
Monthly Archives: January 2013
Πάνος Σταθόγιαννης, Αφήστε λίγο γλυκό και για μας, κύριε Κάφκα!…

Η Οργάνωσή στην οποία ανήκουμε τόσο εγώ όσο και η αγαπημένη μου ενδιαφέρεται ζωτικά και παρεμβατικά για τη μόλυνση του περιβάλλοντος από τις πολυεθνικές, την πείνα στον Πρώτο, Δεύτερο, Τρίτο, Τέταρτο και Πέμπτο Κόσμο, τον διεθνή ιμπεριαλισμό, την αμερικανοκρατία, τον πολεμικό ισλαμισμό και τον νεοτσαρισμό, τον νεοφιλελευθερισμό, τον θατσερισμό και τα Reaganomics, το “Παλαιστινιακό”, το “Ιρλανδικό” και το “Κυπριακό”, τα χρηματιστήρια και τις αγορές, την αναζωπύρωση του φασισμού και του ναζισμού, τον σιωνισμό και την νεοαποικιοκρατία, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ζώου από άνθρωπο και ανθρώπου από ζώο, τον ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις, τα δικαιώματα των μειονοτήτων, των γυναικών και των παιδιών, τα μεταλλαγμένα τρόφιμα και τη χειραγώγηση εκ μέρους των ΜΜΕ, αλλά και καμιά τριανταριά ακόμα ζητήματα που αυτή τη στιγμή μου διαφεύγουν.
Στόχος μας είναι να επιταχύνουμε τις διαδικασίες κατάρρευσης αυτού του άδικου και θνησιγενούς συστήματος παγκοσμίως, αυξάνοντας την εντροπία του με καίρια χτυπήματα.
Σύνθημά μας είναι ένας στίχος του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ: «Να είστε η άμμος και όχι το λάδι στα γρανάζια του κόσμου».
Γι’ αυτό και λειτουργούμε έξω από τη λογική του συστήματος, έξω από κάθε λογική – χαοτικά, σουρεαλιστικά, απροσδόκητα, με επιμονή στην ασυνέχεια.
Χτυπάμε εκεί που δεν το περιμένουν.
Ανατινάζουμε τα γραφεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο Μεξικό και αμέσως μετά πυρπολούμε ένα μίνι μάρκετ στα Τίρανα που δεν τηρεί τους κανόνες υγιεινής στο πεζοδρόμιο μπροστά του. Κάνουμε ηλεκτρονικές παρεμβολές στα όργανα πλοήγησης των φαλαινοθηρικών της Νορβηγίας, ώστε να πέσουν πάνω σε παγόβουνα, και ύστερα από μια βδομάδα απάγουμε τον υπουργό Εξωτερικών της Ιαπωνίας και του χτυπάμε τατουάζ σε όλο το σώμα (ακόμα και στα ρουθούνια), προτού τον αφήσουμε και πάλι ελεύθερο στο κέντρο του Τόκιο, ντυμένο με στολή γκέισας και πόδια παραμορφωμένα από τα σιδερένια παπούτσια. Κηρύττουμε τζιχάντ στο Ιράν, στην Ουρουγουάη, στις Ινδίες, στην Κίνα και στις Κάτω Χώρες για να τους μπερδέψουμε. Ληστεύουμε την “Τσέης Μανχάταν Μπανκ” και κατόπιν καίμε τελετουργικά τις πυραμίδες των χαρτονομισμάτων, των χρεογράφων και των μετοχών στα περίχωρα της Βίλνα στη Λιθουανία, σε απευθείας σύνδεση με τους μεγαλύτερους τηλεοπτικούς σταθμούς του κόσμου.
Καταλαμβάνουμε το κτίριο του ΟΗΕ κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσής του, και αναγκάζουμε τα έντρομα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας να διαβάσουν από το βήμα του ομιλητή το “Μεθυσμένο Καράβι” του Αρθούρου Ρεμπό. Αγωνιζόμαστε για την αυτονομία της Γης του Πυρός, για να οικοδομήσουμε εκεί την κοινωνία που ονειρευόμαστε, αν και οι κάποιοι από εμάς (εγώ και η αγαπημένη μου τουλάχιστον) είμαστε από εκείνους που το πρωί ξεχνούν τα όνειρά τους.
