RSS

Έλενα Ακανθιάς, Το δόντι του καρχαρία

Τόσες προσπάθειες για να με πάρει ο ύπνος και ακόμη τίποτε. Καλά που έχω τα στιχάκια μου και εκτονώνομαι. Σε δύο λεπτά, βέβαια, δε θα υπάρχουν. Σπουδαία ανακάλυψη η σβήστρα. Όχι γομολάστιχα, ρε! Σβήστρα! Να το λες και να γεμίζει το στόμα σου. Αυτό δεν είναι λέξη, είναι η πορνογραφική συνεύρεση των συμφώνων. Σβ στρ, σβ στρ, σβ στρ. Σαν πέντε φαλλοί να παρελαύνουν. Μυώδεις και αρρενωποί. Ιθύφαλλοι, εντεταμένοι. Ε; Δεν νιώθεις μια ανάταση; Ένα κάτι; Μια ανύψωση τρίχας, ρώγας, κάτι, βρε παιδί μου; Βάλε και τα φωνήεντα ανάμεσα σαν ανοιχτά αιδοία, πρώτα το «η» και έπειτα το «α». Έχει σημασία η σειρά. Το «η» έχει μια έκπληξη και μια συστολή, έναν θαυμασμό και κάτι από δέος. Το «α» έχει δωρική επέλαση που λήγει σε απόγνωση και τελικά σε ανακούφιση, και όλο μαζί ανταυγάζει μια κεκαλυμμένη ηδονή. Εγγυημένο κάμα σούτρα αλφαβήτου. «Σβήστρα». Σπουδαία λέξη, ιδιοφυής. Λέξη απειλή. Τη μια υπάρχεις και την άλλη όχι· και το χειρότερο, ενώ κάποτε υπήρξες, έστω, όπως υπήρξες. Όταν ο Θεός έφτιαξε την Εύα, η πρώτη λέξη που της είπε ήταν αυτή: «Σβήστρα». Φυσικά, ύστερα της έμαθε και την υπόλοιπη τη φράση: «Κάτσε καλά, γιατί αλλιώς… σβήστρα θα σου ’ρθει στη ζωή».

Έτσι γίνεται πάντα στην εκμάθηση. Μαθαίνουμε ν’ αναγνωρίζουμε το μέρος και μετά το εντάσσουμε στο όλο. Για την ισόρροπη ανάπτυξη των ατόμων και για την αρμονική ένταξή τους στον κόσμο. Για τη μετέπειτα διάδρασή τους με τον περιβάλλοντα χώρο και τη συμμετοχή τους ως παραγωγικές μονάδες στο σύνολο. Για την ψυχοσυναισθηματική καλλιέργεια, την ανάπτυξη των διανοητικών και σωματικών δεξιοτήτων, την πνευματική, κοινωνική και ηθική ολοκλήρωση του αντικειμένου. Συγγνώμη, υποκειμένου. Αμήν! Την έφτιαξε λοιπόν απ’ το πλευρό του Αδάμ ως «συζυγική κοτολέτα», της έκανε μια ταχύρρυθμη εκπαίδευση, γιατί ως ξύπνιο κορίτσι πολλά δε θέλει για να καταλάβει, και την παρέδωσε στον Αδάμ. Εντάξει. Έλα τώρα εσύ στη θέση της. Μόνο δυο πράγματα να έχεις ως εφόδια και προίκα για να ξεκινήσεις τη ζωή στον νέο τούτο κόσμο. Και δίπλα στον Αδάμ. Δύο δεδομένα μόνο.

Έλενα Ακανθιάς, Το δόντι του καρχαρία, νουβέλα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016

Αrtwork:Tricia Scott

.

 

