Ο καπνός γεμίζει το στήθος μου
Κι εκπνέει
Επίμονη σκέψη
Αποταμιευμένη σε κίτρινο νύχι
Ανεβαίνει αργά στο ταβάνι
Ύλη ενός χρόνου τοξικού
Έρπει παντού στο δωμάτιο
Αμβλύς
Σαν τύψη που ξεθύμανε πια
Κρατώ στα δάχτυλά μου το τσιγάρο
Παράγω μια θαλπωρή δέκα λεπτών
Μέχρι τη στάχτη
Στα ρούχα στα μαλλιά
Η τέφρα ενός πυροτεχνήματος
Που επιχειρεί
ίσως κάποια συμφιλίωση
Μετρώ τ΄ αποτσίγαρα στο τασάκι
Αποσιωπήσεις μιας ακόμα απόπειρας
Να βραδύνω το μέλλον
Καπνίζω όπως πατάς τη σκανδάλη
Ελπίζοντας πως αν όχι σ΄ αυτό
Τότε στο επόμενο τσιγάρο
Θα σημαδέψω μια ολόκληρη λύπη
Βαθιά στον πνεύμονα
Και δεν θ΄ αστοχήσω
Για ένα πακέτο τσιγάρα
Μια μπύρα το απόγευμα έξω απ’ τον Ορχομενό
Μια σκονισμένη δύση ανάμεσα σε δυο πούλμαν
Θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις αναγνώστη
Ρουτίνα οι Συμπληγάδες κι οι Σειρήνες
Ο Ορφέας ένα σκυλάδικο εν περιλήψει
Η σκύλα και η Χάρυβδη μια πλήξη
Κι ο Πολυδεύκης συνοικιακή σχολή καράτε
Μόνο μια κούραση όπως κάθε εργαζόμενος
Που αναχωρεί πρώτη και δεκαπέντε από την Κολχίδα
Του Χρυσόμαλλου Δέρατος χαϊδεύοντας μικρά αναμνηστικά
Θα είμαι εκεί που μ’ άφησες την τελευταία φορά
Προσωρινά κατάκοπο ανάμεσα σε δυο ακόμη άθλους
Καθώς στα έπιπλα μια μετακόμισης που φθίνει
Εξαιρουμένης της καρέκλας σου που φυσικά
Κανείς πλέον δεν κινδυνεύεις να σ’ την πάρει
Όπως πολύ αν θυμάσαι φοβήθηκες παλιά
Όταν απρόσκλητο με είδες ξαφνικά να μπαίνω στο σαλόνι
Εκδικητής
Με μαυρισμένο βλέμμα μονοσάνδαλος αλήτης
Η πόλη των κορφών. Με το παλιό κάστρο σκαλωμένο ψηλά στα βράχια, με το φυσικό λιμάνι στα πόδια της, περήφανη δείχνει στα σκαριά που ρχονται να δέσουν, τα τείχη, τους τρούλους, τα πιο ψηλά από τα κτίριά της. Τα νερά γλείφουν την ακτή και πίσω από το φράχτη των κυπαρισσιών, λιόδεντρα ασημίζουν στο φως του πρωινού. Τα γυμνά ξάρτια των αραγμένων καραβιών θυμίζουν χειμωνιάτικο δάσος. Στο κέντρο δένουν τα εμπορικά κι από κει ξεκινά μια σειρά φορτωμένα κάρα που ανηφορίζουν προς τη δημοσιά. Ανάμεσα στις γυαλιστερές κάνες των πυροβόλων, με τα όπλα στον ώμο βηματίζουν οι σκοπιές ψηλά στο φρούριο. Τα γλαροπούλια κάθε τόσο ξεχωρίζουν ψάρι και βουτάνε. Στην άκρη του μώλου τα παιδιά ψαρεύουνε με το καλάμι κι ακούγονται ζητωκραυγές καθώς η λεία αστράφτει στον αέρα. Στις άκριες, αριστερά και δεξιά, δένουν τα ρώσικα και τα τούρκικα καράβια, δυο τρίκροτα, οκτώ γολέτες. Έξω από το λιμάνι, σε ακτίνα ενός με δύο μίλια, άλλα τρία τούρκικα με τα μισά πανιά ανοιγμένα περιπολούν. Κάθε πλεούμενο που μπαίνει ή βγαίνει, ελέγχεται κάτω από τα ξέσκεπα κανόνια τους.
