RSS

Daily Archives: 13/04/2017

Νίκος Σταμπάκης, To διπλό δωμάτιο

 Το πήρε ποδαράτο μέχρι το σπίτι. Ήταν αργά, η κυρία Ρόζα θα κοιμόταν. Έκαμε λάθος στο κλειδί, λογικό άλλωστε, αφού το είχε περάσει στο ίδιο μπρελόκ μ’ εκείνο του αθηναϊκού διαμερίσματός του. Ήλπισε να μην την ξυπνήσει με το θόρυβο κι έβαλε το δεύτερο κλειδί. Προχώρησε προς στο βάθος, έστριψε δεξιά και μπήκε στην κουζίνα. Ψαχούλεψε στ’ αριστερά του μέχρι που βρήκε το διακόπτη και τον πάτησε. Το δωμάτιο λούστηκε σε μουντό φως. Αισθάνθηκε σαν να βρισκόταν σε νοσοκομείο. Άνοιξε το ψυγείο, όπου ανακάλυψε δυο-τρεις μπουκάλες γάλα, μουστάρδες, μαρμελάδες και βούτυρα. Ούτε ίχνος από αλκοόλ. Ένα λευκό, παγωμένο πιάτο σκεπασμένο με χρυσόχαρτο κίνησε την προσοχή του. Το έβγαλε, το ακούμπησε στο τραπέζι κι αφαίρεσε το χρυσόχαρτο. Το φαγητό ήταν κρέας με πατάτες στο φούρνο. Οι πατάτες είχαν μετατραπεί σε μιαν αηδιαστική, άμορφη μάζα, σαν ξερατά. Όσο για το κρέας, αυτό ήταν πιθανότατα αρνί. Χαμήλωσε το πρόσωπό του και το μύρισε. Έκαμε ένα μορφασμό. Ήταν σίγουρα αρνί. Κάλυψε πρόχειρα το πιάτο με το χρυσόχαρτο, το ξανάβαλε στο ψυγείο και μπήκε στο σαλόνι. Πλησίασε το τραπεζάκι, πήρε τη φωτογραφία στα χέρια του και την εξέτασε στο φως που έμπαινε από την κουζίνα. Η μορφή τού φαινόταν ακόμη πιο γνωστή απ’ όσο την προηγούμενη φορά. Για ένα κλάσμα δευτερολέπτου νόμισε πως η πόζα είχε αλλάξει ανεπαίσθητα. Αισθάνθηκε μιαν ανεξήγητη υγράδα στα μάτια. Τέλος, άφησε τη φωτογραφία στη θέση της, έσβησε το φως της κουζίνας κι ανέβηκε στο δωμάτιό του.

Προχώρησε προς την μπαλκονόπορτα και την άνοιξε. Ψαχούλεψε στην τσέπη του μπουφάν του κι ανέσυρε τα τσιγάρα και τον αναπτήρα. Έβγαλε το μπουφάν και το πέταξε στο κρεβάτι. Βγήκε στο μπαλκόνι κι άναψε τσιγάρο. Δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό που τον ανησυχούσε ξαφνικά τόσο πολύ. Ναι, από μιαν άποψη έφταιγε σίγουρα η πείνα, που επανερχόταν τώρα που το αηδιαστικό κρύο αρνί βρισκόταν σε απόσταση ασφαλείας. Όμως, δεν ήταν μόνο αυτό. Τώρα που η ματιά του αγκάλιαζε όλη την έκταση του μικρού δρόμου, του φαινόταν ότι η θέα μεταβαλλόταν σταδιακά. Σάμπως τα κτίρια να πάλιωναν, να μίκραιναν, σαν η θέα του φεγγαριού που ξεπρόβαλλε ανάμεσα στις στέγες να είχε στοιχειώσει μιαν οθόνη κατά την προβολή παλιάς γερμανικής ταινίας. Νόμισε πως στο γραφείο τον περίμεναν βιβλία, παράξενων σχημάτων και χρωμάτων, με σελίδες από ρυζόχαρτο, ή λείες και κατάμαυρες, γεμάτες καβαλιστικά σχήματα κι όλων των ειδών τ’ ακατονόμαστα συμπλέγματα. Νόμισε πως έπρεπε να καθίσει κατεπειγόντως στο γραφείο του και να ξενυχτήσει δοκιμάζοντας τα κλειδιά μιας λησμονημένης γνώσης. Νόμισε πως ο άνεμος του έφερνε ψιθύρους. Ξαφνικά, η απρόσμενη θέα μιας γνωστής σιλουέτας που πλησίαζε αργά, σαν να προφυλαγόταν, τον αφύπνισε. Κοίταξε το ρολόι του: ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Δεν χωρούσε αμφιβολία: επρόκειτο για την κυρία Ρόζα. (…)

