RSS

Daily Archives: 01/04/2021

Olja Savičević Ivančević, Το σώμα της μητέρας μου



Τα παιδιά δεν είναι δίκαια, ένα παιδί κρατά στη μνήμη του όσα
έχει λάβει το σώμα της: ένα φιλί αποδιωγμένο με θυμό και μια
στιγμή που εκείνη με κλωτσά, ελαφρά μα σταθερά, κάτω από το
φουστάνι. Αργότερα, θυμάμαι αυτά που της έδωσα, όταν έτρεχα
με φόρα προς το σώμα της, και τις μεγάλες ζεστές αγκαλιές.
Το σώμα της είναι μια χορδή και είναι έτοιμο ν’ αποσυρθεί.
Μαλακό απ’ έξω, σουπιά και κόκαλα σουπιάς, από μέσα έχει
σπάσει, ένα ένα κοκαλάκι.

Αγγίζω τη μαμά με το μέτωπο και τα μάγουλα: η νευρώδης
ύπαρξή της, λεπτή και δυνατή. Η μητρότητα είναι αυταπόδεικτη
και άχρηστη, όπως τα πυροτεχνήματα, τα μπολ και οι λεπίδες,
στήθη δυσανάλογα μεγάλα για τόσο αδύνατο σώμα και μεγάλα
λευκά δόντια φτιαγμένα για πλατιά χαμόγελα. Το λεπτό σώμα
της μητέρας μου κυρτωμένο σαν ερωτηματικό, μια παράπλευρη
απώλεια. Μέσα της έχει σκόνη, στάχτη και χιονοθύελλα.

Χάνει κοκάλινα χτενάκια εκεί στις ρίζες των μαλλιών μου και
λέει: Πού άφησα τα δάχτυλά μου; Βάζει τα χέρια στο κεφάλι
μου, βάζει το κεφάλι της στα χέρια μου. Αυτό είναι, αυτό είναι.
Έτσι μυρίζει ένα κορίτσι που το φροντίζουν καλά οι νοσοκόμες.

Πίνακας: Leon de Smedt

Aπό την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου: Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020.

 

Nenad Milošević, Νοέμβριος


Όπως όλοι οι άστεγοι φοβάμαι τον χειμώνα
η κάρτα ανεργίας, χαρτί
όπου ακουμπάω το πεπρωμένο μου.

Τα ιστορικά γεγονότα ξεθωριάζουν
σαν απόδειξη ταμειακής μηχανής
σε τσέπη καλοκαιρινού πουκάμισου.

Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου.
Σκέψη και περιγραφή, σώμα και υποκείμενο.
Η μοντέρνα λυρική ποίηση συνεπάγεται
ελευθερία σκέψης και συνείδησης· η μετωνυμία,
σπασμένο πόδι της μεταφοράς.

Γονείς, δάσκαλοι και γιατροί μ’ έχουν κρατήσει στη ζωή.

Κρέμομαι σαν τρεμουλιαστή λευκή λάμπα στο ξέφωτο,
πίσω απ’ τον αδελφό, την αδελφή μου και το κουνιστό
αλογάκι,
στην πρόσοψη του σπιτιού της Μάρθας

Aπό την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου: Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020.

Πίνακας: Konstantin Kacev

 

Διώνη Δημητριάδου, Παλίμψηστη του Λύκου μορφή

Όσο ιχνηλατώ τα παλαιά

σβήνει η τωρινή γραφή

κι όσο αχνή προβάλλει

ίδιο σπασμένο κρύσταλλο

η αλλοτινή

τόσο με θλίβουν

τα σβησμένα μου όλα

Εμφύλιοι καιροί

έζωσαν τη ζωή μου

αμάχη από παντού

Λύκος μοναχικός κι εκείνος

τότε που

με δυο καρφιά στα πόδια

σημάδι ανελέητο

τη μοίρα κυνηγούσε

κανείς δεν του αποκρίθηκε

εκεί μπροστά του ήταν

ό,τι αληθινό μα άπιαστο

Τώρα Λύκος κι αυτός

ρωτά όλο ρωτά

αν κάποιος

βρήκε τον χώρο ανάμεσα

κι άνθρωπος πού;

Ο Λύκος μου ο πιο σκληρός

το πιο  μοβόρο πλάσμα

στο αίμα έπνιξε

τα προσωπεία όλα

μόνος προβάλλει πια

είμαι η μόνη λύση

λέει με σιγουριά

κι εγώ

το ξέρω

του απαντώ

Μαζεύω κατακόκκινα κατόπιν

μες στο αίμα

τ’ απομεινάρια τα φορώ

διπλά και τρίδιπλα

ίχνος να μη φανεί

από το τρίχωμα

που άγριο και μαύρο

πρόσωπο νέο δείχνει

Μα είναι που το ποίημα

(αδύναμο πολύ)

θέλει πιο ήπιες λέξεις

Να πώς οι λέξεις καταργούνται

να πώς λειψό απομένει

με μιαν αναπηρία έκδηλη

[πότε εγώ δεν το αντέχω

πότε εκείνο δεν μπορεί]

Ώρα αποκαλύψεων τρομερή

χωρίς καν τη φτηνή δικαιολογία

μιας άνωθεν φωνής

που να αθωώνει

όσα φριχτά αναγγέλλεις

[αυτά μονάχα στις Γραφές

εδώ ετούτη όσο αντέχει]

Διώνη Δημητριάδου, Παλίμψηστη του Λύκου μορφή, ΑΩ εκδόσεις, 2021

Πίνακας: Ann Magill

 

Αγγελική Πεχλιβάνη, Όνειρο 18 (Έμιλυ)