Το ψαράδικο που ερχόταν από την απέναντι ακτή πέρασε τον έλεγχο στην απόσταση που έφταναν τα πυροβόλα του φρούριου κι αμέσως δόθηκε σινιάλο πως το πλεούμενο είναι εντάξει. Πάνω απ’ το κατάστρωμα της γολέτας τους οι Τούρκοι αρκέστηκαν να κοιτάξουν την ψαριά μέσα στα κοφίνια. Γερμένος στα σκοινιά κοιτούσε ο Γερουλάνος, καθώς γλιστρούσανε στ’ ακίνητα νερά, κοπάδια αφρόψαρα που έπαιζαν περνώντας κάτω απ’ την καρίνα. Από τη στεριά, κάνοντας τα χέρια χωνί, κάποιος ψηλόσωμος άντρας με τις βράκες τραβηγμένες στα γόνατα, τους φώναξε να δέσουνε μπροστά από ένα μακρόστενο δικάταρτο που ξεφόρτωνε στα κάρα δέματα με λαγοτόμαρα, βαρέλια με βαφές και θεόρατες μπάλες μπαμπάκι κι αρτινό λινάρι.
Οι ψαράδες έπλεναν τα σανίδια ρίχνοντας κουβάδες με θαλασσινό νερό. ό,τι απέμενε από τις επιμελητείες των συμμάχων, που πρώτες διάλεγαν, θα ξεπουλιόταν σε μια ώρα μέσα: η πόλη δοκιμαζόταν από πείνα και πάλι. Έβγαλε τα παπούτσια ο Γερουλάνος να ‘ναι έτοιμος κι έστρεψε μια τελευταία φορά στον καραβοκύρη. «Κατευόδιο σιορ Νίκωνα», τον χαιρέτησε αυτός. Καθώς άγγιζε η πλώρη την αμμουδιά, πήδησε στα ρηχά ζεστά νερά και βγήκε γοργά. Κάποιος πέταξε από μέσα τον μικρό του γιούκο, δεμένον γερά στην κορφή. Τον έπιασε στον αέρα και γύρισε για την ανηφοριά. Είχε μείνει μια βδομάδα αξούριστος κι έζεχνε ψαρίλα. Κατάσαρκα μέσα από το αντερί του αισθανόταν πάντα το σφραγισμένο γράμμα. Όμως, μ’ όλη τη βιασύνη, ούτε που περνούσε από το νου του να παρουσιαστεί σ’ αυτά τα χάλια.
Φτάνοντας στο δρόμο πάνω, αντίκρισε τη φορτέτσα και στις πολεμίστρες τις δυο συμμαχικές σημαίες να πλαταγίζουν στον αέρα. Έφτυσε καταγής. (…)
Αλέξης Πανσέληνος, Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2012
Άνοιξα την μπαλκονόπορτα. Το φεγγάρι ολόκληρο στη μέση του ουρανού. Ένα άσπρο φως γύμνωνε. Η πόλη γλιστρούσε μέσα σε πάγο. Πνοή ανέμου δεν υπήρχε στα πεύκα που λούφαζαν σκοτεινά στον κήπο. Η ζέστη φοβερή. Μακρινές φωνές μόνο από τη θάλασσα. Ξάπλωσα στο κρεβάτι. Βαθιά στη νύχτα ακούστηκε το ρολόι του