——————————————————————————————————————————————————

ΣΙΣΥΦΟΣ (μονόπρακτο)
Αφηγητής (Μιλάει πίσω από αναλόγιο ή κινείται στον χώρο) Παντέρημη (Ώριμη γυναίκα, με έντονη θηλυκότητα, αλλά με ένδυμα φθαρμένο και λερό) Σίσυφος (Ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με την Πέτρα. Υφίσταται οχτώ διαδοχικές μεταμορφώσεις – του λιποτάκτη, του χωρίς ταυτότητα, του συμβιβασμένου, της γυναίκας, του κοινωνικά αναρριχόμενου, του νεκρού, του θεού και του εξόριστου) Πέτρα (Γυναίκα, πιθανότατα μπαλαρίνα, που εκτελεί διάφορες ρευστές κινήσεις ασχημάτιστης πέτρας –λάβας που πήζει–, συχνά δυσερμήνευτες για τη δική μας σημειολογία.)
***
Ένας προβολέας φωτίζει τον Αφηγητή, που βρίσκεται κάπου στην άκρη της σκηνής.
Αφηγητής: Θα φανεί και πάλι όπου να ’ναι… Αυτός και η Πέτρα του… Αν πας κοντά και τον κοιτάξεις κατάματα, θα δεις ότι δεν είναι ένας αλλά οχτώ. Οχτώ και οι Πέτρες, που άλλοτε σπρώχνουνε μπροστά κι άλλοτε τρέχουν και τους κυνηγούν στις κατηφόρες. Μα, αν τους ρωτήσεις πώς τους λένε – «Σίσυφο», θα σου πουν και οι οχτώ…
Ένας δεύτερος προβολέας έχει ήδη φωτίζει τον Σίσυφο, που βρίσκεται στη μέση της σκηνής και ασχολείται με την Πέτρα, η οποία είναι κουλουριασμένη κι ακίνητη. Την αγγίζει, την χαϊδεύει, την σπρώχνει, ίσως και λίγο να την μετακινεί. Λίγο πιο κει, στο πάτωμα, είναι αφημένα ένα μεγάλο κόκκινο ύφασμα, μια λευκή προσωπίδα, ένα καπέλο (ρεπούμπλικα), ένας χαρτοφύλακας κι ένα κινητό τηλέφωνο με ακουστικό. Ένας τρίτος προβολέας φωτίζει την Παντέρημη που βρίσκεται κάπου ψηλά –ίσως στην τελευταία σειρά των καθισμάτων– αλλά σε θέση ώστε να διακρίνεται απ’ όλους.
Αφηγητής: Κι από την άλλη τη μεριά – αυτή η άμοιρη… Ξεχνάω τ΄ όνομά της… Κοιτάζει έναν-έναν τους οχτώ και τους ορέγεται. Αιώνες τώρα μόνη της. Άγονη κι άκαρπη. Πώς να αντέξει; Όμως αυτοί μόνο την Πέτρα τους αγαπούν και ενστερνίζονται…. Ο πρώτος, ο μπροστά-μπροστά, είναι εκείνος που αρνήθηκε να πιει το κώνειο και λιποτάχτησε απ’ το χρέος του. Τώρα τον λένε όλοι “ξένο”. Δεν έχει βήμα να μιλήσει πια. Στην Αγορά κάποιος του πέταξε ένα σάπιο ψάρι…
Ο Σίσυφος κουρασμένος κάθεται πάνω στο βράχο του και κοιτάζει την Παντέρημη.
Παντέρημη: (μιλάει στον Σίσυφο) Ποιος είσαι εσύ που με κοιτάς, και ποια απόσταση κάνει τα χέρια σου να φαίνονται με τρίχες; Γιατί, αν είσαι άντρας, έλα κοντά και κανονάρχησέ με. Ειδάλλως, πήγαινε πιο πέρα. Μη με τυραννήσεις κι εσύ με υποσχέσεις… Εδώ, απέξω, γύρω μου, είναι μια χώρα σαν κι εμένα έρημη. Μπορεί και λύσσα να ’πεσε. Αλλά μπορεί και να ξινίσαν τα κρασιά τους… Λένε διάφοροι ανυπόληπτοι ότι κι εγώ εκεί έξω κείμαι. Ώμος γυμνός, μαρμάρινος, μισοχωμένος στο ρέμα. Να γλείφει γύρω το νεράκι. Να αναδεύουν τα χόρτα… Όμως εγώ, τις Τρίτες, ζητάω χάδι αντρικό τις Τρίτες. Μια περικεφαλαία ανάμεσα στα σκέλια μου…
Ο Σίσυφος δεν της δίνει σημασία. Ασχολείται και πάλι με την Πέτρα του. Μιλάει μόνος του, αδιαφορώντας για την Παντέρημη.