Νίκος Σταμπάκης, Το διπλό δωμάτιο, μυθιστόρημα, Φαρφουλάς 2013

Πίνακας: Jos van Riswick

.

 

Tags:

Iφιγένεια Σιαφάκα, Το τραγούδι του λύγκα

Θυμάμαι τη γιορτή του πατέρα, που ως επί το πλείστον έπεφτε τη δεύτερη μέρα του Πάσχα, πράγμα που αποτελούσε ιδιαιτέρως ευτυχή συγκυρία για την οικογένειά μας, καθώς δινόταν η ευκαιρία στον Αηδονοπάτη να έχει αντικείμενο ενασχόλησης που ταίριαζε στο χαρακτήρα και στα ενδιαφέροντά του. Εκτόνωνε δηλαδή την πλεονάζουσα επιθετικότητά του στις σφαγές των αμνών και των πουλερικών, στα ξεκοιλιάσματα, στα ξεπουπουλιάσματα, στα βρασίματα, στα σουβλίσματα, στον καθαρισμό των αιμοσταγών υπολειμμάτων των θυμάτων και στην τροφοδοσία των πυρών με ξύλα, τα οποία πετσόκοβε μ’ ένα τεράστιο τσεκούρι.Έτσι είχαμε ησυχία, και τι χαρούμενος που ήταν εκείνες τις ημέρες ο πατέρας! Μετά ακολουθούσε η μεγάλη ημέρα της γιορτής. Στρωνότανε τραπέζι δεκαπέντε μέτρων. Κάποτε μάλιστα στρώθηκε τραπέζι πενήντα δύο μέτρων, καθώς ο πατέρας ανήκε στις αρχές του τόπου – διατελούσε Πρόεδρος την εποχή εκείνη. Από τις πρωινές ώρες σειόταν ο τόπος όλος με τα σουξέ δημώδη άσματα του απανταχού ελληνισμού.

Έτσι, η μέρα, όπως άλλωστε ήταν φυσικό, ξεκινούσε με το ειδησεογραφικό ανακοινωθέν «μπήκαν, ωρέ… μπήκαν τα γίδια στο μαντρί, τα πρόβατα στη στρούγκα, χρυσούλα μ’ κι αδελφούλα μ’». Κι αφού τα γιδοπρόβατα είχαν διασφαλίσει, κι ευτυχώς, το privacy τους, οι κάμερες στρέφονταν προς αναζήτηση βοράς κουτσομπολιού στους ανυποψίαστους περιπατητές της περιοχής «το παπάκι πάει, καλέ παπί, το παπάκι πάει στην ποταμιά!» Ο Αηδονοπάτης έκαιγε το πελεκούδι σέρνοντας το χορό μες στον ιδρώτα και με το χέρι σηκωμένο να φασκελώνει τη λιακάδα, ενώ παράλληλα εκτόξευε στους καλεσμένους λιπαρά κομματάκια μουλιασμένης τροφής κάθε που χαλάρωνε το κέφι του πάνω σε σφ..σφ και τσ…τσ.
Με ενοχλούσε. Υπέφερα από αυτόν τον χύμα αλλά λεβέντικό του προσανατολισμό, από αυτήν τη συμπαιγνία του αποσυντιθέμενου και σθεναρού ταυτόχρονα φρονήματος. Με μπέρδευε. Και μπερδευόμουν ακόμη περισσότερο όταν ερχόταν εκείνη η μεγάλη ώρα όπου τα κλαρίνα θα ’παιζαν τις δύο στερεότυπες παραγγελιές του. «Μου παρή… το χαιδεμένο μου», ξεκίναγε ο τραγουδιστής, «μου παρή… παρήγγειλε τ’ αηδόνι με το πε… το πετροχελιδόνι να του πλέ… να του πλέξω τη φωλιά του με τα χρυσοπούπουλά του» και «γεια σου, μαστρο-Ιορδάνη», φώναζε ο πατέρας, «όλα τα πουλάκια κι αμάν κι αμάν, όλα τα πουλάκια ζυγά ζυγά, τα χελιδονάκια ζευγαρωτά, το ’ρημο τ’ αηδόνι το μοναχό… το ’ρημο τ’ αηδόνι το μοναχό περπατάει στους δρόμους καμαρωτό». Και «σφ…σφ…» και «τσ…τσ…» και «άντε να καούν τα κάρβουνα μαστρο-Ιορδάνη!»

