RSS

Έρνεστ Χεμινγουέϊ, Στην προκυμαία της Σμύρνης

Το περίεργο ήταν, είπε, το πώς ούρλιαζαν κάθε βράδυ τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω γιατί ούρλιαζαν εκείνη την ώρα. Εμείς βρισκόμαστε στο λιμάνι και εκείνες ήταν όλες μαζεμένες στην προβλήτα και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Συνήθως στρέφαμε τον προβολέα επάνω τους για να τους κάνουμε να σταματήσουν. Πάντα έπιανε αυτό το κόλπο. Κουνούσαμε τον προβολέα πάνω κάτω ρίχνοντας το φως του πάνω τους δυο και τρεις φορές και εκείνες έπαυαν. Μια φορά ήμουν αξιωματικός υπηρεσίας στην προβλήτα και ένας Τούρκος αξιωματικός με πλησίασε έξω φρενών, επειδή κάποιος από τους ναύτες μας τον είχε προσβάλει πολύ άσχημα. Τότε του απάντησα ότι ο ναύτης επρόκειτο να σταλεί πίσω στο πλοίο και να τιμωρηθεί αυστηρά. Του ζήτησα να μου τον δείξει.  Μου έδειξε τότε τον βοηθό του πυροβολητή, το πιο άκακο παιδί. Είπε πως του μίλησε επανειλημμένα άσχημα και προσβλητικά· μου μιλούσε μέσω διερμηνέα.  Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ο βοηθός του πυροβολητή ήξερε αρκετά τούρκικα ώστε να μπορεί να  μιλά και με  προσβλητικό τρόπο. Τον κάλεσα και του είπα: «Μήπως  μίλησες σε κανέναν από τους Τούρκους αξιωματικούς;»
«Δε μίλησα σε κανέναν, κύριε».
«Είμαι σίγουρος», είπα, «αλλά καλύτερα γύρνα πίσω στο πλοίο και μην κατέβεις στο λιμάνι ξανά για το υπόλοιπο της ημέρας».
Έπειτα είπα στον Τούρκο ότι ο ναύτης διατάχθηκε να πάει πίσω στο πλοίο  και ότι θα τιμωρούνταν αυστηρά. Πολύ αυστηρά μάλιστα. Εκείνος καταχάρηκε με το γεγονός. Πόσο καλά φιλαράκια γίναμε!
Το χειρότερο, είπε, ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά μωρά. Ήταν αδύνατον να της πείσεις να αφήσουν τα νεκρά μωρά τους. Κρατούσαν  τα νεκρά μωρά τους εδώ κι έξι μέρες. Δεν τα άφηναν με καμία δύναμη. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε γι’ αυτό. Στο τέλος αναγκαστήκαμε να τους τα πάρουμε.

Έρνεστ Χεμινγουέϊ,  Στην προκυμαία της Σμύρνης, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Οκτασέλιδο + του Μπιλιέτου, τχ.84/2017

Artwork:Mirjam-Appelhof

 

Γιάννης Τσίγκρας, Τα βράδια

.

Τα βράδια δεν με δέχονται πια
τόσο μονάχο,
όσο μια νυχτοπεταλούδα στο φως
της λάμπας.
Τα βράδια ζητούν να μιλώ
μέσα από χωνιά γραμμοφώνων
ή τη φωνή σου, που την ξέχασες φεύγοντας,
βιαστικά,
πάνω στο κομοδίνο.

Artwork: Natalia Drepina

 

Βασίλης Καραβίτης, Τα πρωινά ως εφαλτήριο ελπίδων

.

