RSS

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος, Ο επιζών

Ο Ιάσων δεν είχε πάρει ακόμα το δισάκι του. Δεν είχε φύγει. Τον κρατούσε εκεί η φυτολογία, η αίσθηση των φυλλωμάτων, η χλωροφύλλη, η κίνηση των φυτών προς τα πάνω. Η γεωγραφία ήταν και αυτή φυγόκεντρη, αλλά είχε όρια. Ο κόσμος δεν είχε. Ούτε ο κόσμος του. Όταν σφούγγισε το τζάμι του φεγγίτη με μια κυκλική κίνηση, τα φώτα έσβησαν. Έπρεπε να κοιμηθεί. Ακούμπησε την παρειά του πάνω στο τζάμι. Ήταν ψυχρό, μετά το κυκλικό σφούγγισμα. Οι άλλοι βυθίστηκαν στο σκοτάδι τους. Οι διάλογοί τους ψίθυροι, ή μήπως ψιθύριζαν τα φυτά μεγαλώνοντας ή μήπως το αυγό όταν σπάζει το κέλυφος και σκάει από μέσα ο νεοσσός και ακούγεται ένα κρακ; Όλα ήταν στ’ αυτιά του, τίποτα στο κεφάλι του. Έβλεπε οκτώ ανθρώπους σε κύκλο κλειστό. Αυτός ήταν ο ένατος, όπως το αρχικό του ονόματός του. Το γράμμα ιώτα είναι το ένατο στη σειρά του ελληνικού αλφαβήτου, αλλά δεν είχε τίποτα άλλο εκτός από το όνομά του. Η νύχτα είχε το γυαλί της και κείνος ένα κιάλι να βλέπει μέσα απ’ το γυαλί. Το κιάλι ήταν το πρώτο δώρο της γιαγιάς, για να βλέπει μακρύτερα από όλους τους άλλους. Διάβασε τη μάρκα στο φακό, το όνομα του κατασκευαστή Karl Zeiss, που ήταν σαν βιτσιά. Το αρχικό του επωνύμου του ήταν το τελευταίο γράμμα του γερμανικού αλφαβήτου. Αυτός όμως τίποτα δεν άκουγε μέσα από το στεγανό γυαλί της οροφής, απ’ τον φεγγίτη. Κοιμόταν στο πιο ψηλό δωμάτιο του σπιτιού. Το σπίτι ήταν δικό τους, το βλέμμα δικό του και ο ουρανός μια οροφή για όλους. Ο Ιάσων διάβαζε για τον παράδεισο, τον επιθυμούσε, όσο τ’ αστέρια και τον ουρανό. Την κόλαση δεν την γνώριζε ακόμα, ίσως γι’ αυτό τον βάζανε να κάνει τον σταυρό του, για να την ξορκίσει. Ο Ιάσων είχε ένα στυλό κλειστό και απ’ τις δυο μεριές. Τις άκρες του έκλειναν δύο γεννήτορες. Από εκεί, απ’ τον φεγγίτη που καθρέφτιζε το δάχτυλό του, προσπαθούσε να δει και να ακούσει, τώρα που η νύχτα δεν είχε σκεπή, ο ορίζοντας ήταν ένα τίποτα και ένα πουθενά. Ο Ιάσων κρατούσε την ανάσα του, για να μη θολώσει το γυαλί του φεγγίτη. Η ανάσα του διαχεόταν στο σκοτάδι και το διέλυε πριν διαλυθεί. Τα άστρα αμυδρά και πάμφωτα. Μακρινά. Στη σιγαλιά της νύχτας, στην άκρη της ταράτσας, με την μύτη σ’ ένα έντομο καρφωμένη, ο γάτος.

