RSS

Monthly Archives: April 2017

Iφιγένεια Σιαφάκα, Το τραγούδι του λύγκα

Θυμάμαι τη γιορτή του πατέρα, που ως επί το πλείστον έπεφτε τη δεύτερη μέρα του Πάσχα, πράγμα που αποτελούσε ιδιαιτέρως ευτυχή συγκυρία για την οικογένειά μας, καθώς δινόταν η ευκαιρία στον Αηδονοπάτη να έχει αντικείμενο ενασχόλησης που ταίριαζε στο χαρακτήρα και στα ενδιαφέροντά του. Εκτόνωνε δηλαδή την πλεονάζουσα επιθετικότητά του στις σφαγές των αμνών και των πουλερικών, στα ξεκοιλιάσματα, στα ξεπουπουλιάσματα, στα βρασίματα, στα σουβλίσματα, στον καθαρισμό των αιμοσταγών υπολειμμάτων των θυμάτων και στην τροφοδοσία των πυρών με ξύλα, τα οποία πετσόκοβε μ’ ένα τεράστιο τσεκούρι.Έτσι είχαμε ησυχία, και τι χαρούμενος που ήταν εκείνες τις ημέρες ο πατέρας! Μετά ακολουθούσε η μεγάλη ημέρα της γιορτής. Στρωνότανε τραπέζι δεκαπέντε μέτρων. Κάποτε μάλιστα στρώθηκε τραπέζι πενήντα δύο μέτρων, καθώς ο πατέρας ανήκε στις αρχές του τόπου – διατελούσε Πρόεδρος την εποχή εκείνη. Από τις πρωινές ώρες σειόταν ο τόπος όλος με τα σουξέ δημώδη άσματα του απανταχού ελληνισμού.

Έτσι, η μέρα, όπως άλλωστε ήταν φυσικό, ξεκινούσε με το ειδησεογραφικό ανακοινωθέν «μπήκαν, ωρέ… μπήκαν τα γίδια στο μαντρί, τα πρόβατα στη στρούγκα, χρυσούλα μ’ κι αδελφούλα μ’». Κι αφού τα γιδοπρόβατα είχαν διασφαλίσει, κι ευτυχώς, το privacy τους, οι κάμερες στρέφονταν προς αναζήτηση βοράς κουτσομπολιού στους ανυποψίαστους περιπατητές της περιοχής «το παπάκι πάει, καλέ παπί, το παπάκι πάει στην ποταμιά!» Ο Αηδονοπάτης έκαιγε το πελεκούδι σέρνοντας το χορό μες στον ιδρώτα και με το χέρι σηκωμένο να φασκελώνει τη λιακάδα, ενώ παράλληλα εκτόξευε στους καλεσμένους λιπαρά κομματάκια μουλιασμένης τροφής κάθε που χαλάρωνε το κέφι του πάνω σε σφ..σφ και τσ…τσ.
Με ενοχλούσε. Υπέφερα από αυτόν τον χύμα αλλά λεβέντικό του προσανατολισμό, από αυτήν τη συμπαιγνία του αποσυντιθέμενου και σθεναρού ταυτόχρονα φρονήματος. Με μπέρδευε. Και μπερδευόμουν ακόμη περισσότερο όταν ερχόταν εκείνη η μεγάλη ώρα όπου τα κλαρίνα θα ’παιζαν τις δύο στερεότυπες παραγγελιές του. «Μου παρή… το χαιδεμένο μου», ξεκίναγε ο τραγουδιστής, «μου παρή… παρήγγειλε τ’ αηδόνι με το πε… το πετροχελιδόνι να του πλέ… να του πλέξω τη φωλιά του με τα χρυσοπούπουλά του» και «γεια σου, μαστρο-Ιορδάνη», φώναζε ο πατέρας, «όλα τα πουλάκια κι αμάν κι αμάν, όλα τα πουλάκια ζυγά ζυγά, τα χελιδονάκια ζευγαρωτά, το ’ρημο τ’ αηδόνι το μοναχό… το ’ρημο τ’ αηδόνι το μοναχό περπατάει στους δρόμους καμαρωτό». Και «σφ…σφ…» και «τσ…τσ…» και «άντε να καούν τα κάρβουνα μαστρο-Ιορδάνη!»