Νίκη Τρουλλινού, Ουρανός από στάχτη

Διάλειμμα,  στην αυλή, φυσάει βοριάς, το κορίτσι στέκεται προσοχή και το αγόρι τεντώνεται, με το δείχτη του χεριού προσπαθεί να βγάλει από το μάτι της τη σκόνη; το πετραδάκι; Τα κορμιά τους κοντά, απέναντι, ευλογημένος ο σκονισμένος άνεμος. Πώς το λένε οι διανοούμενοι, να δεις, αναστοχασμός, να μηρυκάσω, το λέω εγώ. Αμάσητη τροφή καταπίνεται, θέλεις το χρόνο σου να τη φέρεις πάλι από τα άρρωστα στομάχια, τα χαλασμένα έντερα, το χαζό κατσίκι τραβάει στη σκιά του βράχου και μηρυκάζει, αναμασάει, λες κι έχω κλειστεί μαζί σου στο αεροδρόμιο ή στην πόλη με αυτό το ασφυκτικό συναίσθημα του αποκλεισμού, οι προσχώσεις του παρελθόντος αποδεικνύονται πολύ σαθρό έδαφος, φερτά υλικά από χείμαρρους και μπαζωμένα ρέματα,  κολλήσανε χωρίς να με ρωτήσουν, πάτησα πάνω τους, τώρα τρεκλίζω, τρεκλίζουμε μαζί. Και η όμορφη από την γκαλερί στη Sablon πρέπει να κερδίσει το χώρο της, μην την αφήσεις να σου φύγει, άκουσες; Θα είναι μεγάλη βλακεία, προλαβαίνεις να κάνεις παιδί στα πενήντα σου όπως ο σοφός Δράκος πατέρας σου, άλλωστε η δουλειά της ταιριάζει στο προφίλ του στελέχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σωστά; Όχι εμένα που προτιμώ να τριγυρνάω στη La place du jeu de Balle στη σκιά του Palais de Justice – εκεί δεν βρίσκεις πράγματα αξίας, μου είπες… Είναι σχετικό το πώς βλέπει καθένας μας την αξία. Παλιές καρτ ποστάλ, αυτό ψάχνω, με καλλιγραφικά γράμματα, έρωτες και σπαραξικάρδια μηνύματα του δέκατου ένατου αιώνα, πεζικάριοι και ιππείς εξορμούν στις πεδιάδες  της γηραιάς Ευρώπης υπό τους ήχους του εμβατηρίου Ραντέτσκυ και ’γω με κάτι παμπάλαια μαχαιροπίρουνα ρημαγμένων μοναστηριών στην αγκαλιά: θα καλέσω σε δείπνο την παραμυθία της μνήμης· να η αξία.  Και κοίτα, δεν μ’ ενδιαφέρει αν συνεδριάζει ή δεν συνεδριάζει η επιτροπή σου εκεί στο περίφημο κτίριο του Berlaymont.

Άσε με εμένα στις καρτολίνες μιας άλλης Ευρώπης με όνειρα, ξέρεις,  δερμάτινες βαλίτσες ανοιγμένες στο χρόνο, πωλητές να ζυγιάζουν με μάτι έμπειρο τις ζωές των άλλων πίσω από τις λέξεις της απόστασης και της απώλειας, όταν το ταξίδι μπορεί να είναι και απώλεια,  γραμματόσημα και σφραγίδες Ταχυδρομείων να μαρτυρούν τους αιώνες, τα νέα γραμμένα με κονδυλοφόρο, μελάνι και τα χρειαζούμενα, εκείνο το στυπόχαρτο πόσο καλά έκανε τη δουλειά του, στιγμές της Ιστορίας φωτογραφημένες με τζουμ ταρα- τατζούμ, ανίδεες τάχα μου, και υποκρινόμενες τις αθώες,  Αγαπητή μαμά, μια μεγάλη καλημέρα από την καταραμένη ετούτη χώρα της Ανατολής…   ή τα πιο δύσκολα,   Αγαπητοί γονείς, πέρασε ήδη ένας μήνας που εγχειρίστηκα και  πάνε τρεις μόνο μέρες που δεν υποφέρω. Από την εγχείρησή μου δεν απομένει παρά η παραλυσία του νεύρου του δεξιού μου χεριού, δεν έχω πια τη δύναμη να κρατήσω την πένα, αλλά σιγά σιγά…   και  οι πολιτείες, λιμάνια, ποτάμια, πάρκα και βουλεβάρτα, πλατείες και γεφύρια, παραλίες και νοσταλγικές κυρίες με ομπρελίνα, ξενοδοχεία με μοναχικούς ανθρώπους, είναι ίσως εκείνοι που στέλνουν τις περισσότερες κάρτες, και ερωτευμένοι, και στρατιώτες εκστρατευτικών σωμάτων, Δεσποινίς, ειλικρινά δεν νομίζω ότι έκανα κάτι ανάρμοστο αποφασίζοντας να σας γράψω, και ο κύριος πατέρας σας θα μπορούσε κάλλιστα να διαβάσει την κάρτα μου, χωρίς να βρει τίποτε το μεμπτό… Αν, εντούτοις, υποχρεωθείτε να σταματήσετε την αλληλογραφία μας, δεν θα μου μένει παρά να υποκλιθώ σ’ αυτή την ανώτερη βία, με μεγάλη μου, ωστόσο, θλίψη, Salut de Constantinople, Mardi 19/4/1894, ποιος πόλεμος, ποια ακυρωθείσα Συνθήκη είχε φέρει τον ερωτευμένο μου ως εκεί;

