RSS

Monthly Archives: June 2014

Φ. Ντοστογιέβσκη, Ο ηλίθιος

Loredana Catania Ναι, πρέπει τώρα να ξεκαθαρίσουν όλ’ αυτά, πρέπει να διαβάζουν όλοι τους καθαρά ο ένας στην ψυχή του άλλου, να μην υπάρχουν πια αυτές οι σκοτεινές και παθιασμένες απαρνήσεις, όπως απαρνήθηκε πριν από λίγο ο Ραγκόζιν, κι ας πραγματοποιηθούν όλ’ αυτά ελεύθερα και… φωτεινά. Μήπως τάχα δεν είναι ικανός για το φως ο Ραγκόζιν; Λέει πως δεν την αγαπάει έτσι, πώς δεν υπάρχει μέσα του συμπόνια, «δεν υπάρχει κανένας τέτοιος οίχτος». Η αλήθεια είναι πως πρόστεσε αργότερα ότι «ο δικός σου οίχτος είναι ίσως χειρότερος από τον έρωτά μου» – συκοφαντεί ωστόσο τον εαυτό του. Χμ… ο Ραγκόζιν σκυμμένος πάνω απ’ το βιβλίο – μην τάχα αυτός δεν είναι «οίχτος», δεν είναι η αρχή του «οίχτου»; Μήπως τάχα και μόνη η παρουσία αυτού του βιβλίου δεν αποδείχνει πώς έχει πλήρη συνείδηση των σχέσεών του μ’ αυτήν; Kαι η διήγησή του πριν από λίγο; Όχι αυτό είναι κάτι βαθύτερο από ένα απλό πάθος. Και μήπως μονάχα πάθος μπορεί να σου γεννάει το πρόσωπό της; Μα μπορεί τώρα πια αυτό το πρόσωπο να γεννήσει πάθος; Αυτό το πρόσωπο γεννάει πόνο, σου αρπάζει και σου σφίγγει όλη την ψυχή σου… και μια καυτερή, βασανιστική θύμηση πέρασε ξάφνου από την καρδιά του πρίγκιπα. Ναι, βασανιστική. Θυμήθηκε πόσο βασανιζόταν εδώ και λίγον καιρό ακόμα, όταν είχε αρχίσει να παρατηρεί σ’ αυτήν τα πρώτα συμπτώματα της τρέλας. Τότε τον είχε πιάσει σχεδόν απελπισία. Και πώς μπόρεσε να την αφήσει τότε, όταν του το ’σκασε και πήγε στον Ραγκόζιν; Θα ’πρεπε αυτός ο ίδιος να τρέξει ξοπίσω της κι όχι να περιμένει να τον ειδοποιήσουν. Μα… είναι ποτέ δυνατό να μην παρατήρησε ως τα τώρα ο Ραγκόζιν σημάδια τρέλας σ’ αυτήν; Xμ… Ο Ραγκόζιν βλέπει σ’ όλα άλλες αιτίες, αιτίες που τις γεννάει ο ίδιος!

Φ. Ντοστογιέβσκη, Ο ηλίθιος, σελ. 345-346, μτφρ.: Άρης Αλεξάνδρου, Εκδόσεις Γκοβόστη

Πίνακας: Loredana Catania

..

 

Οδυσσέας Ελύτης, Το μονόγραμμα

 I.

Θα πενθώ πάντα μ’ ακούς; Για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.

.

.

ΙΙΙ.
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα καί ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, αγάπη μου
ΝΑ ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ.

VII.
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
ΝΑ ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΜΙΣΗ ΝΑ ΠΕΡΝΑΣ ΣΤΟ ΝΕΡΟ
ΚΑΙ ΜΙΣΗ ΝΑ ΣΕ ΚΛΑΙΩ ΜΕΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ…

(αποσπάσματα)

Φωτό: Colette Saint Yves, Iwata Nakayama
.

.

 

