RSS

Daily Archives: 25/01/2013

Image

Φωτό: Moholy Nagy

Φωτό: Moholy Nagy

 

Tags:

Image

Φωτό: Grete Stern

Φωτό: Grete Stern

 

Tags:

Image

Ειρήνη Οντόγκ Κατωπόδη, Η γιαγιά μου

Ειρήνη Οντόγκ Κατωπόδη, Η γιαγιά μου

Και θέλω να μου φτιάξεις ξανά παραδοσιακή φανουρόπιτα και να σου πω πως μ’ αρέσει να σε βλέπω να μετράς τα υλικά, να είναι εφτά ή εννιά, μονός αριθμός έτσι μου έλεγες, έτσι είναι το σωστό και να κάνεις άνω κάτω την κουζίνα με τ’ αλεύρια κι όλο το σπίτι να μοσχομυρίζει κανέλα, μοσχοκάρυδο και γαρύφαλλο και μετά να με κρατήσεις στα γόνατά σου και να μου ξαναπείς παραμύθια, το παραμύθι της Μαρούλας που τελειωμό δεν έχει και να μου μιλήσεις για ’κείνα τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής

διαφ hist_mpiskotouκαι πως όταν ήσουνα μικρό παιδάκι δούλευες στα χωράφια, στους αγρούς και στα κτήματα μαζί με τ’ αδέλφια σου και τους γονείς σου και πως κουβαλούσες τα δέματα με το στάχυ και το στάρι που ήταν τόσο βαριά κι ασήκωτα αλλά εσύ πάντα τα κατάφερνες και μετά γύρναγες σπίτι να συγυρίσεις και ν’ ανάψεις το τζάκι και μετά έπαιρνες τη στάμνα και ξανά έβγαινες έξω για να φέρεις νερό κι εκεί συναντούσες τις φίλες σου την Έλενα την Κατερίνα και τη Μυρτώ και γελάγατε και τραγουδάγατε και πως όταν πλησίαζε η γιορτή του Αη Νικόλα ήταν και η μέρα που γιόρταζε ο πατέρας σου και το σπίτι ήταν στολισμένο και από τις προηγούμενες μέρες κάνατε γενική καθαριότητα με τη μαμά σου και τ’ αδέλφια σου κι αγοράζατε και λικέρ και κόκκινο και λευκό κρασί και η μητέρα σου έφτιαχνε μπακλαβά και το φύλλο ήτανε τραγανιστό και μοσχομύριζε ο τόπος φρέσκο βούτυρο

διαφ ion

και το απόγευμα ανοίγατε την σάλα κι ερχόντουσαν οι γείτονες κι η θεία σου σου έλεγε να πας ν’ αγοράσεις καπνό για τον μπαμπά σου και να προσέχεις να μην σε κοροϊδέψουν με τα ρέστα κι εσύ αγόραζες και καραμέλες κι άλλες μικρολιχουδιές και για σένα και για τ’ αδέλφια σου κι ότι στα δεκαέξι σου παντρεύτηκες με προξενιό τον παππού και πως ήταν ο πιο όμορφος κι ο πιο λεβέντης άντρας του χωριού και θέλω να σου πω πόσο πολύ σ’ αγαπώ γιαγιά που μου λες τις καλύτερες ιστορίες του κόσμουκαι ότι οι ιστορίες σου είναι απ’ την πραγματική ζωή κι όχι ψεύτικα παραμύθια και πως μ’ αρέσει πολύ να ακούω ιστορίες για τη μαμά και τη θεία μου και ιστορίες από τον πόλεμο και την Κατοχή και να κάθομαι ν’ ακούω να μου διηγήσαι για την αγριότητα των Τούρκων και πάντα θυμάμαι όταν ήμουνα ακόμα πολύ μικρή, πέντε, έξι, εφτά χρονών κι είχαμε πάει στα Καμμένα Βούρλα για να κάνεις ζεστά μπάνια και μέσα στο λεωφορείο έπιασες κουβέντα με μια άλλη κυρία που καθόταν δίπλα σου και της είπες πως είσαι απ’ τη Μάνη και καθόμαστε στο λεωφορείο και μου κράταγες το χέρι και με το άλλο μου χέρι κράταγα ένα παγωτό χωνάκι που μου το είχες αγοράσει απ’ το ζαχαροπλαστείο «Ρωσσικόν» στη Σταδίου κι όλο μίλαγες με την κυρία στο διπλανό κάθισμα αλλά είχες και το νου σου να μου σκουπίζεις κάθε τόσο τα χέρια και το στόμα μου που είχαν λερωθεί απ’ τις σοκολάτες