Τέτοια πράγματα…
Η Οργάνωσή μας είναι τόσο μυστική, που είναι αμφίβολη ακόμα και η ίδια της η ύπαρξη. Μπορεί στην πραγματικότητα να μην είμαστε τίποτε άλλο από τη στιγμιαία (πιθανότατα και τυχαία) σύμπλευση και συνεργασία πολλών ανομοιογενών οργανώσεων. Ίσως, πάλι, το εύρος της να είναι τέτοιο, που να συμπεριλαμβάνει τους πάντες. Μηδενός εξαιρουμένου. Μερικές φορές λέμε συναμεταξύ μας αστειευόμενοι ότι η Οργάνωσή μας είναι τόσο μυστική που ακόμα και ο αρχηγός της δεν ξέρει αν είναι καν μέλος της.
Πολλές φορές, ύστερα από χτυπήματα που με την εξωφρενική τους πρωτοτυπία αιφνιδιάζουν ακόμα κι εμένα που είμαι παλιά καραβάνα, συλλαμβάνω τον εαυτό μου να προσπαθεί να φανταστεί τον σκοτεινό εγκέφαλο που κρύβεται πίσω από όλα αυτά και κινεί με μαεστρία τα νήματα, αγνοώντας το γεγονός ότι ηγείται της τρομερότερης τρομοκρατικής οργάνωσης από καταβολής κόσμου.
Κάθε φορά καταλήγω και σε διαφορετικό όνομα. Για αρκετό διάστημα είμαι σχεδόν σίγουρος ότι ο αόρατος αρχηγός είναι ο υφυπουργός Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, κύριος Πολ Γούλφοβιτς. Μέχρι να συμβεί κάτι άλλο και να είμαι έτοιμος να βάλω το χέρι μου στη φωτιά ότι όλα κατευθύνονται από τον Πατριάρχη Πασών των Ρωσιών Αλέξιο. Όμως, δεν περνάει πολύς καιρός που από την ανάγνωση μιας παλιάς συνέντευξης του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι ο μεγάλος αυτός συγγραφέας της Αργεντινής, παρά την τυφλότητα και το συντηρητισμό του, κρατάει τα ηνία, ενώ ο υποτιθέμενος θάνατός του είναι σκηνοθετημένος.
Τέτοιο μπλέξιμο επικρατεί στο μυαλό μου.
Αλλά εδώ και μια βδομάδα μου τριβελίζει το μυαλό μια υποψία που με κάνει να ανατριχιάζω. Κρίνοντας από πολύ μικρά, και στο πρώτο κοίταγμα ασήμαντα περιστατικά που συμβαίνουν στον άμεσο περίγυρό μου (αλλά και στην καρδιά μου), αρχίζω να πιστεύω ότι αρχηγός μας είναι η αγαπημένη μου…
Πάνος Σταθόγιαννης, Αφήστε λίγο γλυκό και για μας, κύριε Κάφκα!…Εκδόσεις Κέδρος, 2004
.
.
Iris Murdoch, Ο μαύρος πρίγκιπας
Αυτό που μ’ ανησυχούσε, καθώς οδηγούσα μέσα σ’ αυτό το πολύ μπλε λυκόφως ανάμεσα στις φουντωτές και λουλουδιασμένες καστανιές κι έβλεπα την πανσέληνο σαν πιάτο με κρέμα πάνω από το σιτοβολώνα που ακόμη κι αυτή την ώρα φωτιζόταν από το φως του ήλιου, ήταν κάτι τεράστιο και συμπαντικό και φρικτά συγκεκριμένο. Η συμπαντική ανησυχία ήταν η αίσθηση, ασύνδετη κατά κάποιον τρόπο με κοινούς υπολογισμούς για το τι θα μπορούσε να συμβεί, πως σίγουρα θα έχανα την Τζούλιαν. Δεν είχα καμιά αμφιβολία πως μ’ αγαπούσε προς το παρόν. Αλλά ένιωθα ένα είδος απελπισίας, σαν να είχαμε αγαπηθεί για χίλια χρόνια και να ήμαστε καταδικασμένοι να κουραστούμε από ένα τόσο τέλειο αίσθημα. Έκανα το γύρο του πλανήτη σαν αστραπή, πέρασα ένα ζωνάρι γύρω από το γαλαξία κι επέστρεψα μέσα σ’ ένα λεπτό αγκομαχώντας απ’ αυτή την απελπιστική σκέψη. Αυτοί που έχουν αγαπήσει θα με καταλάβουν.
.
.
