζ Στάινερ, μέγας υπερασπιστής των κλασικών και ουμανιστικών αξιών «που ευνοούν τη νοητική ζωή», μας θυμίζει ότι, ταυτόχρονα, με δραματικό τρόπο «η άλλη κουλτούρα και η πεφωτισμένη ορθότητα δεν μπόρεσαν να είναι ένα αποτελεσματικό φράγμα στη βαρβαρότητα του ολοκληρωτισμού». Πολλές φορές, δυστυχώς, είδαμε στοχαστές και καλλιτέχνες να εμφανίζονται αδιάφοροι μπροστά σε απάνθρωπα μέτρα, ή και ηθικά συνένοχοι δικτατόρων και καθεστώτων που τα επέλεγαν. Είναι αλήθεια. Αυτό το σοβαρό πρόβλημα που θέτει ο Στάινερ μού φέρνει στο νου τον θαυμάσιο διάλογο μεταξύ Μάρκο Πόλο και Κουμπλάι Χαν που κλείνει τις Αόρατες πόλεις του Ιταλο Καλβίνο. Πιεσμένος από τις ανησυχίες του μονάρχη, ο ακούραστος ταξιδιώτης μάς προσφέρει μια δραματική τοιχογραφία της κόλασης που μας περιβάλλει:

«Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που αφορά το μέλλον· αν υπάρχει μια κόλαση, είναι αυτή που υπάρχει ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε καθημερινά, που διαμορφώνουμε με τη συμβίωσή μας. Δύο τρόποι υπάρχουν για να μην υποφέρουμε. Ο πρώτος είναι για πολλούς εύκολος: να αποδεχτούν την κόλαση και να γίνουν τμήμα της μέχρι να καταλήξουν να μην τη βλέπουν πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή προσοχή και διάθεση για μάθηση: να προσπαθήσουμε και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο» (Italo Calvino, Οι αόρατες πόλεις, μτφρ. Ανταίου Χρυσοστομίδη, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2004, σ. 198).

Τι όμως μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε, μέσα στην κόλαση, αυτό που δεν είναι κόλαση; Είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς με απόλυτο τρόπο σε αυτό το ερώτημα. Ο ίδιος ο Καλβίνο στο δοκίμιό του Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς, παρότι αναγνωρίζει ότι «οι κλασικοί μάς είναι χρήσιμοι για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και πού έχουμε φτάσει» (Italo Calvino, Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς, μτφρ. Ανταίου Χρυσοστομίδη, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2003, σ. 23), μας εφιστά την προσοχή να μη σκεφτούμε ότι πρέπει να διαβάσουμε τους κλασικούς, επειδή οι κλασικοί «χρησιμεύουν» σε κάτι. Διότι, την ίδια στιγμή, ο Καλβίνο υποστηρίζει ότι « να διαβάζουμε τους κλασικούς είναι καλύτερο από το να μην τους διαβάζουμε».

«Η κουλτούρα, όπως ο έρωτας –παρατηρεί πολύ σωστά ο Ρομπ Ρίμεν – δεν έχει τη δύναμη να εξαναγκάζει. Δεν προσφέρει εγγυήσεις. Παρ’ όλα αυτά, η κουλτούρα και η ελεύθερη διαπαιδαγώγηση μάς προσφέρουν τη μοναδική πιθανότητα να κατακτήσουμε και να υπερασπιστούμε την ανθρώπινη αξιοπρέπειά μας». Ιδού γιατί πιστεύω ότι, σε κάθε περίπτωση, είναι καλύτερο να συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε με τη σκέψη ότι οι κλασικοί και η διδασκαλία τους, ότι η καλλιέργεια του περιττού και αυτού που δεν παράγει κέρδος, μπορούν να μας βοηθήσουν να αντισταθούμε, να κρατήσουμε ζωντανή την ελπίδα, να διακρίνουμε εκείνη την ακτίνα φωτός που μας επιτρέπει να διατρέξουμε μια αξιοπρεπή πορεία.

