RSS

Monthly Archives: August 2014

Χρήστος Τουμανίδης, χαϊκού

.

Πλάι στην πένα
oι πέντε μαλωμένοι!
Tα δάχτυλά μου.

Χρήστος Τουμανίδης, χαϊκού, από τη συλλογή Κεριά θυέλλης, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005

Πίνακας: Gabriel Sainz

 

Τσαρλς Μπουκόβσκι, Πάντα άρεσα στους ψυχοπαθείς

και στους ανώμαλους.
Στο Δημοτικό
στο Γυμνάσιο
στο Λύκειο
στο Κολλέγιο
όλοι οι ανεπιθύμητοι
μαζεύονταν
γύρω
μου.
Τύποι με ένα χέρι
τύποι με νευρικά τικ
τύποι με διαταραχές ομιλίας
τύποι με λεύκη πάνω απ’ το ένα μάτι,
δειλοί
μισάνθρωποι
φονιάδες
ηδονοβλεψίες
και κλέφτες.


Στα εργοστάσια,
στην πιάτσα,
πάντα τραβούσα τους ανεπιθύμητους. Με έβρισκαν
κατευθείαν και με πλησίαζαν
από μόνοι τους. Όπως
και τώρα.
Σ’ αυτήν τη γειτονιά
με βρήκε πάλι
ένας.
Περιφέρει
ένα καρότσι από σούπερ μάρκετ,
φορτωμένο με σκουπίδια:
τσαλακωμένα κουτιά, κορδόνια,
άδειες σακούλες από πατατάκια,
κουτιά από γάλα, εφημερίδες, κοντυλοφόρους…


«E, φιλάρα, πώς πάει;»
Σταμάτησα και μιλήσαμε
για λίγο.
Ύστερα χαιρέτησα
όμως αυτός ακόμη
με ακολουθεί
στις μπίρες και στα πηδήματα…
«Kράτα με ενήμερο,
φιλάρα, κράτα με ενήμερο. Θέλω να ξέρω
τι τρέχει».


Είσαι ο καινούργιος μου.
Δεν τον είδα ποτέ
να πιάνει κουβέντα
με άλλον.
Τώρα το καρότσι κουτρουβαλιάζεται
πίσω μου
ακριβώς,
ύστερα κάτι
πέφτει.
Σταματά
να το μαζέψει.
Χώνομαι τότε
στην είσοδο
εκείνου του πράσινου ξενοδοχείου,
στη γωνιά
διασχίζω
το διάδρομο
βγαίνω
από την πίσω πόρτα
εκεί,
να σου μια γάτα
κάθεται μακάρια ευτυχισμένη,
κάνει
να μου χιμήξει.

Τσαρλς Μπουκόβσκι, Πάντα άρεσα στους ψυχοπαθείς από τη συλλογή Τρόμου και αγωνίας γωνία,

μτφρ.: Γιώργος Μπλάνας, Εκδόσεις Απόπειρα, 2000

Πίνακες: Edward Hopper

.

.

 

Βισλάβα Σιμπόρσκα, Αφύπνιση

.

H αφύπνιση δεν δραπετεύει
όπως δραπετεύουν τα όνειρα.
Κανένας θόρυβος, κανένα κουδούνι
δεν την ταράζει,
καμιά κραυγή, ούτε πάταγος
ξεπετιέται απ’ αυτήν.


Θολές και πολυσήμαντες
είναι οι εικόνες στα όνειρα,
που μπορεί κανείς να τις ερμηνεύσει
με πολλούς, διάφορους τρόπους.
Αφύπνιση σημαίνει αφύπνιση σκληρή
κι αυτό είναι το μεγαλύτερο αίνιγμα.


Για τα όνειρα υπάρχουν κλειδιά.
Η αφύπνιση ανοίγεται μόνη της πάντα
και δεν περιχαρακώνεται ποτέ.
Χύνονται απ’ αυτήν
σχολικά απολυτήρια και άστρα,
πέφτουν πεταλούδες
και οι ψυχές των παλιών σίδερων,
χωρίς κεφάλια καπέλα
και κρανία των σύννεφων.
Κι όλο αυτό
ένας άλυτος γρίφος.