Εγώ δεν έλεγα τίποτα, μόνο αναγούλες στο στομάχι. Είχα ακούσει κι εκτιμήσει το «η σιωπή είναι χρυσός» κι έκανα το κόσμημα. Βοηθούσα όσο μπορούσα, συμμετέχοντας διπλωματικά στην αποφυγή των στραβοτιμονιών• περιφερόμουν με τα κρεατικά, τα τυριά, τα αυγά και τις πίτες στις πιατέλες, και το στομάχι μου έφερνε τούμπες. Ακόμη και τώρα όταν αντικρίζω τυρόπιτα ή λαχανόπιτα και κοκορέτσια ή αρνιά μού γυρνάνε τα έντερα, η αυγουλίλα είναι ικανή να με οδηγήσει σε κρίση πανικού. Το Πάσχα πηγαίνω διακοπές σε χώρες μουσουλμανικές. Πέρυσι είχα πάει στο Μαρόκο. Είμαι χορτοφάγος και μου αρέσουν τα ψαρικά, κυρίως οι σαρδέλες…

Λοιπόν, έστελνα ευχές στους συνδαιτυμόνες με φορεμένα το σιφόν χαμόγελο βγαλμένο απ’ τη ναφθαλίνη, τα αναστάσιμα ρούχα επιλογής Χαρίκλειας και τα βραχιόλια της γιαγιάς Τριανταφυλλιάς, δωρισμένα για τέτοιες περιστάσεις, που ασφαλώς είχαν κάποια συναισθηματική αξία και δε με βάραιναν διόλου. Η αλήθεια είναι ότι άρχιζα λιγάκι να σιγοκουνιέμαι με κάποια κακεντρέχεια, όταν μετά τα αηδονοάσματα-παραγγελιές του πατέρα γάζωνε τον αέρα το «ένα πουλί, μάνα μου, μαντζουράνα μου, μάνα μ’, ένα πουλί απ’ το χωριό μας…». Ένα πουλί απ’ το χωριό μας «φεύγει για καλό δικό μας», κρυφομουρμούριζα, αλλάζοντας τα λόγια, «φεύγει και, μάνα μου, μάνα μου, μαντζουράνα μου… και πάει στα ξένα, ξένα και ξενιτεμένα!» Ανάθεμά σας, κι έσπαγα και καμιά πιατέλα, αλλά μου το συγχωρούσαν, γιατί κι εκείνοι σπάζανε ό,τι βρίσκανε μπροστά τους. Κατά τ’ άλλα μέρα ήταν, θα περνούσε…

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το τραγούδι του λύγκα, μυθιστόρημα (Προοίμιο προσώπων/Η κασέτα), Γρηγόρης 2011

Πίνακες: Mirjam Appelhof

.

 

Tags:

Bασίλης Καραβίτης, Μήπως και η επιβίωση έγινε αφόρητο άθλημα;

.

Αφού αφανίζονται ραγδαία όλες οι επιθυμίες μας, ποια ορμή
αντίρροπη μάς απομένει για ένα άλλο σκηνικό ζωής;

Μιας ζωής που από καιρό ισορροπεί μεταξύ ανίας και άπνοιας,
παλινδρομώντας σε τυφλά αδιέξοδα που αργά μάς ρημάζουν.

Κι οι παλιές ευαίσθητες αντένες μας, ναρκωμένες τώρα,
αδυνατούν να συλλάβουν μια φιλάνθρωπη όψη των πραγμάτων

κι αν την επινοούν, ποιο το όφελος όταν ο κόσμος που τα
συνέχει μάς απορρίπτει πάντοτε σαν ξένο, απόβλητο σώμα;

Bασίλης Καραβίτης, Μήπως και η επιβίωση έγινε αφόρητο άθλημα; σελ. 40 από τη συλλογή Βίος απορητικός, Κέδρος 2005

Αrtwork: Bogomir Krajnc 758

.