Παραλογιζόμουν από το φόβο. Ένας πελώριος δακτύλιος είχε δημιουργηθεί γύρω από τη συνέχεια του χώρου και του χρόνου και στο στόμιό του το δεξί χέρι της Τζούλιαν κρατούσε το αριστερό μου. Όλο αυτό είχε γίνει στο παρελθόν, ίσως χίλιες φορές, και γι΄ αυτό ήταν καταδικασμένο. Δεν υπήρχε πια συνηθισμένο μέλλον, μόνον αυτό το εκστατικό, βασανιστικό, τρομοκρατημένο παρόν. Το μέλλον είχε διασχίσει το παρόν σαν ξίφος. Βρισκόμαστε ήδη, ακόμη και τόσο κοντά ο ένας στον άλλο, βαθιά μέσα στη φρίκη αυτών που είναι να συμβούν. Το άλλο μου πρόβλημα ήταν η σκέψη αν θα κατάφερνα να κάνω έρωτα στη Τζούλιαν, όταν θα φθάναμε στην Πατάρα.
Έτσι αρχίσαμε να τσακωνόμαστε.
(…)
.
.
«Μα τώρα μόλις βρήκαμε ο ένας τον άλλο!»
«Βρεθήκαμε εδώ κι εκατομμύρια χρόνια, Τζούλιαν» .
«Ναι, ναι, ξέρω. Κι εγώ το αισθάνομαι αυτό, αλλά πραγματικά, εννοώ στην πεζή πραγματικότητα, από την ημέρα που πήγαμε στο Κόβεντ Γκάρντεν έχουν περάσει μόνο δύο μέρες» .
«Θα το σκεφτώ αυτό που λες» .
«Εντάξει, αλλά σκέψου καλά, Μπράντλι, δεν μπορείς να μ’ αφήσεις, τι σαχλαμάρες είναι αυτές που λες; »
«Όχι, δεν θα μπορούσα να σ’ αφήσω, αγάπη μου, αλλά θα μπορούσες εσύ να μ’ αφήσεις. Δε θέλω να πω πως αμφισβητώ την αγάπη σου. Μόνο που, όποιο κι αν είναι το θαύμα που μας έφερε μαζί, αυτό θα μας χωρίσει. Είναι μοιραίο να χωρίσουμε, να συντριβούμε» .
.
.
«Δε θα σου επιτρέψω να μιλάς έτσι. Θα σε κρατήσω και θα σε κάνω να σωπαίνεις με την αγάπη μου».
«Πρόσεχε. Είναι πολύ απατηλό για την οδήγηση αυτό το φως».
«Σταματάς ένα λεπτό;»
«Όχι».
«Πραγματικά, πιστεύεις πώς μπορεί να σ’ αφήσω;»
«Sub specie aeternitatis, ναι. To έχεις κάνει ήδη».
«Ξέρεις, δεν καταλαβαίνω τα λατινικά».
«Tι κρίμα που παραλείφθηκε η μόρφωσή σου».
«Μπράντλι, θα σου θυμώσω».
«Να, λοιπόν, που τσακωνόμαστε κιόλας. Να σε πάω πίσω στο Ίσλινγκ; »
«Με πονάς και χαλάς τα πάντα. Το κάνεις σκόπιμα».
«Δεν είμαι πολύ συμπαθητικός άνθρωπος.
Πρέπει κάποτε να με γνωρίσεις καλύτερα».
«Σε ξέρω. Σε ξέρω μέσα-έξω».
«Και ναι και όχι».
«Αμφισβητείς την αγάπη μου; »
«Φοβάμαι τους θεούς».
«Εγώ δεν φοβάμαι τίποτε».
«Η τελειότητα είναι αυτόματη απελπισία. Ακαριαία απελπισία. Δεν έχει να κάνει με το χρόνο».
«Αν απελπίζεσαι, αμφισβητείς τον έρωτά μου».
«Ίσως».
«Μπορείς, σε παρακαλώ, να σταματήσεις; »
«Όχι».
«Τι πρέπει να κάνω για να σου αποδείξω πως σ’ αγαπώ; »
«Δε νομίζω πως μπορείς να κάνεις τίποτα».
«Θα πηδήξω από το αυτοκίνητο».
«Μην είσαι ανόητη».
«Θα το κάνω».
Και την επόμενη στιγμή το έκανε.