Εγώ δεν έλεγα τίποτα, μόνο αναγούλες στο στομάχι. Είχα ακούσει κι εκτιμήσει το «η σιωπή είναι χρυσός» κι έκανα το κόσμημα. Βοηθούσα όσο μπορούσα, συμμετέχοντας διπλωματικά στην αποφυγή των στραβοτιμονιών• περιφερόμουν με τα κρεατικά, τα τυριά, τα αυγά και τις πίτες στις πιατέλες, και το στομάχι μου έφερνε τούμπες. Ακόμη και τώρα όταν αντικρίζω τυρόπιτα ή λαχανόπιτα και κοκορέτσια ή αρνιά μού γυρνάνε τα έντερα, η αυγουλίλα είναι ικανή να με οδηγήσει σε κρίση πανικού. Το Πάσχα πηγαίνω διακοπές σε χώρες μουσουλμανικές. Πέρυσι είχα πάει στο Μαρόκο. Είμαι χορτοφάγος και μου αρέσουν τα ψαρικά, κυρίως οι σαρδέλες…

Λοιπόν, έστελνα ευχές στους συνδαιτυμόνες με φορεμένα το σιφόν χαμόγελο βγαλμένο απ’ τη ναφθαλίνη, τα αναστάσιμα ρούχα επιλογής Χαρίκλειας και τα βραχιόλια της γιαγιάς Τριανταφυλλιάς, δωρισμένα για τέτοιες περιστάσεις, που ασφαλώς είχαν κάποια συναισθηματική αξία και δε με βάραιναν διόλου. Η αλήθεια είναι ότι άρχιζα λιγάκι να σιγοκουνιέμαι με κάποια κακεντρέχεια, όταν μετά τα αηδονοάσματα-παραγγελιές του πατέρα γάζωνε τον αέρα το «ένα πουλί, μάνα μου, μαντζουράνα μου, μάνα μ’, ένα πουλί απ’ το χωριό μας…». Ένα πουλί απ’ το χωριό μας «φεύγει για καλό δικό μας», κρυφομουρμούριζα, αλλάζοντας τα λόγια, «φεύγει και, μάνα μου, μάνα μου, μαντζουράνα μου… και πάει στα ξένα, ξένα και ξενιτεμένα!» Ανάθεμά σας, κι έσπαγα και καμιά πιατέλα, αλλά μου το συγχωρούσαν, γιατί κι εκείνοι σπάζανε ό,τι βρίσκανε μπροστά τους. Κατά τ’ άλλα μέρα ήταν, θα περνούσε…

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το τραγούδι του λύγκα, μυθιστόρημα (Προοίμιο προσώπων/Η κασέτα), Γρηγόρης 2011

Πίνακες: Mirjam Appelhof

.

https://www.youtube.com/watch?v=_ksbACRDzIA

 

Tags:

Bασίλης Καραβίτης, Μήπως και η επιβίωση έγινε αφόρητο άθλημα;

.

Αφού αφανίζονται ραγδαία όλες οι επιθυμίες μας, ποια ορμή
αντίρροπη μάς απομένει για ένα άλλο σκηνικό ζωής;

Μιας ζωής που από καιρό ισορροπεί μεταξύ ανίας και άπνοιας,
παλινδρομώντας σε τυφλά αδιέξοδα που αργά μάς ρημάζουν.

Κι οι παλιές ευαίσθητες αντένες μας, ναρκωμένες τώρα,
αδυνατούν να συλλάβουν μια φιλάνθρωπη όψη των πραγμάτων

κι αν την επινοούν, ποιο το όφελος όταν ο κόσμος που τα
συνέχει μάς απορρίπτει πάντοτε σαν ξένο, απόβλητο σώμα;

Bασίλης Καραβίτης, Μήπως και η επιβίωση έγινε αφόρητο άθλημα; σελ. 40 από τη συλλογή Βίος απορητικός, Κέδρος 2005

Αrtwork: Bogomir Krajnc 758

.

 

 

