RSS

Νuccio Ordine, Η χρησιμότητα του άχρηστου

Κι όμως ο Τζωρτζ Στάινερ, μέγας υπερασπιστής των κλασικών και ουμανιστικών αξιών «που ευνοούν τη νοητική ζωή», μας θυμίζει ότι, ταυτόχρονα, με δραματικό τρόπο «η άλλη κουλτούρα και η πεφωτισμένη ορθότητα δεν μπόρεσαν να είναι ένα αποτελεσματικό φράγμα στη βαρβαρότητα του ολοκληρωτισμού». Πολλές φορές, δυστυχώς, είδαμε στοχαστές και καλλιτέχνες να εμφανίζονται αδιάφοροι μπροστά σε απάνθρωπα μέτρα, ή και ηθικά συνένοχοι δικτατόρων και καθεστώτων που τα επέλεγαν. Είναι αλήθεια. Αυτό το σοβαρό πρόβλημα που θέτει ο Στάινερ μού φέρνει στο νου τον θαυμάσιο διάλογο μεταξύ Μάρκο Πόλο και Κουμπλάι Χαν που κλείνει τις Αόρατες πόλεις του Ιταλο Καλβίνο. Πιεσμένος από τις ανησυχίες του μονάρχη, ο ακούραστος ταξιδιώτης μάς προσφέρει μια δραματική τοιχογραφία της κόλασης που μας περιβάλλει:

«Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που αφορά το μέλλον· αν υπάρχει μια κόλαση, είναι αυτή που υπάρχει ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε καθημερινά, που διαμορφώνουμε με τη συμβίωσή μας. Δύο τρόποι υπάρχουν για να μην υποφέρουμε. Ο πρώτος είναι για πολλούς εύκολος: να αποδεχτούν την κόλαση και να γίνουν τμήμα της μέχρι να καταλήξουν να μην τη βλέπουν πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή προσοχή και διάθεση για μάθηση: να προσπαθήσουμε και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο» (Italo Calvino, Οι αόρατες πόλεις, μτφρ. Ανταίου Χρυσοστομίδη, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2004, σ. 198).

Τι όμως μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε, μέσα στην κόλαση, αυτό που δεν είναι κόλαση; Είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς με απόλυτο τρόπο σε αυτό το ερώτημα. Ο ίδιος ο Καλβίνο στο δοκίμιό του Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς, παρότι αναγνωρίζει ότι «οι κλασικοί μάς είναι χρήσιμοι για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και πού έχουμε φτάσει» (Italo Calvino, Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς, μτφρ. Ανταίου Χρυσοστομίδη, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2003, σ. 23), μας εφιστά την προσοχή να μη σκεφτούμε ότι πρέπει να διαβάσουμε τους κλασικούς, επειδή οι κλασικοί «χρησιμεύουν» σε κάτι. Διότι, την ίδια στιγμή, ο Καλβίνο υποστηρίζει ότι « να διαβάζουμε τους κλασικούς είναι καλύτερο από το να μην τους διαβάζουμε».

«Η κουλτούρα, όπως ο έρωτας –παρατηρεί πολύ σωστά ο Ρομπ Ρίμεν – δεν έχει τη δύναμη να εξαναγκάζει. Δεν προσφέρει εγγυήσεις. Παρ’ όλα αυτά, η κουλτούρα και η ελεύθερη διαπαιδαγώγηση μάς προσφέρουν τη μοναδική πιθανότητα να κατακτήσουμε και να υπερασπιστούμε την ανθρώπινη αξιοπρέπειά μας». Ιδού γιατί πιστεύω ότι, σε κάθε περίπτωση, είναι καλύτερο να συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε με τη σκέψη ότι οι κλασικοί και η διδασκαλία τους, ότι η καλλιέργεια του περιττού και αυτού που δεν παράγει κέρδος, μπορούν να μας βοηθήσουν να αντισταθούμε, να κρατήσουμε ζωντανή την ελπίδα, να διακρίνουμε εκείνη την ακτίνα φωτός που μας επιτρέπει να διατρέξουμε μια αξιοπρεπή πορεία.

