RSS

Monthly Archives: April 2021

Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου, Χρονόμετρο

.

Καλπάζει ασυγκράτητος

ο βιολογικός μου χρόνος‧

δύο πελώρια φτερά

σε κάθε πόδι

Πεισματικά αντιστέκεται

ο βιωμένος χρόνος‧

καθηλωμένος οκλαδόν

μες στις βαθιές του ρίζες

.

Αλλοπρόσαλλο παιχνίδι

Ενίοτε

κόβει το νήμα ο ηττημένος

.

Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου, Ζωγραφική όπως ποίηση, 13 ποιήματα πάνω σε πίνακες του Κώστα Καμπουρόπουλου, Μανδραγόρας, 2020

Πίνακας: Κώστας Καμπουρόπουλος, Η γυναίκα πουλί

(ελαιογραφία σε καμβά, 90 εκ. Χ 60 εκ)

 

Γιώργος Παναγιωτίδης, Ξηρή αφήγηση

.

Τίποτα απ’ αυτά μα τίποτα μη θυμηθείτε,

το ταπεινό του ύφος δεν έθελξε καν έναν αναγνώστη

αναμενόμενη του βαρετού επιλόγου του η κατακλείδα

και αντί τελείας ένα θαυμαστικό μετανιωμένο,

η μέρα τυχαία και η πλοκή ευδία, πρόσθεσε στο τέλος

δύο κομπάρσους, δύο μονότονους βαστάζους.

.

ο ηλικιωμένος της διπλανής παραβιασμένης

πόρτας, διαβασμένο ευπώλητο βιβλίο, αχτένιστος

αυτός που έζησε κατεξοχήν, αυτός

που δεν ήξερε από μεταφορές κι από αλληγορίες,

ένοικος σήμερα του νέου δημοτικού νεκροτομείου

δεν αναμένεται να ’ρθει καν ένας δεν τον θυμάται.

.

και της ζωής του η ξηρή αφήγηση στον δρόμο

την αποκομιδή της προσμένει, μην την κοιτάτε

την ανάπτυξη των άνευ σημασίας σκουπιδιών  

το θαμπωμένο στίλβωμα της επίπλωσής του  

δίπλα στης ανακύκλωσης τους κάδους

τον ξεφτισμένο καναπέ της ανάπαυσής του

μα τίποτα απ’ αυτά μη θυμηθείτε

.

όσα ανάδρομα αφηγούνται οι στοιβαγμένοι σάκοι

όλα τα υπάρχοντά του ριγμένα εδώ, έξω

λένε για κάποια ξένη εποχή ενώ υποτάσσεται

το κουτσό τραπέζι του σε άλλων αποφάγια και

με το μάτι της σπασμένο μία παλιά τηλεόραση

καθοδικού σωλήνα, αντικριστά με τους περαστικούς

δεν προσμένει να σπινθηρίσει, καν ένας δεν τη θυμάται.

.

το διαμέρισμα με νέα, στιβαρή εξώπορτα ασφαλείας

καθαρό, φρεσκοβαμμένο, αυτό να κοιτάτε

με ντουλάπες ανοιχτές, μπαλκονόπορτες γερτές

στον ήλιο που ευωδιάζει και προσμένει εκ νέου

κάποιον άλλον ένοικο πείσμονα κι απόκοτο

ν’ αφηγηθεί τον βίο του με ύφος ταπεινό.

.

δίπλα στης ανακύκλωσης τους κάδους μην κοιτάτε

ποτέ σας την κατακλείδα τούτη μη θυμηθείτε

το ανακαινισμένο διαμέρισμα δεν είναι παρά

μια αίθουσα μικρής αναμονής νεκροτομείου,

το μόνο κίνητρό σας ίσως ο νέος ένοικός του

αν είσαστε εσείς που πρόκειται να ζήσετε κατεξοχήν.

.

(πρώτη δημοσίευση Εντευκτήριο τ. 112)

Πίνακας: Léon De Smet

 

Νίκος Αντ. Πουλινάκης, από τη συλλογή Η εθελούσια ερυθρότητα των λέξεων

.

Πληγή εξασκεί

τις φωνητικές χορδές

άηχου πόνου.

***

Άμαθα φιλιά

γκρεμοτσακιστήκανε

στον ουρανίσκο.

