RSS

Monthly Archives: May 2021

Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου, Ακροβασία

.

Ασύμβατος έρωτας

Πόσο ασυγκράτητος

σαν λαχταράει να βιωθεί

Πόσο λιπόψυχος

σαν πολεμάει να επιβιώσει

.

Προσοχή!

Ελκυστική επένδυση

Εξίσου επισφαλής

Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου, Ζωγραφική όπως ποίηση, 13 ποιήματα πάνω σε πίνακες του Κώστα Καμπουρόπουλου, Μανδραγόρας, 2020

Πίνακας: Κώστας Καμπουρόπουλος, Λυκόφως (ελαιογραφία σε καμβά, 50 εκ. Χ 45 εκ.)

 

Δημήτηρης Στατήρης, Σκελετός

Σουρούπωνε, σκούρα πέπλα σαβάνωναν τον ουρανό, μια ριπή ανέμου φορτωμένη με άρωμα αγριολούλουδων θέρισε τον οικισμό. Ο πατέρας βγήκε απ’ το σπίτι και έγνεψε στον γιο του να τον ακολουθήσει. Εκείνος πήρε και το τσεκούρι μαζί του. Όδευαν προς το δάσος. Αν μπορούσε να δακρύσει ο Τρύφωνας, θα δάκρυζε από χαρά, ένταση, δικαίωση. Έφτασαν. Τη νύχτα στο δάσος επικρατούσε βαθιά ηρεμία· όταν η σιγή έσπαγε απ’ τις κραυγές και τα αλυχτίσματα των αρπακτικών, καθηλωνόσουν, σαν να περπατούσες πάνω σε παγωμένη λίμνη και να το συνειδητοποιούσες στην πρώτη μεγάλη ρωγμή κάτω απ’ τα πόδια σου. Κατέληξαν σε ένα μικρό ξέφωτο. Ο πατέρας κοντοστάθηκε δείχνοντας κάμποσα έλατα παρακάτω. Του έκανε νόημα να βιαστεί.  «Για το πρωί», είπε. O σκελετός ίσα που πρόλαβε να τα δει κι εξαφανίστηκε. Είχε πέσει σε παγίδα, έναν λάκκο καλυμμένο με χόρτα. Αμέσως ο πατέρας έσυρε μια πέτρινη πλάκα πάνω από την παγίδα –την είχε σχεδιάσει και για παραπάνω από έναν, αν χρειαζόταν– και τη σφράγισε. Έπειτα έβγαλε έναν κουβά γεμάτο τσιμέντο πίσω από κάποιο δέντρο και τον άδειασε περιμετρικά της πέτρινης πλάκας. Στο τέλος τη σκέπασε με χόρτα. Η φωνή του Τρύφωνα βούιζε μέσα απ’ τον αναπάντεχο τάφο του, καθώς ο πατέρας του απομακρυνόταν. Ο γιος του δεν θα ανέβαινε ποτέ ξανά στην επιφάνεια του κόσμου – ή έτσι τουλάχιστον ήθελε να πιστεύει. 

Δημήτηρης Στατήρης,  Σκελετός, από τη συλλογή διηγημάτων Προτομές, Εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα 2020, σελ. 15-16.

Αrtwork: Jonathan Brown Kumintjarra

 

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

Τα οστά περίσσευαν πάνω απ’ το χαντάκι με τις σκοτεινές πρασινάδες που κατοικούν στο σκοτεινό χαντάκι και μπήγονταν στο φεγγαρόφωτο σαν μερικά σχήματα να είχαν μαρμαρώσει εκεί που ορθώνονταν. Και μετά όλα μαρμάρωσαν και γύρω σκοτεινά και μόλις έκοψα βήμα κι εγώ για να ξαναρχίσω, μπόρεσα και άκουσα τη Μητέρα, και πόδια που ξεμακραίνουν βιαστικά και ένα σχήμα που μπόρεσα να το μυρίζω.. Και μετά ήρθε το δωμάτιο, όμως τα μάτια μου κλείστηκαν. Δεν σταμάτησα. Μπορούσα να οσμίζομαι. Και ο Τ.Π. ξεκαρφίτσωσε τις παραμάνες στα σκεπασματα του κρεβατιού. […] Κατεβήκαμε τη σκάλα. Τα σκαλοπάτια κατέβηκαν σ’ ένα σκοτάδι και ο Τ. Π. με πήρε απ’ το χέρι και βγήκαμε από την πόρτα και από το σκοτάδι. Ο Νταν στην πίσω αυλή και αλυχτούσε. — Τον πήρε μυρωδιά. Ο Τ.Π. είπε. Έτσι δεν το πήρες μυρουδιά και του λόγου σου; Κατεβήκαμε τα σκαλοπάτια, πήγαμε κοντά στις σκιές μας. — Ξέχασα το πανωφόρι σου. Ο Τ. Π. είπε. Σου χρειάζεται, αλλά δεν ξαναγυρίζω εκεί μέσα. Ο Νταν κλαψούρισε. — Σουτ. Είπε ο Τ.Π. Οι σκιές μας προχώρησαν. Του Νταν η σκιά δεν κουνιόταν, εξόν μονάχα όταν γάβγιζε. — Δεν μπορώ να σε μπάσω στο σπίτι μας άμα βελάζεις έτσι. Είπε ο Τ.Π. Ήσουνα που ήσουνα μπελάς προτού αποχτήσεις αυτήν τη βατραχοφωνάρα. Προχώρα. Απριλίου 7η, 1928 Σελ. 64-65

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, Απριλίου 7η, 1928, σελ. 64-65, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Artwork: Yohann Fournier