Παρ’ όλα αυτά, ανάμεσα σε τόσες αβεβαιότητες, ένα πράγμα είναι σίγουρο: αν αφήσουμε να πεθάνει οτιδήποτε το αφιλοκερδές, αν εγκαταλείψουμε τη δημιουργό δύναμη του άχρηστου, αν ακούμε αποκλειστικά το θανατερό τραγούδι των σειρήνων που μας ωθεί να κυνηγούμε το κέρδος, θα είμαστε σε θέση να παράγουμε μονάχα μια άρρωστη και χωρίς μνήμη συλλογικότητα, ή οποία θα καταλήξει να χάσει την έννοια του εαυτού της και της ζωής. Και τότε, όταν η απερήμωση του πνεύματος θα μας έχει πλέον εξαντλήσει, θα είναι πραγματικά δύσκολο να φανταστούμε ότι ο ανόητος homo sapiens θα μπορέσει ακόμα να παίξει έναν ρόλο για να κάνει πιο ανθρώπινη την ανθρωπότητα…

Νuccio Ordine, Η χρησιμότητα του άχρηστου, σελ. 31-34, μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, Άγρα 2014

Artwork: DuyHuynh

 

 

Χάινριχ Μπελ, Οι απόψεις ενός κλόουν

Σε κάθε μεγάλο σταθμό καταφθάνουν καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι για να δουλέψουν στην πόλη, ενώ χιλιάδες άλλοι φεύγουν για να δουλέψουν έξω απ’ την πόλη. Δε θα ’ταν πιο απλό ν’ αλλάξουν δουλειά οι μεν με τους δε; Ή πάλι οι ατέλειωτες ουρές των αυτοκινήτων που τραβούν βασανιστικά σε αντίθετες κατευθύνσεις τις ώρες της αιχμής. Θα ’φτανε μια ανταλλαγή σπιτιών ή εργασιών, και θα γλιτώναμε απ’ τα περιττά καυσαέρια κι από τις θεαματικές χειρονομίες των τροχονόμων που μοιάζουν να τραβούν κουπί στον αέρα: στις διασταυρώσεις θα ’χε τόση ησυχία που θα μπορούσες να παίξεις Γκρινιάρη. Από τούτες τις παρατηρήσεις έφτιαξα μια παντομίμα: δουλεύω με τα χέρια και τα πόδια, το πρόσωπό μου κάτασπρο και ακίνητο στη μέση – κι έτσι, μόνο με τα τέσσερα άκρα καταφέρνω να δώσω την εντύπωση ενός τεράστιου αριθμού βιαστικών κινήσεων. Σκοπός μου είναι: όσο το δυνατόν λιγότερα εξαρτήματα, ή και κανένα – ακόμη καλύτερα. Για το «Πηγαίνω στο σχολείο» και το  «Γυρίζω απ’ το σχολείο» δε χρειάζομαι ούτε σάκα· μου φτάνει το χέρι που την κρατάει· πετιέμαι την τελευταία στιγμή μπροστά στο τραμ, για να περάσω απέναντι στο δρόμο, ο οδηγός χτυπάει το καμπανάκι, σαλτάρω σε λεωφορεία, κατεβαίνω πριν σταματήσουν, χαζεύω στις βιτρίνες, χαράζω ανορθογραφίες με κιμωλίες στους τοίχους των σπιτιών, φτάνω καθυστερημένος στο σχολείο, στέκομαι μπροστά στο δάσκαλο, τρώω την κατσάδα μου, ξεπερνάω τη σάκα απ’ τους ώμους μου και χώνομαι στο θρανίο.

