RSS

Daily Archives: 13/06/2014

Στέλλα Βλαχογιάννη, Παρασκευή (Περιοδικό Ποιείν)

Τελείωσαν τα ψέματα
Το αλογάκι σκότωσε το παιδί
Ο ξύλινος στρατιώτης πυροβόλησε
τα χρόνια
Ο ακροβάτης άφησε τα σκοινιά
κι έπιασε τους κρεμασμένους
Όλα στροβιλίζονται στο μυαλό
όταν φυσάει
Νοτιάς τα όνειρά μας
Υγρασία
Το τραπέζι της Κυριακής
το στρώνουν
οι απόντες.

Στέλλα Βλαχογιάννη, Η θλίψη του σώματος, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2013 

Πίνακας: Elena Gualtierotti 

www.poiein.gr/archives/1484/index.html

.

.

 

 

Nικολάι Γκόγκολ, Το ημερολόγιο ενός τρελού

Andrei Gennadiev 

      8 Νοεμβρίου

Πήγα στο θέατρο. Έπαιζε το έργο με τον ρώσο τρελό, τον Φιλάτκα. Έριξα πολύ γέλιο. Είχε ακόμα κάποια vaudeville με στιχάκια σατιρικά για τους δικηγόρους, ειδικά για κάποιον κλητήρα. Τα στιχάκια ήταν πολύ τολμηρά, μου έκανε εντύπωση πώς πέρασαν τη λογοκρισία. Τα λέγανε έξω απ’ τα δόντια και για τους εμπόρους, ότι κλέβουνε τον κόσμο κι ότι τα παιδιά τους ζούνε μέσα στην κραιπάλη και προσπαθούν να μπουν στην αριστοκρατία. Υπήρχε και μία στροφή που σατίριζε τους δημοσιογράφους, ότι μόνο ψέματα τους αρέσει να λένε, και ο συγγραφέας ζητούσε την προστασία του κοινού. Τώρα πια γράφουν πολύ δηκτικές σάτιρες. Μου αρέσει πάρα πολύ να πηγαίνω στο θέατρο. Έτσι και βάλω φράγκο στην τσέπη, δεν μπορώ να κρατηθώ με τίποτα. Κι από το σινάφι μας, τους υπαλλήλους, είναι μερικοί τόσο γουρούνια, που δεν υπάρχει περίπτωση να πάνε στο θέατρο, οι χωριάτες, ακόμη κι αν τους κάνεις το εισιτήριο. Μια ηθοποιός τραγουδούσε πολύ ωραία, με έκανε να θυμηθώ εκείνην… Αχ, κάθαρμα!… Τίποτα, τίποτα… Σιωπή.

   12 Νοεμβρίου

Στις δύο η ώρα το απόγευμα ξεκίνησα αποφασισμένος να δω εξάπαντος τη Φιντέλ και να την ανακρίνω. Δεν αντέχω καθόλου το λάχανο, η μυρωδιά του οποίου ξεχύνεται απ’ όλα τα μικρομάγαζα στη Μεσάνσκαγια. Και σαν να μην έφτανε αυτό, κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας κάθε σπιτιού βγαίνει τέτοια κολασμένη μπόχα, που εγώ έτρεχα όσο πιο γρήγορα μπορούσα κρατώντας με το χέρι μου τη μύτη μου. Και οι διάφοροι ελεεινοί μάστορες εκπέμπουν τέτοιο ντουμάνι και κάπνα από τα εργαστήριά τους, που ένας άνθρωπος της καλής κοινωνίας είναι απολύτως αδύνατον να κάνει μία βολτίτσα εδώ πέρα. Ανέβηκα στον έκτο όροφο και χτύπησα το κουδούνι. Μου άνοιξε μία κοπελίτσα καθόλου άσχημη, με μικρές φακίδες. Την αναγνώρισα, ήταν εκείνη που περπατούσε με την ηλικιωμένη. Κοκκίνισε λιγουλάκι κι εγώ αμέσως σκέφτηκα: Eσύ, περιστεράκι μου, για γαμπρό ψάχνεις. «Τι θα επιθυμούσατε;» με ρώτησε. «Πρέπει να πω δυο κουβεντούλες με το σκυλάκι σας». Η κοπελίτσα ήταν χαζή! Tότε κατάλαβα ότι ήταν χαζή! (…)

