RSS

Daily Archives: 05/06/2014

Δήμητρα Χριστοδούλου, Οι ρίζες

.

Όλα όσα διδαχτήκαμε συγκλίνουν:
Eχθροί του νερού και του χώματος.
Αμαθείς, εμπαθείς, πληγωμένοι.
Βγαλμένοι από ’να κόκκινο πανί
Που ποιος ξέρει τι τυλίξανε μέσα

Δήμητρα Χριστοδούλου, Οι ρίζες από τη συλλογή Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, σελ. 25, Εκδόσεις Πατάκη, 2010

Πίνακας: Margo Selski

 

Γιάννης Κοντός, Ο ηλεκτρολόγος του ποιήματος

Βρέχει στο τηλέφωνο και δε σ’ ακούω καλά. Βήχει ο καιρός στ’ αυτί μου. Σήμερα μιλούσες γαλλικά. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Είτε γαλλικά όμως, είτε ελληνικά, τα φρούτα σάπισαν, η μουσική ξεράθηκε όπως την ξετύλιγες από το στόμα. Την άκρη της μουσικής κρατούσες, την τριχιά. Προχώραγες, χανόσουνα στον κόσμο. Έκανες κόμπους, έβαζες σημάδια – για να με θυμάσαι. Έσπαγες το φεγγάρι-αυγό, έκανες ομελέτα: «τα τηγανητά πειράζουν το στομάχι». Εδώ φάγαμε όλα τα σίδερα της ζωής και για ένα φεγγάρι θα βαρυστομαχιάσουμε; Ο άλλος εαυτός μου ο σιελ σκοντάφτει στο σιελ χρώμα, στο όνομα Άννα. Αυτά σκέφτομαι και δεν αντιλαμβάνομαι τον κλέφτη με τα λαστιχιένα παπούτσια, τον ηλεκτρολόγο που μπαίνει στην ιστορία και γίνεται βραχυκύκλωμα. Καίγονται οι ασφάλειες. Ένα τσαφ ακούστηκε, μύρισε κάτι καμένο, έπεσε το ατσάλι της νύχτας. Ψάχνω για κερί, ψηλαφώ τους τοίχους να βρω ένα πρόσωπο –έστω ένα ομοίωμα– να μοιάζει με άνθρωπο, να μιλήσουμε, να περάσει η νύχτα. Αν ποτέ περάσει αυτή η νύχτα με τα μεγάλα λευκά ποντίκια.

Γιάννης Κοντός, Τα ποιήματα (1970-2010) Ο ηλεκτρολόγος του ποιήματος, από τη συλλογή Ανωνύμου μοναχού, σελ. 205, Εκδόσεις Τόπος

Πίνακας: Juan Martinez Bengoechea

.

.

 

Κική Δημουλά, Ένα ματσάκι ωχρότητα

Chrysanthemus

 

Με συνοδεύει φιλικά ένας μοναχικός περίπατος.
Για καλή μου τύχη
πηγαίναμε κι οι δυο μας προς τα εκεί.


Παλαιά σχέση ψυχραμένη.
Αστείες παρεξηγήσεις περί Άλλων
που διαλύονται.
Κουτσομπολιά των ονείρων οι άλλοι.


Στεκόμαστε στις βιτρίνες μου.
Είναι αλλαγή της εποχής μου.
Θα φορεθώ πολύ. Κανένα σχέδιο. Ίσια γραμμή.
Λαιμόκοψη. Κεφάλι να σκεπάζει το γόνατο.
Χέρια ντραπαρισμένα στο στήθος χαλαρά.
Ανεξίτηλα χρώματα εισαγωγής• από μέσα.


Ψηλά είναι κατακόκκινο το βράδυ.
Αιματοχυσία εμφυλίου στερεώματος.

Chrysanthemus
Τα κίτρινα χρυσάνθεμα υπαίθριου ανθοπώλη
σε διπλή τιμή με πικραίνουν
– ένα ματσάκι ωχρότητά σου.


Είμαι στα ίχνη μιας βροχής.
Περίεργης. Σα να έβρεχε είναι• άλλοτε.
Απόρρητα βρέχει, κρυφά απ’ τη βεβαιότητα
σχεδόν κρυφά κι από την ίδια τη βροχή.
Το ξέρει μόνο η γοητεία του δισταγμού
η τσίγκινη τραγιάσκα κάποιου ήχου
και το συμβούλιο των σταγόνων ψηλά
γύρω από τη στρογγυλή λάμπα του δρόμου.

Chrysanthemus
Απόρρητα βρέχει.
Σα να ’ναι εμπιστευτικό το φανερό.
Όπως και είναι. Πόσες φορές κρυφά από μας
δεν έχουμε συμβεί κρυφά από τις πράξεις μας –
πάντα τελευταίες το μαθαίνουν• από τις συνέπειες
που το γνωρίζουν εξ’ αρχής.


Ακόμα κι από τη νεότητα σχεδόν κρυφά γερνάμε.
Σα να ’ναι εμπιστευτικό το ολοφάνερο.
Πάντα τελευταία το μαθαίνει – απ’ τη νεότητα
των άλλων.


Μήπως μαθαίνουμε ποτέ ότι δε ζούμε;
Κρυφό μας το κρατάει για πάντα ο θάνατός μας.
Το ξέρει μόνον η ζωή που συνεχίζεται των άλλων.
Κουτσομπολιά ονείρων παρεξήγηση οι άλλοι.


Κική Δημουλά, Ένα ματσάκι ωχρότητα από τη συλλογή Χαίρε Ποτέ, σελ. 371-372, Εκδόσεις Ίκαρος

Chrysanthemus

 
«Δεν μου ήταν ποτέ εύκολο να συνεννοηθώ με άνθρωπο. Ούτε μπορούσα να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι ήταν τόσο διαφορετικοί από εμένα. Αυτό βέβαια ήταν πολύ αφελές από τη μεριά μου, αλλά και πολύ χρήσιμο. Γιατί με είχε σε μια μόνιμη ταραχή, σε μια διαρκή διαμαρτυρία και σ’ ένα πολύ γόνιμο παράπονο… Από την άλλη, είχα μια ευγένεια η οποία με κατέστρεψε απολύτως! Εμπόδισε δηλαδή τη ζωή μου να πάρει το δρόμο της. Υπέμεινα πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να υπομείνω, με το αιτιολογικό μιας ευγένειας ότι θα πίκραινα, ότι θα πείραζα, ότι θ’ αναστάτωνα των άλλων τη ζωή. Αυτό ήταν μία ήττα. Καθαρή ήττα…».
Κική Δημουλά

.

.