Χάρμα οφθαλμαπάτης
στο διπλανό ακάλυπτο οικόπεδο
αυτή η τριάδα των αδέσποτων σκύλων
καθώς ξεκινάνε ομαδόν
σαν είδος τελετής την πρωινή τους βόλτα.
Ο δρόμος σχεδιασμένος τώρα στα μέτρα τους
με τα οικήματα σχεδόν κουκλόσπιτα
και τους κακούς τους γείτονες
φυλακισμένους κι άφαντους.
Ένα ευχάριστο ψυχρό
κι άσπιλο περίγραμμα τοπίου
μέσα στη διάφανη ομίχλη του Δεκέμβρη,
όπου τα σκυλίσια βήματα συντονισμένα
σ’ έναν ανάλαφρο, αβίαστο ρυθμό
κι ωστόσο αποκομμένα από μια σκόπιμη
θελημένη πορεία, δείχνουνε ν’ ανακτούν
την αρχέτυπη αρμονική τους πρόσδεση με το σώμα.
Κι αν τέτοιες εικόνες στοιχειακής ομορφιάς
σχετίζονται με κάποια παράδοξα κενά της σκέψης,
από τα λίγα που προμηθεύει στην ανάγκη
η στοργική μας αυτοσυντήρηση,
τότε ίσως υπάρχουν ελπίδες.
Στις στάσεις του μυαλού μας υπονοώ,
που κι η σκληρότερη ανάλωση ορμέμφυτης ζωής
κρίνεται ανίκανη να την εξαντλήσει.

Bασίλης Καραβίτης, Τα πρωινά ως εφαλτήριο ελπίδων, από τη συλλογή Το αγαθό σκοτάδι, Κέδρος 1997

Artwork: Yuval Yairi

 

Όσκαρ Ουάιλντ, Ο καλλιτέχνης

Ένα βράδυ,  η ψυχή του πόθησε να αποδώσει την εικόνα της «Χαράς που κρατά για μια στιγμή». Και άρχισε να γυρνά όλο τον κόσμο για να βρει μπρούντζο. Γιατί μόνο σε μπρούντζο μπορούσε να την φανταστεί.
Αλλά  ο μπρούντζος όλου του κόσμου είχε εξαφανιστεί, πουθενά στον κόσμο όλο δεν βρισκόταν μπρούντζος, παρά μόνο στο άγαλμα της «Λύπης που διαρκεί αιώνια».
Τώρα, το άγαλμα αυτό το είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια και το είχε τοποθετήσει στον τάφο του μοναδικού πλάσματος που είχε αγαπήσει στη ζωή του. Στον τάφο του νεκρού πλάσματος που είχε αγαπήσει περισσότερο από κάθε τι, είχε τοποθετήσει αυτό το άγαλμα καμωμένο από τον ίδιο, για να στέκει εκεί ως σύμβολο της ανθρώπινης αγάπης που  δεν πεθαίνει ποτέ  και της ανθρώπινης λύπης που διαρκεί αιώνια. Και στον κόσμο όλο δεν είχε απομείνει άλλος μπρούντζος παρά μόνο στο άγαλμα αυτό.
Και πήρε το άγαλμα που είχε ο ίδιος φτιάξει και το ΄ριξε σ’ ένα καμίνι και το παρέδωσε στις φλόγες.
Και από τον μπρούντζο του αγάλματος της «Λύπης που διαρκεί αιώνια» έφτιαξε το άγαλμα της «Χαράς που κρατά για μια στιγμή».

Όσκαρ Ουάιλντ: ΤΑ ΠΕΖΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Ο καλλιτέχνης, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Οκτασέλιδο + του Μπιλιέτου τχ. 92/2018

Αrtwork:Jeane Myers

 