Η υπηρέτρια ήταν η μόνη που δεν φορούσε προσωπίδα. Μετέφερε έναν δίσκο και γύρισε εκεί από όπου ξεκίνησε. Οι υπηρέτριες δεν έχουν όνομα. Αυτή είχε. Την έλεγαν Ευανθία. Σέρβιρε ένα κατάλευκο υγρό στην ευτραφή κυρία της που είχε αυστηρό βλέμμα και ένα ύφος που όταν την κοιτούσε έλεγε: «πρόσεχε»’. Όλοι ήταν στο έλεός της. Μάρθα την έλεγαν και ήταν η μητέρα του. Ρούφηξε το γάλα απ’ το ποτήρι που η Ευανθία είχε τοποθετήσει μπροστά της πάνω στο τραπέζι. Δεν είχε γάλα. Ποτέ δεν κατέβασε γάλα. Μόνο λόγια είχε και πράξεις. Και δεν ήταν καθόλου παράφορη. Φορούσε γυαλιά χωρίς σκελετό και ήταν πάντα σταθερή στη θέση της. Όταν ήταν μικρότερος ο Ιάσων ήταν αυτή που του σκούπιζε τη μύτη δυο φορές και ας μην έβγαινε τίποτα απ’ αυτήν. Πρώτα τον απομυζούσε και ύστερα τον τάιζε ψάρια του πελάγους. Μεγάλα μικρά και μεσαία. Ροφούς, φαγκριά, σαργούς, γαύρους, αθερίνες, σαρδέλες, μαγιάτικα, λαβράκια. Η Μάρθα είχε ένα μεγάλο μέτωπο που μετριαζόταν κάπως από τα γυαλιά που φορούσε ακόμα και στον ύπνο της, γι’ αυτό τα στράβωνε σχεδόν κάθε βράδυ και έστελνε την υπηρέτρια την άλλη μέρα στον οπτικό να τα ισιώσει. Τα ψάρια ήταν δική της δουλειά.

 

Με τα γυαλιά της πάντα καρφωμένα στο κόκκαλο της μύτης, τα ξελέπιαζε αλύπητα με ένα μαχαίρι, αποκλειστικά δικό της, ένα μαχαίρι που έμοιαζε με κέρας. Ο νεροχύτης γέμιζε λέπια και έβαζε την υπηρέτρια να τον καθαρίσει. Η δουλειά για την Ευανθία ήταν βρώμικη. Έπρεπε να ξεπλένει τον λεπιασμένο νεροχύτη. Η Μάρθα είχε βγάλει προηγουμένως τα εντόσθια, τα αυγά και τα περιττώματα. Ύστερα τα ξέπλενε, τα αλάτιζε με χοντρό αλάτι και τα έψηνε σε προθερμασμένο φούρνο. Έσκυβε κάθε τόσο για να δει αν ροδίσανε. Στο τέλος έβαζε την Ευανθία να τα βγάλει και τα γύριζαν προσεκτικά μαζί για να μην διαλυθούν. Όταν ήταν έτοιμα τα σέρβιρε σε δυο οβάλ πιατέλες. Και ενώ τα ψάρια άχνιζαν, τα άνοιγε στη μέση, προσέχοντας να μην τρυπηθεί απ’ τα αγκάθια στις άκρες τους και αφαιρούσε το μεσαίο κόκκαλο. Έστυβε αρκετό λεμόνι, ώσπου τα ψάρια έχαναν το απαστράπτον ύφος τους, αφού το ύφος δεν τους χρειαζόταν πια έτσι ανήμπορα που ήταν ξαπλωμένα στις πιατέλες. Έλεγε στον Ιάσονα να πάψει να τα κοιτά σαστισμένος, και του τα καθάριζε για να τα φάει. Αυτός όμως αρνιόταν να φάει τα μάτια τους. Αυτές τις μικρές σκληρές μπίλιες, και προτιμούσε να τα μαζεύει σε σπιρτόκουτα που του έδινε ο πατέρας, ο οποίος κάπνιζε αρειμανίως. Είχε μαζεμένα πολλά όμοια σπιρτόκουτα. Τα έβαζε όρθια και έγραφε απ’ έξω πότε φαγώθηκαν τα ψάρια, που μόνο τα μάτια τους πια κοίταγαν τα τοιχώματα των σπιρτόκουτων. Κάθε που γέμιζε ένα κουτί και κόλλαγε προσεκτικά την ετικέτα με τις ημερομηνίες άνοιγε το λεύκωμα με τα «Ψάρια του Αιγαίου» και διάβαζε την αφιέρωση: «Στο ψαράκι που θέλει να μάθει για τ’ άλλα ψάρια, τ’ αληθινά που ζουν όλα μαζί. Στη βαθειά πράσινη θάλασσα με το ατέλειωτο βάθος, το τεράστιο πλάτος, το άμετρο μήκος. Στο ψαράκι που νομίζει πως μπορεί να αναπνέει και έξω απ’ το νερό. Στον Ιάσονα που μας εννοεί και δεν τον εννοούμε πάντοτε. Ο Εξάδελφός σου Άγγελος».