διαφ floka

κι όταν φτάσαμε στα Καμμένα Βούρλα, στο σπιτάκι που είχαμε νοικιάσει,  το τακτοποίησες και το περιποιήθηκες και σχεδόν όλες τις ημέρες που ήμασταν εκεί ξεκουράστηκες και τα βράδια αφού τρώγαμε μαζευόντουσαν κι άλλες γειτόνισσες απ’ τα γύρω σπίτια στην αυλή την δικιά μας κι είχανε κι εκείνες παιδιά κι εγγόνια κι έπαιζα μαζί τους κι εσύ μίλαγες με τις φίλες σου κι έπλεκες ή κένταγες και συγχρόνως τους έλεγες γεγονότα που σημάδεψαν την ζωή σου και για την εκκλησία του χωριού όπου μεγάλωσες και για όλα όσα έχασες χωρίς ούτε κι εσύ να καταλάβεις το γιατί, αυτό όμως που δεν έχασες σίγουρα ποτέ γιαγιά μου ήταν οι σοφές κουβέντες σου και οι παροιμίες σου και τα παραμύθια σου κι οι παλιές πονεμένες ιστορίες σου κι οι μύθοι σου και τα πεντανόστιμα φαγητά σου και να μου δίνεις φρέσκο ζυμωτό ψωμί μ’ ένα κομμάτι κεφαλοτύρι φτιαγμένο απ’ τα χέρια σου και να περπατάμε παρέα και να λες η εγγονή μου είναι και να μαζεύουμε δαμάσκηνα και να φτιάχνουμε μαρμελάδα και να μαζεύουμε βύσσινα και να φτιάχνουμε γλυκό και ξέρω ότι με προστάτευε και με φρόντιζε ενώ πάντα μου κράταγες λιχουδιές και κεράσματα και ξέρω πως τις στιγμές εκείνες που βρισκόσουνα στην κλινική θα έπρεπε να φανώ δυνατή και παρακάλαγα να ξαναγίνω παιδί και να μπορέσω να ρωτήσω την μαμά μου: «Μαμά που πήγε η γιαγιά τώρα που πέθανε;»

διαφ12

και γνωρίζω πως και η απουσία σου θα είναι φανερή στην ζωή μου και οι γλυκιές σου κουβέντες και οι προσευχές σου και οι αγωνίες σου να είμαστε πάντα όλοι καλά και θέλω να σου πω γιαγιά πως η δική σου η ζωή ήταν που έδωσε νόημα στην δική μου κι όλες τις ευχές και τις συμβουλές που μου είχες δώσει κατά καιρούς τις φυλάω ως πολύτιμη κληρονομιά, μια κληρονομιά που ευελπιστώ κάποτε να πάρουν και τα δικά μου τα παιδιά.

διαφ 1247088654_image001

http://www.dimiourgikigrafionline.com/2012/10/blog-post_30.html

https://www.facebook.com/yiorgospandis

Σημείωση: Oι παραπάνω σύνδεσμοι είναι άκρως ενδιαφέροντες. Το ότι κατόρθωσα να διαβάσω πάνω από τρεις σειρές στην πρώτη παράγραφο και να συνεχίσω την ανάγνωση του κειμένου, τουλάχιστον για μένα, συνιστά δείγμα ποιότητας. Όλα τα κείμενα είναι καλά, και μάλιστα, πολύ καλύτερα από αυτά που κυκλοφορούν σωρηδόν υπό μορφή βιβλίου. Ο Γιώργος Παναγιωτίδης επίσης έχει πραγματικά πάρα πολύ ενδιαφέρουσα γραφή.Τουλάχιστον για τα δικά μου αισθητικά κριτήρια… Αλλά εγώ είμαι και μονήρης άνθρωπος, οπότε μη με παίρνετε και στα σοβαρά, διαβάστε ό, τι προβάλλεται κατά κόρον!

http://www.yiorgospanayiotidis.com/

Μάλλον πρέπει να γράψω κι εγώ ένα κείμενο για τα σαλιγκάρια γιαχνί της δικής μου γιαγιάς, που τα έτρωγα σε πλαστικό καρό τραπεζομάντηλο, χαζεύοντας την ίδια στιγμή τον ελαιώνα της Άμφισσας και το λιμάνι της Ιτέας μέσα από μια μισάνοιχτη διπλή ξύλινη πόρτα. Ο άνηθος και το κρεμμύδι μου σπάζουνε τη μύτη ακόμη. Δεν πήγαινα καν στα νήπια, αλλά είχα βρει τον τρόπο να τα τρώω περίφημα. Ζητούσα και δεύτερο πιάτο.

 
Image

Φωτό: Claude Tolmer

Φωτό: Claude Tolmer

Για την τιμή των όπλων το τραγούδι του Ξυδάκη. Η Αθήνα αλλάζει και ο Καλυβιώτης δεν έχει πλέον την παλιά του αίγλη, προς μεγάλη μου έκπληξη, τουλάχιστον ο Καλυβιώτης της Ερμού, που επισκέφτηκα αυτές τις μέρες. Η περιοχή στην πλατεία της Αγίας Ειρήνης εξακολουθεί να κρατά τα σκήπτρα… επιμένει ακόμη και στα υφάσματα από κασμίρια.