Στο λυρισμό των παιδιών τα καταφέρνω πολύ καλά: για το παιδί, το κοινότοπο είναι μεγαλειώδες, άγνωστο, πάντα τραγικό, χωρίς καμία τάξη. Το παιδί δεν ξέρει τι θα πει «σχόλη»· η σχόλη αρχίζει απ’ τη στιγμή που ενστερνίζεσαι την «αρχή της τάξεως». Παρατηρώ με φανατικό ζήλο όλες τις μορφές σχολάσματος: τον εργάτη που βάζει στην τσέπη το φακελάκι με το μισθό και καβαλάει το μοτοσακό του, το χρηματιστή που αφήνει επιτέλους το ακουστικό του τηλεφώνου, βάζει το σημειωματάριό του στο συρτάρι και το κλειδώνει, ή την υπάλληλο του μεγάλου καταστήματος τροφίμων, που βγάζει την ποδιά της, πλένει τα χέρια της, χτενίζεται στον καθρέφτη, βάφει τα χείλη της, παίρνει την τσάντα της και φεύγει – όλ’ αυτά είναι τόσο ανθρώπινα που πολλές φορές μού φαίνεται πως δεν είμαι άνθρωπος, αφού τη σχόλη τη ζω μόνο στο νούμερό μου. Το ’χα κουβεντιάσει και με τη Μαρί, τη ρώτησα αν τα ζώα ξέρουν τι θα πει σχόλη, μια γελάδα π.χ. που μηρυκάζει, ή ένας γάιδαρος που μισοκοιμάται πλάι στο φράχτη. Μου απάντησε πως είναι αμαρτία να λέμε ότι ένα ζώο που δουλεύει μπορεί να έχει και σχόλη. Κι ο ύπνος είναι ένα είδος σχόλης, μου είπε, κάτι που ενώνει μεγαλοφυώς τον άνθρωπο και το ζώο, αλλά την ουσιαστική σχόλη τη ζει μόνο όποιος συνειδητοποιεί τι θα πει σχόλη.

Χάινριχ Μπελ, Οι απόψεις ενός κλόουν, σελ. 97-98, μτφρ.: Tζένη Μαστοράκη, Εκδόσεις γράμματα 1986

Artwork: Diego Max

 

Στέφαν Τσβάιχ, Το γράμμα μιας άγνωστης

Όλα τα είχα περάσει, αν μπορώ να το θέσω έτσι, καθώς όλα τα είχα ονειρευτεί: τις κακές στιγμές μου φανταζόμουν ότι με απέρριπτες, ότι με περιφρονούσες, γιατί ήμουν πολύ λίγη, πολύ άσχημη, πολύ φορτική. Κάθε μορφή δυσμένειας, ψυχρότητας, αδιαφορίας από τη μεριά σου, την είχα μετατρέψει σε παθιασμένο όραμα – αλλά αυτό, αυτό ούτε στις σκοτεινότερες στιγμές της επίγνωσης της μειονεκτικότητάς μου δεν τόλμησα να το σκεφτώ, αυτό το φρικτό: ότι δεν είχες αντιληφθεί την ύπαρξή μου. Σήμερα βέβαια το καταλαβαίνω –αχ, εσύ μου έμαθες να το καταλαβαίνω!– ότι το πρόσωπο ενός κοριτσιού, μιας γυναίκας, είναι κάτι συνεχώς μεταβλητό για έναν άντρα, επειδή συνήθως είναι απλά ένας καθρέφτης, τη μια ενός πάθους, την άλλη μιας παιδικότητας, την τρίτη μιας κούρασης, και σβήνει τόσο εύκολα όσο η εικόνα στον καθρέφτη· έτσι, ένας άντρας μπορεί να χάσει ευκολότερα το πρόσωπο μιας γυναίκας, επειδή η ηλικία του αλλάζει ανάλογα με τη σκιά και το φως, επειδή τα ρούχα το πλαισιώνουν αλλιώς τη μια φορά κι αλλιώς την άλλην άλλη. Οι παραιτημένες, μόνον αυτές ξέρουν πραγματικά. Αλλά εγώ, το κορίτσι εκείνης της εποχής, δεν μπορούσα ακόμη να διανοηθώ την αδύνατή σου μνήμη, γιατί από την υπέρμετρη, αδιάκοπη ενασχόλησή μου με σένα, μου είχε γεννηθεί με κάποιον τρόπο η παράλογη σκέψη ότι κι εσύ με σκεφτόσουν συχνά και με περίμενες· πως θα μπορούσα να συνεχίσω ν’ αναπνέω γνωρίζοντας ότι δεν ήμουν τίποτα για σένα, ότι ποτέ δεν σε άγγιξε απαλά μια ανάμνησή μου!  Kι αυτό το ξύπνημα στο βλέμμα σου,  που μου ’δειξε ότι τίποτα δικό σου δεν με γνώριζε πια, κανένα νήμα θύμησης δεν ένωνε τη ζωή σου με τη δική μου, αυτό ήταν μία πρώτη απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα, μία πρώτη προαίσθηση της μοίρας μου.