Έπειτα ξεφύλλιζε και έβλεπε πρώτα τα έγχρωμα σχέδια στις δεξιές σελίδες και διάβαζε χωρίς δυσκολία στις αριστερές τα ονόματά τους. Έτσι μάθαινε τα πάντα για τα ψάρια που έβλεπε ανοιχτά στην πιατέλα, αλλά ακόμα περισσότερο στους κεκλιμένους πάγκους του ψαρά, όταν η Ευανθία τον έπαιρνε μαζί της για να αγοράσει τα ψάρια που της είχε παραγγείλει η Μάρθα. Ο Ιάσων καμάρωνε που εξαιτίας του λευκώματος ήξερε να ξεχωρίζει τα ψάρια, αν και τον στεναχωρούσε που τα μάτια τους ήταν κλεισμένα στα σπιρτόκουτα. Η Ευανθία δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να εμπιστευτεί τις γνώσεις του Ιάσονα. Κάθονταν μαζί πλάι πλάι, έβαζαν το λεύκωμα ανάμεσά τους, η Ευανθία κοίταγε τις δεξιές σελίδες με τα γκρίζα, κόκκινα και ριγέ ψάρια, και ο Ιάσονας στις αριστερές διάβαζε τα ονόματά τους, τον τρόπο που αναπαράγονταν – πράγμα για το οποίο η Ευανθία έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Ιάσων δεν καταλάβαινε γιατί – αλλά του άρεσε να της διαβάζει κοιτώντας τα γόνατά της, καθώς η φούστα της πιανόταν σε μια άκρη του βιβλίου και σηκωνόταν λίγο πάνω απ’ το γόνατο.

Αυτό το μικρό αγόρι ήταν ένας δάσκαλος γι’ αυτήν. Για τον Ιάσονα ήταν μια παρηγοριά αυτή η όμορφη κοπέλα που τον περνούσε μόλις εννιά χρόνια. Η Ευανθία είχε μακριά ξανθά μαλλιά, τα ‘πιανε κότσο όταν έκανε δουλειές, μάτια γαλανά μεγάλα και έκπληκτα πάντα, μικρό στήθος με ρώγες που ορθωνόταν πίσω από τις μπλούζες που φορούσε. Τον χτυπούσε στην πλάτη για να τον συνεφέρει από το βήχα που τον βασάνιζε, εκείνο το πνίξιμο στον λαιμό σαν κάθε στιγμή κάποιος να έχωνε τα δάχτυλά του στον φάρυγγα και να τον σκάλιζε φράζοντας με τον αντίχειρα την δίοδο της αναπνοής του. Τότε η Ευανθία πλάγιαζε πλάι του. Όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, εκείνη έπεφτε πάνω στην καρδιά του ν’ ακούσει αν χτυπά. Όταν ερχόταν ο γιατρός, η Ευανθία εξαφανιζόταν διακριτικά, αλλά όλο και πλησίαζε κοντά του, όταν μιλούσε με τη Μάρθα στην είσοδο, μήπως πιάσει καμιά κουβέντα. Αλλά άκουγε σκόρπιες κουβέντες, και έτσι δεν μπορούσε να σχηματίσει εικόνα για την κατάστασή του. Ο πατέρας είχε φωτεινό μέτωπο, η μητέρα συνοφρυωμένο. Ο πατέρας ήταν προσιτός και ευπροσήγορος. Η μητέρα υπολόγιζε τις σκέψεις της και δεν ξεστόμιζε τίποτα χωρίς να το σκεφτεί δυο φορές, όσες ακριβώς σκούπιζε την μύτη του Ιάσονα. Όλοι είχαν και ένα στόμα, μια γλώσσα που σαν το χέλι γλίστραγε και κρυβόταν μέσα στο στόμα. Μια σπηλιά και δόντια ολόγυρα.