Σταύρος Σταυρόπουλος, Ανθρώπων Πάσχα

Αυτή η εβδομάδα είναι η Μεγάλη. Η σεξουαλικότητα ως αποτέλεσμα πτώσης του ανθρώπου. Το μήλο. Η φθορά, η αμαρτία, ο θάνατος. Ως παράγωγα μιας ανυπακοής. Κατάνυξη. Αυθόρμητη ανάγκη, ορμέμφυτη. Η επιστήμη μετεξεταστέα. Μυστικός Δείπνος. Κάποιοι Ιούδες. Εκκλησία με συγγενείς, χωρίς εκκλησία. Ευαγγέλια. Τέσσερα ή περισσότερα. Κεράκια. Το φιλμ του Τζεφιρέλι. Ένα ιερό πτώμα. Ανέστη εκ νεκρών. Ο Χριστιανός είναι πιστός ή το αντίθετο; Τότε η αγάπη δεν είναι Χριστιανική. Τι είναι αγάπη; Γεμάτα σταχτοδοχεία. Η σταύρωση. Η μεταφυσική αναζήτηση. Οι ιστορικές αποδείξεις, τα θαύματα. Εγγυημένες βεβαιότητες. Τα πατροπαράδοτα έθιμα. Η άνοστη μαγειρίτσα. Το καημένο αρνί. Τα κόκκινα αυγά. Το κόκκινο κρασί. Η κόκκινη κάρτα. Σε όλους. Το αίμα.
Περιφέρω τον επιτάφιό μου. Αγόγγυστα, όπως ο Χριστός. Ως που επιτρέπεται να φτάσουμε; Η απελπισία συνώνυμο της αυτογνωσίας. Ιησούν ή Βαραβάν;
Όταν ήμουν παιδί περίμενα το Πάσχα για να διακόψω απ’ το σχολείο. Έβαζα τα καλά μου. Αργότερα, για να διακόψω απ’ τη δουλειά. Τώρα το περιμένω για να διακόψω απ’ τη θρησκεία. Να διακόψω από το δόγμα, τον ορισμό, την a priori παραδοχή. Οι αλήθειες ζουν λίγο. Κυρίως, σε παιδικά σώματα. Σ’ αυτά μπορούν και αναπτύσσουν τις λογικές τους. Μεγαλώνοντας, χρειάζεσαι περισσότερο την προστασία που σου παρέχουν οι θεσμοί και λιγότερο την προστασία που σου προσφέρει η πίστη. Συχνάζεις στην κοινωνία, όχι στους ουρανούς. Πίστευε και μη ερεύνα. Αυτό είναι ένθεο; Ιερό;
Ο Θεός είναι παντού. Και στον ουρανό. Τις νύχτες, όταν καμιά φορά τον χρειάζομαι, ανοίγω τα σύννεφα σαν ακορντεόν και τον βλέπω. Συζητάμε για λίγο, σε θερμό κλίμα. Έχει ασημί γένια και παιδικό χαμόγελο. Κάνει με το ξυλαράκι του κάτι γρατσουνιές που μοιάζουνε με αστέρια. Βάζω ένα στη τσέπη μου, υπάρχουν πολλά. Να προσέχεις μου λέει. Με βάζει να το υποσχεθώ.
Βρέχει, αλλά εγώ δεν βρέχομαι. Είναι κι αυτό ένα θαύμα.
Απ’ τα ακαταχώριστα. Τα ιδιωτικά

.Φωτό: Joel-Peter Witkin

.

.

 

 