Βιρτζίνια Γουλφ, Στοιχειωμένο σπίτι

Όποια ώρα και να ξυπνούσες, έκλεινε και μια πόρτα. Πήγαιναν από δωμάτιο σε δωμάτιο, χέρι χέρι, σηκώνοντας εδώ, ανοίγοντας εκεί, να σιγουρευτούν-ένα ζευγάρι-φάντασμα.
«Εδώ το αφήσαμε», είπε εκέινη. Κι εκείνος πρόσθεσε: «Ω! Κι εδώ επίσης». «Βρίσκεται επάνω», μουρμούρισε εκείνη. «Και στον κήπο», ψιθύρισε αυτός.
«Ήσυχα!» είπαν. «Αλλιώς θα τους ξυπνήσουμε».
Μα δεν πείραζε που μας ξυπνήσατε. Ω όχι! «Το ψάχνουν· τραβούν την κουρτίνα», θα ‘λεγε κάποιος και θα συνέχιζε να διαβάζει μια δυο σελίδες. «Τώρα το βρήκαν», θα ‘λεγε κάποιος με σιγουριά, σταματώντας το μολύβι στο περιθώριο της σελίδας. Κι έπειτα,  κουρασμένος απ’ το διάβασμα, θα σηκωνόταν και θα ‘βλεπε και μόνος του, όλο το σπίτι άδειο, οι πόρτες ορθάνοιχτες, μόνο οι φάσες που γουργουρίζουν με ευχαρίστηση, και ο θόρυβος της αλωνιστικής μηχανής να ακούγεται απ’ το αγρόκτημα. «Για ποιο λόγο μπήκα εδώ μέσα; Τι ήθελα να βρω;». Τα χέρια μου ήταν άδεια. «Μήπως τότε είναι επάνω;». Τα μήλα βρίσκονταν στη σοφίτα. Κι έτσι βρέθηκαν ξανά κάτω, ο κήπος γαλήνιος όπως πάντα, μόνο το βιβλίο είχε γλιστρήσει στο γρασίδι. […] «Εδώ κοιμηθήκαμε», λέει εκείνη. Κι εκείνος προσθέτει, «Αναρίθμητα φιλιά», «Ξυπνώντας το πρωί», «Ασήμι ανάμεσα στα δέντρα», «Το πάνω πάτωμα», «Στον κήπο», «Όταν ήρθε το καλοκαίρι», «Ο χιονιάς το χειμώνα». Οι πόρτες κλείνουν, χτυπώντας μαλακά όπως ο σφυγμός του σπιτιού μακριά στο βάθος.

Βιρτζίνια Γουλφ, Στοιχειωμένο σπίτι, μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Οκτασέλιδο + του Μπιλιέτου, τχ.93/2018

Photo:Jamie Heiden

 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Μόσχα

Στη χαρτογραφική απεικόνιση του πρανούς των λόφων βόρεια της Μόσχας, οι νεαροί φοιτητές της Σχολής Γεωδαισίας του Μπάουμαν αισθάνονται πως αυτό ακριβώς το ίδιο το μέλλον της Μητέρας Πατρίδας είναι οι αιχμές των βράχων που αναιδώς εμφιλοχωρούν στη χλιαρή πάχνη, καθώς ταυτόχρονα το παρελθόν της αναδιατάσσεται καθ’ ύψος, στην ιεράρχηση της ζωής των πετρωμάτων. Η μονάδα μέτρησης εδώ είναι το «εκατομμύρια χρόνια». Σε ένα τέτοιο περιβάλλον έρευνας και σοσιαλιστικής συνείδησης, όπως αυτό του φημισμένου Τεχνικού Πανεπιστημίου, όπου οι ιδέες αναπνέουν εκ της θεωρίας και αναδύονται με πειράματα, η δοκιμή περιέχεται ως ένα αναπόσπαστο περιεχόμενο της αλήθειας (κοσμικής ή υπερκόσμιας.) Δεκάδες φύλλα μιλιμετρέ τσαλακώνονται ταυτόχρονα, ενώ η άσκηση βρίσκεται εν εξελίξει. Κι επειδή δεν μετράται η ανάπτυξη δίχως τριγωνομετρία – κι η μήτρα της είναι η ταυτότητα με το άθροισμα των τετραγώνων ημιτόνου και συνημιτόνου, που παραδίδουν τη μονάδα για οποιαδήποτε γωνία- όλοι φέρουν κεντημένη την ταυτότητα στο τσεπάκι της φαιοπράσινης φόρμας τους, σαν ένα αφηρημένο στρατιωτικό διακριτικό. Ορισμένοι φέρουν και κάποια παράσημα βεβαίως. Παρά το νεαρό της ηλικίας, έχουν ήδη υπηρετήσει τη θητεία τους. Τα κορίτσια δεν αποφεύγουν να παρατηρήσουν και την αδιάντροπη ξιπασιά των αγοριών, που καθώς περιμένουν τη σειρά τους μπροστά από τους Θεοδόλιχους, έχουν περασμένους τους λογαριθμικούς κανόνες στη μέση, με ένα χαλαρό κορδόνι, ενώ οι προεκτάσεις κρέμονται ελεύθερα ανάμεσα στα αχαμνά τους, σαν απογυμνωμένα τσουτσούνια. Ο σοσιαλισμός δεν αφαίρεσε εντελώς από τον άντρα τα σύμβολα της κυριαρχίας του φύλου του (παρότι το προσπάθησε πολύ). Πλέον μόνο το 72% των φοιτητών είναι άνδρες τοπογράφοι. Καθώς πλησιάζει η άνοιξη και το χιόνι γίνεται λίγο λίγο λάσπη, πού και πού ξεπροβάλλει μέσα από τις πόες καμιά μαρμότα, με τη μουσούδα της λερωμένη από ξεραμένο χώμα, ενώ μερικές νεαρές σεισοπυγίδες επιχειρούν κάποιες δειλές πρώτες πτήσεις. Ένα καύκαλο χελώνας που είναι γυρισμένο τ’ ανάσκελα περιμένοντας να τελειώσει -η προσωρινή- χειμερία νάρκη, μοιάζει να ειρωνεύεται τον αιώνιο ύπνο του συντρόφου Βλαντιμίρ Ίλιτς, ή μάλλον τη ματαιοδοξία της ταρίχευσης ενός θνητού σώματος απέναντι στον αιώνιο θάνατο.