                       

Βρέχει πάλι στο όνειρο. Είμαι ο παραλήπτης των χιλιάδων χαμένων επιστολών της Έμιλυ και δεν ζω στο Άμερστ αλλά στη Νίκαια θρηνώντας τους δικούς μου νεκρούς. Έχω ταξινομήσει 8.950 επιστολές με αυστηρή χρονολογική σειρά. Τις αρωματίζω με λεβάντα και τις τοποθετώ σε ερμάρια λευκά σαν ολάνθιστους κρίνους. Επί 24 χρόνια, 6 μήνες και 15 μέρες σάς τις διαβάζω χαμηλόφωνα πίσω από την πόρτα. Κάθε μέρα σάς διαβάζω και μία. Τη βροχή δεν τη βλέπω ποτέ. Την ακούω μόνο και τη νιώθω. Με ποτίζει όπως ποτίζει τους ασφόδελους του κήπου. Τους ασφόδελους και τους κατιφέδες. (Παρεμπιπτόντως, και εγώ την κηδεία του πατέρα μου την παρακολούθησα από μια ρωγμή του πατρικού μου, της δε μητέρας, ήμουν το χώμα, ήμουν η χους εις χουν, η παρακλητική).

Σήμερα διάβασα την τελευταία της επιστολή και πλέον ξέρω.

Είμαι οι χαμένες επιστολές της Έμιλυ Ντίκινσον.

Είμαι το ατελείωτο εργόχειρο.

Ναι.

Είμαι η βροχή των 8950 ημερών.

Πίνακας: Andrei Remnev

 

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ;

Της πήρε καιρό να καταλάβει ότι η μετριοπάθεια ήταν επιλογή και κατόρθωμα για τον Ιγνάτιο. Ότι είχε πληρώσει με την ψυχή και τη σάρκα του για να τη λαξέψει σαν τρόπο ζωής και προόδου στην καθημερινότητα. Άργησε πολύ να αντιληφθεί γιατί επέμενε να τους θυμίζει ότι ήταν από τους πρώτους στη Ρωσία που έκοψε τα γένια του, «κατά την ευρωπαϊκή μόδα», κι ας τον λοξοκοιτούσαν οι συμπατριώτες του, Έλληνες και Ρώσοι. Ο Ιγνάτιος, ο προδομένος από σύντροφο και εξάδελφό του, κατ’ εντολή του κόμματος, ως κομμουνιστής, δεν υπήρξε ποτέ κομμουνιστής. Ήταν Ρώσος, Έλληνας, Πόντιος, Ευρωπαίος, Παγκόσμιος αλλά όχι κομμουνιστής. Η δυσφήμισή του ως κομμουνιστή ήταν η ποινή για τη διαύγεια πνεύματος και κριτικής που τον χαρακτήριζαν.

Κι ενώ τον κατέδωσαν ως κομμουνιστή, όταν βγήκε από τη φυλακή, αξιώθηκε και την άλλη δυσφημιστική σφραγίδα, του αντικομμουνιστή, που το κόμμα μοίραζε χωρίς διάκριση σε όλους όσοι δεν ήταν «ημέτεροι». Της πήρε χρόνια και καιρούς της Άννας, μέχρι να μπορέσει να δει ότι το στυλ και το ύφος της γραφής του, όπως και η στάση του και οι πράξεις του στη ζωή δεν ήταν παρά αποδείξεις της ακλόνητης αμεροληψίας του, της μετριοπάθειας και της διαύγειας — δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία του επέτρεψαν να μην εγκλωβιστεί ποτέ σε καμία ορθοδοξία.

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ; μυθιστόρημα, σελ. 88, εκδόσεις Σμίλη, 2020

 

Nenad Milošević, Μια άνοιξη ενός πληβείου ποιητή


Πόσο ξαφνικά μπήκε η άνοιξη
φέτος, σαν το Οριάν Εξπρές·
σφυρίζοντας διαπεραστικά μ’ έκανε να τιναχτώ
από τον ύπνο και τις καχυποψίες του χειμώνα:
Είμαι εδώ και πρόσεχε πώς φέρεσαι, είπε.

Ο χειμώνας είναι όμορφος για την ποιήτρια Νταϊάν Γουόσκυ,
που τον βλέπουμε σε μια καρτ ποστάλ μαζί με παιδιά
κι έναν χιονάνθρωπο.
Είναι καλός για τους πλούσιους και τους χωρικούς
και για κείνους που έχουν προμήθειες να ξοδέψουν
και να γιορτάσουν μέρες γλεντιού κι εθνικές εορτές.

Τα χρώματα σκοτείνιασαν
στο πάρκο σήμερα, όπως στεκόμουν για λίγο
δεν κατάφερνα να πιστέψω πως θα μπορούσα
να είμαι μέρος κάποιου πίνακα.

Τούτη την άνοιξη θέλω να γίνω
ένας ποιητής φυσιολάτρης.
Αλλά χωρίς σακίδιο και κοντό παντελόνι
μποτάκια και βιβλίο στο χέρι.

Θέλω να περπατώ απαρατήρητος πίσω από τον λόφο
κι ακόμη πιο μακριά, με τα χέρια στις τσέπες,
διασχίζοντας την ύπαιθρο, τα χωράφια με το σιτάρι,
ζεστός και ιδρωμένος.

Έτσι που κανείς να μην μπορεί να πει: Να τος, εκεί είναι,
διαλογίζεται,
σκαρώνει ρίμες, τι θα βγει από αυτό!

Από την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών, Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020

Πίνακας: Στέφανος Δασκαλάκης