 

 

Έτος 2000, Απριλίου 43

Στην αρχή ανακοίνωσα στη Μάβρα ποιος είμαι. Μόλις άκουσε ότι μπροστά της βρίσκεται ο βασιλιάς της Ισπανίας, σήκωσε ψηλά τα χέρια και παρά λίγο να πεθάνει από το φόβο. Δεν είχε δει ποτέ, η χαζή, Ισπανό βασιλιά. Εν πάση περιπτώσει, προσπάθησα να την ηρεμήσω και να τη διαβεβαιώσω με γλυκόλογα πως χαίρει της εύνοιάς μου και πως δεν της κρατώ καθόλου κακία που μερικές φορές δεν μου καθάριζε καλά τα παπούτσια. Ο λαός είναι απλοϊκός. Δεν κάνει να του μιλάς για υψηλά ζητήματα. Ο λόγος που φοβήθηκε είναι επειδή ήταν πεπεισμένη πως τάχα όλοι οι βασιλιάδες της Ισπανίας μοιάζουν με τον Φίλιππο Β´. Εγώ όμως της εξήγησα ότι μεταξύ εμού και του Φιλίππου Β´ δεν υπάρχει απολύτως καμία σχέση και πως εγώ δεν έχω ούτε έναν αδερφό καπουτσίνο… Στο γραφείο δεν πήγα. Να πάνε όλοι στο διάολο. Όχι, μάγκες, δεν τσιμπάω. Δε θα καθίσω εγώ να αντιγράφω τα βρομόχαρτά σας.

Ημε ρο 34 μηνία Μρτ τουες fbrl 349

(…) Kάτω χαμηλά απλώνεται μια γαλάζια ομίχλη. Μέσα στην ομίχλη αντηχεί μια χορδή. Η θάλασσα απ’ τη μια μεριά, η Ιταλία από την άλλη. Στο βάθος αχνοφαίνονται και οι ρώσικες ίζμπες. Μήπως εκείνο που φωτίζει στο βάθος, μες στη γαλάζια ομίχλη, μήπως εκείνο είναι το σπίτι μου; Μήπως είναι η μάνα μου που κάθεται στο παράθυρο; Μανούλα, σώσε τον έρημο το γιο σου! Ρίξε ένα δάκρυ στο πονεμένο του το κεφαλάκι. Κοίτα πώς τον βασανίζουν! Σφίξε στην αγκαλιά σου το καημένο σου τ’ ορφανό! Δεν έχει τόπο γι’ αυτό στον κόσμο! Το κατατρέχουν! Μανούλα! Λυπήσου το πονεμένο σου παιδάκι!

To ξέρετε ότι ο βασιλιάς της Γαλλίας έχει ένα καρούμπαλο κάτω από τη μύτη;

Nικολάι Γκόγκολ, Το ημερολόγιο ενός τρελού (αποσπασματικά), μτφρ.: Γιώργος Τσακνιάς, Εκδόσεις Πατάκη, 2009

Πίνακες: Andrei Gennadiev

.

.

