
Βεβαίως… βεβαίως του Θεμιστοκλέους!

.
Απόψε στον κήπο με τους μεγάλους φοίνικες, όλη η κοσμική πόλη παρελαύνει διαχυτική κι ανάλαφρη κάτω απ’ τον έναστρο ανοιξιάτικο ουρανό. Επιδεικνύει τα μπεζ-κίτρινα χρώματα της εποχής μες σε σινιέ ενδύματα και διαθέσεις ακόμη πιο σινιέ. Γυαλιστερά μες στη γυμνή σαγήνη τους, τα ψηλοτάκουνα πέδιλα των καθώς πρέπει στολισμένων κυριών σουβλίζουν το παχύ κόκκινο χαλί που προσκυνά τα πόδια τους. Σκούζει άλλοτε από ρυπαρά αιμοσφαίρια προόδου, που γίνονται λεκέδες, άλλοτε ανατριχιάζει από ίχνη διαφθοράς που αφήνουν σαν χαλκομανίες οι χοντροκομμένοι συνοδοί τους. Διακριτικά, ξινά, στραβά, πληθωρικά χαμόγελα σμίγουν στον περίβολο με κακαριστά λίφτινγκ, σφιχτά, αμήχανα ή τρανταχτά γελάκια, ενώ η λευκοφορεμένη μπάντα και το βαλς της σπρώχνεται ν’ ακουστεί μέσα απ’ τις συναντήσεις. Ένας ήχος υπόκωφος, λες κι έρχεται από μύγες παχιές του Αυγούστου, που όλο προσπαθούν κι όλο αναστέλλουν ντροπαλά το πέταγμά τους, σέρνεται απ’ τον κήπο μες στη μεγάλη αίθουσα.
Ο δόκτωρ Αλκιβιάδης Τσαγανόπουλος στέκεται εκεί, μόνος, δίπλα στο μεγάλο τζάκι και πλάι στον μπουφέ, μ’ ένα πούρο Romeo y Julieta, κόκκινο παπιγιόν και ύφος περιστάσεων. Ρουφάει το βόμβο και φουσκώνει απ’ το αεριούχο κόρδωμα, τις φανφαρώδεις υποκλίσεις, το ειδεχθώς συσσωρευμένο λίπος στο στομάχι. Μουρμουρίζει ένα πρόχειρο καλησπέρα με υπόκλιση σ’ ένα πεντικιούρ στο χρώμα του χρυσού των Φαραώ, που κάνει ένα πυρετώδες πέρασμα από μπροστά του και κάπου το γνωρίζει. Παίρνει ανάσα με κάποια δυσκολία, που ο επιμελημένος εξαερισμός της αίθουσας δε δικαιολογεί, και τον αφήνει εκτεθειμένο σε σχόλια πικρόχολα. Κινείται αργά, κοντανασαίνοντας, προς το ορθάνοιχτο νεοκλασικό παράθυρο, απ’ όπου ένα υγρό αεράκι εισβάλλει με μικρές ριπές, αθόρυβα, και τρίβεται σε κάποιες τρίχες στο κεφάλι του, οι οποίες αιωρούνται λεπτεπίλεπτα, λευκές κι ευτυχισμένες. Το πρόσωπό του καταγράφει πλαδαρή ζωή και σκέψεις ακόμη πιο ρευστές και ανοργάνωτες.
Μια δυστυχία καθώς πρέπει, κοσμική και καλυμμένη από τρόπους. Απλώνει το αριστερό του χέρι. Μανικετόκουμπα λευκόχρυσα οβάλ, με κεφαλή λέοντος σε σμάλτο μπλε, δίνουν το στίγμα Τσαγανόπουλου, μανσέτα λευκή μεταξωτή. Tουρκουάζ, κόκκινα καναπεδάκια στριμώχνονται στο στόμα του, πήζοντας έναν πολύχρωμο λαχανί πολτό στην ξασπρισμένη γλώσσα του. Μικρά υπολείμματα από σολομό ραπίζουν ελαφρά το παπιγιόν του και διασχίζουν το ριγωτό του νοικιασμένο φράκο. Ύστερα προσγειώνονται στο καλογυαλισμένο του παπούτσι και διαλύονται διακριτικά κάτω από το χειροποίητο παπούτσι του, σ’ ένα συλλεκτικό μεταξωτό χαλί από το Ουζμπεκιστάν. Τα παχουλά του δάχτυλα επισφαλώς βαστάζουν ένα κοκτέιλ σαμπάνιας, συνηγορώντας στην κτηνώδη επισημότητα. Πληθωρικές και γρήγορες γουλιές διαστέλλουν τους βολβούς των κατακόκκινων ματιών του κι αποστραγγίζονται ηδονικά μέσα στο χέρσο σύμπαν του. Τον τελευταίο καιρό νιώθει όπως τόπος χτυπημένος από ανομβρία. Ποτίζεται με ουίσκι και αποφεύγει να εμφανίζεται συχνά και δημοσίως. Ιδιωτεύει μέσα σε ατμούς, συνήθως σκυφτός επάνω στην μπανιέρα, έρμαιο τρανταγμών που προκαλούνται από ποσότητες αλκοόλ που απορρίπτει το στομάχι. Απόψε όμως υποχρεώθηκε να κάνει μια υπέρβαση και νά ’ρθει.
Πίνακες: James Ensor
.
.