Παρ’ όλα αυτά, ανάμεσα σε τόσες αβεβαιότητες, ένα πράγμα είναι σίγουρο: αν αφήσουμε να πεθάνει οτιδήποτε το αφιλοκερδές, αν εγκαταλείψουμε τη δημιουργό δύναμη του άχρηστου, αν ακούμε αποκλειστικά το θανατερό τραγούδι των σειρήνων που μας ωθεί να κυνηγούμε το κέρδος, θα είμαστε σε θέση να παράγουμε μονάχα μια άρρωστη και χωρίς μνήμη συλλογικότητα, ή οποία θα καταλήξει να χάσει την έννοια του εαυτού της και της ζωής. Και τότε, όταν η απερήμωση του πνεύματος θα μας έχει πλέον εξαντλήσει, θα είναι πραγματικά δύσκολο να φανταστούμε ότι ο ανόητος homo sapiens θα μπορέσει ακόμα να παίξει έναν ρόλο για να κάνει πιο ανθρώπινη την ανθρωπότητα…

Νuccio Ordine, Η χρησιμότητα του άχρηστου, σελ. 31-34, μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, Άγρα 2014

Artwork: DuyHuynh

 

 

Χάινριχ Μπελ, Οι απόψεις ενός κλόουν

Σε κάθε μεγάλο σταθμό καταφθάνουν καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι για να δουλέψουν στην πόλη, ενώ χιλιάδες άλλοι φεύγουν για να δουλέψουν έξω απ’ την πόλη. Δε θα ’ταν πιο απλό ν’ αλλάξουν δουλειά οι μεν με τους δε; Ή πάλι οι ατέλειωτες ουρές των αυτοκινήτων που τραβούν βασανιστικά σε αντίθετες κατευθύνσεις τις ώρες της αιχμής. Θα ’φτανε μια ανταλλαγή σπιτιών ή εργασιών, και θα γλιτώναμε απ’ τα περιττά καυσαέρια κι από τις θεαματικές χειρονομίες των τροχονόμων που μοιάζουν να τραβούν κουπί στον αέρα: στις διασταυρώσεις θα ’χε τόση ησυχία που θα μπορούσες να παίξεις Γκρινιάρη. Από τούτες τις παρατηρήσεις έφτιαξα μια παντομίμα: δουλεύω με τα χέρια και τα πόδια, το πρόσωπό μου κάτασπρο και ακίνητο στη μέση – κι έτσι, μόνο με τα τέσσερα άκρα καταφέρνω να δώσω την εντύπωση ενός τεράστιου αριθμού βιαστικών κινήσεων. Σκοπός μου είναι: όσο το δυνατόν λιγότερα εξαρτήματα, ή και κανένα – ακόμη καλύτερα. Για το «Πηγαίνω στο σχολείο» και το  «Γυρίζω απ’ το σχολείο» δε χρειάζομαι ούτε σάκα· μου φτάνει το χέρι που την κρατάει· πετιέμαι την τελευταία στιγμή μπροστά στο τραμ, για να περάσω απέναντι στο δρόμο, ο οδηγός χτυπάει το καμπανάκι, σαλτάρω σε λεωφορεία, κατεβαίνω πριν σταματήσουν, χαζεύω στις βιτρίνες, χαράζω ανορθογραφίες με κιμωλίες στους τοίχους των σπιτιών, φτάνω καθυστερημένος στο σχολείο, στέκομαι μπροστά στο δάσκαλο, τρώω την κατσάδα μου, ξεπερνάω τη σάκα απ’ τους ώμους μου και χώνομαι στο θρανίο.