 ***

Ο βράχος λέει:

“ήλιε δώσ’ μου λογισμό

για να σπαράξω “

***

Μοσχοστάφυλο

με το κολατσάκι του

προσκεφαλάδι.

***

Γλυκομηλίτσα

η αγκυλογλωσσιά σου

χαροκονταριά.

Νίκος Αντ. Πουλινάκης, από τη συλλογή  Η εθελούσια ερυθρότητα των λέξεων, ΑΩ εκδόσεις, 2018 .

Πίνακας: Αlbert Μarquet

 

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ;

.

Έτσι με τον καιρό κι όλα όσα διαδραματίστηκαν στο πέρασμά του, άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο φανερό μέσα της ότι το λίπασμα για τα περί πατρίδας των προγόνων δεν ήταν παρά οι χαμένοι νεκροί τους. Η Ηλιάννα και ο Ιγνάτιος δεν γνώρισαν ούτε τους τάφους των προγόνων τους, που έμειναν θαμμένοι στον Πόντο ούτε τους τάφους των γονιών τους. Οι μανάδες τους θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους στην Καλαμαριά, ενώ οι δυο τους χαροπαλεύαν με τον τύφο σε διαφορετικά νοσοκομεία-παραπήγματα, και οι πατεράδες τους πέθαναν στο καράβι που τους έφερνε από το Βατούμ στη Θεσσαλονίκη, και δεν βρήκαν παρά τάφο υγρό στα νερά της θάλασσας. Η δική τους ανασφάλεια, η αναζήτηση μητέρας πατρίδας, δεν είχε να κάνει με την κάθε τετριμμένη, εθνικιστικής μορφής προπαγάνδα, αλλά με τον αγώνα και την αγωνία τους να δουν να στερεύει επιτέλους η πηγή της ορφάνιας και της δυστυχίας τους, αφού δικαίωμα εδάφους δεν είχαν ούτε για τάφο.

Έλφη Κιλλαχίδου, Τίνος παιδί είσαι εσύ; μυθιστόρημα, σελ. 103, εκδόσεις Σμίλη, 2020

Artwork: Michele Durazzi

 

Κώστας Θ. Ριζάκης, Αντιγόνη

.

η αλκοολική μοδίστρα τ’ ουρανού μου

με πλάγια όραση συνήθως με πλησιάζει

κι έχει την τάση να προδίδεται συχνά

καθώς συνέχεια σαλιώνει την καρίνα

και ράβει ράβει τα μεσάνυχτα σκληρά

κόβει γιακάδες στρογγυλούς σαν όρθια δρεπάνια

ή πιέτες κρύβει κουφωτές κρατούν τα μυστικά τους

μ’ αυτήν προδίνεται προδίνεται στυγνά

όταν στο οινόπνευμα τη φρίκη της βαφτίζει

κι η κολυμπήθρα δίψα της τη σέρνει πυρετός

ξηλώνει τ’ άστρα από ψηλά σοβάδες στο ταβάνι

αφήνοντάς την ξέσκεπη πέστροφα στην αμμούδα

τόσον γυμνή ουρλιάζοντας στο φεγγαρίσιο φως

τόσ’ ορφανή βυζαίνοντας το τρωκτικό σκοτάδι

Περ. Κουκούτσι

Κώστας Θ. Ριζάκης, χώμα με χώμα η μάχη, Επιλεγμένα ποιήματα 1986-2018, εκδόσεις Ρώμη, 2019

Πίνακας: Jozsef Rippl-Ronai

 

Σιμπίλε Μπεργκ, Σεξ ΙΙ

17:39

Παουλάκος, 40. Ο κόσμος αποτελείται από κακούς ανθρώπους, καλούς ανθρώπους, από λιακάδα, που είναι καλή, και καταιγίδες, είναι πολύ άσχημες. Ο κόσμος αποτελείται απ’ την εύρεση φαγητού, καλός, ο κόσμος είναι καλός. Ο κόσμος αποτελείται απ’ την κατσίκα)