άγιου Παύλου να χτυπά. Πέρασα το βράδυ στον θερινό κινηματογράφο Ροδόπη. Κάπνιζα ξαπλωμένος στην πάνινη πολυθρόνα, παρακολουθώντας ένα γαλλικό φιλμ. Σχεδόν αδιάφορο. Μόνο η ηθοποιός που υποδυόταν την ηρωίδα είχε μια σπάνια ακτινοβολία. Τα γυμνά της μέλη μετάδιναν μια θέρμη που διαπερνούσε όλη την ταινία. Αυτά δυνάμωναν με τις μεγάλες ικανότητες του φωτογράφου. Ο μύθος ασήμαντος. Η κοπέλα, πρώην χορεύτρια, βρίσκεται σε άσυλο ψυχοπαθών. Βλέπει ένα όνειρο για μια θάλασσα θερμή. Δραπετεύει και φτάνει με οτοστόπ στη θάλασσα. Σε ερημική ακρογιαλιά. Εκεί συναντά ένα νέο, κι αυτός έχει φτάσει κυνηγημένος μετά από μιαν αποτυχημένη ληστεία. Ακολουθούν μέρες ερωτικού πάθους. Τέλος, η κοπέλα οδηγείται σε αποτυχημένη προσπάθεια αυτοκτονίας. Ο νέος την διασώζει, αλλά πνίγεται και το σώμα του εξαφανίζεται στην άγρια θάλασσα. Η νέα επιστρέφει στο άσυλο. Κι όλα είναι σαν να μην υπήρξαν. Φαντασίωση. Έτσι της λένε. Όμως η Ζαν-Μαρί, καθώς κοιτά το πρόσωπό της στον καθρέφτη, βλέπει, για πρώτη φορά, μια λεπτή χρυσή αλυσίδα στο λαιμό της. Εμείς οι θεατές ξέρουμε πως την είχε περάσει εκεί στο λαιμό, ενώ αυτή κοιμόταν, την τελευταία νύχτα ο νέος.
Παρακολουθώντας λοιπόν αυτό το φιλμ και βυθισμένος στη γοητεία της Ζαν-Μαρί, κάθισε δίπλα μου η Ρόη. Την κοιτούσα. Εκείνη παρακολουθούσε την εξέλιξη στην οθόνη. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από την τελευταία μας συνάντηση. Τραβηγμένα στο πρόσωπο τα χαρακτηριστικά τώρα. Ίσως περισσότερο μελαχρινή. Τα μαλλιά όπως παλιά δεμένα πίσω. Μεγάλη, χοντρή πλεξούδα. Κάποιες χρονιές συμμαθητές στο γυμνάσιο. Κοπέλα με ζωντάνια μεγάλη. Είχε ζεστή φωνή με σπάνια για την εποχή άρθρωση λόγου. Από οικογένεια καπνεργατών. Άφησε τότε το σχολείο. Έφυγε μ’ ένα φαντάρο. Μουσικός αυτός, πέρασε τη θητεία του στον τοπικό ραδιοσταθμό του στρατού. Έφυγε να γίνει ηθοποιός. Μετά από χρόνια είδα δυο φιλμ όπου είχε πάρει μέρος με τ’ όνομα Ρόη Ροδή. Κακός κινηματογράφος. Μιαν άλλη φορά. Πέρασε απ’ την πόλη μας μ’ ένα φιλόδοξο θίασο νέων.
