RSS

Monthly Archives: August 2014

Χάρης Μελιτάς, Προσγείωση

Πλύνε τα χέρια
είπε η Πηνελόπη.
Τόσους σκότωσες.

Χάρης Μελιτάς, Προσγείωση, από τη συλλογή Άρωμα σκουριάς, Μανδραγόρας 2014

Πίνακας: Emile Friant

 

Χάρης Μελιτάς, Άρωμα σκουριάς

Εξορισμένος
σε μια θάλασσα νεκρή
εισπνέω μνήμες

Χάρης Μελιτάς, Άρωμα σκουριάς, από την ομώνυμη συλλογή, Μανδραγόρας 2014

Photo: Edward Weston

 

Xάρης Βλαβιανός, Αυγουστίνος (χαϊκού)

[De libero Arbitrio, De Gestis Pelagii]

Από βούληση
πώς τα πας, Πελάγιε;
Πελάγωσες, ε; 

Φωτό: Frank Horvat

 

Χάρης Βλαβιανός, Αυγουστίνος, σελ. 38, Η ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σε 100 χαïκού, Από τους Προσωκρατικούς έως τον Ντερριντά,

Εκδόσεις Πατάκη, 2011

 

 

 

Xάρης Βλαβιανός, Πλάτων (χαϊκού)

 

[Πολιτεία]


Όλα τα κομφόρ
το σπήλαιο! Έχει και
τηλεόραση!

Χάρης Βλαβιανός, Πλάτων, σελ. 29, Η ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σε 100 χαïκού, Από τους Προσωκρατικούς έως τον Ντερριντά,
Εκδόσεις Πατάκη, 2011

Πίνακας: Άγγελος Ραζής

 

.

.

 

Αλέξανδρος Ίσαρης, Μέσα στο χώμα καληνύχτα

.

Ναι, θα επιστρέψω στο σκοτάδι όπως κι εσύ.
Όμως ως τότε θέλω να γευτώ τα χρώματα
Που βγαίνουν από τ’ άνθη
Όταν το σώμα σφίγγεται για να μη σπάσει.
Θέλω ν’ ανοίξω τα φυλλώματα
Και να ριχτώ στη θάλασσα του στήθους σου
Γλείφοντας και ρουφώντας.
Θέλω να γίνω το κουκούτσι σου
Να τυλιχτείς σαν αύρα γύρω απ’ τη ζωή μου
Να λύσεις τα φιλιά τα κλειδωμένα
Και θέλω να με πάρεις στη μεγάλη προκυμαία.
Θέλω να βγω απ’ τον κλοιό σου
Για να ξανάρθω πέτρινος στην τρυφερή πληγή σου.
Να κλέψω τα λειψά σου όνειρα
Ν’ ακούσω την ορμή σου
Λίγο πριν σκοτεινιάσει
Πριν κλείσει η πόρτα
Και ψιθυρίσω μέσα στο χώμα καληνύχτα.

Αλέξανδρος Ίσαρης, Θα επιστρέψω φωτεινός, 2000

Πίνακας: Dongmin Lai

.

.

 

Φραγκίσκη Αμπατζόγλου, Επιστροφή

konstantin-kacev09

Α΄


Είδα τα πρόσωπά τους μάσκες καρφωμένες στους τοίχους•
τα κορμιά τους διαμελισμένα στους κήπους με τ’ αναρριχητικά•
οι ασβέστες έλαμπαν• το φως τους δεν αντανακλούσε χανόταν
στέρφο σε αμυχές οι τοίχοι το ρουφούσαν

Άγγελοι ιστορημένοι με φτερούγες λευκές πτίλωμα λεπτό
ακέφαλοι λυγίζαν στις γωνίες κυρτώναν στα ταβάνια τις ράχες
τους ανέβαιναν γενιές των σκουληκιών

Υδρορροές έρρεαν γαλατερές χοές• γλώσσα χαμένη• ποιος
λυγίζει ποιος γονατίζει ποιος ρουφά τις πληγές των λουλουδιών
τις οιμωγές της ρίζας

Άχραντο φως ανέγγιχτο• ουρανός το αίμα απ’ τη βαθειά σιγή
που ανοίγει λεμονανθούς κρινάκια μούχρωμα και μαύρες λάβες

Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν• ο άγγελος σιωπούσε
τον προσπέρασαν τον κάρφωσαν με κέρματα στο ηχηρό παγκάρι•
τα κεριά δεν έλιωναν τα πτώματα δεν έλιωναν έσταζαν στέαρ

Κι από τα χνάρια της φωνής τώρα ένα ξέφτι να χτυπά
τα σήμαντρα από χαλκό• τώρα ένα χνάρι από χαλκό και πάλι•
αφουγκραστείτε.


Ποίηση ’81, Θανάσης Νιάρχος, Αντώνης Φωστιέρης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1982

Πίνακας: Konstantin Kace

 

Γιώργος Δανιήλ, Επιστρέφω

.

Επιστρέφω στο σώμα μου
όπως γυρίζουνε τα ψάρια
κολυμπώντας ενάντια στο ρέμα
κι ας τα καρφώνουν έτσι οι Εσκιμώοι
στήνοντας δολερές παγίδες

Επιστρέφω στο σώμα μου,
της ιστορίας πονηρά εκμαγεία
μπείτε προσωρινά στο ντουλάπι.

Ποίηση ’81, Θανάσης Νιάρχος, Αντώνης Φωστιέρης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1982

Artwork: Jenny Terasaki

 

Σωκράτης Κ. Ζερβός, Οι αλκοολικοί της γοητείας

576974_153760814766191_92630261_n

.