 

 

Συνεχίζω: λυπήθηκα πολύ που φεύγοντας δεν σε είδα, γράψε μου, από την Βιέννη στη Θεσσαλονίκη του χίλια εννιακόσια είκοσι εφτά. Από την Αμβέρσα του χίλια εννιακόσια είκοσι τρία, Νικόλαος Χατζή Θωμάς και Σεφερτζής και Ταγαράς, Rue Sainte Sophie, κράτησα τα ίχνη όλων αυτών των χεριών που τις έγραψαν, τις έστειλαν, τις κράτησαν; Αμφίβολες ιστορίες, το ξέρω, αφηγήσεις μιας ηπείρου που υπήρξε φωτεινή και σκοτεινή μαζί – αυτό, το δεύτερο,  θέλεις να αποφύγεις;
Θέλω να μ’ αφήσεις να δουλέψω, αυτό, μπορείς;
Γουάου!!! άνοιξες πάλι το σημαδάκι που έχει το όνομά μου; είσαι στη γραμμή; Τι ωραία!!!! Οι κλεισμένοι ουρανοί είναι μιας πρώτης τάξης ευκαιρία εσύ και οι όμοιοί σου να αναμασάτε σαν τα συμπαθή τετράποδα, Τηλέμαχε! Κοίτα τους, έχουν διασχίσει τους χρωματιστούς διαδρόμους, έχουν μπει στο γραφείο σου, χαιρετούν κλπ… γραβάτα ακριβή για την περίσταση, αν και το casual έχει κερδίσει τελευταία την προτίμηση των γραφειοκρατών της ομοταξίας σου,  ήρθαν με τρένο από το βορρά του βορρά, τουλάχιστον αυτοί, οι άλλοι στην οθόνη, ανοίγουν οι φουσκωμένοι χαρτοφύλακες, πολυσέλιδες εκθέσεις in vitro αναλύουν τα δεδομένα της οικονομικής κατάστασης τάδε και τάδε, προτείνεται δε… μα φυσικά και δεν συμφέρει ο δημόσιος τομέας, αγαπητέ μου, λειτουργικές και δημοσιονομικές αστοχίες, οι καλεσμένοι σου θα αποχωρήσουν (η επιταγή για το έργο τους πότε θα εισπραχθεί;), η σφαγή θα ξεκινήσει μόλις αποδεχθείς την εισήγησή τους και τη σπρώξεις προς τους πάνω ορόφους… σε κείνους άλλωστε που την είχαν παραγγείλει,   διάβολε, πρέπει και να δικαιολογούμε τις προληφθείσες αποφάσεις – αλλιώς τι τεχνοκράτες είμαστε; N’ est-ce pas?

Περίληψη του μυθιστορήματος

Το ισλανδικό ηφαίστειο με το παράξενο όνομα ξερνάει τις στάχτες του στους ουρανούς της Ευρώπης. Απρίλης 2010. Ο Τηλέμαχος, τεχνοκράτης των Βρυξελλών, αποκλεισμένος στην καρδιά της Ευρώπης, η Θάλεια, φιλόλογος σε δημόσιο σχολείο των  Εξαρχείων, σκυμμένοι οι δυο τους, ενωμένοι οι δυο τους σε λογής πληκτρολόγια, σκαλίζουν μυστικά και ψέματα. Τα δικά τους και των άλλων. Μαζί τους, να τους συντροφεύει, το ημερολόγιο της γιαγιάς Αργυρής:  το Ηράκλειο του μεσοπολέμου, τα χωριά του κάμπου –  οι ρίζες των μυστικών τους. Η ιστορία της οικογένειας δεμένη με την ιστορία του τόπου. Όταν οι ουρανοί και τα αεροδρόμια  ανοίγουν,   η Ελλάδα μπαίνει στην «εποχή του ΔΝΤ». Άλλες επιλογές, άλλες αποφάσεις. Ποιες, αλήθεια; Και πώς;. Και κυρίως: όλα αυτά μπορούν να κτίσουν το μυθιστόρημα που η Θάλεια ονειρεύεται να γράψει;

Νίκη Τρουλλινού, Ουρανός από στάχτη, μθστρ., προδημοσίευση.