Iris Murdoch, Ο μαύρος πρίγκιπας, σελ, 337,338, 339, 340, μτφρ: Tάκης Κίρκης, Εκδόσεις Χατζηνικολή, 1987
Φωτό:Jaromir Funke, Rudolf Koppitz, Μarcel Bovis
.
Πάνος Τσίρος, Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα

.
Yπάρχει μια αράχνη που δεν κάνει ιστό, αλλά φτιάχνει τη φωλιά της στο χώμα. Σκάβει βαθιά και ύστερα την κλείνει από μέσα με μια πορτούλα. Η μεγάλη κοιλιά της είναι γεμάτη με δηλητηριώδες υγρό. Μπορείς να τη βγάλεις έξω από τη φωλιά της μόνο αν την εκνευρίσεις. Παίρνεις ένα λεπτό κλαδάκι και, αφού τρυπήσεις την πορτούλα, το χώνεις μέσα, ξανά και ξανά, ερεθίζοντάς την. Κάποια στιγμή θα γραπωθεί απ’ αυτό, και τότε είναι εύκολο να τη σύρεις έξω.Έξω τα έχει εντελώς χαμένα. Περπατάει πολύ αργά. Την περιεργάζεσαι και μετά την πατάς με το παπούτσι. Δεν πρέπει να τηναφήσεις να φύγει, γιατί μπορεί να τη φάει κανένα ζώο, κανένας γάιδαρος, και να ψοφήσει. Στο χωριό τη λέμε φαλάγγι. Εδώ στην Αθήνα δεν ξέρω πώς τη λένε.
.
.
To 1964, o Bαγγέλης παντρεύτηκε την Ελένη, και ύστερα την πήρε και φύγανε από το χωριό. Στο χωριό δεν μπορούσαν να σταθούν, γιατί η μάνα της δεν ήθελε τον Βαγγέλη για γαμπρό. Λένε ότι η γριά ήταν τόσο αντίθετη, που την είχε μέρες κλειδωμένη στο σπίτι. Όμως ο Βαγγέλης μπήκε κρυφά από το παράθυρο και την έκλεψε. Μπορεί, όμως, και να μην είναι αλήθεια. (…) H Ελένη σκούπιζε και μαγείρευε. Τον ξυπνούσε η μυρωδιά από το φαγητό. Ήταν σπουδαία μαγείρισσα. Αλλά και σπουδαία γυναίκα. Πολύ όμορφη. Η πιο όμορφη του χωριού. Και τον Βαγγέλη τον λέγανε τσίφτη. Σχολείο δεν πήγε καθόλου, ή μπορεί να πήγε κάνα δυο χρόνια, ίσα για να μάθει να διαβάζει και να γράφει. Ήταν τσίφτης, γιατί ήξερε όλα τα κόλπα. Τα πιο πολλά είχαν να κάνουν με τα ζώα. Πώς να δέσεις κονσερβοκούτια στην ουρά της γάτας. Πώς να ρίξεις νέφτι στον πισινό της γάτας αλλά και του σκύλου. Πώς να κυνηγήσεις λαγούς. Και κοτσύφια. Και τσίχλες. Πώς να στήσεις δόκανα για αλεπούδες και ασβούς
.
.
Τώρα που έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε, αναρωτιέται και αυτός πώς τα έκανε όλα αυτά. Έχει τύψεις. Τώρα έχουν μια γάτα, που την προσέχουν καλύτερα κι από παιδί. Δεν απόκτησαν παιδί. Τη γάτα τη λένε Τατιάνα. Κοιτάει καμιά φορά τη γάτα στα μάτια, κι αναρωτιέται αν αυτή γνωρίζει το παρελθόν του. Τόσα λένε για τα ζώα, για την έκτη αίσθηση που διαθέτουν. Μπορεί να ξέρει η γάτα. Αλλά μάλλον τον έχει συγχωρέσει, γιατί όλο πάνω του τρίβεται και νιαουρίζει.
.
.
Πάνος Τσίρος, Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα (Το μάτι της Ελένης), σελ. 15, 16, 17, 18, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2007
Πίνακες: Elena Shlegel
Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία πόλη

Τρία κεφάλια.
Ένας άντρας. Μια γυναίκα. Ένα παιδί.
Τρία αλλόκοτα κεφάλια. Ολότελα αποστραγγισμένα από την πύρινη στεφάνη του ήλιου που τους εποπτεύει με το αλλήθωρο μάτι του εδώ και κάμποσες ώρες. Όσες χρειάστηκε να περπατήσουν μέχρι εδώ.