Αστέρης Ν. Μαυρουδής, Η πρώτη μέρα

Τον καιρό εκείνο ο δάσκαλος ήταν φόβητρο. Αυτός κι ο Σκουφάς ο δικηγόρος στο Ζαγκλιβέρι. Δάσκαλο είχαμε το Σοφοκλή, Θεός σχωρέσ’ τον. Πολύ καλός, μας έκαμνε θεατρικές παραστάσεις, γυμναστικές επιδείξεις, έπαιζε βιολί και του αρέσαν τα παστά. «Αύριο να με φέρεις ένα ληστή». Τα ληστιά ήταν παστά λιμνίσια ψάρια. «Δε σε φέρνω». «Να με φέρ’ς, γινατατζή, άλλ’ φορά δε σε δέρνου». Άμα δεν είχε όρεξη για ξυλιές ή μάθημα, έπιανε το βιολί. Έπαιζε τρεις νότες τσιφτετέλι συνέχεια το ίδιο. «Άλλαξι, κύριε, σκουπό, όλο του ίδιο παί’ειζ». Έπιανε άλλο τόνο και έπαιζε το ίδιο. Στο τέλος έπαιρνε χειροκρότημα και έκαμνε υποκλίσεις. Και γελούσαμε όλοι, και ο δάσκαλος μαζί μας. Πώς να περάσει ο χρόνος στο χωριό; Κάτι τέτοιες στιγμές ήταν βάλσαμο για τις ψυχές μας και ξεχνούσαμε τη φτώχεια.
Πρώτη μέρα θα πήγαινα σκολειό. Χτύπησε το καμπανούδι και ξεκίνησα. Το κάλεσμα στο σκολειό γινόταν με καμπανούλα. Με το κοντό παντελονάκι και την καινούργια σάκα. Νηπιαγωγεία και τέτοια δεν είχαμε.
Έφτασα τρομοκρατημένος απ’ αυτά που μας φοβέριζαν μικροί-μεγάλοι: «Δε θα πας στο σκολειό, θα σε κανονίσει ο δάσκαλος». Εκεί μαζεμένοι και άλλοι που πήγαιναν για πρώτη φορά. Πολλές φωνές, τρεξίματα, παιχνίδια, και να… το μικρό καμπανάκι χτύπησε. Ουρλιαχτά από τους μαθητές που έτρεξαν να μπουν στη γραμμή. Οχ, είπα μέσα μου, τους μαζεύουν, τους βάζουν στη σειρά και τους δέρνουν. Καλά, δεν τους φτάνει το ξύλο που τρων σπίτι τους; σκέφτηκα. Οι παλιοί μπήκαν αμέσως στη σειρά. Οι υπόλοιποι μείναμε πίσω απορώντας και τρομοκρατημένοι. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο.
Βγήκε ο Σοφοκλής με μια βέργα στο χέρι. Οχ, ξανασκέφτηκα, αυτός ήρθε προετοιμασμένος. Είχα ακούσει τόσο πολλά, είχα δει χέρια πρησμένα από τις βέργες. Έκανα λίγα βήματα πίσω.
«Αυτοί που πάνε πρώτη να ’ρθουν και να κάνουν εδώ μια σειρά».
Πριτς, σκέφτηκα και το ’βαλα στα πόδια.
Στο δρόμο νόμιζα πως ο Σοφοκλής με κυνηγούσε και ένιωθα τα πόδια μου να χτυπάνε στον πισινό μου.
Όταν έφτασα στο σπίτι της γιαγιάς μου, κοίταξα πίσω και ησύχασα. Δε με κυνηγούσε κανείς. Περίμενα λίγο να πάρω ανάσα και φώναξα τη γιαγιά μου.
«Καλά, βρε πιδί μ’, δεν έ’εις σκολειό;»
«Όχι, ήταν πρώτη μέρα και μας διώξαν νωρίς».
Τις υπόλοιπες μέρες απορούσα πώς βρήκα αμέσως τη δικαιολογία.
Την άλλη μέρα πήγα κανονικά. Πρώτα όμως διαπίστωσα ότι δεν τους είχαν δείρει. Κάναμε και γυμναστική. Δε μας έφτανε η δουλειά στα χωράφια.
Εκεί άκουσα για πρώτη φορά από το Σοφοκλή να λέει το παράγγελμα «Στροοοοοφή πααααλαμών».
Εγώ ο έρμος άκουσα στροφή παλαβών. Κοίταξα αυθόρμητα γύρω μου να δω ποιος παλαβός θα κάνει στροφή.

Αστέρης Μαυρουδής, Η πρώτη μέρα, από τη συλλογή διηγημάτων Η ατυχία, Κέδρος 2017

Φωτό: Robert Doisneau, Εξώφυλλο: Κώστας Σιαφάκας

 

Γιάννης Τσίγκρας, Στην πάντα του τοίχου

Ο ήρωας, ενίοτε, επινοεί το συγγραφέα.
Πρέπει να’ ναι κοντόχοντρος και αποτυχημένος
κυνηγός ακρίδων
στον κήπο του σπιτιού του, αφηγείται τις δυσκολίες του
σ’ ένα λοξό μενίρ, σα να προσεύχεται στην πέτρα.
Ο ήρωας είναι όμορφος και αλαζών,
ασκείται στις πολεμικές τέχνες,
τον περιτριγυρίζουν ωραίες γυναίκες
και μια μικρή αλεπού τρυπώνει στα μάτια του.
Το πρόβλημα είναι ότι ερωτεύεται
την Γκόλφω με το τρίγωνο κεφάλι, που κέντησε
η μητέρα του συγγραφέα, στην πάντα του τοίχου.

Artwork: Rusudan Khizanishvili

 

Αριστείδης Αντονάς, Ο Τρικέφαλος

.