Σίσυφος: Η πέτρα κατοικεί όπου υπάρχω –ελεεινότατος– εγώ. Και με περιφρουρεί. Με προστατεύει απ’ την εμφύλια βούληση μου. Προτού με ενσωματώσει στη δομή της, ήμουν παγόνι. Κοίταζα μέσα μου, έσβηνα λάμψεις, έγραφα χρώματα΄ έσβηνα χρώματα, έγραφα λάμψεις, κοίταζα μέσα μου. Τώρα δοξάζομαι στην ικεσία. Άπολις… Παντέρημη: Αχ, κακομοίρη μου. Αν θα με δεις μεσάνυχτα στο δάσος, στις νεροσυρμές – πάει η λαλιά σου, σου την πήρα…
Ο Σίσυφος αλλάζει συμπεριφορά. Γίνεται “άλλος” Σίσυφος. Παίρνει από κάτω την προσωπίδα και τη φοράει. Συνεχίζει να ασχολείται αποκλειστικά με την Πέτρα του.
Αφηγητής: Ο δεύτερος την πάτησε εκεί που την πατάνε οι περισσότεροι. Κάτω απ’ τ’ αυλάκι. Βρήκε την Πέτρα που του ταίριαζε κι όλο τον σπρώχνει δυτικά, κι όλο εκείνη τού γλιστράει και πάει κουτρουβαλώντας κατά Έφεσο… Αν τον ρωτήσεις να σου πει – «θα τα βρούμε κάπου στη μέση, θα με θυμάται τουλάχιστον ως Πλήθωνα»…
Παντέρημη: Ποιος είσαι εσύ, που η Δύση σ’ απεχθάνεται και η Ανατολή σε διώχνει; Κι ούτε στη μέση να σταθείς δεν δύνασαι – στην ουτοπία… Ζύγωσε να σε ιδώ από κοντά, κι άσε με να σου γλείψω τον ιδρώτα. Εσύ, αν το μπορείς, δώσε μου έστω μία σπίθα ανέμελη. Έστω κοσμήματα χρυσά, να τα φοράω και να βροντάνε… Αλλιώς, θα τα παρατήσω όλα στη μέση. Να λένε – «πέρασε κι απ΄ τα Γιάννενα, πολύ αργότερα όμως, αλλά δεν πρόλαβε, τη χτίσαμε σ’ ένα γεφυράκι εδώ πιο έξω»…
To κείμενο του Πάνου Σταθόγιαννη παρουσιάζεται την Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου στο Θέατρο Σφενδόνη. Και, φυσικά, θα είμαστε εκεί! Ο πολυχώρος του ΑΙΤΙΟΝ στην Τζιραίων, ένας χώρος μοναδικής αισθητικής (θα τον ζήλευαν τα πεντάστερα ξενοδοχεία Αθηνών και συμπρωτεύουσας…), φτιαγμένος με μεράκι και όραμα από την Τούλα Μπαρνασά, είναι έτοιμος. Εκεί γίνεται στέκι πλέον για καφέ, φαγητό, πολιτιστικά δρώμενα, παρουσιάσεις και συναντήσεις ανθρώπων των Γραμμάτων και της Τέχνης. Για να μην τα πολυλογώ, δεν με “χαλάει” να πατούν τα πόδια μου σε ολομέταξα χειροποίητα χαλιά, το μάτι μου να χάνεται σε εντυπωσιακά βιτρό, έργα τέχνης και αντίκες, να παρακολουθώ μία παρουσίαση βιβλίου καθισμένη σε βελούδινους καναπέδες, να κινούμαι σε έναν χώρο με φωτισμό από έργα τέχνης σε φυσητό γυαλί και ιδιαίτερους χρωματισμούς που προβάλλουν από τα εσωτερικώς φωτισμένα βιτρό του μπαρ. Καθότι γκουρμέ, η υψηλή κουζίνα, μαγειρική και ζαχαροπλαστική, δεν μου πέφτει βαριά… και μάλιστα όταν οι τιμές θα είναι άκρως δημοκρατικές. Πάμε ακομπλεξάριστα με τα τζινάκια μας, με τουαλέτες, με ξώπλατα ή με ζιβάγκο, με αγγλοσαξωνικό, γαλλικό, μπαρόκ στυλ, ακομπλεξάριστα εντελώς και κυρίως χωρίς κατινιές, ζήλειες και μνησικακίες. Η αισθητική είναι ζητούμενο και της Παιδείας και της Τέχνης, και, μάλιστα, όταν απλόχερα η Τούλα η Μπαρνασά μάς την προσφέρει με αυτόν τον τρόπο. Προσωπικά, της βγάζω το καπέλο!