RSS

Monthly Archives: August 2014

Χουάν Ρούλφο, Πέδρο Πάραμο

 

 Στη γούρνα οι σταγόνες πέφτουνε η μια μετά την άλλη. Ακούς το καθαρό νερό, βγαλμένο από την πέτρα, να πέφτει πάνω στο λαγήνι. Ακούς. Ακούς θορύβους• πόδια που γδέρνουνε το χώμα, περπατούν, πηγαινοέρχονται. Οι σταγόνες πέφτουνε πάντα ακατάπαυστα. Το λαγήνι ξεχειλίζει και το νερό κυλάει πάνω στο βρεγμένο χώμα. «Ξύπνα!» του λένε. Αναγνωρίζει τον ήχο της φωνής. Προσπαθεί να μαντέψει ποιος είναι• αλλά το σώμα χαλαρώνει και πέφτει κοιμισμένο, συντετριμμένο από το βάρος του ύπνου. Χέρια αρπάζονται απ’ τα σκεπάσματα και τα τραβάνε• κάτω απ’ τη ζέστη τους το σώμα κρύβεται αναζητώντας τη γαλήνη. «Ξύπνα!» του ξαναλένε. Η φωνή ταρακουνά τους ώμους. Κάνει το σώμα να ανασηκωθεί. Μισανοίγει τα μάτια. Ακούγονται οι σταγόνες του νερού που πέφτουν απ’ τη γούρνα πάνω στο ξέχειλο λαγήνι. Ακούγονται βήματα που σέρνονται… Και το κλάμα. Τότε άκουσε το κλάμα. Αυτό τον ξύπνησε: ένα κλάμα ισχνό και απαλό, που ακριβώς επειδή ήταν ισχνό κατάφερε να γλιστρήσει μέσα απ’ το δίχτυ του ύπνου, να φτάσει ως εκεί που φωλιάζουν οι φόβοι. Σηκώθηκε αργά και είδε ένα γυναικείο πρόσωπο ακουμπισμένο στην παραστάδα της πόρτας, σκοτεινιασμένο ακόμα από τη νύχτα, να κλαίει με αναφιλητά.

– Γιατί κλαις, μαμά; ρώτησε• γιατί, μόλις ακούμπησε τα πόδια του στο πάτωμα, αναγνώρισε το πρόσωπο της μητέρας του.

– Ο πατέρας σου πέθανε, του είπε.

Κι έπειτα, σαν να είχαν λασκάρει τα ελατήρια του πόνου της, άρχισε να στριφογυρίζει γύρω απ’ τον εαυτό της, πάλι και πάλι, ώσπου χέρια απλώθηκαν μέχρι τους ώμους της και σταματήσουν τον αναβρασμό του κορμιού της. Από την πόρτα φαινότανε το χάραμα στον ουρανό. Δεν είχε αστέρια. Μόνο έναν γκρίζο, μολυβένιο ουρανό, που ακόμα δεν είχε ξανοίξει απ’ το φως του ήλιου. Ένα φαιοκίτρινο φως, σαν να μην ήταν το ξεκίνημα της μέρας, σαν μόλις ν’ άρχιζε να πέφτει η νύχτα. Έξω στην αυλή, βήματα• σαν από ανθρώπους που περιφέρονταν. Πνιγμένοι θόρυβοι. Κι εδώ, ετούτη η γυναίκα, όρθια στο κατώφλι• το σώμα της εμπόδιο στον ερχομό της μέρας• ν’ αφήνει να εισχωρούνε, μέσα από τα μπράτσα της, θραύσματα ουρανού, και κάτω από τα πόδια της ρυάκια από φως• ένα νωπό φως λες και το πάτωμα κάτω από κείνη είχε ποτιστεί με δάκρυα. Κι έπειτα το αναφιλητό. Και πάλι το απαλό αλλά οξύ κλάμα, κι ο πόνος που έκανε το κορμί της να σφαδάζει.

– Σκότωσαν τον πατέρα σου.

– Κι εσένα ποιος σε σκότωσε, μητέρα;

Χουάν Ρούλφο, Πέδρο Πάραμο, σελ. 65-67, μτφρ.: Έφη Γιαννοπούλου, Εκδόσεις Πατάκη, 2013 

Πίνακες: George Tooker

.

.

 

Δημήτρης Κοσμόπουλος, Ὁδός, περίπου Κηφισίας

Times Square on a rainy day

.