Παρά το πλήθος των πληγών μου νιώθω ελαφρύς σαν πούπουλο. Πετάω με δύναμη το μαχαίρι ψηλά και το ακούω να πέφτει μακριά στα βράχια. Ανηφορίζω μέχρι τη ράχη του βουνού. Η θάλασσα φαίνεται τώρα ταραγμένη. Το κύμα αφρίζει εδώ κι εκεί. Παίρνω φόρα προς τα κάτω. Πετάω σχεδόν από βράχο σε βράχο όταν συνειδητοποιώ πως, με την ταχύτητα που έχω αναπτύξει, αποκλείεται να σταματήσω στην ακτή. Δίνω λοιπόν ένα σάλτο και βουτάω κουλουριασμένος στη θάλασσα. Χωρίς δυσκολία γδύνομαι μέσα στο νερό. Ξεπλένω τα χέρια και το πρόσωπό μου από το αίμα. Ύστερα βγαίνω έξω, μαζεύω την κερκέτη και πηδάω στο σκάφος. Στην κορυφογραμμή βλέπω τώρα τον αδελφό μου, που τον νόμιζα πνιγμένο. Παραπατάει. Πολεμάει να περπατήσει προς τον «Τρικέφαλο»,αλλά οι δυνάμεις που του απομένουν είναι λιγοστές. Δεν είναι μακριά ωστόσο. Τα χέρια του είναι βουτηγμένα στο αίμα. Βιαστικά κατευθύνομαι στο χειριστήριο. Βάζω τη μηχανή μπροστά. Βιδώνω το τιμόνι και βγαίνω στον στενό εξώστη της γέφυρας. Ο αδελφός μου κοντεύει να φτάσει τώρα στη θάλασσα και γονατίζει στην ακτή. Ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια του φωνάζει: « … ». Από τα λόγια του και από τις κραυγές του φθάνουν στα αυτιά μου μόνον ήχοι ακατάληπτοι και ασύνδετοι. Ήχοι που όσο απομακρύνομαι ακούγονται λιγότερο, για να χαθούν τελικά μέσα στον ρυθμικό θόρυβο της μηχανής, στα τριξίματα του σανιδώματος και στο βουητό του θαλάσσιου ανέμου, που καταβρέχει ξανά με άρμη το τζάμι του θαλάμου πλοηγήσεως.

Αριστείδης Αντονάς, Ο Τρικέφαλος, σελ. 117-118, εκδόσεις Στιγμή, 2001.

Αrtwork: Johann Fournier

 

Thomas Bernhard, Ξύλευση

.

Για την καθηγήτρια γυμνασίου Άνρα Σρέκερ έλεγαν πάντοτε και εννοούσαν πως είναι η αυστριακή Γερτρούδη Στάιν ή η αυστριακή Μάριαν Μουρ, ενώ εκείνη ήταν μολοταύτα πάντοτε μόνο η αυστριακή Σρέκερ, μια μεγαλομανής βιεννέζα τοπική συγγραφέας, και σκέφτηκα τώρα ότι η καθηγήτρια γυμνασίου Σρέκερ είχε αρχίσει κι αυτή να γράφει κατά τη δεκαετία του πενήντα και πήρε λίγο πολύ τον ίδιο δρόμο όπως η Τζίνι Μπίλροτ, συνεπώς το δρόμο που οδηγεί από το νεαρό ταλέντο στην αποκρουστική κρατική καλλιτέχνιδα, από τη συγγράφουσα επιγονική νεαρά στη συγγράφουσα επιγονική ματρόνα, το δρόμο της μετριότητας, όχι το δρόμο της ιδιοφυίας, καθώς τώρα σκέφτομαι, όπως λοιπόν η Τζίνι από την ιδεοληψία Βιρτζίνια Γουλφ, έτσι και η Σρέκερ από την ιδεοληψία Μάριαν Μουρ και Γερτρούδη Στάιν έφτασε στην πόζα Μάριαν Μουρ και Γερτρούση Στάιν.

Και οι δυο, η Τζίνι, καθώς και η Σρέκερ και ο σύντροφος της ζωής της, έκαναν στροφή από τα λογοτεχνικά τους αρχικά οράματα και τις αρχικές προθέσεις και τα αρχικά παθήματα πολύ σύντομα και δυστυχώς πολύ ουσιαστικά και μπήκαν στη βδελυρή τέχνη της κρατικής αγενούς οικειότητας ως λογοτεχνίας και έγιναν, και οι τρεις με τον ίδιο αποκρουστικό τρόπο, όμοιοι με τους πιο απίθανους δημοτικούς συμβούλους και υπουργούς και λοιπούς λεγόμενους υπαλλήλους του πνευματικού πολιτισμού και ξαφνικά, κατά τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, καθώς σκέφτομαι, πέθαναν για μένα εν μία νυκτί εξαιτίας της, εννοείται, έμφυτης σ’ αυτούς αδυναμίας χαρακτήρα και εν μία νυκτί, που λέει ο λόγος, έγιναν ακριβώς εκείνοι οι αντιπαθέστατοι και αποκρουστικοί άνθρωποι για τους οποίους μιλούσαν κάποτε οι ίδιοι με τη μέγιστη περιφρόνηση.