Ένα αυτοκίνητο πατάει μια γυναίκα. Το κεφάλι της σκάει, κι ο Παουλάκος κλείνει τα μάτια της κατσίκας του. Έπειτα το μαζεύουν κι ο Παουλάκος έχει κιόλας ξεχάσει το περιστατικό. Ευτυχισμένος Παουλάκος. Το πώς βρήκε ο Παουλάκος την κατσίκα είναι ασαφές. Και το πώς επίσης βρίσκεται στη ζωή, εν γένει. Ο Παουλάκος περπατάει στους δρόμους της πόλης με την κατσίκα του, προφανώς είναι η πιο μικροσκοπική κατσίκα του κόσμου. Αυτός ψάχνει στους σκουπιδοντενεκέδες για τροφή. Πρώτα για την κατσίκα του και μετά για τον ίδιο. Απ’ το στόμα του Παουλάκου τρέχει μονίμως σάλιο, γιατί το στόμα δεν μπορεί να κλείσει, γιατί είναι στραβό, ένα μάτι δεν υπάρχει, και το άλλο κοιτάζει σαν χαζό. Ο Παουλάκος είναι μια τερατογένεση, ένας συνδυασμός συνδρόμου Ντάουν και εμβρυουλκύας, κι ό,τι κι αν είναι δεν είναι ευπαρουσίαστο. Αλλά έκανε καλό στον νου του. Ο Παουλάκος δεν αναρωτιέται για τίποτα, ο Παουλάκος χαμογελάει. Καμία κακία μέσα του, καμία άβυσσος, μόνο χαρά. […]

Ποτέ, ποτέ να μη μ’ αφήσεις μόνο μου. Δεν ξέρω τι να κάνω χωρίς εσένα. Πού είναι τα κορίτσια, που αλλιώς περπατάνε πάντα στον δρόμο, με φούστες και αστεία πόδια και με όμορφα πρόσωπα, όχι σαν το δικό μου πρόσωπο, ίσως τόσο όμορφο όσο το δικό σου πρόσωπο. Λέει ο Παουλάκος στη γλώσσα που κανείς δεν καταλαβαίνει, εκτός από την κατσικούλα του, και κείνη σφίγγεται πάνω του, τον κοιτάζει κι αρχίζει να του  γλείφει το πρόσωπο, πολύ απαλά. Όσο πιο απαλά μπορεί μια κατσίκα. Ο  τα είναι λυπημένος, κλαίει, κι όλα ξεβράζονται. Σήμερα είναι λυπημένος, καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά, ότι οι άνθρωποι υποφέρουν, ξέρει ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Σκαλίζει με το κεφάλι του το τρίχωμα της κατσικούλας και κλαίει, κρατιέται σφιχτά από πάνω της σ’ έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει τίποτα για να κρατηθείς, και τον παίρνει ο ύπνος. Όταν ο Παουλάκος ξανανοίγει τα μάτια του, όταν ανασηκώνεται, έχει σκοτεινιάσει λίγο ακόμα. Η μικροσκοπική κατσικούλα του δεν είναι πια εκεί.

Σιμπίλε Μπεργκ, Σεξ ΙΙ, μτφρ.: Μαρία Μουρσελά, Εκδόσεις Τόπος, 2007

Artwork: Johann Fournier

 

Μέλπω Αξιώτη, Θέλετε να χορέψομε Μαρία;

.

Ίσαμε και το Μούργο, το σκυλί, τον τύλιξε ο Γιώργης στον λαιμό του ένα γύρο, σαν μαργαριτάρια. Κι ύστερα εκάθισε ν’ αναπαυτεί. Κι όσο που αναπαυόντανε, κι επερνούσανε οι ώρες μια μια, και οι γυναίκες θρηνούσαν τα πράγματα του σπιτιού και τα ρούχα, επειδή πάντα οι γυναίκες θρηνούν τα μικροπράγματα, γιατί τους είπανε και το πιστέψανε πως δεν είναι άξιες για τα μεγάλα, τότε αγάλι αγάλι, ο τόπος ένα γύρο καθάριζε, τ’ αστροπελέκια εστραφήκανε αλλού, κατά το νοτιά, τα νερά εστραγγίσανε κάτω τις ρίζες της γης, και στην επιφάνεια απόμειναν, απ’ όπου διαβήκανε τα νερά, όλα τα ψόφια πράματα, άχρηστα πια να ζήσουνε, και οι βουές  απ’ όλα τα ανθρώπινα, τον τρόμο και τους πόνους, συχάσανε κι ήρθε το σκότος της νύχτας απάνω απ’ όλα τότε και τα θεράπεψε.