Μπηγμένοι βαθιά στο θάμπωμα του ήλιου σαν ανάποδες πινέζες, οι σκελετοί τους, προβάλλουν από το βάθος του δρόμου σπασμωδικά αλαφροπατώντας στο ξερό χώμα.
Από μακριά φαίνονται σαν φαντάσματα ντυμένα με ξανθές προβιές. Αλλά δεν είναι. Τίποτα δεν είναι. Μοιάζουν με παμπάλαια εξογκώματα. Ένα χέρι εδώ, κάποιο ρούχο που προεξέχει, ένας όγκος που αργοσβήνει και πάλι επανέρχεται στο μπρούτζινο φως του πρωινού.
Τρία κεφάλια που προχωρούν σκυφτά και αλλοπαρμένα δίχως κανένα προορισμό μέσα σ’ αυτό τον παρανοϊκό χαμό της ημέρας. Πρέπει να έχουν περπατήσει κάμποση ώρα γιατί τα πρόσωπά τους είναι βλογιοκομμένα από τον παχύ ιδρώτα και τα μέλη τους τόσο μαλακά από την κούραση που μοιάζουν να έχουν προσαρμοστεί τυχαία και ακαθόριστα πάνω στα κυρτωμένα τους κορμιά.

Ξάφνου σταματούν. Εκείνος ο πέτρινος όγκος που ορθώνεται μπροστά τους με την επιβλητικότητα ενός φυσικού νόμου που σχηματίζει στα ματιά τους μια ορογραφική φυλακή, τους αναγκάζει να σταματήσουν.
Το ξασπρισμένο οξυκόρυφο βουνό κρέμεται από μια κλωστή ουρανού έτοιμο να πέσει. Μπορεί και να έχει πέσει προ πολλού και τώρα δα μόνο την αχνή αντανάκλασή του που προϊστορικού του όγκου να βλέπουν μπροστά τους. Ποιος μπορεί να είναι σίγουρος;
Από μακριά καθώς προχωρούσαν στον επαρχιακό δρόμο φαινόταν στα μάτια τους σαν ένα τεράστιο εφηβικό σπυρί που ξεπρόβαλε μέσα από τη σκαμμένη γη. Τώρα που είχαν πλησιάσει οι διαστάσεις του διαθλασμένες από το πνιγηρό φως της απλωσιάς του δρόμου του έδιναν έναν τόνο απόκοσμο.
Διονύσης Μαρίνος, Τελευταία πόλη, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012
Πίνακες: Zdzislaw Beksinski
———————————–
Ντίνος Λυρικός, Μια στυφή σιωπή
Μια στυφή σιωπή που απλώνονταν σαν κατακάθι καφέ στο πολυκαιρισμένο φλιτζάνι έκανε το σπίτι να μοιάζει μεγάλο. Πάνω στο παλιό τραπέζι μια λερωμένη χαρτοπετσέτα έκρυβε τα πειστήρια μίας αλλοτινής λαιμαργίας, δίνοντας στη λεία επιφάνεια του ξύλου την αίσθηση της ερήμου –το είχε κουβαλήσει πίσω στο σπίτι, χιλιόμετρα πάνω στους ώμους του, ο παππούς, αμέσως μετά την άτακτη υποχώρηση των κατακτητών– ποτέ του δεν δέχτηκε αυτή την απώλεια.Τα ελάχιστα ψίχουλα και μια κόρα ψωμί με απολιθωμένα κύτταρα μαρμέλαδας δεν ήταν αρκετά για να υποθέσει κανείς την πείνα των άδοξων ημερών που έλαβαν χώρα στο σπίτι στα δύσκολα χρόνια της ήττας. Μια αδύναμη αχτίδα φωτός που είχε κλέψει το χρώμα της κουρασμένης κουρτίνας έδειχνε τον ακριβή τόπο των θαυμάτων, αλλά δεν έφτανε για να κτίσει ούτε καν μία σκιά. Το φως δεν προέβη σε καμία υπόδειξη βίου ούτε όταν άνοιξα τα υπερήλικα στόρια. Ακόμα και το γαλήνιο βλέμμα του αυτόχειρα άγιου, που είχε ξεθωριάσει κρεμασμένο στον υγρό τοίχο, αρνιόταν να αντικρίσει τη σηψαιμία του χώρου, ενώ η ακαταστασία της ανόργανης ύλης ενοχοποιούσε τις χαραμάδες της πόρτας για την εξάχνωση κάθε έμβιας ύλης.