.

 

 

 

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Δωμάτιο με θέα

 

Ο ποιητής κοιτάζεται στα πράγματα μέσα στο σπίτι· η φύση του σπιτιού ξέρει ν’ αλλάζει συνεχώς·  πέφτουν καρέκλες και τσακίζονται, πηδάνε άλογα στις πολυθρόνες. Οι νύχτες βόσκουν στα πατώματα. (Aν τις ταΐσεις ποιήματα θα χορτάσουν;) Λάμπα μου, φέξε, το σώμα μου κόβεται σε πολλές λέξεις, οι λέξεις βγάζουν τα ρούχα τους. (Τη νύχτα που πέθανε ο ποιητής Τάσος Δενέγρης, ήρθε στον ύπνο μου και μου είπε: Τα ποιήματα είναι σκιές των δασών).

Η όραση συνήθως αυταπατάται; Ο Μπόρχες νομίζω θα έλεγε: η όραση είναι βιβλιοθήκη· ομοίως κι αυτή περισυλλέγει το ένα το άλλο. Πολλές φορές όμως γλιστρά και φεύγει χωρίς να βλέπει αυτό που συμβαίνει. Μια βιβλιοθήκη δεν είναι βοσκός αλλά δοχείο με φτερουγίσματα. Όμως το ζητούμενο, η σοφία, πάντα εχθρεύεται τα τοπία της σκόνης· ζει κρεμασμένη σε μια αιώρα που δεν περιμένει τον κουνιστή της αλλά την αδαμάντινη χαρά τού ουδέν οίδα).

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Δωμάτιο με θέα (Περί αισθηματικής αγωγής) από το Το μηδέν σε φωλιά, σελ. 64,  εκδόσεις Γαβριηλίδης 2018

Πίνακας: Gian Paolo Dulbecco

 

Χριστόφορος Λιοντάκης, Συνασθροισθέντες ενθάδε

1

Φυσούσε το παράθυρο στο θαλασσάκι
στο μπαμπάκι και λίγο προς το μάρμαρο.
Στα χέρια του χειρούργου
η σύριγγα άνθος τροπικό
αναπνέει γαλάζιες φλόγες.

6.

Φως ιλαρό μα κόπηκε στη μέση.
Ακροβάτησαν οι ίσκιοι
κι ένα κλαδί βασιλικός
χειρονομεί στον τοίχο·
λιμνάζουν οι φωνές
στα μαύρα ανοίγματα του ασβέστη.

8

Ασπράδι αυγού το παρελθόν.

Χριστόφορος Λιοντάκης, Συνασθροισθέντες ενθάδε, από τη συλλογή Ο Μινώταυρος μετακομίζει (Ο χάνδαξ), Ποιήματα 1982-2010, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015

Πίνακας: Kristin Vestgard

 
Video

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II

.

