RSS

Monthly Archives: June 2014

Ανν Σέξτον, Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή

.

Το τέλος μιας σχέσης είναι πάντα θάνατος.
Αυτή είναι το εργαστήρι μου. Μάτι πανούργο
έξω απ’ τη φυλή του εαυτού μου η ανάσα μου
σε βρίσκει άφαντο. Τρέμω
αυτούς που κοντοστέκονται. Είμαι φαγωμένη.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.


Δάχτυλο το δάχτυλο, τώρα είναι δική μου.
Δεν είναι πολύ μακριά. Είναι η συμπλοκή μου.
Τη χτυπώ σαν κουδούνι. Ξαπλώνω στην
κρεβατοκάμαρα όπου συνήθιζες να την ιππεύεις.
Με πήρες δάνειο επάνω στο εμπριμέ κάλυμμα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

.


Αγάπη μου, πάρε για παράδειγμα αυτό το βράδυ,
που κάθε ζευγάρι ξεχωριστά συνενώνει
μ’ ένα συντονισμένο αναποδογύρισμα, χαμηλά, ψηλά,
την πλούσια δυάδα επάνω σε σφουγγάρια και φτερά,
γονατίζοντας και σπρώχνοντας, κεφάλι το κεφάλι.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.


Δραπετεύω από το κορμί μου έτσι,
θαύμα ενοχλητικό. Θα μπορούσα να
μοστράρω την πραμάτεια των ονείρων;
Σκορπίζομαι. Σταυρώνω.
Δαμασκηνάκι μου  είναι αυτό που είπες.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

.

.

Έπειτα ήρθε η μαυρομάτα αντίζηλός μου.
Η κυρία των υδάτων, αναδυόμενη στην παραλία,
ένα πιάνο στις άκρες των δαχτύλων της, ντροπή
στα χείλη της και ένας λόγος φλάουτο.
Κι εγώ ήμουν η στραβοπόδαρη σκούπα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.


Σε πήρε με τον τρόπο που παίρνει μια γυναίκα
ένα φόρεμα απ’ το ράφι σε τιμή ευκαιρίας
κι έσπασα με τον τρόπο που σπάει μια πέτρα.
Επιστρέφω την ψαροβελόνα σου και τα βιβλία.
Η εφημερίδα σήμερα γράφει πως νυμφεύεσαι.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

Αγόρια και κορίτσια απόψε γίνονται ένα.
Ξεκουμπώνουν μπλούζες. Ανοίγουν φερμουάρ.
Βγάζουν παπούτσια. Το φως σβήνουν.
Τα πλάσματα που τρεμολάμπουν είναι γεμάτα ψέματα.
Αλληλοτρώγονται. Είναι παραφαγωμένα.
Μονάχη το βράδυ παντρεύομαι το κρεβάτι.

.

.

Ανν Σέξτον, από τη συλλογή Ερωτικά ποιήματα,  Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή,σελ. 61-62, Μτφρ.: Eυτυχία Παναγιώτου, Εκδόσεις Μελάνι, 2010

.

.

 

Οκτάβιο Παζ, Πέτρα του ήλιου

 (…)

Βαδίζω μέσα σε στοές ήχων, σε παρουσίες πλέω ηχηρές, σαν τον τυφλό περνώ απ’ τις διαφάνειες ένας κατοπτρισμός με σβήνει, γεννιέμαι σ’ έναν άλλον ω δάσος από μαγικές κολόνες, κάτω απ’ τα τόξα του φωτός εισβάλλω στους διαδρόμους του διάφανου φθινόπωρου,

μπαίνω στο σώμα σου όπως στον κόσμο η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία τα στήθη σου δυο εκκλησιές που λειτουργεί το αίμα τα παράλληλα μυστήριά του, σαν τον κισσό τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν, Είσαι μια πολιορκημένη πόλη απ’ τη θάλασσα, μια ντάπια που το φως έχει χωρίσει σε δυο μισά, ροδακινιά στο χρώμα, μιαν αλυκή, πουλιά και βράχια το μεσημέρι εκστατικά τα πάντα διέπει,

.

.