Kώστας Ξ. Γιαννόπουλος, Ο επιζών, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Εύμαρος 2019

Πίνακας: Timothy Chapman

 

Βασιλική Γεροκώστα, Περί βαδίσματος

.

ΠΕΡΙ ΒΑΔΙΣΤΙΚΗΣ ΑΦΗΡΗΜΑΔΑΣ Ι
Άλλοτε, όταν γράφω νοητά ποιήματα, είμαι εντελώς αφηρημένη άλλοτε εντελώς συγκεντρωμένη. Υπάρχει και στην αφηρημάδα κάποια συγκέντρωση, αλλά δεν καταλαβαίνω ακόμα ποιο είναι το καλύτερο: η αφηρημάδα ή η συγκέντρωση; Νιώθω πως η υπερβολική συγκέντρωση προκαλεί μιαν αναγκαστική αφηρημάδα και η τέλεια αφηρημάδα δεν υπάρχει. Η αφηρημάδα πάντα τελειώνει σύντομα κι έτσι θα μένει ελλιπής. Δεν υπάρχει ο τέλεια αφηρημένος άνθρωπος. Αν τον φτιάξω, ίσως είμαι εγώ.
Ο τέλεια αφηρημένος άνθρωπος, θα είναι δύσκολο για όλους να πουν αν είναι ένας ευτυχής ή απόλυτα δυστυχής άνθρωπος. Ο τέλεια αφηρημένος άνθρωπος δεν μπορεί να θεωρηθεί. Δεν μπορεί καν να αγαπηθεί. Είναι το απόλυτο κενό σε μια ιστορία εγκλήματος.
Φέγγω όσο μπορώ τον τέλεια αφηρημένο άνθρωπο.

ΠΕΡΙ ΒΑΔΙΣΜΑΤΟΣ ΙΙ
Νέος αλλοδαπός περιηγητής εις Αθήνας, βαδίζων ταχύτατατα, αφηρημένος, με το μέτωπο προτεταμένο και το βλέμμα ωσάν να βλέπει-δε βλέπει, επιθυμών να εισέλθει εις κατάστημα ορειβατικών ειδών, νομίζων ότι θα εισέρχετο εντός καταστήματος, προσκρούει συνοδεία τρομερού βόμβου εις παχείαν υάλινον βιτρίναν, εις την οποία αφήνει σημάδι εμφανές από 20 περίπου μέτρων. Ο υάλινος τοίχος εταρακουνήθη και οι υπάλληλοι του καταστήματος ακούοντας τη σφοδρά εκ του θορύβου σύγκρουση σπεύδουν να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες εις τον πονεμένον πλέον νέον που κείτεται εις τα μάρμαρα, αρκούντως ζαλισμένος και ιλαρός ως σπάνιο είδος πανίδος πολικής.

ΠΕΡΙ ΒΑΔΙΣΜΑΤΟΣ ΙΙΙ
Ολόλευκη κοντή γραία κινουμένη σε πλήρη για την ηλικία της ταχύτητα, μην κοιτάζοντας πού πηγαίνει και έχουσα την κεφαλή πλαγιασμένη και εντελώς προτεταμένη, προσκρούει το κρανίο της στην κοκάλα του ώμου μου με γδούπο και τέτοια δύναμη ώστε για 43 λεπτά της ώρας αισθανόμουν το χτύπημα ακριβώς όπως το πρώτο δευτερόλεπτο που έγινε. Μου παρεκάλεσε να την συγχωρώ, ενώ σκεφτόμουν πόσο απίστευτα βαρύ είναι το κεφάλι μας όταν τρέχει μόνο του μπροστά.