Αφηγητής: Μα, τι του λες;! Δεν σε ακούει!… Χρειάζεται παρηγοριά, και μόνο με τον μέσα του αντίλαλο παρηγοριέται. Μιας που εκεί, μονάχα η Πέτρα του ακούγεται. Το έξω του ούτε που θέλει να το δει, να το γνωρίσει… Αν και παλιά, πολύ παλιά, ερχόταν ένα αγοροκόριτσο, καθόταν στην πέτρα του και διάβαζε ποιήματα. Τρεις φορές ασπάστηκε μαζί του τη σελήνη…
Παντέρημη: Εγώ ήμουνα εκείνο το κορίτσι. Παλιά, πολύ παλιά. Τότε που ήμουνα πολύ γριά ακόμα… Τώρα έχω ξαναβρεί τον πρώτο εαυτό μου, τον πρωτόλειο, αυτόν που ξέρει τι είναι ομορφιά και τι ψιμύθια απαιτούνται για να την κάμψουν… Εμένα να φιλήσει – ποια σελήνη; Είμαι χωμάτινη, γι’ αυτό και πιο πικρή. Θα του μείνω στη γεύση για πολύν καιρό. Σχεδόν για πάντα…
(…)
Πρόσκληση
Το Κίνημα Τέχνης, Πολιτισμού και Επιστημών «ΑΙΤΙΟΝ», σας προσκαλεί την Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου και ώρα 9.00 το βράδυ, σε μια ξεχωριστή εκδήλωση στο Θέατρο «Σφενδόνη».Πάνω σε κείμενα σύγχρονων δημιουργών, εμπνευσμένα από τις αρχαίες τραγωδίες, εξαίρετοι ηθοποιοί και καλλιτέχνες θα ζωντανέψουν μορφές από μύθους και πρόσωπα, που στο πέρας των χρόνων αναπτύχθηκαν ως αρχέτυπα στην ενδοχώρα του ανθρώπινου ψυχισμού. Στην πρώτη από τις τρεις συνολικά παραστάσεις που θα δοθούν με θέμα: «Το τραγικό πέρα απ’ το χρόνο» παρουσιάζονται:
Ι) «Ο Σίσυφος είναι οκτώ» του Πάνου Σταθόγιαννη.
Ο άνθρωπος, η μοίρα του κι ο αέανος αγώνας του προς τη λύτρωση.
ΙΙ) «Οιμωγές γυναικών» της Τούλας Μπαρνασά.
Εκάβη, Ανδρομάχη, Ελένη … Μητέρα, Σύζυγος, Ερωμένη.
Τρεις φιγούρες, τρεις πρισματικές όψεις της θηλυκής υπόστασης αντιμέτωπες με την κατάλυση των προστατευτικών τους “τειχών”.
Ψίθυροι τραγωδίας … μονόλογοι και διάλογοι ως φορείς διαχρονικών συναισθημάτων συνδιαλέγονται στο χρόνο σε μια όσμωση «περαίνουσα δι’ ἐλέου καὶ φόβου
τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
Ερμηνεύουν κατά σειρά εμφάνισης :
Αφηγήτρια: Ιωάννα Κανελλοπούλου
Σίσυφος: Γιώργος Στάμου, Γιάννης Μυλωνάς
Πέτρα: Αλίκη Γεωργουλοπούλου
Κείμενα: Πάνος Σταθόγιαννης
Ελένη : Κατερίνα Διδασκάλου
Ανδρομάχη: Δέσποινα Ψαρροπούλου
Εκάβη: Νόρα Κατσέλη
Πάρης: Μελέτης Ηλίας
Κείμενα: Τούλα Μπαρνασά.