H δεσποινίς Έρνα, που στην πραγματικότητα δεν του άρεσε και τόσο, ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και του χαμογελούσε πονηρά, σχεδόν φιλικά, αφήνοντας να φαίνεται το δόντι που της έλειπε. Παρ’ όλα αυτά ο Ες δεν έδωσε καμία σημασία στις διαμαρτυρίες της: «Kύριε Ες, σας παρακαλώ να βγείτε αμέσως έξω», κι έμεινε ατάραχος στη θέση του, κι αυτό το έκανε όχι μόνο γιατί, όπως οι περισσότεροι, ήταν ένας άντρας με ταπεινές ορέξεις, δεν το έκανε μόνο γιατί, όταν δύο άνθρωποι διαφορετικού φύλου συγκατοικούν από καιρό κι έχουν εξοικειωθεί, σχεδόν δεν μπορούν ν’ αντισταθούν στους ανεξέλεγκτους μηχανισμούς του σώματός τους και υποκύπτουν σ’ αυτούς χωρίς  μεγάλη αντίσταση με τη σκέψη: «Τελικά, γιατί όχι;» δεν το έκανε μόνο γιατί διαισθανόταν ότι κι αυτή θα έπρεπε να έχει παρόμοιες επιθυμίες, έτσι που δεν υπήρχε λόγος να δώσει σημασία στις διαμαρτυρίες της, και σίγουρα δεν το έκανε μόνον εξαιτίας των ταπεινών ορμών του – έστω κι αν πρέπει να συνυπολογίσουμε τον αναπόφευκτο ερεθισμό που δημιουργεί στους άντρες το αίσθημα της ζήλειας και το οποίο το είχε νιώσει βλέποντας την κοπέλα να τρίβεται πάνω στον Γκέρνετ – αλλά και γιατί ο Ες θεωρούσε ότι η ηδονή, που οι άντρες την αναζητούν σαν να είναι αυτοσκοπός, εξυπηρετεί αντιθέτως έναν ανώτερο σκοπό, τον οποίο να και δεν είσαι σχεδόν σε θέση να τον μαντέψεις, ωστόσο σε κατακυριεύει, και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επιταγή να εξαλείψεις εκείνον τον μεγάλο φόβο, που εκτείνεται πολύ μακρύτερα από τα στενά όρια του εαυτού σου, έστω κι αν πολλές φορές μοιάζει να μη διαφέρει από αυτό που νιώθει ένας περιοδεύων εμπορικός αντιπρόσωπος όταν αναγκάζεται να κοιμηθεί μόνος σ’ ένα ξενοδοχείο μακριά από τη γυναίκα και τα παιδιά του: ναι, έστω και αν δεν διαφέρει από τον φόβο και τη φιληδονία του ταξιδιώτη που πλαγιάζει με την άσχημα και κάπως περασμένης ηλικίας καμαριέρα, καταφεύγοντας μερικές φορές σε σπαραξικάρδιες αισχρότητες και νιώθοντας συχνά ένοχη τη συνείδησή του.

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II, 1903, Eς ή η αναρχία, μτφρ.  Κώστας Κουντούρης, σελ. 53-54, Εκδόσεις Μέδουσα, 2006.

Φωτό: Joel Peter

 

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II

.

Ωστόσο τώρα αναγνώριζε ότι, αν το άθροισμα στις προσθέσεις των λογιστικών του βιβλίων έβγαινε τελικά σωστό, αυτό δεν θα ήταν παρά απλή σύμπτωση κι έτσι μπορούσε να παρατηρεί τα εγκόσμια σαν από ένα ανώτερο επίπεδο, σαν από έναν φωτεινό πύργο που ορθωνόταν σε μια πεδιάδα, αποκομμένος από τον κόσμο κι όμως αντικαθρεφτίζοντάς τον ανεμπόδιστα: και συχνά ήταν σαν όλα όσα είχαν διαπραχθεί και ειπωθεί και συμβεί να μην ήταν τίποτε άλλο παρά ένα προκαταρκτικό επεισόδιο πάνω σε μια αμυδρά φωτισμένη σκηνή, μια παράσταση που θα λησμονιόταν, γιατί δεν είχε πραγματοποιηθεί, κάτι περασμένο που δεν μπορούσες να το αδράξεις χωρίς να αυξήσεις την επίγεια οδύνη. Γιατί η ολοκλήρωση προσκρούει πάντα στην πραγματικότητα, ενώ ο δρόμος της νοσταλγίας και της ελευθερίας είναι ατέλειωτος και αιώνια αδιαπόρευτος, είναι στενός και σκολιός, όπως ο δρόμος του Υπνοβάτη, έστω κι αν είναι ο δρόμος που οδηγεί στην αγκαλιά της πατρίδας και στο λαχανιασμένο της στήθος […] Προχωρούσαν χέρι χέρι, έστω κι αν ο καθένας ακολουθούσε το δικό του διαφορετικό και δίχως τέλος δρόμο. Κι όταν τελικά παντρεύτηκαν και πούλησαν την ταβέρνα σε απίστευτα χαμηλή τιμή, αυτοί δεν ήταν παρά σταθμοί στον δρόμο των συμβόλων και ταυτοχρόνως σταθμοί στον δρόμο που προσέγγιζαν το ανώτερο και το αιώνιο, έτσι που, αν ο Ες δεν ήταν ελευθερόφρων, θα μπορούσε να πει ότι αυτός ο δρόμος ήταν θεϊκός. Όμως εκείνος γνώριζε παρ’ όλα αυτά ότι εδώ στη γη είμαστε όλοι αναγκασμένοι να πορευόμαστε με πατερίτσες.

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II, 1903, Eς ή η αναρχία, μτφρ.  Κώστας Κουντούρης, σελ. 250-251, Εκδόσεις Μέδουσα, 2006.