Στέφαν Τσβάιχ, Το γράμμα μιας άγνωστης, σελ. 58-60, μτφρ. : Tατιάνα Λιάνη, Εκδόσεις Ροές 2003

.

 

Bασίλης Καραβίτης, Απόψεις όχι μόνο εκλεκτικού βιβλιοφάγου

Κάποιος μιλάει βροντερά
κι ούτε που ακούγεται η φωνή.
Κάποιος πιάνει ήχους ανάκουστους
κι ούτε που σκέφτεται μουσική.
Κάποιος οσμίζεται αόρατο καπνό
κι ούτε που υποπτεύεται φωτιά.
Κάποιος βλέπει επιτέλους τον ουρανό
κι αποφασίζει: θάλασσα ήρεμη.

Βιβλία αμέτρητα, σελίδες άπειρες
γράφονται έτσι αβασάνιστα
για εκατομμύρια αθώους αναγνώστες.
Στο τέλος κι αυτοί συναυτουργοί ατιμώρητοι
μαζί με τους αναίσθητους γραφοφονιάδες
μέσα στη μόνιμη αμνηστία που ανέκαθεν
κλώθει παθητικά για θύτες και για θύματα
η μικρόχαρη, ανεκτική μας ιστορία.

Bασίλης Καραβίτης, Απόψεις όχι μόνο εκλεκτικού βιβλιοφάγου, από τη συλλογή Το αγαθό σκοτάδι, Κέδρος 1997

Πίνακας: Gian Paolo Dulbecco

 

Julien Green, Μεσάνυχτα

Πού και πού η αδελφή της έστρεφε προς το μέρος της το μακρύ και άχαρο προφίλ που ’χε κληρονομήσει από τη μητέρα της, και το ρουθούνι της, που ανοιγόκλεινε περιφρονητικά, έμοιαζε να οσφραίνεται μια άσχημη μυρωδιά. Ξερακιανή και μαύρη σαν πελώρια μύγα, περιεργαζόταν την Ελέν μ’ ένα βαθύ και συνάμα παγερό βλέμμα που, αν ήταν δυνατόν, θα ’χε μεταμορφώσει την αδελφή της σε στήλη άλατος. Ένας φαρδύς δαντελένιος γιακάς, που είχε πλέξει με τα ίδια της τα χέρια, έπεφτε στους ώμους της τονίζοντας την ισχνάδα  τους και κολάκευε τη ματαιοδοξία της σε σημείο που να τον φορά μ’ όλα της τα φορέματα. Της πήρε τρεις ολόκληρους χειμώνες για να φέρει σε αίσιο τέλος αυτή την εξαντλητικά δύσκολη δουλειά. Σ’ αντάλλαγμα, ο κ. Λερά τη φίλεψε μ’ ένα χαρτονόμισμα των εκατό φράγκων (που εκείνη κατέθεσε στο ταμιευτήριο) και την οδήγησε στον καλύτερο οφθαλμίατρο της πόλης, γεγονός που στάθηκε το μοιραίο τέλος αυτής της ιστορίας. Ένα ζευγάρι με ατσάλινο σκελετό συμπλήρωσαν, αν μπορεί να το πει κανείς, τη φυσική ασχήμια της κοπέλας, η οποία έχυσε πικρά δάκρυα, στα κρυφά, καθώς είχε στηρίξει σ’ αυτόν το δαντελένιο γιακά όλες τις ελπίδες της να φτάσει την Ελιζαμπέτ στην ομορφιά, αν όχι να την επισκιάσει. Αυτή η δοκιμασία την έκανε κακιά, κι όπως συμβαίνει συνήθως, αυτή η κακία την ωρίμασε, την ξύπνησε, όξυνε το πνεύμα της και τη μεταμόρφωσε σε μια μικρή γυναίκα που η γλώσσα της, ανά πάσα στιγμή, είχε τον τρόπο να δηλητηριάσει μια ολόκληρη μέρα.