. .
Απόψε θα έχω τον Αίλιο Αριστείδη αγκαλιά
Απόψε είμαι ένας διαλυμένος συγγραφέας
Απόψε θα μου έρχονται χάρτινα φιλιά
Και θα ονειρεύομαι τα χείλη μιας ωραίας.
.

.
Θα ήθελα να σηκώσω το μέτωπο
όπως σηκώνει η θέρμη τη θάλασσα
και παντιέρες υδρατμών μοσκοβολώντας
αλατίζουνε τα κεφάλια των βράχων.
Σαν μια σύναξη γερόντων
εκείνοι συγκατανεύουν βλοσυρά.
Και παίρνεται η μεγάλη απόφαση.
Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Πολεμικές αλληγορίες (20, απόσπασμα)
Πίνακας: D. Colibarov


.
Έτσι όπως γυάλιζε το όνειρο
Του ’ρθε μια δίψα δίμετρη
«Τι θέλω τα παπούτσια μου» ξεφώνισε
«Ώρα να πάω ξυπόλητος»
βγήκε στη νύχτα και της φώναζε:
o έρωτας
o θάνατος
ποιανού είμαι ο παραπόταμος;
κι ας το ’ξερε
κι ας το ’ξερε
ὀτι γυαλάδες σαν αυτές
μονάχα τα ξυράφια.
Γιάννης Στίγκας, από τη συλλογή Ισόπαλο Τραύμα, απόσπασμα από το ποίημα Έντγκαρ Άλαν Πόε
Φωτό: Serena Porino

.
Tούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να ζει απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεββάτια
και ράφια.
Άφησέ με νά ’ρθω μαζί σου.