Ανέβασαν για δυο μέρες το έργο του Ο’ Κέιζι Το αλέτρι και τα άστρα. Παρακολουθώντας το έργο : «Ίσως η Ρόη με κάποια φροντίδα, με κάποια πειθαρχία, να γίνει ηθοποιός. Έχει μια θέληση που διαρρέει», έγραψα τότε στην εφημερίδα Πρωινός Ταχυδρόμος. Εξαίροντας την προσπάθεια των νέων ηθοποιών, σημείωνα πως ήταν φυσικό το βάρος του έργου να ήταν δυσανάλογο για τις τρυφερές τους πλάτες. Χάθηκαν τα ίχνη της μετά. Κάποτε άκουσα πως θέλησε ν’ αυτοκτονήσει. Έμεινε σε άσυλο για ένα διάστημα. Φήμες χωρίς επιβεβαίωση, όπως συμβαίνει στην επαρχία. Πέρασαν χρόνια και την ξέχασα. Ενοχλήθηκε από το επίμονο κοίταγμά μου. Γύρισε, μου έριξε μιαν αυστηρή ματιά. Στο πρόσωπο κάτι θαμπό σαν στάχτη έπεφτε. Δε με γνώρισε. (…)
Πρόδρομος Μάρκογλου, Η απόρριψη, από τη συλλογή διηγημάτων Σταθερή απώλεια, Εκδόσεις Νεφέλη, 2001
Άρχισε η υποχώρηση με τα χέρια ψηλά, κατά ομάδες. Με παίρνει το πλήθος και προχωρώ, με λαχτίζουν τα κοντάκια των φαντάρων, τώρα λέω και θα μου την ανάψουν πισώπλατα. Νιώθω σπόνδυλο σπόνδυλο τη ραχοκοκκαλιά μου και τον τρόμο, που τη συναρμολογεί λεπτεπίλεπτα. Μπερδεύονται τα πόδια μου, σκύβω μπροστά, παραλίγο να σωριαστώ. Περνώ την καγκελόπορτα, πατώ αίματα και προκηρύξεις. Οι φαντάροι μάς γιουχάρουν και χτυπούν τις αρβύλες τους στην άσφαλτο σαν να κάνουν ξου ξου στα ζωντανά, κι εμείς προχωρούμε σκυφτά, σκοντάφτομε στα βήματά μας και τρέμομε. Γωνία Τοσίτσα μ’ αρπάζουν απ’ τα μαλλιά δυο ασφαλίτες. Πάω να τους ξεφύγω, ένας φαντάρος με πιάνει απ’ το μπράτσο, βλέπω τα δάκρυα στα μάτια του. Κάτι μου ψιθυρίζει, αλλά δεν πρόλαβε. Οι μπάτσοι τον κάνουν πέρα, προσπαθώ ν’ αντισταθώ και ζαλίζομαι απ’ τον πόνο. Τους άφησα να με σέρνουν προς την κλούβα και με λάχτιζαν στην κοιλιά. Μ’ ακούμπησαν στην πόρτα και με χτυπούσαν με τις γροθιές τους στο πρόσωπο. Μ’ αδειάζουν σ’ ένα κάθισμα κι αποξεχνιέμαι με τα βαθουλώματα που κάνει το κλάμα μου. Τ’ αγόρι δίπλα μου μ’ αγκαλιάζει.
Μάρω Δούκα, Η αρχαία σκουριά, Εκδόσεις Πατάκη, 2008
Κοιτάς τις διαφημίσεις. Τις διαφημίσεις που καλύπτουν σχεδόν κάθε χιλιοστό ελεύθερου χώρου στο πολυκατάστημα, που κρέμονται πάνω από τα ίδια τα προϊόντα όπως οι μεταλλικές ταυτότητες στο λαιμό των φαντάρων, αληθινός στρατός της σωτηρίας. Κοιτάς τα αισθησιακά σώματα των γυναικών και των αντρών, που κι αυτά με τη σειρά τους σε κοιτούν με νόημα• σώματα όλο και πιο γυμνά, όλο και πιο προκλητικά, σύμβολα μιας νέας λατρείας που υπόσχεται τα πάντα αρκεί να τα θέλεις όλα τώρα. Προτάσεις ζωής: προτάσεις για το χειμώνα, την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Προτάσεις για να βγεις, να κάτσεις σπίτι, να ξεκουραστείς. Προτάσεις για να το βάλεις στα πόδια το Σαββατοκύριακο. Εικόνες ευτυχίας, εικονολατρία, αφηγήσεις• ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος, χαμόγελα. Πολλά χαμόγελα. Αλλά και βλέμματα πονηρά, προκλητικά. Προσκλήσεις σε απολαύσεις που δεν γίνονται λέξεις• όλοι με όλους, όλοι για όλα, όλα για το τίποτε. Τα πάντα επιτρέπονται, σχεδόν επιβάλλονται. Αέρας ευημερίας, ελευθερία και θάνατος, σε μια αφίσα που δεσπόζει στο κέντρο του ορόφου με τα αντρικά εικονίζεται ένα αυτοκινητικό δυστύχημα• ο δρόμος είναι σπαρμένος πτώματα, τα πτώματα φορούν τη μάρκα ρούχων που διαφημίζεται.