Στο λυρισμό των παιδιών τα καταφέρνω πολύ καλά: για το παιδί, το κοινότοπο είναι μεγαλειώδες, άγνωστο, πάντα τραγικό, χωρίς καμία τάξη. Το παιδί δεν ξέρει τι θα πει «σχόλη»· η σχόλη αρχίζει απ’ τη στιγμή που ενστερνίζεσαι την «αρχή της τάξεως». Παρατηρώ με φανατικό ζήλο όλες τις μορφές σχολάσματος: τον εργάτη που βάζει στην τσέπη το φακελάκι με το μισθό και καβαλάει το μοτοσακό του, το χρηματιστή που αφήνει επιτέλους το ακουστικό του τηλεφώνου, βάζει το σημειωματάριό του στο συρτάρι και το κλειδώνει, ή την υπάλληλο του μεγάλου καταστήματος τροφίμων, που βγάζει την ποδιά της, πλένει τα χέρια της, χτενίζεται στον καθρέφτη, βάφει τα χείλη της, παίρνει την τσάντα της και φεύγει – όλ’ αυτά είναι τόσο ανθρώπινα που πολλές φορές μού φαίνεται πως δεν είμαι άνθρωπος, αφού τη σχόλη τη ζω μόνο στο νούμερό μου. Το ’χα κουβεντιάσει και με τη Μαρί, τη ρώτησα αν τα ζώα ξέρουν τι θα πει σχόλη, μια γελάδα π.χ. που μηρυκάζει, ή ένας γάιδαρος που μισοκοιμάται πλάι στο φράχτη. Μου απάντησε πως είναι αμαρτία να λέμε ότι ένα ζώο που δουλεύει μπορεί να έχει και σχόλη. Κι ο ύπνος είναι ένα είδος σχόλης, μου είπε, κάτι που ενώνει μεγαλοφυώς τον άνθρωπο και το ζώο, αλλά την ουσιαστική σχόλη τη ζει μόνο όποιος συνειδητοποιεί τι θα πει σχόλη.

Χάινριχ Μπελ, Οι απόψεις ενός κλόουν, σελ. 97-98, μτφρ.: Tζένη Μαστοράκη, Εκδόσεις γράμματα 1986

Artwork: Diego Max

 

Στέφαν Τσβάιχ, Το γράμμα μιας άγνωστης

Όλα τα είχα περάσει, αν μπορώ να το θέσω έτσι, καθώς όλα τα είχα ονειρευτεί: τις κακές στιγμές μου φανταζόμουν ότι με απέρριπτες, ότι με περιφρονούσες, γιατί ήμουν πολύ λίγη, πολύ άσχημη, πολύ φορτική. Κάθε μορφή δυσμένειας, ψυχρότητας, αδιαφορίας από τη μεριά σου, την είχα μετατρέψει σε παθιασμένο όραμα – αλλά αυτό, αυτό ούτε στις σκοτεινότερες στιγμές της επίγνωσης της μειονεκτικότητάς μου δεν τόλμησα να το σκεφτώ, αυτό το φρικτό: ότι δεν είχες αντιληφθεί την ύπαρξή μου. Σήμερα βέβαια το καταλαβαίνω –αχ, εσύ μου έμαθες να το καταλαβαίνω!– ότι το πρόσωπο ενός κοριτσιού, μιας γυναίκας, είναι κάτι συνεχώς μεταβλητό για έναν άντρα, επειδή συνήθως είναι απλά ένας καθρέφτης, τη μια ενός πάθους, την άλλη μιας παιδικότητας, την τρίτη μιας κούρασης, και σβήνει τόσο εύκολα όσο η εικόνα στον καθρέφτη· έτσι, ένας άντρας μπορεί να χάσει ευκολότερα το πρόσωπο μιας γυναίκας, επειδή η ηλικία του αλλάζει ανάλογα με τη σκιά και το φως, επειδή τα ρούχα το πλαισιώνουν αλλιώς τη μια φορά κι αλλιώς την άλλην άλλη. Οι παραιτημένες, μόνον αυτές ξέρουν πραγματικά. Αλλά εγώ, το κορίτσι εκείνης της εποχής, δεν μπορούσα ακόμη να διανοηθώ την αδύνατή σου μνήμη, γιατί από την υπέρμετρη, αδιάκοπη ενασχόλησή μου με σένα, μου είχε γεννηθεί με κάποιον τρόπο η παράλογη σκέψη ότι κι εσύ με σκεφτόσουν συχνά και με περίμενες· πως θα μπορούσα να συνεχίσω ν’ αναπνέω γνωρίζοντας ότι δεν ήμουν τίποτα για σένα, ότι ποτέ δεν σε άγγιξε απαλά μια ανάμνησή μου!  Kι αυτό το ξύπνημα στο βλέμμα σου,  που μου ’δειξε ότι τίποτα δικό σου δεν με γνώριζε πια, κανένα νήμα θύμησης δεν ένωνε τη ζωή σου με τη δική μου, αυτό ήταν μία πρώτη απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα, μία πρώτη προαίσθηση της μοίρας μου.

Στέφαν Τσβάιχ, Το γράμμα μιας άγνωστης, σελ. 58-60, μτφρ. : Tατιάνα Λιάνη, Εκδόσεις Ροές 2003

.