.

.

Η Σρέκερ, όπως και η Τζίνι έχουν προδώσει, σκέφτομαι, με την αγενή τους οικειότητα με τον κρατικό μηχανισμό, που μου έγινε ξαφνικά οφθαλμοφανής, όχι μόνον τον εαυτό τους αλλά και ολόκληρη τη λογοτεχνία, καθώς τότε σκέφτηκα και καθώς σήμερα σκέφτομαι, και αυτό δεν τους το συγχωρώ και ουδέποτε και δεν είναι σαφές ποια απ’ τις δυο με τη μεγαλύτερη χαμέρπεια. Ίσα ίσα στη βρόμα για την οποία πάντοτε ηθικολογούσαν μπροστά μου κατά τη δεκαετία του πενήντα, λέγοντας πως είναι η πιο μεγάλη και η πιο αηδιαστική, ξαφνικά, ήδη κατά τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, η Τζίνι Μπίλροτ, όπως και η Άννα Σρέκερ, με τον αποκρουστικό καιροσκοπικό τους τρόπο, έχουν κι οι ίδιες απερίσκεπτα κυλιστεί. Στο κράτος, που κι οι δυο τους κατά τη δεκαετία του πενήντα, συνεπώς όταν ήμουν στα είκοσι κάτι μου, μου το παρουσίαζαν πάντοτε ως ακαταμάχητη δυστυχία για τον ανυποψίαστο λαό μας, όπως και πραγματικά είναι μέχρι σήμερα, καθώς πρέπει να πω, υποτάχτηκαν ανενδοίαστα ήδη από τις αρχές τις δεκαετίας του εξήντα, του παραδόθηκαν με προδοτικό τρόπο, σκέφτομαι.

Thomas Bernhard, Ξύλευση, μτφρ.: Bασίλης Τομανάς, σελ. 185-186, Εξάντας 1996

Πίνακας:Mike Waralld

 

Thomas Bernhard, Ξύλευση

Και οι δυο τους, η Τζίνι Μπίλροτ, όπως και η Άννα Σρέκερ, ξαφνικά, κατά τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, αυτήν τη λογοτεχνική τους παραφροσύνη και αυτές τις λογοτεχνικές αρρώστιες τους, που τότε, κατά τη δεκαετία του πενήντα, ήταν πιθανόν πέρα για πέρα γνήσια παραφροσύνη και πέρα για πέρα γνήσιες αρρώστιες, τις μετέτρεψαν αιφνίδια σε πόζα, σε λογοτεχνική σκόπιμη πόζα, σε λογοτεχνική επιπλέον σκόπιμη πόζα για ανοιχτοχέρηδες πολιτικούς και σκότωσαν λίγο πολύ ανενδοίαστα εν μια νυκτί τη λογοτεχνία μέσα τους για χάρη της απόλυτα χαμερπούς κρατικής αργόμισθης ύπαρξής τους. Γιατί, βέβαια, θα πρέπει να τις χαρακτηρίσω και τις δύο εξευγενισμένες κρατικές αργόμισθες, που κατά τις αμέσως προηγούμενες δεκαετίες δεν άφησαν να τους ξεφύγει καμιά ευκαιρία, προκειμένου να επωφεληθούν καιροσκοπικά από το κράτος, που προηγουμένως επί τόσα χρόνια το λοιδορούσαν, και από τη διεστραμμένη ανοιχτοχεριά του και που γενικά τις έβλεπες κατά τα δεκαπέντε αυτά χρόνια παντού όπου υπήρχε κάτι να πάρεις, καθώς θα λέγαμε, και που δεν άφησαν αδειανές τις καρέκλες τους σε καμιά απολύτως επίσημη κρατική ή δημόσια γιορτή• προπάντων δε βρίσκονται, κάθονται όπου σ’ αυτήν τη χώρα εμφανίστηκαν και εμφανίζονται οι πολιτικοί με σακιά γεμάτα με κρατικό χρήμα, οι πολιτικοί που σ’ αυτήν τη χώρα διαχειρίζονται, που λέει ο λόγος, τον πνευματικό πολιτισμό με την πιο μεγάλη ατιμία και με την πιο ξεδιάντροπη κτηνωδία.