ντυμένη με το χρώμα της επιθυμίας μου γυμνή γυρνάς καθώς η σκέψη μου, ταξιδεύω στα μάτια σου σαν μέσα στο νερό, οι τίγρεις πίνουν όνειρο μέσα σ’ αυτά τα μάτια το κολιμπρί καίγεται μέσα σ’ αυτές τις φλόγες, στο μέτωπό σου περπατώ σαν το φεγγάρι, όπως το σύννεφο στο λογισμό σου, πηγαίνω στην κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου,

η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει και τραγουδάει, η φούστα σου από κρύσταλλο, η φούστα σου η νερένια τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλέμματά σου, όλη τη νύχτα βρέχεις, όλη τη μέρα μου ανοίγεις το στήθος με τα νερένια σου δάχτυλα, κλείνεις τα μάτια μου με το νερένιο σου στόμα, βρέχεις στα κοκαλά μου, ρίχνει στο στήθος μου ρίζες νερού ένα δέντρο υγρό,

.

.

ταξιδεύω στη μέση σου σαν σε ποτάμι, πηγαίνω στο σώμα σου σαν σ’ ένα δάσος, όπως σε μονοπάτι του βουνού που απολήγει σ’ απόκρημνο χάσμα, περπατώ στους σφοδρούς λογισμούς σου και στου λευκού μετώπου σου την έξοδο η γκρεμισμένη σκιά μου κομματιάζεται μαζεύω τα κομμάτια μου ένα ένα και δίχως σώμα προχωρώ, ψάχνω ψηλαφώντας

(…)

Οκτάβιο Παζ, Η πέτρα του ήλιου και άλλα ποιήματα, Πέτρα του ήλιου, σελ. 54-55, μτφρ.: Τάσος Δενέγρης, Εκδόσεις Ίκαρος, 1993

Photo: Roberto Girardi, 1η και 3η

 

Joyce Mansour από τις «Κραυγές»

 

.

Άσε με να σ’ αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’ το παχύ σου αίμα
το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’ αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’ αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου
σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.

Joyce Mansour, Κραυγές, Σπαράγματα, Όρνια, Μτφρ.: Έκτωρ Κακναβάτος, Εκδόσεις Άγρα

Photo: Ferdinando Scianna

.

.

 

K. Π. Καβάφης, Ηδονή

.

Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών
που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα.
Χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα, που αποστράφηκα
την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας.


Κ. Π. Καβάφη, Ποιήματα, σελ. 82, Ίκαρος Εκδοτική εταιρεία, 1983

Photo: Edward J. Steichen

.

.

 

Δήμητρα Χριστοδούλου, Δέντρο ως περίπλοκη ανάμνηση

 

 Το χαμόγελο αυτό σού ανήκει. Θα σε πολιορκώ με τη στάχτη του. Κάποτε θα το ανταποδώσεις κατεβάζοντας τα μάτια ντροπαλά. Τότε θα γείρω στον ίδιο μου τον ώμο, όπου βρίσκω ανάπαυση όλον αυτόν τον παρατεταμένο χειμώνα. Πίσω μου θα σταθεί αμήχανο το τελευταίο δέντρο του κόσμου: Ένα λιγνό, αφτιασίδωτο κορίτσι, με τα δάχτυλα γεμάτα χαρακιές και τα φουντωτά μαλλιά του σκονισμένα. Τολμάς να σηκώσεις τα βλέφαρα; Η μικρή Δέντρο θα ενηλικιωθεί μ’ ένα στεναγμό μελαγχολίας, όπως συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Όλοι αποκτούν την ηλικία τους μ’ ένα αιφνίδιο φούσκωμα του στήθους πριν ή μετά την πλήρωση του χρόνου.

Δεν τολμάς πάλι; Γνωρίζω την περιπλάνησή σου στη δόξα, την υστερία που σε καταπονεί. Τα ευτελέστερα των αιτημάτων σου μου είναι εντελώς οικεία σαν πείσματα μοναχογιού, σαν αταξίες θείου βρέφους. Χαμογελώ μ’ ένα δύο δάκρυα που δεν μπορούν να εξευμενίσουν τη Μοίρα αλλά μπορούν να δώσουν στην κοκεταρία μου τα στρας ενός μικρού μυστηρίου. Ύστερα σου γυρίζω την πλάτη και περπατώ προς την άκρη της γης με την ουρά τής ντεμοντέ τουαλέτας μου να σέρνει πίσω της φύλλα και κλαριά. Είμαι καλύτερη από τους πόθους σου και αγριότερη του πνεύματός σου. Δεν υπάρχει μέρα εργάσιμη που θα μπορούσες να μου φιλήσεις το χέρι.