ΠΕΡΙ ΒΑΔΙΣΜΑΤΟΣ ΙV
Δεν λέμε για έναν άνθρωπο που απλώς περπατάει ότι ισορροπεί, αλλά γι’ αυτόν που τα πόδια του στηρίζονται σε δύσκολο, μικρό σε έκταση, δυσμορφικό σημείο. Διότι είναι ευγενώς δοσμένο από τη ζωή να μπορεί ο άνθρωπος στο ίσιωμα να περπατάει. Υπάρχουν όμως οι ρημαγμένοι που δεν τους δόθηκε ορθώς άθικτο το σημείο της απλής ισορροπίας και το να περιπατούν ακόμα και στο ίσιωμα είναι θέμα ακραιφνούς προσπάθεις και πραγματική ακροβασία. Τέτοιοι είναι άνθρωποι εξωστρακισμένοι στο χάος, διότι μια πιο κοντινή εξορία θα ήταν επικίνδυνη επιστροφής. Αυτοί, λοιπόν, είναι άξιοι σιροπιαστών ισορροπιστικών λόγων.

ΠΕΡΙ ΒΑΔΙΣΜΑΤΟΣ ΑΡΚΟΥΔΑΣ V
Τις αρκούδες πολύ τις θαυμάζω, πιο πολύ από όλα τα ζώα. Δηλώνω φανατική θαυμάστρια, κυρίως του βαδίσματός της: πατάει πρώτα καλά το έξω μέρος του ποδιού κι ύστερα το μέσα, κι έτσι το σώμα από το βάρος ταλαντεύεται πιο ωραία κι από βάρκα κι από κώλο. Γεμάτο πάτημα, δυνατό, ξέρεις σίγουρα που έχει πατήσει. Είναι ψηλή, χοντρή, μοναχική: ό,τι μου χρειάζεται. Επίσης της αρέσουν τα ψάρια και τον χειμώνα σιγά μην κάθεται να κρυώνει. Την πέφτει για ύπνο και μια χαρά. Πολύ μου πάει, βρίσκω. Προσοχή: θηλυκιά αρκούδα μου πάει, όχι αρσενική, διότι οι αρσενικές άμα λάχει, λέει, τρώνε τα παιδιά τους. Μην ξεχάσω να πω για τον λαιμό, τόσο χοντρός και στιβαρός! Όταν πατάει το πόδι, νιώθεις πως πατάει κι αυτός, τέτοιος λαιμός! Μόνο του βίσωνα είναι πιο δυνατός. Η αρκούδα παίζει πιο πολύ από όλα τα ζώα, πάει να πει φχαριστιέται. Το βασικό ελάττωμα είναι ότι ζει λίγο, καμιά 25αριά χρονάκια, γι’ αυτό τελικά θα προτιμήσω τη χελώνα.

.

Πίνακες: Bασιλική Γεροκώστα, 2013

 

Iφιγένεια Σιαφάκα, Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν, κριτική Κ. Λουκόπουλος, Περιοδικό περί ου

Κριτική Κ. Λουκόπουλος, Περί ου

 

 