ήταν τα άδεια δωμάτια στο τρίτο πάτωμα
και το γκαράζ με δυνατότητες αναφλέξεως
τραγούδια που δεν κατάλαβα ποτέ
–το πλοίο π.χ. θα σαλπάρει τρεις σταγόνες
δηλητήριο πέρα ατούς πέρα κάμπους–
τρύπες στο στομάχι από κατσαβίδι–
βότκα και πορτοκάλι–
το πρωί νεκρός στο πάτωμα
απ’ τον φασισμό της φυγομαχίας

τόσες νίκες τόσοι αγώνες τόση γνώση
κι έλκος στομάχου στα τριάντα

από ένα θάλαμο μακρινό σού τηλεφωνώ
–μπερδεύοντας τα νούμερα–
ένα ποίημα όλο παρενθέσεις

Ποίηση ’81, Θανάσης Νιάρχος, Αντώνης Φωστιέρης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1982

Φωτό: Robb Johnson

 

Στρατής Χαβιαράς, Τι απέγινε η περίφημη γοητεία του τζίτζικα;

 Δεκαεφτά χρόνια ώσπου να γεννηθείς, πέντε βδομάδες για να ζήσεις… Λένε πως ο τζίτζικας Magis Septendecim ζει μονάχα πέντε-έξι εβδομάδες αφότου ξεμυτίσει απ’ την κρυψώνα όπου δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια προετοίμαζε τη σύντομη ζωή του. Πριν ακόμα ξημερώσει, οι νεαρές νύμφες τινάζουν τη σκόνη απ’ τις φτερούγες τους και σκαρφαλώνουν σ’ όποιο δέντρο βρουν μπροστά τους, για να διαπρέψουν, να παντρευτούν και να γεννοβολήσουν προτού να είναι αργά. Νάσου και τα αρσενικά κιόλας εκεί να τις περιμένουν, τούτη την πρώτη καλοκαιριάτικη μέρα της ζωής τους, συνθέτοντας θορυβώδικους παιάνες, προθαλάμια και έπη για γενεές και γενεές ηρώων, ή σκαλίζοντας πανέμορφα γλυπτά σε οξιές που θα ζήσουν αιώνες. Δεν περνούν όμως λίγες μέρες και τα θηλυκά γεννούν χιλιάδες αυγά και ψοφάνε ενώ τ’ αρσενικά μοιρολογάνε αδιάκοπα. Σύντομα βέβαια θα ψοφήσουν κι αυτά με μια αίσθηση απορίας που χάθηκε κιόλας η περίφημη γοητεία του τζίτζικα, η περίφημη ελπίδα. Εγώ ο ίδιος, καθισμένος στο παράθυρό μου, πληκτρολογώ ρα-τα-τα-τα τις σκέψεις μου επί του θέματος, κατηγορώντας πάντοτε τους άλλους για τις δικές μου αδυναμίες, φυγομαχίες και παταγώδεις αποτυχίες. Αν το έργο βγει μέτριο, τότε φταίνε τα εργαλεία – η σμίλη δε μιλούσε αγγλικά, ούτε η σφύρα ελληνικά… Η μέρα σβήνει, μια δροσερή βροχή πέφτει αδιάκοπα ως την αυγή μουσκεύοντας τα δέντρα και τους κήπους. Με το πρώτο φως του πρωινού φροντίζω τα φυτά, σφουγγίζοντας τις άγουρες ντομάτες στις ντοματιές με χαρτοπετσέτες, προτού πιάσει η μεσημεριάτικη ζέστη και κάνει τις στάλες να βράσουν. Άλογα σέρνουν το άρμα του ήλιου μέσα απ’ τα σύννεφα στο πρώτο ξέφωτο του πρωινού. Ατέλειωτη η εργάσιμη μέρα κι η νύχτα γεμάτη μισθωτούς σπιούνους και φονιάδες. Ο ήλιος του δικαίου και η σελήνη του έρωτα λάμπουν στον ουρανό με περίσσεια αθωότητα, μέχρι ν’ αποδειχθεί η ενοχή τους.

Πηγή: Eταιρεία Συγγραφέων

Φωτό: Janet Matthews

 

 

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Ο χρόνος γλιστράει

.

Στην άσφαλτο και το τσιμέντο
Γραμμή και τσούρμο
Δεν έχει αλλού
Χρόνια εδώ και τώρα η λύση
Με χέρια στα γράσσα και το χαρτονόμισμα
Ανειδίκευτος μερακλωμένος
Ακόμη πηδάει κατσίκι στα βράχια του εγκεφάλου
Όλοι μαζί βάζοντας τον ώμο και λίγη τύχη
Μικρομάγαζα εξελισσόμενα με φαντασία
Και λίγο πιο πέρα μπακάλικα ψιλικά καπνοπωλεία
Ιδιοκτήτες με το κεφάλι σε σπίτι
Φεύγει ο χρόνος πατικωμένος
Με ιδρώτα σφιγμένα δόντια λάδια και πίσσα
Με μια γεύση μαγνήτη στο στόμα
Μάτσο χαρτιά στα χέρια
Καταθέσεις λέξεων που κάηκαν και στάχτη καταρρέει
Αμφίδρομος τροφοδότης
Με το μανιφέστο στη σάκκα
Θάβω νεκρούς και μεροκάματο
Ο χρόνος μ’ ένα κάψιμο στα μάτια γλιστράει

Ποίηση ’81, Θανάσης Νιάρχος, Αντώνης Φωστιέρης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1982

Artwork: Andre Govia