 

Αντόν Τσέχοφ, Για κάτι μηλαράκια

Στην άκρη του κήπου, κάτω από μια γέρικη πολύκλωνη μηλιά, καθόταν μια νεαρή χωρική και μασουλούσε. Δίπλα της, πεσμένος στα γόνατα, ένας νεαρός με φαρδιές πλάτες μάζευε τα μήλα που είχε ρίξει στο χώμα ο αέρας. Τα άγουρα τα πετούσε στους θάμνους και τα γινωμένα τα πρόσφερε ερωτικά, με τη φαρδιά γκρίζα παλάμη του στη Δουλτσινέα του. Απ’ ό,τι φαίνεται, η Δουλτσινέα δε φοβόταν μήπως την πιάσει στομαχόπονος και τα κατέβαζε το ένα μετά το άλλο με μεγάλη όρεξη, ενώ ο νεαρός σερνόταν γύρω της και μάζευε κι άλλα, αφηρημένος, αφοσιωμένος αποκλειστικά στη Δουλτσινέα του.
«Κόψε κι από το δέντρο, ντε!» τον παρότρυνε ψιθυριστά η κοπέλα.
«Φοβάμαι».
«Τι φοβάσαι;! Ο Οπρίτσνικ είναι σίγουρα στην ταβέρνα…»
Ο νεαρός σηκώθηκε, έδωσε ένα σάλτο, έκοψε ένα μήλο από το δέντρο και της το πρόσφερε. Όμως στους δύο νέους, όπως τους παλαιούς καιρούς στον Αδάμ και την Εύα, το μήλο αυτό δεν έφερε τύχη. Η κοπέλα έκοψε με τα δόντια ένα κομματάκι και το έδωσε στον νεαρό, ένιωσαν στις γλώσσες τους τη γεύση του, και ξάφνου τα πρόσωπά τους στράβωσαν, μάκρυναν, χλόμιασαν… όχι επειδή το μήλο ήταν ξινό, αλλά επειδή είδαν μπροστά τους την αυστηρή φυσιογνωμία του Τρίφον Σεμιόνοβιτς και το χαιρέκακο χαμογελαστό μούτρο του Κάρπουσκα.
«Γεια σας, περιστεράκια!» τους πλησίασε ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς. «Τι γίνεται, τρώμε μηλαράκια; Μήπως ενοχλώ;»
Ο νεαρός έβγαλε το καπέλο του κι έσκυψε το κεφάλι. Η κοπέλα βάλθηκε να κοιτάζει την ποδιά της.
«Λοιπόν, πώς είναι η υγεία σου, Γκριγκόρι;» στράφηκε προς τον νεαρό. «Πώς τα πας;»
«Μονάχα ένα» μουρμούρισε ο νεαρός «κι αυτό από κάτω…»
«Η δική σου υγεία πώς είναι, καλή μου;» ρώτησε την κοπέλα ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς.
Εκείνη στύλωσε ένα ακόμα πιο έντονο βλέμμα στην ποδιά της.
«Ακόμα δεν έχετε παντρευτεί;»
«Όχι ακόμα… Εμείς, αφέντη, στ’ ορκίζομαι, μόνο ένα, κι αυτό… να, έτσι…»
«Εντάξει, μωρέ, εντάξει. Όλα καλά. Δεν μου λες, ξέρεις να διαβάζεις;»
«Όχι… Αλήθεια λέω, αφέντη, μόνο ένα φάγαμε, κι αυτό από το χώμα».
«Δεν ξέρεις να διαβάζεις, αλλά να κλέβεις ξέρεις. Ε, δεν είναι κι άσχημα. Μάθε τέχνη κι άσ’ τηνε. Κι έχεις αρχίσει καιρό να κλέβεις;»
«Από πού κι ως πού λέτε ότι κλέβω;»