 

Tags:

Image

Πάνος Τσίρος, Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα

ilse-bingΣήμερα το βράδυ έδειξαν για δεύτερη φορά στην τηλεόραση την εκπομπή για το χορό Καρουάνα, που κάνει θραύση στην Αμερική. Μίλησαν χορογράφοι, κοινωνιολόγοι, δύο καθηγητές από το Χάρβαρντ, δημοσιογράφοι. Έγινε προσπάθεια να αναλυθεί το βάθος του φαινομένου, που φαίνεται ότι έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας. Αυτός ο χορός βρίσκει ιδιαίτερη ανταπόκριση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Από τα πάρτι γενεθλίων των έγχρωμων μαθητών του δημοτικού, στα γκέτο του Χάρλεμ, έως τα πάρτι των κοσμικών στο Λονγκ Άιλαντ. (…) Ξέρω πως ελάχιστοι από εσάς θα με πιστέψουν. Οι περισσότεροι θα με πάρουν για ανισόρροπο. Όμως, απ’ ό,τι φαίνεται μόνον εγώ ξέρω το μυστικό της γέννησης του φαινομένου Καραουάνα.

Piergiorgio Branzi 14Κάποιοι ισχυρίζονται ότι ο χορός επινοήθηκε από έναν Ιάπωνα σχεδιαστή κόμικ μάνγκα. Άλλοι λένε πως η γέννησή του πρέπει ν’ αναζητηθεί στο τελετουργικό μιας φυλής αυτοχθόνων του Αμαζονίου, για τους οποίους ο χρόνος δεν έχει καμία σημασία. Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι αποτελεί παραλλαγή του tremens delirium που έπαθε ο Σαντάμ, όταν μέσα στο κελί του οι φύλακες τον υποχρέωσαν να καταπιεί μια μικροκάμερα, και έπειτα να παρακολουθήσει με μόνιτορ πώς φαίνονται οι δεκάδες γκλοπιές στην κοιλιακή του χώρα. Αναρωτιέμαι πόσες ανοησίες θα ειπωθούν ακόμα. Η αλήθεια είναι ότι ο χορός γεννήθηκε εδώ στην Ελλάδα. Και ο πρώτος διδάξας δεν ήταν χορευτής, αλλά ένας μαθητής της πρώτης γυμνασίου, ονόματι Γιωργάκης Καραουάνας.Την ιστορία μού τη διηγήθηκε ένας συνταξιούχος δάσκαλος, ο Χαράλαμπος Πασβάντης. (…)

Το 1900 δίδασκε σ’ ένα χωριό της Πάρου. Ο καιρός περνούσε δύσκολα. Μόλις και μετά βίας συγκρατούσε τα νεύρα του, τα οποία συστηματικά δοκίμαζε ο μαθητής της πέμπτης τάξης, Γιωργάκης Καραουάνας. Ο Καραουάνας ήταν ένα παιδί με μαθησιακές δυσκολίες και αντικοινωνική συμπεριφορά. (…) Αρεσκόταν, για παράδειγμα, να σηκώνεται απροειδοποίητα, κατά τη διάρκεια του μαθήματος, και να ζωγραφίζει σκουλήκια στον πίνακα. Grete Stern 1balanceΌταν ο Πασβάντης τον ρωτούσε τι κάνει εκεί, και γιατί δεν πήρε άδεια να σηκωθεί, ο Καρουάνας τον ρωτούσε τι όνομα έπρεπε να δώσει στο σκουλήκι του. Ο Πασβάντης δεν άντεχε άλλο. Μια μέρα, μετά το διάλειμμα, πριν μπουν τ’ άλλα παιδιά, μπαίνει στην τάξη και αντικρίζει ένα θέαμα που του ανέβασε το αίμα στο κεφάλι. Ο Καραουάνας είχε ζωγραφίσει σε όλον τον πίνακα σκουλήκια, και, μάλιστα, είχε επεκτείνει τη ζωγραφιά του και στον διπλανό τοίχο. Ο Πασβάντης άφησε, τρέμοντας, την νάιλον τσάντα του στην έδρα. Μόλις είχε περάσει από τον μπακάλη και είχε ψωνίσει ενάμισι κιλό ροκφόρ. (…) Kανένα αντικείμενο δεν ήταν ικανό να τον βοηθήσει να εκτονώσει την οργή του. Και τότε κοίταξε την τσάντα με το ροκφόρ. Μια τρελή σκέψη τον συνεπήρε.