Thomas Bernhard, Ξύλευση, μτφρ.: Bασίλης Τομανάς, σελ. 187-188, Εξάντας1996 Πίνακας: Gerda Wegener

 

 

Thomas Bernhard, Ξύλευση

Φάνηκε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του εξήντα ότι οι δυο μου μεγάλες ποιήτριες των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του πενήντα, που τις είχα λίγο πολύ θεοποιήσει, δεν ήταν μολαταύτα τίποτε άλλο παρά δύο μικροαστές που έγραφαν στο χαρτί μόνο την ψευδολόγο οικτρότητα της σκέψης τους• τώρα κάθονται απέναντί μου και οι δυο και μου φαίνονται μόνο και μόνο τα δυο θηλυκά βιεννέζικα εκτρώματα της αυστριακής λογοτεχνίας, αντιπαθέστατες η μία δίπλα στην άλλη μέσα στην επηρμένη λογοτεχνική παντοδυναμία τους. Η Μάριαν Μουρ και η Γερτρούδη Στάιν και η Βιρτζίνια Γουλφ της Βιέννης κάθονται εκεί, σκέφτηκα, και δεν είναι τίποτε άλλο παρά μικρές, ελαφρόμυαλες, φιλόδοξες κρατικές αργόμισθες, που έχουν προδώσει τη λογοτεχνία και την τέχνη εν γένει για ένα δυο γελοία βραβεία και ένα εξασφαλισμένο εισόδημα και που συναναστρέφονται το κράτος και το συρφετό των υπαλλήλων του για θέματα πολιτισμού και που στο μεταξύ μετέτρεψαν με ίση ατιμία το επιγονικό τους κιτς σε έξη, όπως και το ανέβασμα στις σκάλες των υπουργείων που δίνουν επιχορηγήσεις.

Πώς βροντοφώναξε πάντοτε η Σρέκερ εναντίον της λεγόμενης Συγκλήτου της τέχνης, ναι, άφριζε απ’ τον θυμό της και μολαταύτα πριν από ένα χρόνο άφησε να την τιμήσει αυτή η ίδια Σύγκλητος της τέχνης με το λεγόμενο Μεγάλο Αυστριακό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Είναι ήδη πολύ αντιπαθητικό να πρέπει να βλέπεις, σκέφτηκα, πως άνθρωποι όπως η Σρέκετ και η Μπίλροτ φορτώνονται ξαφνικά σ’ εκείνον ίσα ίσα τον τέως πρόεδρο και νυν επίτιμο πρόεδρο της λεγόμενης Συγκλήτου της τέχνης, τον οποίο επί δεκαετίες εξύβριζαν για τη βδελυρότητα και τη βλαβερότητά του, μόνον επειδή απ’ αυτόν τον πρόεδρο και επίτιμο πρόεδρο της λεγόμενης Συγκλήτου της τέχνης θέλουν να τους απονεμηθεί το λεγόμενο Μεγάλο Αυστριακό Κρατικό Βραβείο, ξαφνικά, εντελώς ανενδοίαστα συναναστρέφονται ίσα ίσα αυτόν τον άντρα κι αυτούς τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του, που , καθώς λέγεται, χορηγούν αυτό το βραβείο και το χρηματικό ποσό που συνδέεται μ’ αυτό.

Επί δεκαετίες ολόκληρες αυτός ο πρόεδρος της Συγκλήτου της τέχνης ήταν και για τις δυο τους μόνο ένα σιχαμερό πρόσωπο, τώρα τον αγκαλιάζει ξαφνικά η Σρέκερ στη λεγόμενη αίθουσα ακροάσεων του Υπουργείου Πολιτισμού με την επιταγή στο χέρι και εκφωνεί κι ένα ακαλαίσθητο ευχαριστήριο λογύδριο. Ενενήντα χρονών είναι σήμερα αυτός ο τέως πρόεδρος και νυν επίτιμος πρόεδρος της αυστριακής Συγκλήτου της τέχνης και εξακολουθεί μονίμως να εξαρτάται μόνο απ’ αυτόν το ποιος σ’ αυτή την χώρα θα τιμηθεί με την ύψιστη τιμητική διάκριση και ποιος όχι• απ’ αυτόν τον αμβλύνουν, άξεστο, αρχικαθολικό καταχραστή της τέχνης, που είναι από πολλές δεκαετίες ο μεγαλύτερος ρυπαντής πολιτισμικού περιβάλλοντος απ’ όλους σ’ αυτήν τη χώρα, σκέφτομαι, και τελικά η Σρέκερ, με το βραβείο της στο χέρι, τον φίλησε και στο μάγουλο, πράγμα που με αναγουλιάζει και μόνο που το σκέφτομαι. […]