Julien Green, Μεσάνυχτα, σελ. 112-113, μτφρ.: Αγνή Ν. Μεταφτσή, Εξάντας 1989

Artwork: ingrid dee magidson

 

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ποίηση με τέσσερα πόδια [παίγνια και φάρσες]

Ι. Περί συνομιλίας

13. H επιδίωξη της ποίησης δεν είναι συνομιλία άνευ όρων.

 14. Η καλύτερη συμπεριφορά του αναγνώστη προς τους στίχους εκείνους που ο Μαλλαρμέ θα ονόμαζε «στολίδια ηχηρής μηδαμινότητας» είναι να πετάξει στα σκουπίδια ολόκληρο το βιβλίο.

98. Αν κάποια μέρα θα μπορέσει να πει (όπως ακριβώς ο Χάιντεγκερ) Μίλησε γλώσσα, καλό είναι να γίνει αυτό επειδή έχει έρθει βιωματικά σε επαφή με την πρωταρχική πηγή του Λόγου και όχι επειδή διαβάζει Χάιντεγκερ.

 109.  Για να γραφεί καλή ποίηση χρειάζεται η ψυχική αδεξιότητα;

110. Το τραύμα του καλλιτέχνη, ως γνωστόν, γεννά γλώσσα· αλλά αυτή πώς να εκφραστεί ολοκληρωμένα χωρίς έναν οργανωμένο νου; H αδεξιότητα περιπλανιέται απλώς στο τυχαίο, αναλώνεται (σχεδόν με αυταρέσκεια) στην περιγραφή του τραύματός της.

125. O τροβαδούρος συνομιλούσε με ένα ιδεατό θήλυ που καθησύχαζε τον φόβο του για την πραγματική γυναίκα. Έτσι, η εξιδανίκευση γινόταν για εκείνον μέθοδος παρεμπόδισης της αληθινής ζωής, αλλά και σταθερή τήρηση απόστασης απ’ όσα ονομάζουμε αληθινή σχέση με τον εαυτό.

 

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ποίηση με τέσσερα πόδια [παίγνια και φάρσες], Οι εκδόσεις των φίλων, 2017

 

 