«Κι η αρραβωνιάρα σου», πετάχτηκε ο Κάρπουσκα, «τι έπαθε κι είναι τόσο σκεφτική; Μήπως είναι ντροπαλή;»
«Σώπα, Καρπ!» είπε ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς. «Άντε, Γκριγκόρι, για πες μου ένα παραμυθάκι…»
Ο Γκριγκόρι ξερόβηξε και χαμογέλασε με μισό χείλι.
«Δεν ξέρω παραμύθια, αφέντη» είπε. «Δεν τα χρειάζομαι τα μήλα σας. Άμα θέλω μήλα, μπορώ να αγοράσω».
«Χαίρομαι πολύ, αγόρι μου, που έχεις τόσα λεφτά. Έλα λοιπόν, πες μου ένα παραμυθάκι. Εγώ θα κάθομαι και θα σ’ ακούω. Θα σ’ ακούει κι ο Καρπ, θα σ’ ακούει και η ομορφούλα η αρραβωνιάρα σου! Μην ντρέπεσαι, δείξε θάρρος! Η ψυχή του κλέφτη πρέπει να έχει θάρρος. Έτσι δεν είναι, φιλαράκο μου;»
Ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς κάρφωσε στον νεαρό, που είχε πιαστεί στα πράσα, ένα μοχθηρό βλέμμα… Ιδρώτας εμφανίστηκε στο μέτωπο του νεαρού.
«Καλύτερα να μας πει ένα τραγούδι, αφέντη. Πού να ξέρει παραμύθια αυτός ο βλάκας;» γρύλισε ο Κάρπουσκα με την απαίσια ψιλή φωνή του.
«Σώπα, Καρπ, ας μας πει πρώτα ένα παραμυθάκι. Άντε, αγόρι μου, άρχισε!»
«Δεν ξέρω».
«Αλήθεια δεν ξέρεις; Να κλέβεις όμως ξέρεις! Τι λέει η όγδοη εντολή;»
«Τι με ρωτάτε, ιδέα δεν έχω. Αλήθεια λέω, αφέντη, μονάχα ένα μήλο φάγαμε, κι αυτό από τα πεσμένα…»
«Πες μας ένα παραμύθι!»
Ο Κάρπουσκα άρχισε να κόβει τσουκνίδες. Ο νεαρός ήξερε πολύ καλά τι θα έκανε με δαύτες. Ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς, όπως και όλοι οι όμοιοί του, απέδιδε ο ίδιος δικαιοσύνη. Τον κλέφτη είτε τον κλείδωνε για ένα μερόνυχτο στο υπόγειο είτε τον μαστίγωνε με τσουκνίδες είτε τον άφηνε να φύγει τσίτσιδο… Ο Γκριγκόρι λοξοκοίταξε τις τσουκνίδες, δίστασε για λίγο, ξερόβηξε κι ύστερα άρχισε να λέει όχι ακριβώς ένα παραμύθι αλλά μάλλον ασυναρτησίες… Φούσκωνε, ίδρωνε, έβηχε, φυσούσε κάθε τόσο τη μύτη του και διηγιόταν πώς μια φορά κι έναν καιρό τα παλικάρια στη Ρωσία νικούσαν τους κακούς μάγους και παντρεύονταν τις μαγεμένες καλλονές. Ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς στεκόταν κι άκουγε, χωρίς να παίρνει το βλέμμα του από τον νεαρό.
«Αρκετά!» είπε όταν ο νεαρός άρχισε να μπερδεύει τελείως τα λόγια του και να λέει βλακείες. «Είσαι καλός παραμυθάς, αλλά πολύ καλύτερος κλέφτης. Ε εσύ, ομορφονιά…» στράφηκε στην κοπέλα, «για πες μας εσύ τώρα το Πάτερ ημών!»