Στους γύρω δρόμους, στα κιόσκια, στα περίπτερα, δεν υπάρχουν μυστικά. Τα υπονοούμενα έχουν γίνει προ πολλού νοούμενα. The real thing. Οι μάσκες πέφτουν, τα ρούχα πέφτουν, οι ψωλές σηκώνονται. Τα βυζιά φουσκώνουν, οι ρόγες σκληραίνουν, τα μουνιά ανοίγουν και σας υποδέχονται. Οι κωλοτρυπίδες διαστέλλονται και συστέλλονται, τα σκατά στριμώχνονται στο βάθος, στο βάθος κήπος και τόνοι από διεγερτικά. Γάμησέ με, ξέσκισέ με, πάτησέ με, κάνε με κομμάτια. Οι γέροι κουνούν το κεφάλι, οι νέες και οι νέοι τον κώλο τους, που κι αυτός λέει περίπου τα ίδια πράγματα, ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος, οι τιμές πέφτουν, η αγορά ισορροπεί κάπου ανάμεσα στο μη και στο δεν, οι σωματέμποροι τρίβουν τα χέρια τους και τα αχαμνά τους.
Kατσουλάρης Κώστας, Ο αντίπαλος, Εκδόσεις Πόλις, 2005
Δεν είχα ξανακούσει το όνομά της. Στην αρχή μου θύμισε τροπικούς, ούτε συζήτηση για κάτι τρομερό, σαν το πλάσμα Μαλντορόρ, για παράδειγμα. Αν και είχα πάντα την προδιάθεση να μεγεθύνω οτιδήποτε, να του δίνω τη χειρότερη διάσταση: ήταν ένοχο ακόμα και αυτό που είχε βρεθεί συμπτωματικά στον τόπο του εγκλήματος Οπότε μια γοτθική φαντασίωση, ας πούμε, για το πιο ανώδυνο δεν αρκούσε να το περιγράψει. H γουταπέρκη, αυτό το ιαματικό υλικό, ξέφυγε από τον κανόνα των συνηθισμένων υπερβολών μου. Ωστόσο από την αρχή της γνωριμίας μας κράτησε από μένα παράξενες αποστάσεις.
Βέβαια, τότε σ’ εκείνη την ευκρίνεια του ’64 με τον αφόρητο πόνο- που ούτε η, συνήθως σπάνια, πατρική θωπεία κατόρθωνε να απαλύνει- την ένοιωσα απειλητική. Και επί πλέον δεν τη φανταζόμουν τόσο παρούσα μέσα στο χρόνο. Γιατί, όπως συμβαίνει συνήθως με ό,τι θα διαρκέσει, τίποτα δεν είχε προειδοποιήσει για την εμφάνισή της. Έφταιγε μια σκληρή μαστίχα που είχα σχεδόν ξεχάσει στο στόμα διαβάζοντας ένα φτηνό μυθιστόρημα. Εφηβικό μεσημέρι με τον αμερικάνικο χαμηλό στο τρανζίστορ, που πρόσθετε κι αυτός κλίμα στο λογοτεχνικό γουέστ των σελίδων. Οι ρίζες του τραπεζίτη δημιούργησαν το αιμάτωμα στη γνάθο. Το ξαφνικό άλγος γέννησε εικόνες πλάγιες και εσωτερικές που απορροφήθηκαν λίγο μετά στον πνιγηρό θόλο της οδοντιάτρου. Τα χείλη από πάνω μου σχημάτισαν τη λέξη και νόμισα μέσα στην ομίχλη ότι άκουγα εξορκισμό. Η γουταπέρκη έκλεινε την επίπονη θεραπεία: μ’ αυτήν θα γινόταν το σφράγισμα. Όταν σηκώθηκα, επιτέλους, από την ιατρική πολυθρόνα με τη γεύση της έντονη, δεν ήξερα ότι έπρεπε να την υπολογίζω σοβαρά. Η ηχώ του ονόματός της, πάντως, έμεινε ένας μόνιμος, κρυφός αντίλαλος, που έφερνε στην επιφάνεια μαζί του κάθε λεπτομέρεια του παλιού τοπίου: το νωθρό μεσημέρι, τη πλάγια στάση μου στο κρεββάτι, τη μουσική, τον υστερικό ερωτισμό του βιβλίου, τον ξαφνικό πόνο, τις σκιές των δικών μου, και τη ναρκωτική οσμή της ουσίας. Μπορεί να έφταιγε και η δειλία μου αλλά δεν έπαψα να τη σκέπτομαι συχνά. Το περίεργο ήταν ότι δεν την υπολόγιζα ξένη στο σώμα μου αλλά ούτε και δική μου. Πάντως εκείνη με ακολούθησε πιστά και ανάλαφρα, σαν τα εγγύς οδυνηρά που νομίζουμε ότι δεν μας ακτινοβολούν. Γι’ αυτό σχεδόν διασκέδαζα με όσα είχε προστατέψει και έπρεπε να τα θυμάμαι με ευχαρίστηση σχεδόν.