Συμμετέχουν οι ηθοποιοί:
Βασίλης Τσιγκριστάρης, Φαίη Βολόρου.
Σκηνοθετική επιμέλεια : Σταμάτης Πατρώνης.
Μουσική γράφουν και εκτελούν : Δημήτρης Τσεκούρας και Γιάννης Μουτσάκης
Υπεύθυνη φωτισμού : Ελένη Αναγνωστοπούλου
Σας περιμένουμε…
Γιατί η αισθητική εποπτεία και η κατανόηση του ωραίου
αποτελεί κεντρικό “Αίτιον” ύπαρξης και αυτογνωσίας
Είσοδος ελεύθερη…
https://www.facebook.com/events/533624393328616/
Πίνακες: Christer Karlstad

Χαιρόμαστε που το Διαδίκτυο (facebook, twitter κ.ά.) προσφέρει σε αναρίθμητους χρήστες τη δυνατότητα να εκφρασθούν ελεύθερα, ακόμη και ανώνυμα. Χωρίς φοβίες και αναστολές. Η ανωνυμία αυτή (ή η ψευδωνυμία) λίγο πρέπει να μας απασχολεί, επειδή οφείλουμε πρωτίστως να σεβόμαστε τον τρόπο με τον οποίο ο άλλος επιθυμεί να παρουσιάζει τις απόψεις του. Το θέμα, λοιπόν, το πρόβλημα είναι αλλού — κατά πόσον αυτή η προσωπίδα γίνεται ασπίδα για προσβλητική και συκοφαντική συμπεριφορά. Στην περίπτωση αυτή το αναφαίρετο δικαίωμα για ελεύθερη έκφραση του ενός στερεί από τον άλλον το αναφαίρετο επίσης δικαίωμα να υπερασπισθεί την προσωπικότητά του. Αυτή λοιπόν η ψευδωνυμία είναι επικίνδυνη. Αντιδημοκρατική, αντιδεοντολογική και κατακριτέα. Αλλά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό είναι επικίνδυνες οι πολλές σκοτεινές, μασκαρεμένες δημοκρατίες που πάντοτε κυκλοφορούσαν στον τόπο μας, όπως κυκλοφορούν και σήμερα. Εμφανίζονται πίσω από πολλά «δημοκρατικά» προσωπεία, προκλητικές και υβριστικές. Νόθες. Μπασταρδεμένες. Επικίνδυνες για τη μάνα/τροφό δημοκρατία. Αυτή με το καθαρό, τίμιο πρόσωπο.http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=488969
————
Σχόλιο: Αφού συμφωνήσω απόλυτα με το κείμενο του Γιώργη –ένα κείμενο στο οποίο συναντά κανείς όλες τις αρχές και τις αξίες της κλασικής παιδείας, τις οποίες είχα τη μεγάλη τύχη να τις γευτώ και από το στόμα ενός πραγματικά μεγάλου δάσκαλου και σημείου αναφοράς για μένα στον τομέα μου– θα έλεγα ότι το αίτημα της ανάδυσης αφενός ενός όντος ως «προσώπου» και υπο/κειμένου ενός αληθούς και συνειδητού λόγου και αφετέρου ως φορέα ευθύνης έναντι, πρωτίστως, του εαυτού/ Άλλου, και κατ’ επέκτασιν του άλλου σε κοινωνικό επίπεδο (δύο σταθερών δηλαδή που θεμελιώνουν το δημοκρατικό ιδεώδες), ανήκε πάντα στη σφαίρα του ιδεατού και ήταν προσεγγίσιμο από τη μειονότητα.