Πάλι στὸν ὕπνο μου ὁ Σταμάτης. Σ᾿ ἕναν δρόμο ὅπως ἡ Κηφισίας, καταμεσήμερο. Μὲ φώναξε μέσα στὸ βουητό, ἀπὸ τὸ ἀπέναντι πεζοδρόμιο. Στέντωρ, ἀκούστηκε ἡ φωνή του ἠχηρή, ὅπως πάντα: «Παράφρονα! Περίμενέ με». Ὅμως βιαζόμουνα πολὺ καὶ τοῦ λέω «γρήγορα, πέρνα, ἔχω δουλειά». Ἦρθε, ὑπόπτερος σχεδόν, πετώντας πάνω ἀπὸ τ᾿ αὐτοκίνητα. Κίτρινος ἤτανε, τὸν φίλησα. «Γρήγορα, τρέχα στὴ μάνα σου, στὴν ἀδελφή σου, νομίζουν ὅτι σκοτώθηκες μαλάκα», φώναζα. Ἄρχισε ν᾿ ἀπομακρύνεται αἰωρούμενος πάνω ἀπ᾿ τὸ πεζοδρόμιο, γελώντας ζωηρά, κι ὅπως χανότανε πρὸς τὴν ἀπέναντι πλευρά, μοῦ ἀπάντησε τρυφερά: «Πές τους νὰ μὴν ἀνησυχοῦν, ἐγὼ πάω νὰ βασιλέψω». Μαῦρο μεσημέρι, ὁλόπικρον τὸν εἶδα πάλι.

Φωτό:John Vachon

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/dhmhtrhs_kosmopoylos_poems.htm

.

.

 

Διονύσης Καρατζάς, Βεατρίκη με τρελά πουλιά (μελοποιημένη ποίηση)

Carl Vilhelm Holsøe 76

.

Τρίζει ο ήλιος στα μαλλιά σου
και κατεβαίνει άνεμος ως τα λόγια μου
Βεατρίκη ένα πολύ ωραίο πρωινό
με πουλιά τρελά
Βεατρίκη, Βεατρίκη …
Ένα πολύ ωραίο πρωινό
με πουλιά τρελά
που γυροφέρνουν εφιάλτες
Κράτησε αύριο τη χαρά μου
πως μεγαλώνω έτοιμος στα τραγούδια μου
Βεατρίκη κάθε φορά που γράφεις
πρωινά αληθινά νερά
Βεατρίκη, Βεατρίκη …
Κάθε φορά που γράφεις
πρωινά αληθινά νερά
κι ας επιστρέφουνε οι νύχτες

Πίνακας: Carl Vilhelm Holst

 

Νίκος Λάζαρης, Tα δέντρα τρέχουν βιαστικά

.

Ένας άντρας τώρα είναι μαχαίρι,
είναι καρφί, είναι κοντάρι,
μια γυναίκα γυμνή είναι λίμνη,
είναι λειμώνας, είναι ουρανός,
ένα παιδί χωρίς ομπρέλα στη βροχή
είναι τραίνο και στις ράγες του χρόνου
ταξιδεύει.
Ξημερώνει.
Τα δέντρα στην πλατεία
τρέχουν όλα βιαστικά.
Και ακούω μέσα απ’ τους αιώνες
άλλη μια φορά να πλησιάζουν
των νικημένων τα βήματα.

Φωτό: Baumgartner Hans


Νίκος Λάζαρης, Tα δέντρα τρέχουν βιαστικά από την ομώνυμη συλλογή, Εκδόσεις Τυπωθήτω, 2007

.

.

 

Γιώργος Μαρκόπουλος, Ερωτικό

.

Κουβαλώ την ισοπεδωτική οργή της πλημμύρας.


Δεινόσαυρος ή τερατόμορφο κουνέλι
με την κουφαμάρα του προϊστορικού ζώου
στάθηκα στην καρδιά σου στα χαλάσματα μετά την καταιγίδα
και κοίταζα.


Γιώργος Μαρκόπουλος, Ερωτικό, από την Έβδομη συμφωνία

Πίνακας: Rafal Olbinski

http://hdermi.blogspot.gr/2014/06/1968-2010.html

.

.

 

Gustave Flaubert, Μαντάμ Μποβαρύ

Όσο πιο καθαρά όμως ξεδιάκρινε η Έμμα τον έρωτά της, τόσο περισσότερο τον απωθούσε, για να μη φανερωθεί και για να τον περιορίσει. Θα ’θελε να τον είχε αντιληφθεί ο Λεόν• και φανταζόταν τυχαίες συγκυρίες, καταστροφές που θα τον διευκόλυναν σ’ αυτό. Εκείνο ασφαλώς που τη συγκρατούσε ήταν η νωχέλεια ή το δέος, ή και η αιδημοσύνη επίσης. Σκεφτόταν πως τον είχε υπερβολικά αποθαρρύνει, πως πέρασε πια η ώρα, πως όλα είχαν χαθεί. Έπειτα η αλαζονεία, η χαρά τού να λέει: «Eίμαι ενάρετη», και να κοιτάζεται στον καθρέφτη παίρνοντας πόζες εγκαρτέρησης, την παρηγορούσε κάπως για τη θυσία που πίστευε ότι κάνει. Τότε, οι ορέξεις της σάρκας, η λαχτάρα για το χρήμα και οι μελαγχολίες του πάθους, όλα συγχωνεύονταν σε μία και μόνη κακουχία– και, αντί ν’ αποστρέψει απ’ αυτήν τη σκέψη της, γαντζωνόταν πάνω της όλο και πιο πολύ• η οδύνη την ερέθιζε και αναζητούσε παντού την ευκαιρία. Οργιζόταν για ένα κακοσερβιρισμένο πιάτο ή για μια μισάνοιχτη πόρτα, θρηνοκοπούσε για τα βελούδα που δεν είχε, για την ευτυχία που της έλειπε, για τα υπερβολικά υψιπετή της όνειρα, για το υπερβολικά στενό σπίτι της.

