Monthly Archives: February 2013
Tρία ινδιάνικα τραγούδια

Φιλία
Aztec : Κάτοικοι του αρχαίου Μεξικού, ιδρυτές της μεγάλης αυτοκρατορίας των Αζτέκων.
Σαν φτερό από κετζάλ*, σαν ευωδιαστό λουλούδι
λάμπει η φιλία:
σαν φτερά ερωδιού υφαίνεται γεμάτη στολίδια.
Το τραγούδι μας είναι φωνή πουλιού σαν κουδουνάκι:
Τι όμορφα που κάνεις κι αντηχεί!
Εδώ, ανάμεσα στα λουλούδια που μας περικλείουν
ανάμεσα στα ανθισμένα λουλούδια, τραγουδάς.*Εξωτικό πουλί
Ερωτικό τραγούδι
Nahuatll: Γλώσσα των Αζτέκων που χρησιμοποιείται ακόμα στο κεντρικό Μεξικό.Δεν ξέρω αν έλειψες ποτέ:
κοιμάμαι μαζί σου,
ξυπνώ μαζί σου,
στα όνειρα είσαι μαζί μου.
Αν τα σκουλαρίκια στ’ αυτιά μου κουδουνίσουν
ξέρω είσαι εσύ που κινείσαι στην καρδιά μου.Ήρθαν από την ανατολή
Maya : Αρχαίοι κάτοικοι του Γιουκατάν και της Γουατεμάλας, της αυτοκρατορίας των Μάγια.Ήρθαν από την ανατολή.
Τότε άρχισε και ο Χριστιανισμός.
Η προφητεία του εκπληρώθηκε στην ανατολή…
Τότε με τον αληθινό Θεό, τον αληθινό Dios
άρχισε η δυστυχία μας.
Ήταν η αρχή των φόρων
η αρχή των χρεών στην εκκλησία
η αρχή της αρπαγής των πορτοφολιών
η αρχή του πολέμου με τουφέκια
η αρχή στο ποδοπάτημα των ανθρώπων
η αρχή των βίαιων κλοπών
η αρχή των βίαιων οφειλών
η αρχή των οφειλών στηριγμένων στην ψευδομαρτυρία
η αρχή της πάλης των ανθρώπων
η αρχή της οργής.Απ’ τη μεριά του νότου έρχονται τα πουλιά. Άκου τον ήχο των περαστικών κραυγών τους. Ρίχνω μπροστά το σώμα μου. Απ’ το εμπρός μέρος της γης ξεχύνεται το φως. Τη δύναμή σου, Μανιτού, δώσε μου…
Tρία ινδιάνικα τραγούδια («Ινδιάνικη ποίηση – Στα ίχνη του ανέμου», εισαγωγή, μετάφραση και σημειώσεις Ειρήνη Βρης, εκδόσεις «Οδός Πανός», 1984).
————————————————————————————————————————————
Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης, Χωρίς πύραυλο

Κάτι μου έλεγε ότι εκείνη η ώρα δεν ήτο αληθής, αν και με την αλήθεια, βέβαια, πλήρης αβεβαιότητα επικρατεί, πλήρης σύγχυση, απ’ τη στιγμή που για όλα τα ιδεατά υπάρχουνε αντίθετα,
να! το ωραίο ψέμα, η πλάνη είναι εξίσου καλά. Κι αληθινά! Kάποτε, κατ’ ανατολάς που πήγαινα, συνάντησα ένα μάγο που ’χε νικήσει την απαίσια βαρύτητα. Έκανε γκλουουουπ με τα χείλη του, και ξαφνικά άρχισε ν’ ανεβαίνει κάθετα προς τα πάνω, όρθιος, χωρίς να κινεί κανένα μέλος, έφτανε στα μεσούρανα, σαν μύγα στα σύγνεφα, κι ύστερα ερχόταν —τι φοβερός!— πάνω κάτω ασταμάτητα, πουλί-άνθρωπος, υπέροχο θέαμα!
Α, λέω, δεν είναι αληθής τούτη η ώρα,
χωρίς πύραυλο
δε γίνεται, όπως κι εκείνη η άλλη ώρα, που
πέταξε
η μητέρα
χωρίς πύραυλο,
χωρίς επιστροφή από τότε, κι όπως άλλες ώρες διάφορες, κυρίως αυτές κατά τις οποίες
βαριόμουνα εμένα και τη ζωή μου, κι ανέβαινα,αλλά
χωρίς σώμα
εγώ
στης φαντασίας μου
τα ύψη
χωρίς πύραυλο
ανέβαινα και
κατέβαινα,
αληθής, αναληθής, ψέμα, πλάνη, αλλά κι εκείνη η ώρα του χθες που σας έλεγα, κάτι μου λέει πως δεν ήτο αληθής, ασφαλώς δεν ήτο αληθής η ώρα εκείνη, που ασάλευτος έμεινε και άπνους και νεκρός, χθες στην αγκάλη που πάγωσε στη θερμή μου αγκάλη
ο πατέρας
κι έφυγε
ύστερα και
πάει
ψηλά
χωρίς
πύραυλο
Πάει…
Πάει…
Πάει…
Έκτωρ Πανταζής, Το μεγάλο κακό