Δήμητρα Χριστοδούλου, από τη συλλογή Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, Δέντρο ως περίπλοκη ανάμνηση, σελ. 57, Εκδόσεις Πατάκη, 2010

.

.

 

Γιάννης Κοντός, Το φίδι του σπιτιού

 Έρπει παντού, τινάζεται κρύβεται
πίσω από βιβλία. Πίνει το γάλα που του βάζω
στην κουζίνα. Συνήθως κουλουριάζεται πάνω
στην τηλεόραση και κοιμάται. Δεν είναι ένα
απλό παχύ φίδι –των παραμυθιών του παλιού
καιρού–, είναι ένας κροταλίας. Στην αρχή,
όπως ήμουν ασυνήθιστος από ερπετά,
φοβόμουνα. Ήμουνα και μικρός, και όταν το βάλανε
στην πρίζα και άρχισε να χτυπάει, είχα εφιάλτες.


Άλλαζε και χρώματα, και με τρόμαζε.
Ύστερα όμως αγαπηθήκαμε. Έμαθε τις φωνές,
τις αναπνοές, τους ανθρώπους. Έμαθε να πηγαίνει
μέχρι τον κήπο. Έκοβε ένα μήλο και το έδινε
στη γυναίκα μου. Επαναλαμβάνοντας, χαμογελώντας,
την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης. Τα πρώτα χρόνια
ήταν άγριο. Μάλιστα, πήγε να πνίξει
το μικρό μου αδελφό. Τυλίχτηκε γύρω από το λαιμό του
και έσφιγγε. Το παιδί το γλιτώσαμε στο «τσακ».
Μετά, ημέρεψε. Με μένα έπαιζε κιόλας.
Αλλάξαμε σπίτια, αλλάξαμε διαθέσεις,
πέθαναν άνθρωποι, πέθαναν έρωτες, ήρθαν άλλοι.
Αυτό, νεανικό, στιλπνό, και με ήχο δυνατό,
παραμένει ένα τηλέφωνο που επωάζει την ηρεμία
και τα απρόοπτα της ζωής μας.


Γιάννης Κοντός, Τα ποιήματα, από τη συλλογή Ο αθλητής του τίποτα, Το φίδι του σπιτιού, σελ. 306, Εκδόσεις Τόπος, 2013

Πίνακες: Michelangelo

www.vatican.va/various/cappelle/sistina_vr/index.html

.

.

 

Μίλτος Σαχτούρης, Το τηλέφωνο

Bo Bartlett

Τηλεφωνάμε για ένα νεκρό πού να τον βρούμε; —Το όνομά του; μας απαντάνε —Δεν έχει όνομα είναι νεκρός ψάχνουμε τα συρτάρια —Τον έχουν κρύψει —Τον έχουν διώξει —Τον έχουν σώσει δεν τόνε βρίσκουμε είναι νεκρός μας λένε τρέξετε μες στη βροχή να τόνε βρείτε τρέχουμε και δεν τον βρίσκουμε τηλεφωνάω μου λένε —Έφυγε θα είναι ψέματα εγώ ΤΗ βλέπω με το μεγάλο μάτι μου το πορφυρό Να πάμε αλλού να τριγυρίσουμε και να ρωτήσουμε —Δεν τήνε ξέρουν —Δεν ξέρουν τ’ όνομά του —Τον ξέχασαν Τηλεφωνάω μου λένε: Όχι — Δεν ξέρουν ποιός είμαι —Δεν ξέρουν τ’ όνομά μου Μ’ έχουν ξεχάσει Είμαι νεκρός

Μίλτος Σαχτούρης, από τη συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο, Το τηλέφωνο, 1952

Πίνακας: Bo Bartlett 

http://saxtouris.wordpress.com/

. .