Εκείνο που την έφερνε σε απόγνωση ήταν ότι ο Σαρλ δεν έδειχνε ν’ αντιλαμβάνεται το μαρτύριό της. Η πεποίθηση που είχε ότι την έκανε ευτυχισμένη της φαινόταν ηλίθια προσβολή και η σιγουριά του γι’ αυτό αγνωμοσύνη. Για ποιον, λοιπόν, έμενε φρόνιμη; Αυτός δεν ήταν το εμπόδιο στην ευδαιμονία της, ο αίτιος όλων των συμφορών της, το μυτερό θηλυκωτήρι του περίπλοκου αυτού ιμάντα που τη σφιχτόδενε από παντού; Μετέφερε, λοιπόν, πάνω του και μόνο το αναρίθμητο μίσος που απέρρεε από τις στενοχώριες της αυτές, και κάθε προσπάθεια για να το λιγοστέψει χρησίμευε μόνο στην αύξησή του• γιατί ο ανώφελος αυτός κόπος ερχόταν να προστεθεί στις άλλες αιτίες απελπισίας και συνέβαλλε ακόμα πιο πολύ στον παραμερισμό. Η ίδια η γλυκύτητά του απέναντί της την ωθούσε σε ξεσπάσματα. Η επιτυχής μετριότητα την έσπρωχνε σε φαντεζίδικα λούσα, η έγγαμη τρυφερότητα σε επιθυμίες μοιχείας. Θα ’θελε να τη χτυπούσε ο Σαρλ, για να μπορεί να τον μισήσει με περισσότερο δίκιο, να εκδικηθεί γι’ αυτό. Συχνά σάστιζε με τ’ απάνθρωπα σχήματα που της έρχονταν στη σκέψη• κι έπρεπε να εξακολουθεί να χαμογελά, ν’ ακούει τον εαυτό της, να λέει και να ξαναλέει ότι ήταν ευτυχισμένη, να καμώνεται ότι είναι, να τον αφήνει να το πιστεύει…

Gustave Flaubert, Μαντάμ Μποβαρύ, μτφρ.: Μπάμπης Λυκούδης, σελ. 160-161, Εκδόσεις Εξάντας, 1993

Artwork: Dascha Friedlova

.

.

 

Μελοποιημένη ποίηση: Nάνος Βαλαωρίτης, Ποια θάλασσα

.

Πες μου πού πήγε ο Αύγουστος με τα καμπαναριά του
Το γέλιο σου που γέμιζε το σπίτι μας βροχή
Τώρα μας δίνει ο άνεμος γυμνή την αγκαλιά του
Ω πρόσωπο που σκέπασε με μάρμαρο τη γη


Πόσα σβησμένα βλέμματα κοιτάνε όταν κοιτάζεις
Πόσα δεμένα στόματα μιλάνε όταν μιλάς
Ήταν του ήλιου η δύναμη το ρόδο που ωριμάζει
Κλειστά παραθυρόφυλλα τα στήθια που αγαπάς

.

.

Είναι καρδιές που μάθαμε σαν γράμματα ανοιγμένα
Είναι τραπέζια όπου κανείς δε θα καθίσει πια
Μια μουσική πανάκριβη που γράψανε για σένα
Τόσες χιλιάδες δάχτυλα για τελευταία φορά

Εσάς που πήρε ο θάνατος βαριά στα δάχτυλά του
Από τα μάτια σας η αυγή πηγάζει σαν νερό
Άστρα σε κάθε μέτωπο και φως τ’ ανάστημά του
Καμιά ζωή δε γράφεται χωρίς το δάκρυ αυτό

.

.

Ακουμπισμένες δυο εποχές η μια κοντά στην άλλη
Ω πρόσωπο που φώτισε μια μακρινή αστραπή
Ποια θάλασσα ποια θάλασσα θα `ναι αρκετά μεγάλη
Για να χωρέσει τον καημό που μάζεψ’ η ψυχή;


Σα μυθικό τριαντάφυλλο μια νύχτα ο κόσμος κλείνει
Είναι η πόρτα όπου κανείς δε θα περάσει πια
Είναι του δήμιου η ταραχή του ήρωα η γαλήνη
Ο ποταμός που κύλησε σαν έσπασε η καρδιά

Πίνακας: Don Rankin

.