Στέλλα Δούμου, Η σημαία

 Elisabeth Baysset

Εις το εύοσμον μπαλκόνιον η θεία η Αμερσούδα απλώνει μετά μουσικής τα λευκά της είδη τα οποία σπαρταρούν στο ευχάριστο εωθινό αεράκι. Γείτων τις διάβαζε απορροφημένος, εις τον απέναντι προμαχώνα, ώσπου χτύπησε την ακοή του το πλατάγιασμα των αεριζομένων ρούχων. Έστρεψε το βλέμμα, απόμεινε λίγο ενεός και κατόπιν έβαλε τις φωνές.
─ Τι κάνετε εκεί, αγαπητή ;
─ Τι κάνω εδώ, αγαπητέ; κελάηδησε η θεία με θαυμαστή αμεριμνησία.
─ Πώς αποτολμάτε να απλώνετε αυτά τα βρακιά σε κοινή θέα;
─ Δεν αντελήφθην, αγαπητέ. Τι έχουν αι κυλόται μου; Αι σφεντόναι που απλώνει η κυρία σας είναι καλύτεραι;
─ Μα ακριβώς! Τα βρακιά σας είναι σαν σημαίες που μπορούν να σκεπάσουν ένα ολόκληρο τάγμα νεοσυλλέκτων.
─ Και γιατί νεοσυλλέκτων παρακαλώ; απόρησε η θεία
─ Και Βετεράνων, ΜΑΖΙ, θα μπορούσαν, μα δεν είναι αυτό το θέμα μας!
Elisabeth Baysset─ Και ποιο είναι το θέμα μας, αγαπητέ ; Δεν σας εννοώ.
─ Μα είναι ένα ενοχλητικό θέαμα, κυρία μου, δεν το αντιλαμβάνεσθε; Να κάθομαι εδώ αμέριμνος , να πίνω τον καφέ μου διαβάζοντας και αίφνης να καλύπτεται το οπτικό μου πεδίο απ’ το πεδίο των καλυμμάτων των οπισθίων σας; Τα οποία , επιπλέον, όταν ανεμίζουν προς το μέρος μου, νομίζω πως έρχεται το τέλος μου!
─ Αγαπητέ μου, θρασομανάτε ανεπίτρεπτα και θα σας πω μόνον τούτο: Στις λευκές ωσάν περιστέρες κυλότες μου, εδρεύει η παλόμα μπλάνκα της τιμής μου, θρασύτατε! Ακούτε, το τονίζω, Μ-π-λ-ά-ν-κ-α!
─ Το ότι η τιμή σας παρέμεινε μπλάνκα ως τα τώρα δεν περιποιεί τιμή για σας, κυρία μου, ανέκραξε καγχάζοντας ο γείτονας. Αντιθέτως, σας απέκλεισε από τον κατάλογο των ευτυχισμένων γυναικών.
─ Το πεδίον της τιμής μου, αγαπητέ, ουδέποτε υπήρξε κυτίον παραπόνων να αφήνει ο πάσα εις το κοντό του ή το μακρύ του, κατά κυριολεξίαν! Στο πεδίον τούτο έπεσαν πολλοί ένδοξοι και αλήστου μνήμης άνδρες, προκειμένου να το κατακτήσουν, μα ουδείς το κατάφερε, ούτε καν ο Ερνέστος Δρολάπης, όστις υπήρξε τιμημένος με το μετάλλιον του Χελιού.

Elisabeth Baysset

─ Το μετάλλιο του Χελιού; Τι μετάλλιο Χελιού είναι αυτό; Δεν το έχω ξανακούσει. Και επιπλέον, ποιος είναι αυτός ο Ερνέστος Δρολάπης, δηλαδή, που θα έπρεπε να συγκινηθώ;
─ Είστε αδαής, αγαπητέ, επί πολλών θεμάτων, αυτό δα το έχω παρατηρήσει προ πολλού, το πόσον αδαής είστε. Και ουχί μόνον αδαής, μα και κορνοφόρος, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης.
Ο Ερνέστος Δρολάπης, ανόητε, Elisabeth Bayssetυπήρξε Ανώτατος Τελετάρχης της Αυλής και εμπνευστής της Καραλούμπας , του θρυλικού εκείνου χορού, που ξετρέλανε μέχρι και τη βασιλομήτορα… Ήτο σφόδρα ερωτευμένος μαζί μου επί μακρόν. Και δεν παρητήθη του σκοπού του να με κατακτήσει, έως ότου επαρέδωσε το πνεύμα. Ουδείς ευτύχησε να τον αντικαταστήσει!
─ Και δεν απορώ γιατί!!! γκάριξε ο γείτονας. Σηκώθηκε εκμανής και με μια ολωσδιόλου ακατανόητη κίνηση ─κάτι σαν άτεχνη πιρουέτα γύρω από το εαυτό του─ που τον έκανε να χάσει την ισορροπία του, κατέληξε εντέλει σε μια φιγούρα τέτοια, που έμοιαζε να χαιρετά τρόπον τινά κάποια σημαία. Και μια που απέναντί του σημαία δεν ανέμιζε παρά μόνον αι κυλόται της θείας Αμερσούδας, η θεία θεώρησε πως για μια ακόμη φορά η αποστομωτική της ετοιμότητα έβαλε τα πάντα στη θέση τους .
Συνέχισε να απλώνει με ζηλευτή αυτοπεποίθηση τα ολόλευκα βρακιά της, ενώ το αεράκι με στροβιλισμούς και τσαχπινιές πολλαπλασίαζε το σχήμα τους επί το απειλητικότερον για τους περιοίκους.
Και ίσως -ίσως για μερικούς απορημένους γλάρους…

(Γαλάζια χάχανα στων Κυριακών τα δόντια/ Αμερσούδα μέρος Δ’)

Πίνακας: Elisabeth Baysset

.

.