Κάμποσα χιλιόμετρα δυτικά, το αστεροσκοπείο στην αιχμή του αστεριού του Λομονόσοφ γυαλίζει στον ήλιο σαν ένας τεχνητός Αυγερινός. Άνοιξη ή όχι, ενώ το κρύο φαίνεται να πυκνώνει γύρω τους διαβολεμένα, ορισμένοι δεν αποφεύγουν μια μαχαιριά ζήλιας για τους παλιούς συμμαθητές τους που επέλεξαν να σπουδάσουν αστροφυσικοί (καθώς -εξ επαγγέλματος- όταν οι γεωδαίτες ξεπροβάλλουν στην αυγινή αχλή, οι αστροφυσικοί πάνε για ύπνο).

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Οι πόλεις το χειμώνα, σελ. 51-52, Εκδόσεις Έναστρον, 2017.

Artwork: Lars Henkel

 

 

Ρογήρος Δέξτερ, “Τέτλαθι δή, κραδίη”

Δεν ξέρω αν θα με ξαναβρούν να γράφω
Τα μεσημέρια τού Αλωνάρη
Να σπέρνω λόγια σαν τραγούδια
Σε κόρφους κοριτσιών
Να με τραντάζει η αχτένιστη φυλλωσιά τού δάσους
Και τα τζιτζίκια με τους χάλκινους χιτώνες
Ν’ αψιμαχούν ηλεκτρισμένα
Δυο πουλιά που φτερούγισαν ψηλά
Και χρώματα στα ράμφη τους
Ένα πανί που χώνεψε στον ορίζοντα
Φωνές μαζεμένες σαν κουβάρι από ζητωκραυγές
Νεράιδες ή άλλες αισθήσεις
Σαν άνεμοι που λογοφέρνουν τα παράδοξα•
Μα προπαντός να ξέρω
Ότι θα πέσουν ωραίοι οι ώριμοι καρποί
Στα στήθη και στα δάχτυλά σου
Ότι θα σκάσει και πάλι γλυκά
Στα σωθικά σου ο γαλαξίας
Και τ’ αφρισμένα του νερά
Θα σε γυρίσουνε στο μέλλον
Με γλυτωμούς ιδανικούς στις κορυφώσεις
Μόλις λαλήσουν τού ήλιου των αλαλαγμών οι αλέκτορες
Αν στήσω αφτί στο ανείδωτο
Την αφουγκράζομαι την αυταπάτη•
Πως τάχα θα συγυρίσουν οι στίχοι τις πληγές
Που χάσκουν μέσα μου αιώνες
Και ποιος ξέρει
Τι άλλα ανέφικτα κατάντησα να νοσταλγώ
(“Θλίψη μου οικότροφη και πίκρα μου κατοικίδια”)
Εδώ στην άκρη μιας παραμυθίας
Πριν τα μισάνοιχτα τής νύχτας
Μετά τα μεσάνυχτα που ξαγρυπνώ
Σα να πηδώ μες στο κενό
Που όλο βαθαίνει στο φτωχό μυαλό μου.

Artwork: Gerhard Richter

.