Φωτό: Raymond Depardon

 

 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Ενύπνια προς το τέλος

.

Βαθύ θέρος
το ζωντανό διάζωμα
που ξεχώριζε
τα ζώα στα παχνιά τους
αχνίζει.
Άλλα χρόνια τότε,
φέρναμε νερό στα χέρια
μεγαλώναμε κάτω από τις ελιές
βαραίναμε μπροστά
όχι στα καπούλια
και λέγαμε
του χρόνου του ορφανού
αδέρφι του είναι ο θάνατος.
Κι όσοι ακόμα βασανίζονταν
έδερναν έπειτα την κυρά τους
από αγάπη
λες κι ήταν αμαρτία το φύλο
κι όχι η σκατοψυχιά
δεν ημπορεί να σκληρύνει κι άλλο η ποίηση
για να τους χωρέσει
καθένας με το τομάρι του
να έρχεται να μεταλαβαίνει
και συγχώρεση
– αν είναι να λάβει –
να λαβαίνει από τα αποθαμένα του.

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Ενύπνια προς το τέλος από τη συλλογή Ενύπνια τα μεθεόρτια, Εκδόσεις Έναστρον, 2020

Πίνακας: Jeffrey Ripple

 

Χριστόφορος Λιοντάκης, Εν χάσματι χάσμα

.

Στέρνα ανάμεικτη οργασμό και αρρώστιες.

Γέροντες στην άκρη επιδεικνύουν τη φθορά τους
προκαλώντας το νυσταγμένο αγροφύλακα.

Στο παιχνίδι όπου σχεδόν πάντα
περίσσευα
παίζαμε γυμνόποδες μπάλα
την ουροδόχο κύστη του σφαγμένου ζώου·
δίπλα μια κλώσα γύμναζε
τα μικρά της στην τροφή.

Ω το ένστικτο της λήθης
στου παιχνιδιού τον απόλυτο χρόνο.

Χριστόφορος Λιοντάκης, Εν χάσματι χάσμα, από τη συλλογή Ο Μινώταυρος μετακομίζει (To χάσμα), Ποιήματα 1982-2010, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015

Πίνακας: Ann Siems

 

Ασημίνα Λαμπράκου, Solidago

..

Βρύα οι λέξεις να δείχνουνε χειμώνα
κι η γλώσσα τσόχα σε τραπέζι στοιχημάτων
το σ’ αγαπώ να σου πω γύρεψα πρωί
κι ήμουν παιδί
σε σχήματα που δεν γνώριζαν τα περιεχόμενα οι έννοιες
κι έγινα πλήθoς να ’ναι πολλά τα μάτια που σε κοιτάζουνε
να ’χει παρόν και μέλλον ο καθρέφτης στο μέσα της ψυχής

κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να δει τη φλούδα να γελά
όπως εγκαταλείπει το δέρμα στο σώμα που τη γέννησε

Πίνακας: Felice Casorati

 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Οι βέβαιοι άνθρωποι

.

Κι ήρθε η βουβή μπουρού
που τη νομίζαμε βραχνιασμένη

και μας έκλεινε
με τη σιωπή της
στο αιώνιο περίβλημα

από το χέρι με έπαιρνες
όπως όταν
ταΐζαμε τα πουλιά
στις γούρνες τους
με τον ζεστό θάνατο
και σημαδεύαμε στο χώμα
τους δροσερούς Αντήνορες
και τη λευκαύγεια του δάσους
μες στο χιόνι

δύο λέξεις ακούγονταν
μα ήταν πια
της άλαλης διαλέκτου

έξω παρασιτούσαν οι λαμνοκόποι
των συνεστιάσεων
λες και ξυράφιζαν τους βράχους
και στο πρόσωπό τους
μια χαλασμένη λάμπα
τρεμόσβηνε
σαν μια σκιά που έζησε
όσο έζησε
φορώντας φως

δεν με άκουγα να
απελπίζομαι
καθώς
οι βέβαιοι άνθρωποι
περνούσαν ένας ένας
κι έφτυναν

εμείς και με τα σάλια τους
θα πορευόμαστε

έχουμε υπάρξει και ταπεινοί
και σαλιγκάρια.

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος,  Οι βέβαιοι άνθρωποι από την ποιητική συλλογή  Ενύπνια τα μεθεόρτια, Εκδόσεις Έναστρον, 202

Φωτό: Jamie Heiden