Στην ποιητική κατασκευή Σκαντζόχοιρος με Παπιγιόν (Ποίηση σε πέντε πράξεις και αυλαία) της Ιφιγένειας Σιαφάκα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε έναν – σπάνιας καλαισθησίας – τόμο, από τις εκδόσεις Σμίλη, η ποιητική διάθεση διαχέεται σε πρόζα και θεατρικούς μονόλογους από τη μια, καθώς και σε αμιγή ποιήματα με υπερρεαλιστικές αιχμές, από την άλλη, τα οποία όμως ποιήματα, επιστρέφουν ορισμένες φορές μιαν εξαιρετική νατουραλιστική ένταση σε σημείο να δίνουν την αίσθηση πως είναι ξεκομμένα από το corpus του κειμένου. Η αίσθηση είναι πάντως πρόσκαιρη, διότι σε δεύτερη ανάγνωση φαίνεται να λειτουργούν εντός πλαισίου ισχυρά, σε ένα επίπεδο ασυνείδητου (που ενδεχομένως εξηγείται μέσω μιας σχεδόν εμμονικής επιθυμίας της ποιήτριας, γνωστή από προηγούμενες δουλειές της –ποιητικές ή μη–, να ασχοληθεί με γνωστικά αντικείμενα που σχετίζονται με την ψυχανάλυση). Η θεατρική δομή, ενώ δίνει την εντύπωση αυτόματης γραφής και βρίθει πληροφορίας και ατμόσφαιρας, στην ουσία λειτουργεί ως μοχλός που «καθαρίζει» την ποίηση από το μεταφυσικό της περιεχόμενο: ένα μαντρικό ισότονο, επάνω στο οποίο αναπτύσσονται οι αξιόλογες ποιητικές ιδέες. Τα πρόσωπα (ο αγέννητος Ορέστης, ο Ορέστης, η Γριά και η Θέλμα) όσο και αν μοιάζουν δανεισμένα από συμβατικές θεατρικές δομές, π.χ. την αρχαία τραγωδία (και πιο συγκεκριμένα την Ηλέκτρα του Σοφοκλή), το θέατρο του Παραλόγου (έναν νεωτεριστικό, φλύαρο Ιονέσκο που αναπτύσσεται πάνω στην απουσία διαλόγων ενός μπεκετικού υπόβαθρου) ή τους σπαρακτικούς μονολόγους της Σάρα Κέιν, ενσωματώνουν στην πράξη  και παγιοποιούν τις ίδιες τις δομές, επιπλέοντας διακριτά και αυτόφωτα μέσα στον υπερρεαλιστικό κατάμαυρο ποταμό της ποιητικής ροής, ενώ ταυτίζονται ταυτόχρονα με το ποιητικό υποκείμενο· μετατρέπονται σε αφορμές να εκτεθεί ένας αγώνας αίτιου-αιτιατού δίχως νικητές και νικημένους. Κι ας μην αναφερθώ, σχεδόν, καθόλου στην αραχνοειδή υποδομή της αφήγησης, που σε αρπάζει στον ιστό της και σε καταπίνει έως και σε χωνεύει, αναλόγως των αντοχών και της ενδοτικότητας που παρουσιάζεις κατά την ανάγνωση. Δύσκολα βέβαια θα μπορούσαν να παιχθούν τέτοιοι ρόλοι σε μια θεατρική σκηνή διατηρώντας για τον θεατή-ακροατή μια υποτυπώδη αίσθηση πλοκής, παρόλα αυτά δεν παύει κάτι τέτοιο να αποτελεί μια πρόκληση. Ταυτόχρονα η ποίηση εκπορεύεται από παντού, τριζάτη, αφαιρετική (με τις εμφανείς συγγένειες που παρουσιάζει η γραφή της ποιήτριας με τις εθνικές της υπερρεαλιστικές καταβολές ενός Κακναβάτου ή ενός Παπαδίτσα, για να μην αναφερθώ σε άλλες επιρροές διακειμενικές ή μη, ο κατάλογος δεν θα είχε τέλος), μα στη βάση της λαγαρή σαν τραγούδι. Ορισμένες φορές τα μέτρα της –η μουσικότητα του κειμένου και οι λεκτικές ισορροπίες– είναι θαυμαστά. Για μένα αυτό είναι ένα σημείο εντυπωσιακό σ’ ένα έργο που μπορεί κάποιος με ευκολία να απορρίψει ως ένα ανούσιο κατασκεύασμα αυτόματης γραφής. Θα έχει χάσει τότε την ευκαιρία να αναμετρηθεί με φόρμες πειραματικές (οι οποίες όμως διατηρούν την αυστηρότητα των κανόνων τους και λειτουργούν ως τέτοιες δομημένες, σχεδόν, επιστημονικά). Εάν, και κατά πόσον, όλο αυτό λειτουργεί παρέχοντας αναγνωστική απόλαυση, είναι θέμα, φυσικά, προσωπικό, καθώς πρόκειται για ένα δύσκολο βιβλίο, που απαιτεί από τον αναγνώστη πολλαπλές αναγνώσεις, συγκέντρωση και αφαίρεση ταυτόχρονα, και μια, σχεδόν, ερευνητική  περιέργεια προς όλα του τα συστατικά· αποζημιώνει όμως με μια επίγευση καθαρής και ενορατικής –θα έλεγα– λογοτεχνίας, μέσα στα όρια των συνθηκών που θέτει χρόνια τώρα η δημιουργός ως αρχές της τέχνης της (και που –στο κάτω κάτω– τη διαχωρίζουν, μα και την καθορίζουν). Δείγμα γραφής (θαυμάστε μέτρα):