.
Ένας άνεμος φυσά, ανηλεής
ξυρίζει τα πάντα
Ένας κακός άνεμος φυσά γκρεμίζει τα πάντα
Ένας μεγάλος κακός άνεμος φυσά μέχρι βαθιά στον ωκεανό
έρχεται από τον ουρανό έρχεται από βαθιά
έρχεται από τα κατακάθια έρχεται από τις κορυφές
μαύρος κακός καταλύτης κοσμοχαλαστής
ιδρυμένος από πάθη απληστία μοχθηρότητα
σκοτεινιάζουν οι προοπτικές εκτραχύνονται οι τρόποι
κατάπτωση κυριεύει κάθε πτυχή της καθημερινότητας
βία ακολασία έρεβος
Όλη η χώρα παραδομένη πατόκορφα στο έκνομο
Διαμαρτύρομαι για το έγκλημα τον μεγάλο κακό μαύρο άνεμο
Αυλακωμένο το μέτωπο χέρι δε βρίσκεται να ελαφρύνει τον εφιάλτη
Ξεριζώθηκε κάθε νόημα από ουρανό και από γη
ελάχιστος από το χρόνο ορίζεται
το παν παραδίνεται στα σκυλιά της φρίκης.
Γιώργης Π. Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης, Περί του προνομίου της θερμής αμαρτίας

Και να ευτυχείς μέσα στην ισορροπία της ηδονής
με την ενοχή, λοιπόν, να σε χαϊδεύει στα γυμνά σου μέρη
το βλέμμα μου απαλότερο κι απ’ το μουστάκι του Θεού
και το χέρι μου να σε χαϊδεύει εκεί που έχεις το σεντούκι με τη γλύκα
απαλό και το χέρι μου απαλότερο απ’ την απαλάμη του Ζέφυρου,
όλα να είναι απαλά και υγρά και να επικροτούν
τη δαιμονισμένη πράξη, τη σύμπραξη που σε καταξιώνει
σε διαιώνιση τώρα, να ποθείς, να επιθυμείς, να θέλεις,
και όταν επέλθει το σκότος των κλειστών οφθαλμών ακολουθούμενο
από τα ρυθμικά βογκητά σου, από το παλινδρομικό παλιρροϊκό κύμα
των ελαφρολυγισμένων μηρών, απ΄ τον υπέροχο χορό τον πυρρίχιο των μαστών σου,
τότε να σβήσω ολόκληρο το είναι μου μέσα στο ελάχιστο εκείνο μυστικό
σημείο του σώματός σου, που ο προορισμός μου το ανακάλυψε εκδικούμενος
το θάνατό του να σε μολύνω εκεί με τη λάβα του σπέρματος, να σε πονέσω με άπειρη γλύκα,
έκρηξη με φωνές μεγάλες συνονθύλευμα γέλιων, κλαμάτων, πόνου, θλίψης, χαράς,
ενωθέντων αιμάτων, και να σβήσουμε ύστερα σιγανά-σιγανά στα παράλυτα μέλη λιτοί
να διπλωθούμε να κοιμηθούμε ηδονικά μέσα ο ένας στον άλλον έτσι γυμνοί αμέσως μετά την ηδονή έτσι, θριαμβικά εποχούμενοι της ήρεμης προσωρινής ευτυχίας
να εξομολογηθούμε και να πούμε:
«αμάρτησα, Κύριε, σ’ ευχαριστώ που μ’ εξέπεσες απ’ την Εδέμ του Αδάμ,
και με πέταξες στον Παράδεισο τούτον!»–