Τo ’χει αυτό το συνήθειο ο χρόνος, να επιβάλλει το θάνατο σε ό,τι δεν κατοικείται, κάνοντας τους τοίχους να μοιάζουν με επίπεδες λύπες. Τα άχρωμα ρούχα μες στην ντουλάπα, σαν να φορούσαν ακόμα νεκρούς, σιωπούσαν, και μια μυρωδιά μούχλας, ιδρώτα, σπέρματος, γάμου και χώματος μαρτυρούσε πως κάποτε εδώ κατοικούσαν χαμόγελα, φωνές και ανάγκες αθώων. Πέρασαν έτσι οι μέρες, σαν ήττες, σαν στάχτες, και ούτε ένας απρόσκλητος μουσαφίρης ούτε ένας φίλος, να στολίσει τον παλιό καναπέ με ένα ανέμελο σταυροπόδι. Μόνον εγώ είχα τη θεία τύχη να αλωνίσω αυτό το μουσείο θανάτου, ως τελευταίος επιζών του μακάβριου πολέμου.
Φωτό: August Sander, Rodney Smith
———————————–
Αλμπέρ Κοέν, Η ωραία του κυρίου
To επόμενο βράδυ, εκεί που είχε ετοιμαστεί φορώντας ένα φόρεμα που έβαζε για πρώτη φορά, της τηλεφώνησε ότι μια απρόβλεπτη συγκέντρωση τον κρατούσε στο Μέγαρο, αλλά ότι θα ’ρχόταν σίγουρα αύριο το βράδυ. Τότε, λυγμοί, μπρούμυτα στον σοφά. Όλη αυτή η δουλειά για το τίποτα, και αυτό το τόσο πετυχημένο φουστάνι, και εκείνη που ήταν τόσο στις ομορφιές της απόψε! Tινάχτηκε απότομα πάνω, άρπαξε το υπέροχο φόρεμα, το ξέσχισε, το ποδοπάτησε, έδωσε μια κλωτσιά στο σοφά. Ο βρωμιάρης, το έκανε επίτηδες, για να τον αγαπήσει παραπάνω, ήταν βέβαιη γι’ αυτό! Αύριο στα παλιά της, απόψε τον ήθελε! Ω, θα του έδειχνε αυτή αύριο, θα του ανταπέδιδε στα ίσα! Bρωμερό ανθρωπάριο!Στην κουζίνα, μισόγυμνη, έφαγε μέχρι σκασμού μαρμελάδα για παρηγοριά, μαρμελάδα βύσσινο, με το κουτάλι της σούπας.
Μετά, αηδιασμένη από τη μαρμελάδα, έκλαψε, μετά ανέβηκε στο δεύτερο πάτωμα, ρουφώντας τη μύτη της. Μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου, έγινε άσχημη για ν’ αντέξει τον πόνο της, κακοποίησε τα μαλλιά της, έκανε ένα πρόσωπο παλιάτσου με υπερβολική πούδρα και τρίβοντας δυνατά με κοκκινάδα τα μάγουλά της. Στις δέκα, ξανατηλεφώνησε, είπε ότι η συγκέντρωση είχε διαρκέσει λιγότερο από ό, τι είχε νομίσει και ότι σε είκοσι λεπτά θα ήταν εκεί. Ναι, κύριέ μου, σας περιμένω, είπε αυτή. Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο, αλληθώρισε, φίλησε το χέρι της. Γρήγορα ένα μπάνιο, γρήγορα να βγάλει τα κοκκινάδια, να ξαναχτενιστεί, να ξαναγίνει ωραία, να φορέσει ένα φόρεμα εξίσου ωραίο, να κρύψει το σχισμένο, αύριο θα το έκαιγε, όχι θα βρωμούσε πολύ, καλά λοιπόν θα το έθαβε στον κήπο! Γρήγορα, γιατί θα ερχόταν ο κύριος, και ήταν η ωραία του!
Αλμπέρ Κοέν, Η ωραία του κυρίου, κεφ. 44, σελ. 365, Μτφρ: I. Χατζηνικολή, Εκδόσεις Χατζηνικολή, 1990
Φωτό: Rodney Smith

