Η ομορφονιά κοκκίνισε και πολύ σιγανά, σχεδόν με κομμένη την ανάσα, είπε το Πάτερ ημών.
«Τι λέει η όγδοη εντολή;»
«Μήπως νομίζετε ότι πήραμε πολλά;» είπε ο νεαρός, κουνώντας απελπισμένα το χέρι του. «Να, ορκίζομαι, άμα δεν με πιστεύετε…»
«Είναι πολύ κακό, καλά μου παιδιά, που δεν ξέρετε τις δέκα εντολές. Θα πρέπει να σας τιμωρήσουμε. Για πες μου, ομορφονιά, αυτός σ’ έμαθε να κλέβεις; Γιατί δεν μιλάς, άγγελέ μου; Πρέπει να μου απαντήσεις. Λέγε λοιπόν: Η σιωπή σημαίνει ότι συμφωνείς. Άντε, ομορφονιά μου, χτύπα τον ομορφονιό σου που σ’ έμαθε να κλέβεις».
«Όχι», ψιθύρισε το κορίτσι.

«Χτύπησέ τον λίγο. Οι βλάκες πρέπει να τιμωρούνται. Χτύπησέ τον, ψυχούλα μου! Δεν θέλεις; Έ, τότε θα αναγκαστώ να διατάξω τον Καρπ και τον Ματβέι να πάρουν τις τσουκνίδες και να σε… Τι λες;»
«Δεν θα το κάνω».
«Έλα δω, Καρπ!»
Το κορίτσι έτρεξε γρήγορα στον νεαρό και του έδωσε ένα χαστούκι. Ο νεαρός χαμογέλασε ακόμα πιο ηλίθια κι έβαλε τα κλάματα.
«Μπράβο, ομορφονιά μου! Τράβα του λίγο και τα μαλλάκια! Άντε, ψυχούλα μου! Δεν θέλεις; Καρπ, έλα δω!»
Η κοπέλα έπιασε τον αρραβωνιαστικό της από τα μαλλιά.
«Τράβα δυνατά, να πονέσει! Ξερίζωσέ τα!»
Η κοπέλα τού τα τράβηξε με δύναμη. Ο Κάρπουσκα ενθουσιάστηκε, κρατούσε την κοιλιά του και χτυπιόταν από τα γέλια.
«Αρκετά» είπε ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς. «Σ’ ευχαριστώ, ψυχή μου, που τιμώρησες το κακό. Η σειρά σου τώρα» στράφηκε στον νεαρό «να χτυπήσεις την καλή σου… Σε χτύπησε εκείνη, πρέπει να τη χτυπήσεις κι εσύ…»
«Λέτε κάτι πράματα, αφέντη, που… Γιατί να τη χτυπήσω;»
«Τι θα πει γιατί; Αφού εκείνη σε χτύπησε! Χτύπησέ τη κι εσύ! Καλό θα της κάνει. Δεν θέλεις; Κρίμα. Καρπ, φώναξε τον Ματβέι!»
Ο νεαρός έφτυσε, πήρε μια βαθιά ανάσα, άρπαξε την κοτσίδα της αρραβωνιαστικιάς του κι άρχισε κι αυτός να τιμωρεί το κακό. Καθώς τιμωρούσε το κακό, έπεσε σε έκσταση, αφαιρέθηκε και ξέχασε ότι δε χτυπούσε τον Τρίφον Σεμιόνοβιτς αλλά την αρραβωνιαστικιά του. Η κοπέλα έμπηξε τα κλάματα. Εκείνος τη χτύπησε για ώρα πολλή. Δεν ξέρω πώς θα τέλειωνε αυτή η ιστορία, αν δεν πεταγόταν από τους θάμνους το χαριτωμένο κοριτσάκι του Τρίφον Σεμιόνοβιτς, η Σάσενκα.
«Μπαμπά, έλα να πιεις το τσάι σου!» φώναξε η Σάσενκα και, βλέποντας τι έκανε ο πατέρας της, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια.
«Φτάνει!» είπε ο Τρίφον Σεμιόνοβιτς. «Μπορείτε να φύγετε, περιστεράκια μου. Στο επανιδείν! Στο γάμο σας θα σας στείλω δώρο μηλαράκια».
Κι έκανε μια βαθιά υπόκλιση στους τιμωρημένους.
Ο νεαρός και η κοπέλα τακτοποίησαν λίγο τα ρούχα τους κι έφυγαν. Εκείνος τράβηξε δεξιά κι εκείνη αριστερά… και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ από τότε.

Αντόν Τσέχοφ, Πολύχρωμες αφηγήσεις,  Για κάτι μηλαράκια (απόσπασμα) Μτφρ.: Πάνος Σταθόγιαννης, Εκδόσεις «ΡΟΕΣ» 2014

Πίνακας: Margo Selski

.

.