ΒΙΝΥΛΙΟ

Ρέει μελάνι από την κούπα ης σουπιάς
ο Αχέροντας πικρός ρίγη σε κάτοπτρα αειθαλή
στο ταβερνείο του μας πίνει
Η δαντική βελόνα αλυχτά για μουσική
στη βαρκαρόλα της στροφής
και για κουπί, από την κρούστα μέσα μας,
μια τρύπια φτέρνα o Κέρβερος
στο στόμα του σκεβρώνει και τη φτύνει
Γαβγίζει το λυκαυγές στην κουπαστή
κι ένας ζεϊμπέκικος κισσός
ανδρώνει ήλους μελανούς
τυφλός ο ξένος μέσα ν’ανατείλει

 

 

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν: κριτική της Δ. Δημητριάδου, Οδός Πανός, τχ 185

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν

Ι.

Στην κάμαρα σκοτεινιάζει. Ήχος από σαξόφωνο,κάπου μακριά. Ένας άντρας φωτίζεται απαλά από έναν προβολέα. Είναι μεσήλικας γυρτός μέσα στο μαύρο του παλτό κάθεται στην καρέκλα ενός στρωμένου τραπεζιού. Κόκκινο τραπεζομάντιλο, τρία πιάτα, δυο θέσεις αδειανές,μία καράφα με νερό, ψωμί. Ο άντρας, που ονομάζεται Ορέστης, αναδιπλώνεται σαν σαλιγκάρι απ’ το κρύο, σηκώνει τον γιακά και γέρνει το κεφάλι. Ίσως προσεύχεται ή εξευμενίζει οπτασίες. Ήχος μουσικής σταδιακά κυκλώνει τη σκηνή. Προστίθεται κι ένα βιολί. Η πόρτα που βρίσκεται στην πλάτη του ανοίγει. Αργά. Μία γριά γυναίκα, που θα την αποκαλούμε γριά και μόνον, φορώντας λευκό χιτώνα, ξεθωριασμένη απ’ τους αιώνες, τον κοιτάζει. Στο πρόσωπό της η συγκίνηση ευδιάκριτη. Σέρνεται προς το μοναδικό παράθυρο που διαθέτει το δωμάτιο για να βρεθεί στη δεξιά πλευρά του άντρα. Αυτός δεν έχει αντιληφθεί την παρουσία της ακόμη. «Η λίμνη! Η λίμνη και η στάχτη!» φωνάζει η γριά, κι ανοίγει το παράθυρο. Φέρνει σ’ έκταση τρυφερή τα χέρια, για ν’ αγκαλιάσει την ομίχλη που ορμάει στο δωμάτιο, ψελλίζει σαν να κρατάει τον ρυθμό με κομποσκοίνι: «Φως σπόρων ώριμου ροδιού στην κάμαρα αργοκυλάει,ξαπλώνεται στο πάτωμα από ξύλο» Στρέφεται γύρω απ’τον εαυτό της, λες κι άλλοτε προσπαθεί να θυμηθεί, άλλοτε να δαμάσει μιαν ανάμνηση: «Σ’ ένα κρεβάτι σφάγια εραστών γλυκοφιλούν τα νέα της ημέρας. Η λίμνη παφλάζει το κύμα και τ’ αστεία τους στους τοίχους, στο τραπέζι, στο ρολόι. Ο λεπτοδείκτης μετράει τις στιγμές, μετά τις απουσίες. Ένα βιολί σπαράζει συγχορδίες στις κουρτίνες κι έγκυος άνεμος γοργά φουσκώνει την κοιλιά τους. Αχ,μανούλα μου, η λίμνη και ο άνεμος! Toύτος ο αέρας είναι πελιδνός κι αρσενικός… δες πόσα αρώματα από άνοιξη εκσπερματώνει στην ομίχλη!» Ομίχλη και ήχος από πιάνο τυλίγουνε το σπίτι. Κάθεται σ’ ένα βελούδινο κόκκινο σκαμπό μπροστά απ’ το παράθυρο. Λευκές τούλινες κουρτίνες αιωρούνται από έναν αέρα ξαφνικό. Νιφάδες στάχτης στο δωμάτιο. Ένα εκτυφλωτικό φως αναδεικνύει το τεράστιο ρολόι τοίχου που βρίσκεται δίπλα απ’ το παράθυρο. Είναι λευκό και στρογγυλό. Για δείχτες έχει οστά στο χρώμα της σκουριάς. Η αριστερή πόρτα, απέναντι απ’ τον άντρα, φωτίζεται, ανοίγει. Έρχεται μία γυναίκα που τη λένε Θέλμα. Φωτίζεται από το ίδιο διάφανο μπλε φως. Φοράει ένα ψάθινο καπέλο κι ένα λευκό ταγιέρ. Δεν είναι μεγάλη σε ηλικία, μόνο πρόωρα μάλλον γερασμένη. Στο ένα χέρι κρατάει μία τσάντα ψάθινη μ’ ένα κοκάλινο χερούλι και στο άλλο ένα λουλούδι. Δεν μας ενδιαφέρει τι λουλούδι. Ένα λουλούδι. Ήχος από σαξόφωνο, βιολί. Βαδίζει προς τον άντρα και μιλάει.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν, Ποίηση σε πέντε πράξεις με αυλαία, απόσπασμα από την Πρώτη Πράξη, Εκδόσεις Σμίλη 2019.