Η Σρέκερ και ο σύντροφος της ζωής της και η Μπίλροτ είναι, ναι, μόνο τρία παραδείγματα του λεγόμενου γενικού καλλιτεχνικού κόσμου στην Αυστρία. Καλλιτεχνικότητα θα πει στην Αυστρία για τους περισσότερους να καταντάς εξαρτημένος από το άσχετα ποιο κράτος και ν’ αφήνεσαι να σε συντηρεί εφ’ όρου ζωής. Η αυστριακή καλλιτεχνικότητα είναι ένας χυδαίος και ψευδολόγος δρόμος του κρατικού καιροσκοπισμού, που στρώνεται με υποτροφίες και βραβεία και επιστρώνεται με παράσημα και τιμητικές διακρίσεις και καταλήγει σε έναν τιμητικό τάφο στο κεντρικό κοιμητήριο. Η Σρέκερ, που δεν είναι ικανή ν’ αναπτύξει μια απλή σκέψη και που από δεκαετίες έχει γράψει μόνον ανοησίες, αξίζει ως διανοούμενη συγγραφέας όσο ακριβώς η Μπίλροτ, που είναι πολύ κουτότερη, σκέφτομαι, σκέφτηκα• το γεγονός αυτό είναι χαρακτηριστικό όχι μόνο της παρούσας ξεπεσμένης αυστριακής πνευματικής ζωής μας, αλλά και της συνολικής πνευματικής ζωής εν γένει.

Thomas Bernhard, Ξύλευση, μτφρ.: Bασίλης Τομανάς, σελ. 190-191, Εξάντας 1996

Artwork: Sebastian Picker

 

 

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο

Είμαι, λόγου χάρη, τρομερά εγωπαθής. Είμαι φιλύποπτος και εύθικτος, σαν καμπούρης ή σα νάνος, μα, σας βεβαιώνω, μου ’τυχαν κάτι τέτοιες στιγμές, που, αν τύχαινε να μου ’διναν μια φάπα, ίσως να ευχαριστιόμουν γι’ αυτό. Μιλάω σοβαρά: ασφαλώς θα μπορούσα να ’βρισκα και εδώ ένα είδος απόλαυσης. Εννοείται την απόλαυση της απόγνωσης, μα και στην απόγνωση υπάρχουν οι πιο καυτερές απολαύσεις, ιδίως όταν πια νιώθεις βαθιά το αδιέξοδο της κατάστασής σου. Όταν όμως κάποιος φάει μια φάπα, τότε κατακλύζεται από την επίγνωση της ταπείνωσης. Το κυριότερο δεν είναι, όπως κι αν τα πω, ότι το ίδιο συμπέρασμα βγαίνει: πως πάντα εγώ βγαίνω πρώτος φταίχτης σ’ όλα και, σαν να λέμε, κατά τους νόμους τους φυσικούς. Γιατί, εν πρώτοις, φταίω με το να είμαι σοφότερος απ’ όλους όσοι με περιτριγυρίζουν. (Θαρρούσα πάντα τον εαυτό μου πιο σοφό απ’ όλους γύρω μου και κάποτε μάλιστα, όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, στενοχωριόμουν γι’ αυτό. Τουλάχιστον, σ’ όλη μου τη ζωή κοίταζα κάπως πλάγια και ποτέ δεν μπόρεσα να κοιτάξω τους ανθρώπους κατάματα.) Και τέλος πάντων φταίω, γιατί, κι αν είχα μεγαλοψυχία, αυτή μονάχα αύξαινε το μαρτύριό μου απ’ τη συναίσθηση τού πόσο ανώφελη ήταν. Βλέπετε, ασφαλώς, τίποτε δεν θα μπορούσα να ’κανα με τη μεγαλοψυχία μου. Μήτε να συγχωρέσω, γιατί κείνος που με πρόσβαλε, μπορεί να το ’κανε σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, κι αυτούς πώς να τους συγχωρέσει κανείς; Μήτε να ξεχάσω, γιατί, όσο και να ’ναι φυσικοί νόμοι, η προσβολή είναι προσβολή. Τέλος, κι αν ακόμη ήθελα να μην είμαι μεγαλόψυχος, αλλά απεναντίας πεθυμούσα να εκδικηθώ κείνον που με πρόσβαλε, ούτε τότε θα μπορούσα να εκδικηθώ κανέναν, γιατί, βέβαια, δεν θα τολμούσα να κάνω κάτι, κι αν ακόμη μπορούσα.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο, μτφρ.: Kοραλία Μακρή, Eκδόσεις Γκοβόστη, 2014 

Φωτό: Leonard Freed