Μέλπω Αξιώτη, Θέλετε να χορέψομε Μαρία; εκδόσεις Κέδρος, 2003

Artwork: Johann Fournier

 

Raul Bribete, Εξαφάνιση

Πλησιάζω έναν φίλο, του σφίγγω το χέρι.
Οι φακοί των γυαλιών του βγάζουν λάμψεις ηλεκτρικές
ο σκελετός τους μοιάζει πιο βαρύς από εκείνους
στα ρετρό γυαλιά των μοτοσικλετιστών.
Μέσα σ’ αυτό το φως τα γυαλιά του
φαίνονται τόσο μεγάλα όσο δυο μηχανές μοτοσικλέτας.

Μου διαβάζει λίγα ποιήματα στην απόλυτη σιωπή
της κουζίνας
η σιωπή είναι σχεδόν εκκωφαντική
όμως παρ’ όλα αυτά, κάτι με φωτίζει.

Πίσω από τους μεγάλους φακούς, τα μάτια του φίλου
μου γερνούν
ακολουθώντας το τικ-τακ της καρδιάς του
και τα γυαλιά με τους λαμπερούς ηλεκτρικούς φακούς
μου χαρίζουν βαθιά ηρεμία
όπως ένα φθορίζον ελατήριο
που ρυθμικά γλιστράω από το ένα χέρι μου
στο άλλο.


Δεν ξέρω πόσος χρόνος έχει περάσει
πιάνω τον εαυτό μου να έχει αφήσει την καρέκλα
και ν’ ανοίγει άσκοπα μια ντουλάπα
απ’ όπου χώμα, χώμα μονάχα
ξεχύνεται στο δωμάτιο.
Ο φίλος μου ανοίγει το στόμα και χώμα
χώμα μονάχα
ρέει σαν ποταμός πάνω στο τραπέζι της κουζίνας
από το μισάνοιχτο στόμα του
υγρό χώμα πιτσιλάει τα πάντα γύρω.

Αρχίζω να φοράω τα παπούτσια μου
που ξεχειλίζουν χώμα.
Πλησιάζω ξανά τον φίλο μου,
του σφίγγω το χέρι

Aπό την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου: Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020.

Artwork: Johann Fournier

 

Δημήτρης Δημητριάδης, Η μεταφορά

Ήρθε στον νου της το πρόσωπο του γέρου που οι ανοιχτές πληγές του, από την ένταση των εκφράσεων καθώς κραύγαζε είχαν πρηστεί κι άλλο και διέστρεφαν ακόμη περισσότερο τα χαρακτηριστικά του, διόγκωναν τα χείλη του, επιμήκυναν και γρύπωναν την μύτη του, διέστελλαν τα ζυγωματικά του, έδιναν στο δέρμα του αφύσικες αποχρώσεις που έκαναν να θυμίζει εξωτικές φυλές, έκαναν ακόμη και την γλώσσα που μιλούσε να ακούγεται κι αυτή ακατανόητη, να βγαίνει μέσα από τα πρησμένα χείλη του σαν να είχε προσβληθεί από τα δικά του εκτεταμένα έλκη, ανεξιχνίαστη σαν συντριμμένη διάλεκτος μιας πανάρχαιας αλλά χαμένης φυλής.  Μήπως και η ίδια έδινε μια τέτοια εικόνα; Μήπως κι αυτή είχε αποτυπωμένη πάνω της μια τέτοια άχρονη διαστροφή; Μήπως μια τέτοια ομοιότητα με τον γέρο την είχε κάνει να αισθανθεί εκείνη την απροσδόκητη και αυθόρμητη συγγένεια μαζί του; Μήπως αυτή κι εκείνος ήσαν, στην πραγματικότητα, ίδιοι σε τέτοιο σημείο ώστε, κατά βάθος, τίποτε να μην τους κάνει να διαφέρουν ο ένας από τον άλλον, να ανήκουν μάλιστα στην ίδια φυλή. Στάθηκε κι ελευθερώνοντας το ένα χέρι της από τα ψώνια, έφερε την παλάμη της στο πρόσωπό της, λες και με την αφή θα αναγνώριζε αυτό δεν γνώριζε, λες και η αφή, σαν όραση, θα επαλήθευε αυτό που η ίδια δεν είχε δει μέχρι τώρα. Και πράγματι, λίγο ακόμη και θα αισθανόταν και στο δικό της δέρμα τα ίδια εκζέματα, τις ίδιες δυσπλασίες και στα δικά της χαρακτηριστικά. Αν επρόκειτο για κάτι που το έβλεπε μόνον η πωλήτρια, ήταν κάτι που φαινόταν ή κάτι που δεν φαινόταν; Μήπως ήταν κάτι που δεν φαινόταν, αλλά που η ίδια κατά κάποιον τρόπο το ήξερε, κάτι που το ήξερε, κάτι που, παρόλο που το έκρυβε, κάτι που το έκρυβε σε βαθμό τέτοιον ώστε να μην το ξέρει, η πωλήτρια το είδε; […]

Ίσως όμως να ήταν και κάτι, δεν αποκλείεται καθόλου, που ποτέ η ίδια δεν σκέφτηκε να το κρύψει επειδή δεν το θεωρούσε υποτιμητικό ή μειονεκτικό για την ίδια και προσβλητικό ή προκλητικό για τους άλλους, η πωλήτρια όμως κατάλαβε ότι κατά βάθος ήταν κάτι που αυτή δεν ήθελε να το δείξει, κάτι που η ίδια το γνώριζε πολύ καλά αλλά, ακριβώς γι’ αυτό, δεν ήθελε να το γνωρίζει εξαιτίας των ιδιοτήτων του, κι αυτός ήταν ο λόγος που, έστω, χωρίς να το επιδιώκει, το έκρυβε, και μάλιστα τόσο καλά ώστε να το έχει και η ίδια ξεχάσει, να το έχει αφαιρέσει από τη σκέψη της, η πωλήτρια όμως και πάλι το είδε, είδε ότι υπήρχε, ότι υπήρχε κρυμμένο, το είδε και δεν της άρεσε, αλλά και ενοχλήθηκε που αυτή δεν έκανε καμία προσπάθεια να συνεργαστεί μαζί της, να παραδεχτεί την ύπαρξή του και να το μειώσει, να το κρίνει, να το αντιμετωπίσεις όπως το αντιμετώπιζε κι εκείνη, να το μετριάσει για να την βοηθήσει να ασκήσει θετικότερα την ανοχή της και την συγκατάβασή της, δεν το έκανε όμως, δεν ήρθε με τα νερά της πωλήτριας, γι’ αυτό κι εκείνη είχε γίνει τόσο εχθρική, αυτό την έκανε να θέλει να την διώξει, να την κυνηγήσει, αυτό σήμαιναν η έκφραση αηδίας και ο λοξός περιφρονητικός μορφασμός στα χείλη της.

Δημήτρης Δημητριάδης, Η μεταφορά, σελ. 30-32 , εκδόσεις Άγρα, 2007

Αrtwork: Dino Valls

 

Κώστας Θ. Ριζάκης, ακόμη ένας μονόλογος του Βικεντίου Βαν Γκογκ

.

ό,τι ζωγράφισα ζωγράφισα μα εσείς

να με παιδέψετε ποθείτε δίχως άλλο

να στιγματίσετε το άρρωστο μυαλό

κονκάρδα της σιγής σ’ ό,τι κι αν έκανα

κι η μετά θάνατον αξία μου τι να ’ναι;

το καταπονημένο μου να ’ναι τρελό μυαλό

παντιέρα υψώνεται κι ας φλέγεται το σώμα

κι οι ανάγκες μου ήσαν πάντα της στιγμής

  δεν

στύλωσα εδραίες – ψωμί ένα ξεροκόμματο

εκείνος μού το πρόσφερε μέσα στο θαυμασμό του

στην αφοσίωσή του πες ολόκληρης ζωής

μια κάμαρη με στέρεο φως να στήνω το τελλάρο

κι ο πλούτος μου σπειρί καρπός κεχρί απ’ την ψυχή μου

μη! μην με πλησιάζετε τα πάντα έχω κάψει

να το αυτί μου το ’κοψα – πανάθεμα το γδάρτη!

κάνετε πίσω! δείχνετε σαν ώχρα στο χρωστήρα

με πήραν κι άλλα κλάιματα μονάχα πως σ’ αφήνω

Τεό! αδελφούλη μου Τεό! π’ άλλο αδελφό δεν έχω

.

Περ. Κουκούτσι

Κώστας Θ. Ριζάκης, χώμα με χώμα η μάχη, Επιλεγμένα ποιήματα 1986-2018, εκδόσεις Ρώμη, 2019

Πίνακας: Vincent Van Gogh

.