 

 

Σταύρος Σταυρόπουλος, Ανθρώπων Πάσχα

Αυτή η εβδομάδα είναι η Μεγάλη. Η σεξουαλικότητα ως αποτέλεσμα πτώσης του ανθρώπου. Το μήλο. Η φθορά, η αμαρτία, ο θάνατος. Ως παράγωγα μιας ανυπακοής. Κατάνυξη. Αυθόρμητη ανάγκη, ορμέμφυτη. Η επιστήμη μετεξεταστέα. Μυστικός Δείπνος. Κάποιοι Ιούδες. Εκκλησία με συγγενείς, χωρίς εκκλησία. Ευαγγέλια. Τέσσερα ή περισσότερα. Κεράκια. Το φιλμ του Τζεφιρέλι. Ένα ιερό πτώμα. Ανέστη εκ νεκρών. Ο Χριστιανός είναι πιστός ή το αντίθετο; Τότε η αγάπη δεν είναι Χριστιανική. Τι είναι αγάπη; Γεμάτα σταχτοδοχεία. Η σταύρωση. Η μεταφυσική αναζήτηση. Οι ιστορικές αποδείξεις, τα θαύματα. Εγγυημένες βεβαιότητες. Τα πατροπαράδοτα έθιμα. Η άνοστη μαγειρίτσα. Το καημένο αρνί. Τα κόκκινα αυγά. Το κόκκινο κρασί. Η κόκκινη κάρτα. Σε όλους. Το αίμα.
Περιφέρω τον επιτάφιό μου. Αγόγγυστα, όπως ο Χριστός. Ως που επιτρέπεται να φτάσουμε; Η απελπισία συνώνυμο της αυτογνωσίας. Ιησούν ή Βαραβάν;
Όταν ήμουν παιδί περίμενα το Πάσχα για να διακόψω απ’ το σχολείο. Έβαζα τα καλά μου. Αργότερα, για να διακόψω απ’ τη δουλειά. Τώρα το περιμένω για να διακόψω απ’ τη θρησκεία. Να διακόψω από το δόγμα, τον ορισμό, την a priori παραδοχή. Οι αλήθειες ζουν λίγο. Κυρίως, σε παιδικά σώματα. Σ’ αυτά μπορούν και αναπτύσσουν τις λογικές τους. Μεγαλώνοντας, χρειάζεσαι περισσότερο την προστασία που σου παρέχουν οι θεσμοί και λιγότερο την προστασία που σου προσφέρει η πίστη. Συχνάζεις στην κοινωνία, όχι στους ουρανούς. Πίστευε και μη ερεύνα. Αυτό είναι ένθεο; Ιερό;
Ο Θεός είναι παντού. Και στον ουρανό. Τις νύχτες, όταν καμιά φορά τον χρειάζομαι, ανοίγω τα σύννεφα σαν ακορντεόν και τον βλέπω. Συζητάμε για λίγο, σε θερμό κλίμα. Έχει ασημί γένια και παιδικό χαμόγελο. Κάνει με το ξυλαράκι του κάτι γρατσουνιές που μοιάζουνε με αστέρια. Βάζω ένα στη τσέπη μου, υπάρχουν πολλά. Να προσέχεις μου λέει. Με βάζει να το υποσχεθώ.
Βρέχει, αλλά εγώ δεν βρέχομαι. Είναι κι αυτό ένα θαύμα.
Απ’ τα ακαταχώριστα. Τα ιδιωτικά

.Φωτό: Joel-Peter Witkin

.

.