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο

Κατόπιν φάνηκε η πυροσβεστική, ζυγώνοντας καμαρωτά, μες σ’ ένα πανδαιμόνιο από σειρήνες και κουδουνίσματα. Ήταν καινούργια, βαμμένη κόκκινη, με χρυσαφιά πλουμίσματα, μια χειροκίνητη σειρήνα κι ένα καμπανάκι –χρυσαφί κι αυτό– με ήχο γαλήνιο, αγέρωχο και περήφανο. Άντρες ξεσκούφωτοι και νέα παλικάρια κρέμονταν από το όχημα, αψηφώντας τους νόμους της φύσης μ’ έναν τρόπο εκπληκτικό, όπως οι μύγες μόνο ξέρουν να τους αψηφούν. Η πυροσβεστική είχε μηχανικές σκάλες που πετιούνταν σε ύψη θεόρατα μ’ ένα απλό άγγιγμα· αλλά τούτη τη φορά δεν είχαν πού να υψωθούν. Κι η καλοκουλουριασμένη, παρθένα ακόμη μάνικα, η οποία θύμιζε διαφημίσεις της τηλεφωνικής εταιρείας στα λαϊκά περιοδικά, δεν είχε επίσης από πού να πάρει νερό. Έτσι, οι ξεσκούφωτοι άντρες, που είχαν εγκαταλείψει πάγκους και γραφεία για να ’ρθουν εδώ, πήδηξαν από το όχημα και μπλέχτηκαν με τον κόσμο – όλοι, ακόμα και ο χειριστής της σειρήνας. Και το πλήθος άρχισε να τους δείχνει διάφορα σημεία για το πού ήταν ακουμπισμένο το σεντόνι, κι ορισμένοι, με τα πιστόλια κιόλας στην τσέπη, άρχισαν να γυρεύουν κάποιον για να σταυρώσουν. Όμως δεν υπήρχε κανείς. Τούτη η γυναίκα είχε ζήσει μια ζωή τόσο ήσυχη, τόσο αποτραβηγμένη, ώστε στην πόλη που είχε γεννηθεί κι είχε περάσει όλα της τα χρόνια σαν ξένη, σαν αλλοφερμένη, άφηνε για κληρονομιά σάστισμα κι οργή, πράγμα που ποτέ δεν θα της συγχωρούσαν, για να την αφήσουν πια ήσυχη στον τάφο της, μολονότι τους είχε προσφέρει με το τέλος της τουλάχιστον μια τέτοια έντονη συγκίνηση, μια συγκίνηση σχεδόν γιορτινή. Μα παρ’ όλα αυτά, όχι, δεν θα την άφηναν έτσι εύκολα στην ησυχία της. Κανέναν δεν θ’ άφηναν έτσι εύκολα στην ησυχία του. Γι’ αυτό στριμώχνονταν και σπρώχνονταν εκεί δα, πιστεύοντας πως οι φλόγες, το αίμα, το κορμί που είχε πεθάνει τρία χρόνια πριν κι είχε μόλις αρχίσει να ζει ξανά, φώναζαν όλα γυρεύοντας εκδίκηση, και δεν τους περνούσε απ’ το μυαλό ότι η εκστατική λύσσα της φωτιάς κι η ακινησία του πτώματος αποτελούσαν και τα δυο τη μαρτυρία πως η ύπαρξη τούτη είχε περάσει σε κάποιον τελικό προορισμό πέρα από τη δυνατότητα των ανθρώπων να τη βλάψουν ή να την αγγίξουν. Αυτό δεν τους περνούσε διόλου απ’ το μυαλό. Γιατί το άλλο ήταν πιο ωραίο να το πιστεύουν. Ομορφότερο και από τα ράφια και τους πάγκους τους, που έστεκαν μπρος τους φορτωμένα με γνώριμα από πολύ καιρό αντικείμενα, αγορασμένα όχι επειδή τα είχαν ζηλέψει ή τα είχαν λιμπιστεί, όχι γιατί τους έδινε καμιά χαρά το να τα έχουν δικά τους, μα για να τα πουλήσουν σε κάποιον άλλον, βγάζοντας παραπανίσιο κέρδος μ’ απατεωνιές και λοβιτούρες· και κάθε τόσο να κοιτάνε τα απούλητα ακόμη αντικείμενα κι εκείνα τα άτομα που θα μπορούσαν να τ’ αγοράσουν, μα δεν το είχαν κάνει ακόμη, με θυμό, ίσως κι οργή, μπορεί και μ’ απόγνωση. Ομορφότερο απ’ τα σκονισμένα γραφεία όπου περίμεναν οι δικηγόροι παραμονεύοντας ανάμεσα σε φαντάσματα παλιών πόθων και ψεμάτων, ή τα ιατρεία όπου περίμεναν οι γιατροί με κοφτερά μαχαίρια και καταστροφικά χαπάκια, λέγοντάς σου, απαιτώντας να τους πιστέψεις, δίχως ν’ ανατρέξεις σε τυπωμένα φυλλάδια, πως πάσκιζαν για το σκοπό εκείνο που η πραγμάτωσή του θα τους άφηνε δίχως δουλειά. Κι έρχονταν και οι γυναίκες, οι αργόσχολες γυναίκες με τα λουλουδάτα και κάποιες φορές τα βιαστικά ριγμένα πάνω τους ρούχα, τα μάτια τους παθιασμένα ν’ αστράφτουν, γεμάτα μυστικές σκέψεις και στήθια απογοητευμένα, εξίσου γεμάτα μυστικά (στήθια που πάντοτε αγάπησαν το θάνατο παραπάνω από τη γαλήνη), για να προσθέσουν με τα μυριάδες σκληρά, αδύναμα τακ τακ των τακουνιών τους μες στο αδιάκοπο μουρμουρητό. Ποιος το ’κανε; Ποιος το ’κανε; ερωτήματα ένθετα όπως ίσως Δεν τον έχουνε πιάσει ακόμα; Α, ναι Λεύτερος είναι; Λεύτερος;

William Faulkner, Φως τον Αύγουστο, μτφρ. : Bικτωρία Τραπάλη, σ. 296-298, εκδόσεις Εξάντας, 1987

Φωτογραφία:Jamie Heiden