Αυτό σημαίνει ότι ήδη απουσιάζει εκείνο το σκέλος της δημοκρατίας που αναγνωρίζει την ύπαρξη του ατόμου ως υπάρχοντος σε σχέση με κάποιον άλλον. Αυτή, άλλωστε, είναι και η λειτουργία του βλέμματος, της φωνής, της ακοής, της αφής και όλων των αισθήσεων που συμμετέχουν στην αλληλεπίδραση επί του πραγματικού με κάποιον άλλον. Μόνος του δεν υπάρχει κανείς και σε καμία σχέση. Αυτή όμως η ανθρώπινη λειτουργία της διάδρασης πλέον ακυρώνεται μέσα από τη διαδικτυακή πραγματικότητα. Στην ουσία, είναι ο άλλος που ακυρώνεται, διότι επαναδημιουργείται μόνον φαντασιακά και ως κατασκεύασμα. Επιπλέον, καθένας υπάρχει από μόνος του μπρος από μία οθόνη, αναπτύσσοντας σχέση με ένα μηχάνημα, το οποίο ως χρήστης μπορεί να το εξουσιάσει κατά βούλησιν, έχοντας εκ παραλλήλου την ψευδαίσθηση ότι με αυτόν τον τρόπο μπορεί να αναπαράγει και την οποιαδήποτε σχέση με τον ίδιον ακριβώς τρόπο που αυτή λαμβάνει χώρα επί του πραγματικού. Πρόκειται όμως, στην πραγματικότητα, για έναν μονόλογο με τον εαυτό, που δημιουργεί το «αντικείμενό» του και του τα «επιτρέπει» όλα, καθότι αδιαφανής, ασφαλής και αδρανής.
Γυμνός, για παράδειγμα, δεν κάνει κανείς διάλογο με έναν συνομιλητή σε δημόσιο χώρο, μπορεί να κάνει όμως «διάλογο» μπροστά σε έναν υπολογιστή, ή ψευτοδιάλογο καλύτερα, εφόσον το ιδιωτικό εμπλέκεται βίαια με το δημόσιο.Τη γύμνια μου δεν την μοιράζομαι με τον οποιοδήποτε. Υπάρχει ένα όριο, που συνιστά και σύμβολο για το πώς και υπό ποιες συνθήκες περνώ από τον ιδιωτικό βίο στη δημόσια ζωή. Ήδη, ακόμη και αν δεν είμαι γυμνός, αυτό το επικοινωνιακό πέρασμα εισάγει τον ισοπεδωτικό μηχανισμό τού όλα επιτρέπονται, επειδή ακριβώς είμαι αόρατος, ενώ συνομιλώ για την πολιτική φορώντας τις πιτζάμες μου. H παρουσία του προσώπου ως σώματος, στην πραγματική επικοινωνία, και μία γενικώς αποδεκτή κοινωνική ηθική που μας απαγορεύει να κυκλοφορούμε γυμνοί σε δημόσιους χώρους, συνιστά συμβολικά ένα όριο. Kαι το όριο αφενός επιβάλλει τον νόμο, αλλά και η τήρηση του νόμου απαιτεί το όριο. Η σχέση είναι αμφίδρομη. Η διαχωριστική γραμμή, στο απλό παράδειγμα του «απαγορεύεται να εμφανίζεσαι γυμνός σε δημοσίους χώρους», επιτάσσει και μία συμπεριφορά που από την πλειονότητα είναι «σεβαστή». Τα εισαγωγικά οφείλονται στο ότι είναι αμφισβητήσιμο το κίνητρο της συμπεριφοράς : Yπακούω στην εντολή από φόβο, ως αντικείμενο απέναντι στο λόγο ενός μέτρ ή από επιθυμία και ως υποκείμενο στο λόγο ενός Άλλου, ο οποίος ταυτίζεται και με το λόγο ενός «μετρ»; Στην τελευταία περίπτωση, ο κύριος είμαι εγώ, το όριο είμαι εγώ, ο νόμος είμαι εγώ.