Η Μαρίνα Τσβετάγιεβα στον Μπαρίς Παστερνάκ
Γεια σου, Μπαρίς! Είναι έξι η ώρα το πρωί, φυσά ασταμάτητα. Μόλις τώρα έτρεχα στη μικρή αλέα προς το πηγάδι (δυο διαφορετικές χαρές: άδειος ο κουβάς, γεμάτος ο κουβάς) και προϋπαντούσα σύγκορμη τον αέρα, χαιρετούσα εσένα. Στο κατώφλι (με γεμάτο πια τον κουβά) η επόμενη παρένθεση: όλοι κοιμόντουσαν ακόμη, κοντοστάθηκα, σήκωσα το κεφάλι μου για να σε προϋπαντήσω. Έτσι ζω μαζί σου, πρωί και βράδυ, σηκώνομαι μέσα σου, πλαγιάζω μέσα σου. Δεν ξέρεις όμως ότι έχω γράψει κάποιους στίχους για σένα, στο αποκορύφωμα του Βουνού… Ημιτελείς, μια έκκληση σ΄ εσένα μέσα μου, σ’ εμένα μέσα μου.
Ένα απόσπασμα:
Στη σκοποβολή — σκέτος Σκύθης,
στο χορό για τον Χριστό — ένα μαστίγιο.
Θάλασσα! Τολμώ σαν ουρανός μέσα σου να μπω.
Σε κάθε στίχο,
σα να ‘ναι σφύριγμα κρυφό,
σταματώ.
Αφουγκράζομαι.
Σε κάθε αράδα — στάσου!
Σε κάθε τελεία κι ένας θησαυρός.
Μάτι! Σαν φως προς τη μεριά σου απλώνομαι,
διαλύομαι. Από τη θλίψη
σαν κιθάρα
νιώθω να κουρδίζομαι ξανά,
να μεταμορφώνομαι γι’ άλλη μια φορά…
Τι άλλο να σου γράφω, Μπαρίς; Η σελίδα τελειώνει, η μέρα άρχισε. Μόλις τώρα γύρισα από την αγορά. Σήμερα στο χωριό έχουν γιορτή οι πρώτες σαρδέλες! Σαρδέλες όχι σε κιβώτια αλλά πιασμένες σε δίχτυα. Ξέρεις, Μπαρίς, αρχίζω να νιώθω μια έλξη για τη θάλασσα, κι αυτό εξαιτίας μιας κακόβουλης περιέργειας, θέλω να πειστώ για τη δική μου αστάθεια. Φιλώ το κεφάλι σου, μου φαίνεται ότι είναι τόσο μεγάλο εξαιτίας αυτών που έχει μέσα του, είναι σαν να φιλώ ένα ολόκληρο βουνό, ένα από τα Ουράλια… Πρόσεξες ότι σου χαρίζω το είναι μου σε κομμάτια;
Από το βιβλίο Παστερνάκ, Τσβετάγιεβα, Ρίλκε — η αλληλογραφία των τριών εκδ. Μεταίχμιο, 2005. Μετάφραση: Σταυρούλα Αργυροπούλου
Φωτό: Focroul Camille
Πίνακας: Santiago Ydanez
_________________________________________________________________

Ο χρόνος μετρήθηκε με τη βαριά βραχνάδα του πενθοφόρου, το ρόδι που έσκασε ήταν η καρδιά της και η λάμψη που άστραψε στις αμμουδιές του αυτιού της ήταν μια γκρι σταγόνα παραμύθι.
Πίνακας:Dmitry Shlykov

.
« Η προδοσία είναι πιοτό πιο δυνατό κι απ’ τη ρακή. Βαράει αμέσως κατακούτελα, μα δε μεθάει. Ή, μάλλον, τη μέθη που προσφέρει θα τήνε πω «ψευδαίσθηση εγρήγορσης». Κι έχω υπόψη μου τη φούρια εκείνη –και την ευφυία– να βρίσκουμε εύκολα άλλοθι, να επινοούμε, με σοφιστείες να θωρακιζόμαστε. Τις τρύπες να καλύπτουμε με στόκο, απ’ όπου μπαίνει ψύχος μέσα μας. Και μας παγώνει τις παλάμες και το διάφραγμα από μέσα.
» Όμως, το ψύχος μέσα μας –εκείνο το παμμέγιστο, που κάνει τις παλάμες να παγώνουν και το διάφραγμα να πάλλεται σαν φλάντζα– δεν το νικά ποτέ. Διότι το ψύχος τούτο το παμμέγιστο δεν έρχεται απ’ έξω. Μέσα μας το κυοφορούμε ατοί μας και το γεννοβολάμε ακαταπαύστως. Και κλείνοντας με στόκο ή– άλλα εύκαιρα υλικά– τις τρύπες, του αποκλείουμε κάθε βαλβίδα διαφυγής κι εκτόνωσης. Έτσι, με κρύα σπλάχνα, η σκέψη μας γίνεται ταχύτερη και κοφτερή, συνδιαλέγεται επιτυχώς με κάθε πονηρία, θριαμβεύει ».
Πίνακας: Santiago Ydanez
.
.