Χωρίς εμάς δεν θα υπήρχαν τα όνειρα.
Αυτός που χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχε η αφύπνιση,
είναι άγνωστος
και της αϋπνίας του η κατάληξη
δένεται με τον καθένα
που ξυπνάει.


Τα όνειρα δεν είναι τρελά,
τρελή είναι η αφύπνιση,
έστω και με το πείσμα,
που κρατεί
στων γεγονότων το τρέξιμο.


Στα όνειρα ζει ακόμα
ο νεκρός μας πριν από λίγο καιρό,
χαίρεται κιόλας την υγεία του
και την ξαναποκτημένη του νιότη.
Η αφύπνιση όμως μπρος απ’ τα μάτια μας
το νεκρό του σώμα υψώνει.
Η αφύπνιση ούτ’ ένα βήμα πίσω δεν κάνει.


Η λεπτότητα των ονείρων
τη μνήμη εύκολα γλιτώνει απ’ αυτά.
Η αφύπνιση δε χρειάζεται να φοβάται τη λησμονιά.
Σκληρή πτυχή η αφύπνιση.
Φορτώνεται στο σβέρκο μας,
βαραίνει την καρδιά,
γκρεμίζεται στα πόδια.


Δεν υπάρχει απ’ αυτήν φυγή,
γιατί και στη φυγή μάς συνοδεύει.
Και τέτοιος σταθμός δεν υπάρχει
στη διαδρομή του ταξιδιού μας,

που να μη μας περιμένει.

Βισλάβα Σιμπόρσκα, Αφύπνιση από τη συλλογή Τέλος και αρχή, σελ. 26-27, μτφρ.: Nίκος Χατζηνικολάου, Κούριερ Εκδοτική, 1993

Πίνακας: Chris Klein

.

.

 

Κούλα Αδαλόγλου, Στην ξέρα

Vangelis Rinas (9)

.

ματαιωμένες διαδρομές
ακυρωμένη προσέγγιση
αφανισμένη η γεύση του φιλιού
Κι εγώ μόριο χαλαζία θαλασσόβρεχτου
ξεβρασμένο στην ξέρα
ενός πάρκινγκ της Εθνικής

Κούλα Αδαλόγλου, Οδυσσέας, τρόπον τινά, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2013

Πίνακας: Βαγγέλης Ρήνας

 

Κωστής Παπακόγκος, Η έβδομη λιαχτίδα

.

 Πώς να γλυτώσουμε απ’ τον ίσκιο που όλο
γλιστρά απ’ τις πλάτες μας και πέφτει
μα δεν σκοτώνεται ποτέ

***

Με το μισό κορμί μου μες στο ποίημα
τ’ άλλο μες στο δικό της το κορμί
αντροκαλέστηκε το Χάρο

Κωστής Παπακόγκος, Η έβδομη λιαχτίδα, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014

Πίνακας: Katya Gridneva

 

Xάρης Μελιτάς, Eντολοδόχος σιωπής

fayoum2

.

Στρεβλός ο στίχος.
Ψηλός ο τοίχος.
Βραχνός ο ήχος.
Θαμπό τοπίο η ζωή του αντιστοίχως.
Σπανίων λέξεων συλλέκτης-τυμβωρύχος
μάταια χρόνια προσευχόταν ολοψύχως
να κυματίσουνε τα λόγια του ευήχως.
Στο τέλος μόνος αναχώρησε ησύχως
Με τη λεζάντα που φοβόταν ενδομύχως
Εντολοδόχος σιωπής. Δριμύ το ψύχος.

Χάρης Μελιτάς, Εραστής ειδώλων, Μανδραγόρας 2009

.

.

 

Zbigniew Herbert, Μια αυτοκτονία

 dead poetsΉταν τόσο θεατρικός. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, φορώντας μαύρο κοστούμι, μ’ ένα λουλούδι στην μπουτονιέρα του. Έβαλε το όργανο στο στόμα του, περίμενε να ζεσταθεί η κάννη, και χαμογελώντας παραπλανητικά στο είδωλό του – πυροβόλησε.