Η όποια λοιπόν ηθική είναι θέμα ορίου και κοινού κώδικα, που συνδράμουν την επικοινωνία. Αυτές όμως οι δύο σταθερές εκλείπουν αυτομάτως στο διαδίκτυο, διότι εκλείπουν οι νόμοι και οι περιορισμοί, ή ακόμη και αν δεν απουσιάζουν, δεν υπάρχουν ικανοί θεματοφύλακες.Οι σταθερές αυτές δε γίνονται σεβαστές παρά μόνον από ανθρώπους που υπάγονται στη δεύτερη κατηγορία. Έτσι, φθάνουμε στο παρακάτω οξύμωρο: υπό το πρόσχημα του φερετζέ, εάν ανήκουμε στην πρώτη κατηγορία, αναδυόμαστε όπως πραγματικά είμαστε. Το λιγότερο, θλιβεροί. Και αυτό είναι επικίνδυνο, διότι σε καμία έκφανση του κοινωνικού βίου ποτέ δεν επιτράπηκαν τα πάντα. Η διαδικτυακή πραγματικότητα, όσο και να αφήνει την εντύπωση ότι είναι δημοκρατική, δίνοντας το βήμα σε όλους, στην πραγματικότητα είναι ισοπεδωτική, διότι απουσιάζουν αξίες και κριτήρια. Ακόμη και όταν συμμετέχει κανείς με το πραγματικό του όνομα, αλλά ο ίδιος δεν χαρακτηρίζεται από παιδεία, αποκτά αυτομάτως εκείνο το χαρακτηριστικό που η ψυχολογία του όχλου έχει περιγράψει με ακρίβεια. Εκεί η ταύτιση με τους πολλούς προσφέρει μία φαντασιακή δύναμη που όλα τα επιτρέπει, όλα τα νομιμοποιεί, κανοντάς τα και δυνατά και θεμιτά. Το άτομο συγχωνεύεται, συνταυτιζόμενο με την ομάδα, γίνεται ανώνυμο, απο:υποκειμενοποιείται. Εύκολα δεν σπάει κανείς μόνος του μία βιτρίνα, αλλά μπορεί να τη σπάσει ευκολότερα και χωρίς ίχνος ενοχής με την παρέα του. Ακόμη και σε στιγμές πανικού, μεμονωμένα, ο άνθρωπος αντιδρά με σύνεση μεγαλύτερη. Η λογική του όχλου μετατοπίζει την ευθύνη σε κάτι γενικό και δύσκολα προσδιορίσιμο, σε μια ομάδα, ομάδα που είναι ανώνυμη, δυνατή, άμοιρη ευθυνών και επομένως σίγουρη ότι μπορεί να δράσει παραβατικά χωρίς να τύχει ουδεμίας τιμωρίας.
Αυτή ακριβώς η ψευτοδύναμη, η ψευτομαγκιά, στο πλαίσιο της λειτουργίας των ομάδων, διά μέσου της συγχώνευσης με τα υπόλοιπα μέλη τους, περνάει πλέον και στο διαδίκτυο. Ο χρήστης θεωρεί ότι είναι δυνατός, ενώ αυτόματα μετατρέπεται και σε ανώνυμο, όχι απλώς επειδή δεν έχει όνομα ή πραγματικό όνομα, αλλά επειδή, κυρίως, τη λειτουργία της ομάδας την αναλαμβάνει πλέον η οθόνη. Η οθόνη τον ρουφάει και γίνεται αόρατος, ταυτίζεται με αυτό που είναι απέναντί του, χωρίς όμως να τον βλέπει.
Πάρα πολύ εύκολα, λοιπόν, με μεγάλη άνεση, ο οποιοσδήποτε μπορεί να χρησιμοποιήσει τον συνομιλητή του ως το κακό αντικείμενο ή ως αντικείμενο φαντασιακό, ποτέ ως υπαρκτό υποκείμενο με σάρκα και οστά, για να αναπαράγει σχέσεις που του είναι αδύνατον να φέρει σε πέρας στην πραγματικότητα, αποποιούμενος κάθε ευθύνη και νιώθοντας, επομένως, απενοχοποιημένος για την οποιαδήποτε έκβαση της επικοινωνίας. Σε τοίχους του φέις άνθρωποι δέχονται ανεπανάληπτες προσβολές από τυχάρπαστους που μάχονται αποκυήματα της φαντασίας τους. Άνθρωποι που προσβάλλουν, επιτίθενται, υπεισέρχονται στην προσωπική ζωή των άλλων, διαβάλλουν, συκοφαντούν, εν συνεχεία με μεγάλη ευκολία αποσύρονται, εξαφανίζονται από την πραγματική ζωή, σαν να μη συνέβη απολύτως τίποτε, είτε δολίως συνεχίζουν το έργο τους. Το δικαίωμα στην επιλογή είναι δεδομένο, το δικαίωμα όμως σε τέτοιου τύπου επιθετικότητα, δε γνωρίζω ποιος νοήμων θα μπορούσε να το κατανοήσει ή να το δικαιολογήσει.