Γύρισε και κοίταξε κατάματα τον μαθητή του. Ο Καραουάνας, αφοπλιστικά αφελής, τον ρώτησε, δείχνοντάς του ένα σκουλήκι: — Πώς να το ονομάσω αυτό, κύριε; O Πασβάντης, βγάζοντας έξω το τυρί, απάντησε απειλητικά: Xλαπάκιασέ το ή, αλλιώς, χόρεψε καλά.

Andy Prokh547060_520799164619411_161764996_nΤην εναλλακτική λύση, όπως μου εκμυστηρεύτητκε, την πρόσφερε, γιατί του φάνηκε πολύ σκληρή η τιμωρία για το μαθητή του. Ο Καραουάνας στραβοκατάπιε, κοιτάζοντας το ροκφόρ. Πώς να το φάει όλο αυτό το κομμάτι στα καλά καθούμενα, και μάλιστα χωρίς ένα κομματάκι ψωμί, όπως συνήθιζε να του βάζει η μάνα του όταν έφευγε για το σχολείο. Κοίταξε το δάσκαλό του και μετά άρχισε να χορεύει.Ο Πασβάντης δεν πίστευε στα μάτια του. Βρέθηκε άφωνος να παρακολουθεί, αρχικά, ένα άτεχνο κρεσέντο κινήσεων, που απείχαν πολύ απ’ αυτό που ο κόσμος ονομάζει χορό. (…) Η κινητική δραστηριότητα του Καραουάνα μετουσιωνόταν σε κραυγή χορευτικής υπαρξιακής αγωνίας. (…) Σαστισμένος και συγκινημένος ο Πασβάντης άρχισε να χειροκροτεί. Δεν είχε προσέξει ότι, κατά τη διάρκεια αυτού του πρωτότυπου χορευτικού, τα υπόλοιπα παιδιά είχαν στριμωχτεί στην πόρτα και κοιτούσαν σιωπηλά. Όταν είδαν τον δάσκαλό τους να χειροκροτάει, άρχισαν κι αυτά να κάνουν το ίδιο. Η φασαρία που ερχόταν από τον δεύτερο όροφο, ανάγκασε το διευθυντή να βγει από το γραφείο του. Όταν μπήκε στην τάξη αντίκρισε ένα πρωτόγνωρο θέαμα.

august_sander_22

Οι τοίχοι ήταν ζωγραφισμένοι με σκουλήκια. Στην έδρα υπήρχε ένα μεγάλο κομμάτι ροκφόρ. Ο Καραουάνας χόρευε έναν τρελό νευρόσπαστο χορό, χωρίς μουσική υπόκρουση, και ο δάσκαλος μαζί με τους μαθητές χειροκροτούσαν σε έξαλλη κατάσταση. Αμέσως ο διευθυντής τον κάλεσε στο γραφείο του και του είπε ότι χρειαζόταν αναρρωτική άδεια. Τον έστειλε άρον άρον στην Αθήνα. (…)

 

Iσχυρίστηκε ότι, προφανώς, ο χορός διαδόθηκε από παιδί σε παιδί σε όλο το νησί, και έπειτα στα παιδιά των  Άγγλων και των Αμερικανών τουριστών που παραθέριζαν το καλοκαίρι στην Πάρο. Κάπως έτσι πρέπει να μεταφέρθηκε στην Αμερική. Ύστερα με κοίταξε ευχαριστημένος. Πρόσεξα τα ροζιασμένα χέρια του, που έτρεμαν από χαρά και συγκίνηση. (…)

aldo beltrame_caorle_1956Δεν ξέρω αν το πιστεύω. Μου αρέσει, όμως, μερικές φορές να φέρνω στο νου την εικόνα του ακούραστου παιδαγωγού και αγωνιστή στην κουνιστή του πολυθρόνα, να θυμάται με συγκίνηση τον μικρό Καραουάνα. Να σκέφτεται, χαϊδεύοντας τις ολάνθιστες τριανταφυλλιές, πως, κάθε παιδί, ακόμα και το πιο δύσκολο, είναι σαν άνθος που θέλει φρέσκο χώμα και νερό για ν’ ανθίσει. Και ύστερα, σέρνοντας τα βήματά του στο υπνοδωμάτιο, να πέφτει στο κρεβάτι και να φαντάζεται ότι όλος ο πλανήτης χορεύει Καραουάνα.

Πάνος Τσίρος, Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα (O χορός του Καραουάνα), σελ. 27-34, αποσπασματικά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2007

Φωτό: Ilse Bing, Piergiorgio Branzi, Grete Stern, August Sander, Andy Prokh

 

 

Tags: , ,

Image

Φωτό: Ilse Bing

Φωτό: Ilse Bing

http://weimarart.blogspot.gr/2010/09/ilse-bing-queen-of-leica.html

 

Tags: