RSS

Daily Archives: 16/04/2021

Raul Bribete, Εξαφάνιση

Πλησιάζω έναν φίλο, του σφίγγω το χέρι.
Οι φακοί των γυαλιών του βγάζουν λάμψεις ηλεκτρικές
ο σκελετός τους μοιάζει πιο βαρύς από εκείνους
στα ρετρό γυαλιά των μοτοσικλετιστών.
Μέσα σ’ αυτό το φως τα γυαλιά του
φαίνονται τόσο μεγάλα όσο δυο μηχανές μοτοσικλέτας.

Μου διαβάζει λίγα ποιήματα στην απόλυτη σιωπή
της κουζίνας
η σιωπή είναι σχεδόν εκκωφαντική
όμως παρ’ όλα αυτά, κάτι με φωτίζει.

Πίσω από τους μεγάλους φακούς, τα μάτια του φίλου
μου γερνούν
ακολουθώντας το τικ-τακ της καρδιάς του
και τα γυαλιά με τους λαμπερούς ηλεκτρικούς φακούς
μου χαρίζουν βαθιά ηρεμία
όπως ένα φθορίζον ελατήριο
που ρυθμικά γλιστράω από το ένα χέρι μου
στο άλλο.


Δεν ξέρω πόσος χρόνος έχει περάσει
πιάνω τον εαυτό μου να έχει αφήσει την καρέκλα
και ν’ ανοίγει άσκοπα μια ντουλάπα
απ’ όπου χώμα, χώμα μονάχα
ξεχύνεται στο δωμάτιο.
Ο φίλος μου ανοίγει το στόμα και χώμα
χώμα μονάχα
ρέει σαν ποταμός πάνω στο τραπέζι της κουζίνας
από το μισάνοιχτο στόμα του
υγρό χώμα πιτσιλάει τα πάντα γύρω.

Αρχίζω να φοράω τα παπούτσια μου
που ξεχειλίζουν χώμα.
Πλησιάζω ξανά τον φίλο μου,
του σφίγγω το χέρι

Aπό την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου: Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020.

Artwork: Johann Fournier

 

Δημήτρης Δημητριάδης, Η μεταφορά

Ήρθε στον νου της το πρόσωπο του γέρου που οι ανοιχτές πληγές του, από την ένταση των εκφράσεων καθώς κραύγαζε είχαν πρηστεί κι άλλο και διέστρεφαν ακόμη περισσότερο τα χαρακτηριστικά του, διόγκωναν τα χείλη του, επιμήκυναν και γρύπωναν την μύτη του, διέστελλαν τα ζυγωματικά του, έδιναν στο δέρμα του αφύσικες αποχρώσεις που έκαναν να θυμίζει εξωτικές φυλές, έκαναν ακόμη και την γλώσσα που μιλούσε να ακούγεται κι αυτή ακατανόητη, να βγαίνει μέσα από τα πρησμένα χείλη του σαν να είχε προσβληθεί από τα δικά του εκτεταμένα έλκη, ανεξιχνίαστη σαν συντριμμένη διάλεκτος μιας πανάρχαιας αλλά χαμένης φυλής.  Μήπως και η ίδια έδινε μια τέτοια εικόνα; Μήπως κι αυτή είχε αποτυπωμένη πάνω της μια τέτοια άχρονη διαστροφή; Μήπως μια τέτοια ομοιότητα με τον γέρο την είχε κάνει να αισθανθεί εκείνη την απροσδόκητη και αυθόρμητη συγγένεια μαζί του; Μήπως αυτή κι εκείνος ήσαν, στην πραγματικότητα, ίδιοι σε τέτοιο σημείο ώστε, κατά βάθος, τίποτε να μην τους κάνει να διαφέρουν ο ένας από τον άλλον, να ανήκουν μάλιστα στην ίδια φυλή. Στάθηκε κι ελευθερώνοντας το ένα χέρι της από τα ψώνια, έφερε την παλάμη της στο πρόσωπό της, λες και με την αφή θα αναγνώριζε αυτό δεν γνώριζε, λες και η αφή, σαν όραση, θα επαλήθευε αυτό που η ίδια δεν είχε δει μέχρι τώρα. Και πράγματι, λίγο ακόμη και θα αισθανόταν και στο δικό της δέρμα τα ίδια εκζέματα, τις ίδιες δυσπλασίες και στα δικά της χαρακτηριστικά. Αν επρόκειτο για κάτι που το έβλεπε μόνον η πωλήτρια, ήταν κάτι που φαινόταν ή κάτι που δεν φαινόταν; Μήπως ήταν κάτι που δεν φαινόταν, αλλά που η ίδια κατά κάποιον τρόπο το ήξερε, κάτι που το ήξερε, κάτι που, παρόλο που το έκρυβε, κάτι που το έκρυβε σε βαθμό τέτοιον ώστε να μην το ξέρει, η πωλήτρια το είδε; […]

Ίσως όμως να ήταν και κάτι, δεν αποκλείεται καθόλου, που ποτέ η ίδια δεν σκέφτηκε να το κρύψει επειδή δεν το θεωρούσε υποτιμητικό ή μειονεκτικό για την ίδια και προσβλητικό ή προκλητικό για τους άλλους, η πωλήτρια όμως κατάλαβε ότι κατά βάθος ήταν κάτι που αυτή δεν ήθελε να το δείξει, κάτι που η ίδια το γνώριζε πολύ καλά αλλά, ακριβώς γι’ αυτό, δεν ήθελε να το γνωρίζει εξαιτίας των ιδιοτήτων του, κι αυτός ήταν ο λόγος που, έστω, χωρίς να το επιδιώκει, το έκρυβε, και μάλιστα τόσο καλά ώστε να το έχει και η ίδια ξεχάσει, να το έχει αφαιρέσει από τη σκέψη της, η πωλήτρια όμως και πάλι το είδε, είδε ότι υπήρχε, ότι υπήρχε κρυμμένο, το είδε και δεν της άρεσε, αλλά και ενοχλήθηκε που αυτή δεν έκανε καμία προσπάθεια να συνεργαστεί μαζί της, να παραδεχτεί την ύπαρξή του και να το μειώσει, να το κρίνει, να το αντιμετωπίσεις όπως το αντιμετώπιζε κι εκείνη, να το μετριάσει για να την βοηθήσει να ασκήσει θετικότερα την ανοχή της και την συγκατάβασή της, δεν το έκανε όμως, δεν ήρθε με τα νερά της πωλήτριας, γι’ αυτό κι εκείνη είχε γίνει τόσο εχθρική, αυτό την έκανε να θέλει να την διώξει, να την κυνηγήσει, αυτό σήμαιναν η έκφραση αηδίας και ο λοξός περιφρονητικός μορφασμός στα χείλη της.

Δημήτρης Δημητριάδης, Η μεταφορά, σελ. 30-32 , εκδόσεις Άγρα, 2007

Αrtwork: Dino Valls

 

Κώστας Θ. Ριζάκης, ακόμη ένας μονόλογος του Βικεντίου Βαν Γκογκ

.

ό,τι ζωγράφισα ζωγράφισα μα εσείς

να με παιδέψετε ποθείτε δίχως άλλο

να στιγματίσετε το άρρωστο μυαλό

κονκάρδα της σιγής σ’ ό,τι κι αν έκανα

κι η μετά θάνατον αξία μου τι να ’ναι;

το καταπονημένο μου να ’ναι τρελό μυαλό

παντιέρα υψώνεται κι ας φλέγεται το σώμα

κι οι ανάγκες μου ήσαν πάντα της στιγμής

  δεν

στύλωσα εδραίες – ψωμί ένα ξεροκόμματο

εκείνος μού το πρόσφερε μέσα στο θαυμασμό του

στην αφοσίωσή του πες ολόκληρης ζωής

μια κάμαρη με στέρεο φως να στήνω το τελλάρο

κι ο πλούτος μου σπειρί καρπός κεχρί απ’ την ψυχή μου

μη! μην με πλησιάζετε τα πάντα έχω κάψει

να το αυτί μου το ’κοψα – πανάθεμα το γδάρτη!

κάνετε πίσω! δείχνετε σαν ώχρα στο χρωστήρα

με πήραν κι άλλα κλάιματα μονάχα πως σ’ αφήνω

Τεό! αδελφούλη μου Τεό! π’ άλλο αδελφό δεν έχω

.

Περ. Κουκούτσι

Κώστας Θ. Ριζάκης, χώμα με χώμα η μάχη, Επιλεγμένα ποιήματα 1986-2018, εκδόσεις Ρώμη, 2019

Πίνακας: Vincent Van Gogh

.

 

Ξανθίππη Ζαχοπούλου, Πόλεις

.

Πόλεις τσίγκινα δοχεία στη φωτιά

Πόλεις σημάδια από ρόδες φορτηγού στον δρόμο

Πόλεις συριγμός από άρρυθμες αναπνοές

Κοιτάζεις τον πηγαιμό σου και το έλα σου

Μια σκλαβιά αλυσοδεμένη στα πεζοδρόμια

Ποτήρια μισοάδεια που δε μέθυσες

Άσπροι πάτοι κώνεια βλέμματα

Πόλεις πατούσες θυμωμένου ελέφαντα

Πόλεις αναμμένα αναστενάρια μπούλμπερη

Πόλεις κρυφές νοσταλγίες ανόητων

Κοιτάζετε με τα γυάλινα μάτια ρινόκερου

Ξανθίππη Ζαχοπούλου, Πόλεις από την ποιητική συλλογή Βαθύς ουρανός, βυθός θάλασσας,  Εκδόσεις Το ροδακιό, 2020

Photo: Αlexey Titarenko