Ας μην αναφερθώ στα τερατουργήματα των χάκερς, που πριμοδοτούν τη βία, χρησιμοποιώντας μέσα που είναι δύσκολο να ανιχνευθούν, ούτε σε περιπτώσεις ανθρώπων με υψηλή κοινωνική θέση, που ακριβώς επειδή είναι ευυπόληπτοι πολίτες ο… νόμος φοβάται να τους πλησιάσει, διότι είναι αυτοί που τον κρατούν στα χέρια τους, ούτε στους απατεωνίσκους και τους κλέφτες που αναζητούνε πελατεία, ασκώντας επίσης ευυπόληπτα επαγγέλματα. Ο άλλος κατ’ αυτόν τον τρόπο μετατρέπεται σε αντικείμενο, σε πράγμα προς χρήσιν και προς τέρψιν. Εάν ο νεοφιλελευθερισμός εξουδετερώνει το άτομο και τη δημοκρατία, όχι μόνον επειδή είναι μονόδρομος, αλλά κυρίως επειδή οι υποστηρικτές του είναι αόρατοι, τότε και το διαδίκτυο συνιστά μια νεοφιλελεύθερη μινιατούρα, κινούμενη ακριβώς στην ίδια σφαίρα μιας υποτιθέμενης παγκοσμιοποιημένης επικοινωνίας, που στην ουσία ακυρώνει το υποκείμενο, καθιστώντας το ανύπαρκτο, διότι δεν μπορεί να αμυνθεί. Η προσωπική μου εμπειρία αλλά και οι εμπειρίες άλλων ανθρώπων το επαληθεύουν σε πλείστες περιπτώσεις.
Κι επειδή η οθόνη αιχμαλωτίζει, μπορεί κανείς να θέσει το εξής ερώτημα: στην πραγματική ζωή μου θα δεχόμουν να έχω απέναντί μου έναν άγνωστο συνομιλητή με καλυμμένο πρόσωπο; Η απάντηση είναι προφανής. Και τότε γιατί το δέχομαι εδώ; Διότι έχω κι εγώ το πρόσωπό μου καλυμμένο. Ο ψυχικός μου κόσμος είναι όμως το ίδιο καλυμμένος; H ηθική μας είναι κοινή, το πνευματικό επίπεδό μας, το ήθος, οι προθέσεις μας, η σημασία που αποδίδουμε στην επικοινωνία; Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί για τίποτε από αυτά και, υπό την έννοια αυτή, όλα τα μηνύματα μπορεί να έχουν πρώτο συνθετικό το ψευδό-: ψευτοφιλίες, ψευτοαρέσκειες, ψευτοέρωτες, ψευτοπάθη με πρόσωπα, γνωστικά ή καλλιτεχνικά αντικείμενα. Ποτέ το φαίνεσθαι δε βρήκε καλύτερα τον ορισμό του. Ποτέ η εικόνα δεν καθρεφτίστηκε με τέτοια επιτυχία μπροστά σε μια εικόνα.