Έπεσε σαν παλτό που γλιστράει από τους ώμους. Αλλά η ψυχή του στάθηκε για λίγο, κουνώντας το κεφάλι της που γινόταν όλο και πιο ελαφρύ, ύστερα διστακτικά μπήκε στο σώμα, ματωμένο στην κορυφή, τη στιγμή που η θερμοκρασία του άγγιζε τη θερμοκρασία των αντικειμένων. Αυτό –ως γνωστόν– προμηνύει μακροζωία.


Zbigniew Herbert, Μια αυτοκτονία, σελ. 159, Η ψυχή του κ. Cogito και άλλα ποιήματα, Μτφρ.: Xάρης Βλαβιανός, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2001

.

.

 

Χαρά Σαρλικιώτη, Guadloup

 

.

Μετά τη βροχή ο ήλιος καίει τα πόδια μας
Καινούργια άνθη κατέλυσαν το σπίτι και μας έβγαλαν έξω.
Είδα την ασάλευτη Άρκτο στον ουρανό
και άκουσα τη φωνή σου στο υπερατλαντικό καλώδιο.
Είσαι κάποιος που αντιστέκεται στη χρυσή έρημο.
Με κλειστά μάτια γράφουμε μια λαμπερή σκέψη.
Σύννεφα κυκλώνουν το φεγγάρι.
Είμαστε αβοήθητοι.

Κοιμάμαι στο βόμβο του νερού
Μακριά από τη σιωπή του υποβρυχίου.
Ο αέρας θερμαίνεται στις φλόγες του παλιού αερόστατου.
Διέσχισα μια πορεία πυγολαμπίδων και κατευθύνθηκα
προς την κουζίνα.

Ο καρπός της φιλίας μας;
Αχνιστό ρύζι, σκοτεινό ψάρι.
Μεγάλη συγκέντρωση σύννεφων εξαφάνισε το φεγγάρι.
Είμαστε τυφλοί.

Χαρά Σαρλικιώτη, Φανταστικοί τόποι, Εκδόσεις Τυπωθήτω, Τα ποιήματα του 2012, Κοινωνία των (δε)κάτων

Πίνακας: Rafal Olbinski
.

 

 

 
Image

Έλσα Κορνέτη

.

Οι δυνατοί αναίσθητοι
Φοράνε προβοσκίδες
Έχουν δάχτυλα τσιγκέλια
και μια παρδαλή ουρά
Αποκεφαλίζουν
της φαντασίας τα παιδιά
πριν αυτά ακόμα γεννηθούνε
Στα όνειρά τους
δεν βρέχει μανταρίνια
Ποτέ δεν τόλμησαν να πατήσουν
την ουρά μιας κοιμισμένης τίγρης
κι όμως βρυχώνται
Το μόνο που φοβούνται
μην τύχει και τους λιώσει
η μεταξωτή παντόφλα
του Αυτοκράτορα

Έλσα Κορνέτη, Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο πουλί, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, Τα ποιήματα του 2012, Κοινωνία των (δε)κάτων

Πίνακας: Rene Schute

.

.

 

Μαρία Κούρση, Το βραχιόλι στο λαιμό

.

.

Σε μια σπιθαμή γης
που δεν μου αναλογεί
ο αέρας με προίκισε


(ούτε που ξέρω πώς να φροντίσω
την ποίηση εσένα
όλα τα ψέματα που κάνουν
την ποίηση εμένα)

.


.

Έλειψα για κάμποσο γύρισα
(για λίγο) το σπίτι ορθάνοιχτο
φωτεινό και καθαρό κι αν είχα
παραλείψει μια καληνύχτα ποτέ
δεν μπόρεσα να πω γιατί ο
επίλογος ήταν από την ποίηση
ελαφρύτερος και η ζωή βαρέλι
αμείλικτο κυλούσε η ποίηση
δεν έχει φωτογένεια.

Μαρία Κούρση, Το βραχιόλι στο λαιμό, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013

Artwork: Koppdelaney