Με αφορμή, όμως, μια άλλη ενόχληση το ’78, στο ίδιο σημείο της γνάθου, με ανάγκασε να δω καθαρότερα τις προθέσεις ή μάλλον τα όριά της. Ήταν κι αυτή, λοιπόν, φθαρτή και ανεξέλεγκτη. Με εγκατέλειπε, τέλος πάντων, ανυπεράσπιστο και άτονο. Αλλά δεν είχε περάσει τότε πολύς καιρός από την εμφάνισή της και το σκηνικό παρέμενε μάλλον απαράλλακτο. Θα μπορούσα να ζητήσω, ας πούμε, από τον πατέρα μου παρήγορες λεπτομέρειες για την εφιδρωμένη συνάντησή μου μαζί της εκείνο το μεσημέρι, που τότε δεν φαινόταν και πολύ μακρινό: να επιστρέψω ακολουθώντας, με λίγα λόγια, τα ίδια μου τα ίχνη.
Όταν χρειάσθηκε, όμως, τελευταία να αντιμετωπίσω μια νέα της αδιαφορία, σε άλλη κρίση της γνάθου, ένιωσα εντελώς έκθετος, σκυμμένος σε επιφάνειες που γυάλιζαν εχθρικά, κρατώντας το βάθος κλειστό. Δεν υπάρχουν πια μάρτυρες να με συντρέξουν, ούτε, η μνήμη της υπερήλικης γιατρού, ήταν σε θέση να βοηθήσει. Τότε κατάλαβα γιατί το όνομα της ουσίας με είχε από την αρχή φοβίσει. Σαν να προμάντευα μόνο από τη λέξη «γουταπέρκη» τη δύναμή της να κλείνει αθόρυβα και ερμητικά τις πόρτες πίσω μου. Ήθελα πάντα να πείσω τον εαυτό μου, παρ’ όλ’ αυτά, ότι εκτελούσε μια φιλική αποστολή, ότι εγώ ήμουν εκείνος που την προστάτευε από τον απρόβλεπτο εαυτό της. Γιατί με έκανε να πιστεύω ότι της είχαν αναθέσει το ρόλο του φύλακα σε κάποιον που τον είχε η ίδια στην πραγματικότητα ανάγκη. Και ήταν αλήθεια. Εγώ της έδινα υπόσταση, την έκανα να νιώθει χρήσιμη στην ιδέα ότι κρατάει κάτω από την επιφάνειά της κειμήλιά μου.
Από την άλλη, επειδή ούτε εγώ ο ίδιος ξέρω τί ακριβώς μου διασώζει, σκέπτομαι κάποια στιγμή να δω επιτέλους τα πράγματα καθαρά, χωρίς συναίσθημα και δράμα: να ομολογήσω ότι αυτό το σφράγισμα δεν καλύπτει παρά ένα κενό…
Da te. Η αφαιρετική. Ablativo.