.

 

Κωστής Παπακόγκος, Άνω τελείες και τελείες

.

Βγάλε το ασκητικό κρασί
απ’ των στηθειών τις δούγες∙
κάμε τις δούγες σου φτερούγες
να υψώσεις την κραυγή.


Έγινε η νύχτα ένα ανοιχτό
βάραθρο στο πλευρό σου∙
ας πέσει ο τραγικός καρπός σου
τορπίλλη στο βυθό.


Τώρα ο μαγίστρος σε καλεί
που ξεκινά απ’ το κύμα∙
δε βρίσκει πέρασμα και σήμα
στους δρόμους η σιωπή.


Απόψε είν’ βιαστικό το φως
τα βλέμματα γυρεύει∙
πίσω απ’ τις φλούδες ενεδρεύει
άγρυπνος ο χυμός.

Κωστής Παπακόγκος, Άνω τελείες και τελείες, σελ. 36 (Κρουνηδόν) από τη συλλογή Νότος (μ’ ένα γράμμα του Ν. Δ. Καρούζου),

Αθήνα 1966, Όνειρος.

Πίνακας: Dan McCaw

 

 

Κωστής Παπακόγκος, Ακρογιαλιά της μνήμης

.

Κίτρινο φεγγαράκι σα λεμόνι
κρούει τα νερά και ταξιδεύει
το καναρίνι βροχερό μέσα στις νοσταλγίες.
Κι έρχεσαι συ με βλέμματα ηχερά φτερά να σφάξουν
τα θερινά μου οράματα
όπως πατούσες βότσαλα τα βάσανά σου στο ακρογιάλι
και η φούστα σου ανατάραζε το χρόνο
σε γαλανό κυμάτισμα
ανέβαιναν τα δέντρα προς το μέλλον.
Από μακρυά τα σήμαντρα φέρναν στο σώμα μας τις πυρκαγιές
όταν οι δρόμοι τίναζαν τις ώρες στον αγέρα
κρατούσες στα λεπτά σου δάχτυλα κλειστό
λουλούδια τη βραδυά.


Όνειρα δροσερά νερά της ξαστεριάς αγγίγματα
μπαίναν απ’ τα παράθυρα να βάψουν
από φωτιά τον ύπνο σου στην άκρη τα χαράματα.
Τότε το προσκλητήριο στα κόκαλά μου σφύριξε
μες απ’ των άστρων τα μελτέμια
πρόσταξα εγώ τη θάλασσα να ’ναι αλμυρή στο αίμα.
Ώσπου με νέα χρώματα τα πράγματα να ντύσεις
μέχρι να πλύνεις με κρασί τα πεζοδρόμια
με δάκρυα να μιλήσεις
να φέρεις τις τριανταφυλλιές μες στον τραχύν ορίζοντα.
Νιώθω τη μνήμη διάπλατη
στην πολυδάχτυλη βραδυά της νοσταλγίας.


Κωστής Παπακόγκος, Ακρογιαλιά της μνήμης, σελ. 11 (Σταγόνες) από τη συλλογή Νότος (μ’ ένα γράμμα του Ν. Δ. Καρούζου),

Αθήνα 1966, Όνειρος.

Πίνακες: Marina Bogdanova

 

Χριστόφορος Λιοντάκης, Ενδεχόμενο

.

Με πολλές θλίψεις συνομίλησα στον ενικό
όπως και τώρα ανάμεσα
στην άμπωτη και την παλίρροια του λιβανιού.
Το άυπνο σκουλήκι, μυστικοσύμβουλος των ενοχών
αφαιρεί και προσθέτει ψηφίδες στο παρελθόν
χρωματίζει αναδρομικά τις πράξεις. Τον ενεστώτα και τον μέλλοντα προγραμματίζει.
Ένας χάκερ να βρεθεί να μπει δίκαιος κομήτης
το ενδεχόμενο να λάμψει.
Του άληκτου πένθους σπάζοντας τους κωδικούς
ν’ αναχαιτίσει τον ιό της θλίψης.
Να σβήσει από τον Ιξίονα τον τροχό
το «θέλω» που υποθάλπει τον ιό
καθώς κι εκείνο το αμαρτωλό οξύμωρο
«δεν θέλω πια να θέλω»

Χριστόφορος Λιοντάκης, Ενδεχόμενο, από τη συλλογή Στο τέρμα της πλάνης, Εκδόσεις Καστανιώτης Τα ποιήματα του 2010, Κοινωνία των (δε)κάτων

Πίνακας: Douglas Flynt

.

.