Πίνακας:Juan Martinez

.

 

 

 

Nιόβη Ιωάννου, Με τρόμο

Μέσα στα κόκκινα σπουργίτια
διψούσε
η φωνή της
δυο αγκάθια ουρανός
καρφωμένα στον φάρυγγα
από τα μάτια
το σκοινί
ερχόταν με τρόμο
δάγκωνε ο αέρας
τη μαύρη γριά
που γελούσε
ο τρελός
κερνούσε κρασί απ’ τις χούφτες του
κι η μουσική έσερνε
ένα πεθαμένο ποντίκι
σ’ εκείνο το δέντρο
που δεν είχε σκιά
κάποιος επέμενε
να ξεχνά
την καρέκλα του

Nιόβη Ιωάννου, Με τρόμο, από την ποιητική συλλογή Εις άτοπον, Μανδραγόρας 2017

Πίνακας: Vania Comoretti

.

 

Αθηνά Τιτάκη, Αρχαία τραγωδία

.

Στην κούρνια επικρατεί συνωστισμός, φτερά και νύχια, μια φαντασία πως ξημερώνει. Ένα τίναγμα του κεφαλιού και πάλι μέσα. Όχι ακόμα, ας κοιμηθούμε. Έτσι κι αλλιώς θα μας ξυπνήσει το σκουλήκι. Στην τρύπα του κρύβεται η πείνα μας, ίδια με της κυράς που θα τροχίσει το μαχαίρι.
Ας περιμένουμε λοιπόν, κλειστά τα μάτια. Αργά ή γρήγορα θα έρθει κι η σειρά μας. Τιμητικά θα πουν πως χύλωσε η σούπα, κι ό,τι πληρώσαμε με σάρκα θα χαθεί, σ’ ένα νερό που μας διδάξαν αγιασμένο. Εμάς, που δεν μας χάιδεψε κανείς όπως τους σκύλους, όπως τη γάτα.
Θα ’ναι που η απαλότητα τσιμπά σαν μια δοκιμασία, γι’ αυτό την αποφεύγουνε οι άπληστοι. Ρουφούν, απολαμβάνουνε, σκοτώνουν. Κι αυτό δεν έχει τέλος –πέρα από κάθε επινόηση.

Ακόμα κι αν αναρωτηθείς
Πόση Απειλή βαστούν οι πετεινοί νωρίς πρωί όταν κρώζουν.

Αθηνά Τιτάκη, Αρχαία τραγωδία από τη συλλογή Ενενήντα εννιά σφυγμοί κι ένας κορέκτορας, Εκδόσεις Μανδραγόρας 2019

Πίνακας:Daria Petrilli

.