Πτώση τόσο πολύτιμη
όσο κι η μοναξιά που απλόχερα μου χάρισες
κι αφουγκράζομαι κιόλας τον δισταγμό
ανάμικτο με την απόφαση
στα βήματά σου που όλο ξεμακραίνουν
την τρικυμία στο χρώμα της φωνής σου
που κάθε λίγο ξεθωριάζει
και μόνο το άρωμά σου επιμένει έσχατο
σε κάποιο ξέφτι μιας παλιάς μου ρόμπας.
Η αφαιρετική μια πτώση απούσα
στη γραμματική Τζαρτζάνου
ίσως για να ξορκίσει ολότελα
αυτήν τη μοναξιά
που δεν θ’ αντάλλαζα με τίποτα
ούτε μ’ εκείνη την παρουσία σου ακόμα
που η απουσία σου, την εξιδανικεύει.
Μείνε λοιπόν μακριά μου.
Θέλω πάντα να σε περιμένω.
* Vorrei.
Πίνακας: Anna Ådén
Αγγελική Σιδηρά, Da…te*, από τη συλλογή Αναπάντεχα κοντά, Εκδόσεις Ευθύνη 2013
Το είδωλο του μπουφέ της μικρής, καθημερινής τραπεζαρίας ερχόταν να ενωθεί τα χειμωνιάτικα απογεύματα, σαν έπαιρνε να βραδιάζει, με τα μεγάλα φοινικόδεντρα του διπλανού κήπου, που άπλωναν στο σύθαμπο τα σκοτεινά κλωνιά τους και γύρευαν, λες, ν’ αγκαλιάσουν το παλαιικό εκείνο έπιπλο και όλο το δωμάτιο. Ήταν μια εικόνα που με σαγήνευε μαζί και με τρόμαζε, αυτός ο μπουφές που γινόταν έξαφνα διπλός, σαν να ’βγαινε έξω χωρίς να φεύγει από τη θέση του, κι έμοιαζε να αιωρείται στο κενό, ενώ καθρέφτιζε με τη σειρά του, πάνω στο δικό του τζάμι, και το παράθυρο με το δικό του είδωλο και τις σκιές από τα φοινικόδεντρα και τον κρεμασμένο απ’ το ταβάνι γλόμπο του ηλεκτρικού, που μόλις είχε ανάψει και πολλαπλασιαζόταν τώρα απεριόριστα σ’ ένα αδιάκοπο πήγαιν’ έλα ανάμεσα στις δυο γυάλινες επιφάνειες. Έτσι ο γνώριμος, κλειστός, προστατευτικός χώρος της τραπεζαρίας προβαλλόταν στον απροσδιόριστο, ανεξερεύνητο, χαώδη χώρο του κήπου. Κι εκείνος πάλι εισχωρούσε, σκοτεινός και απειλητικός, μέσα στο μικρό δωμάτιο, τυλίγοντας τα πάντα με την αινιγματική του παρουσία, εμφυσώντας σε κάθε αντικείμενο την πνοή του μεγάλου κόσμου. Το μέσα έσμιγε με το έξω σε μια συνεύρεση μυστική, που την ένιωθα γεμάτη μύριες δυνατότητες, μύριες υποσχέσεις, αλλά και μύριους κινδύνους. Εικόνα πρωταρχική και ανεξίτηλη στη μνήμη, που με συντροφεύει όπου κι αν βρεθώ.[…]
Γιάννης Κιουρτσάκης, Σαν μυθιστόρημα, Εκδόσεις Κέδρος 1995
Αποχαιρέτα την για πάντα αυτήν τη σύντομη
εποχή της ελευθερίας.
Αντίο αλησμόνητες μέρες και νύχτες ένδοξες
και φύλλα που τα παίρνει ο άνεμος
Υπήρξαμε νέοι, σε τίποτα δεν ελπίζαμε
και περιμέναμε το αύριο με το τυφλό πείσμα
του ναυαγού που ρίχνει στο νερό πέτρες.
Σταμάτης Πολενάκης, Το μεγάλο αίνιγμα από τη συλλογή Τα σκαλοπάτια της Οδησσού, Μικρή Άρκτος, 2012