Γι’ αυτό είναι φενάκη να ισχυρίζεται κανείς ότι το διαδίκτυο μπορεί να υποκαταστήσει τη λειτουργία των παραδοσιακών τρόπων επικοινωνίας. Παλιά υπήρχαν τα πάρτι, οι κοινωνικές συνευρέσεις, οι παρέες, υπήρχε η αμεσότητα που έδινε την εκαιρία τουλάχιστον σε μιαν αναγνωριστική πρώτη επαφή μαζί με την ανάληψη της ευθύνης των ανθρώπων. Τώρα αυτό εκλείπει, και οι σχέσεις αλλοτριώνονται ακόμη περισσότερο, νιώθουμε ότι γίνονται περισσότερο εύκολες, αλλά πέφτουμε σε παγίδα. Τα φαστ φούντ δεν μπόρεσαν ποτέ να αντικαταστήσουν ένα καλομαγειρεμένο πιάτο. Μεγάλες εταιρείες στη Λατινική Αμερική αποσύρονται, διότι οι άνθρωποι ξαναγυρνούν στα παραδοσιακά τους πιάτα. Από την αυτοκρατορία της ψευτοκουλτούρας, της ψεύτικης κοινωνικής εικόνας, η οποία συντηρήθηκε χρόνια όχι μόνο μέσα από τα επίπλαστα κοινωνικά κριτήρια των γιάπηδων αλλά και από έναν άκρατο συντηρητισμό για το κοινωνικά αποδεκτό, από τους συμβατικούς γάμους και τις βολεμένες επαγγελματικές επιλογές, τώρα που η οικονομική πραγματικότητα έχει αλλάξει, έχουμε το πέρασμα του ψευδό- στην οθόνη του υπολογιστή μας.Ψευτοσελίδες κουλτούρας και λογοτεχνίας, ψευτοποιητές και ψευτολογοτέχνες, ψευτοεταιρείες παροχής υπηρεσιών, ψευτοσχέσεις και ψέματα. Πρόκειται για ενός νέου τύπου ψευδοεπικοινωνία, για μία πρόφαση επιθυμίας επικοινωνίας σε όλα τα επίπεδα και για ένα γλειφιντζούρι απελευθέρωσης της δυναμικής του ατόμου, για ένα σπατάλημα άπειρου χρόνου στο ψευδό-
Η όποια ανεπάρκεια μετατρέπεται σε επάρκεια, κατ’ αυτόν τον τρόπο, και ένα ψευδομασκάρεμα προστίθεται στην ήδη μασκαρεμένη μας οντότητα. Μας διαφεύγει όμως ότι η επιθυμία μας για το οτιδήποτε συμπεριλαμβάνει και το ρίσκο μιας αποτυχίας, ότι τίποτε δεν ειναι δεδομένο, ότι το πρότυπο της δημοκρατίας στη χώρα που τη γέννησε ήταν το αιέν αριστεύειν, ότι η δημοκρατία ασκήθηκε σε ανοιχτούς χώρους και χωρίς καλύμματα, ότι όσοι είχαν το βήμα βρίσκονταν ταυτόχρονα και σε πλήρη έκθεση με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπαγόταν. Ότι ο αδρανής πολίτης δεν υπήρξε ποτέ ιδανικό της δημοκρατίας. Πολύ περισσότερο ο ψεύτης ή ο απατεώνας. Πρόκειται για μία ακόμη στρέβλωση των ιδεών, για έναν ακόμη ισοπεδωτικό μηχανισμό, όπως αυτόν που η λογική της υποκουλτούρας μετέφερε στα σπίτια μας με τις τηλεοράσεις. Τα ροζ μυθιστορήματα από τα περίπτερα πέρασαν στα ράφια, οι ροζ ιστορίες από τις κρεβατοκάμαρες στο σαλόνι μας, οι ροζ σχέσεις και η παράνοια του δρόμου, του γραφείου, της πεθεράς και του παππού στις οθόνες μας.
Αυτή η αναγνώριση έρχεται ως αποτέλεσμα μίας άλλης εσωτερικής αναγνώρισης, που αποκηρύσσει τις παιδικές φαντασιώσεις του είμαστε ένα και το αυτό είτε ο θάνατός σου η ζωή μου, φαντασιώσεις που απαγορεύουν τη συνύπαρξη εντός ορίων, αρνούμενοι τη δυνατότητα ύπαρξης χώρου και για τους δύο. Αυτό το φαντασιακό ψυχικό στένεμα είναι που στενεύει και τα όρια της δημοκρατίας. Η δημοκρατία όμως έχει αρκετό χώρο για όλους, υπό τον όρο ότι όλοι συμφωνούν με αυτήν τη διαπίστωση. Τα φασιστικά ή απολυταρχικά ή θεοκρατικά καθεστώτα διαφωνούν, το ίδιο και όσοι κρύβονται πίσω από μία οθόνη και θεωρούν ότι ο κόσμος τους ανήκει.Πίνακες: Magda Almy, Antonio de Pereda, Anthony Ackrill, Joaquin Beuckelaer, Ηans Holbein