 

 

Αστέρης Ν. Μαυρουδής, Η πρώτη μέρα

Τον καιρό εκείνο ο δάσκαλος ήταν φόβητρο. Αυτός κι ο Σκουφάς ο δικηγόρος στο Ζαγκλιβέρι. Δάσκαλο είχαμε το Σοφοκλή, Θεός σχωρέσ’ τον. Πολύ καλός, μας έκαμνε θεατρικές παραστάσεις, γυμναστικές επιδείξεις, έπαιζε βιολί και του αρέσαν τα παστά. «Αύριο να με φέρεις ένα ληστή». Τα ληστιά ήταν παστά λιμνίσια ψάρια. «Δε σε φέρνω». «Να με φέρ’ς, γινατατζή, άλλ’ φορά δε σε δέρνου». Άμα δεν είχε όρεξη για ξυλιές ή μάθημα, έπιανε το βιολί. Έπαιζε τρεις νότες τσιφτετέλι συνέχεια το ίδιο. «Άλλαξι, κύριε, σκουπό, όλο του ίδιο παί’ειζ». Έπιανε άλλο τόνο και έπαιζε το ίδιο. Στο τέλος έπαιρνε χειροκρότημα και έκαμνε υποκλίσεις. Και γελούσαμε όλοι, και ο δάσκαλος μαζί μας. Πώς να περάσει ο χρόνος στο χωριό; Κάτι τέτοιες στιγμές ήταν βάλσαμο για τις ψυχές μας και ξεχνούσαμε τη φτώχεια.
Πρώτη μέρα θα πήγαινα σκολειό. Χτύπησε το καμπανούδι και ξεκίνησα. Το κάλεσμα στο σκολειό γινόταν με καμπανούλα. Με το κοντό παντελονάκι και την καινούργια σάκα. Νηπιαγωγεία και τέτοια δεν είχαμε.
Έφτασα τρομοκρατημένος απ’ αυτά που μας φοβέριζαν μικροί-μεγάλοι: «Δε θα πας στο σκολειό, θα σε κανονίσει ο δάσκαλος». Εκεί μαζεμένοι και άλλοι που πήγαιναν για πρώτη φορά. Πολλές φωνές, τρεξίματα, παιχνίδια, και να… το μικρό καμπανάκι χτύπησε. Ουρλιαχτά από τους μαθητές που έτρεξαν να μπουν στη γραμμή. Οχ, είπα μέσα μου, τους μαζεύουν, τους βάζουν στη σειρά και τους δέρνουν. Καλά, δεν τους φτάνει το ξύλο που τρων σπίτι τους; σκέφτηκα. Οι παλιοί μπήκαν αμέσως στη σειρά. Οι υπόλοιποι μείναμε πίσω απορώντας και τρομοκρατημένοι. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο.
Βγήκε ο Σοφοκλής με μια βέργα στο χέρι. Οχ, ξανασκέφτηκα, αυτός ήρθε προετοιμασμένος. Είχα ακούσει τόσο πολλά, είχα δει χέρια πρησμένα από τις βέργες. Έκανα λίγα βήματα πίσω.
«Αυτοί που πάνε πρώτη να ’ρθουν και να κάνουν εδώ μια σειρά».
Πριτς, σκέφτηκα και το ’βαλα στα πόδια.
Στο δρόμο νόμιζα πως ο Σοφοκλής με κυνηγούσε και ένιωθα τα πόδια μου να χτυπάνε στον πισινό μου.
Όταν έφτασα στο σπίτι της γιαγιάς μου, κοίταξα πίσω και ησύχασα. Δε με κυνηγούσε κανείς. Περίμενα λίγο να πάρω ανάσα και φώναξα τη γιαγιά μου.
«Καλά, βρε πιδί μ’, δεν έ’εις σκολειό;»
«Όχι, ήταν πρώτη μέρα και μας διώξαν νωρίς».
Τις υπόλοιπες μέρες απορούσα πώς βρήκα αμέσως τη δικαιολογία.
Την άλλη μέρα πήγα κανονικά. Πρώτα όμως διαπίστωσα ότι δεν τους είχαν δείρει. Κάναμε και γυμναστική. Δε μας έφτανε η δουλειά στα χωράφια.
Εκεί άκουσα για πρώτη φορά από το Σοφοκλή να λέει το παράγγελμα «Στροοοοοφή πααααλαμών».
Εγώ ο έρμος άκουσα στροφή παλαβών. Κοίταξα αυθόρμητα γύρω μου να δω ποιος παλαβός θα κάνει στροφή.

Αστέρης Μαυρουδής, Η πρώτη μέρα, από τη συλλογή διηγημάτων Η ατυχία, Κέδρος 2017

Φωτό: Robert Doisneau, Εξώφυλλο: Κώστας Σιαφάκας