RSS

Daily Archives: 03/04/2017

Γιώργος Δουατζής, Ο μουσουργός

Ήταν μία από τις μοναχικές μεσημεριάτικες βόλτες του Σαββάτου στην καρδιά του Λονδίνου. Το αλκοόλ που κυκλοφορούσε ακόμα στο αίμα μου από το γερό μεθύσι της προηγουμένης −κατά παράβαση της δέσμευσής μου να μην πίνω παρά μονάχα τα Σαββατοκύριακα− εξακολουθούσε να με κρατάει σε συναισθηματική διέγερση. Ασυναίσθητα, στάθηκα σε μια βιτρίνα καταστήματος που πουλούσε πιάνα. Κι αμέσως ήρθε στο μυαλό μου η φωνή της. Πεντακάθαρη σαν να ήταν δίπλα μου: «Έλα, Αλέξανδρέ μου, παίξε το τελευταίο τραγουδάκι που έμαθες. Δείξε μας πώς παίζεις πιάνο». Έβαλα τις παλάμες σφιχτά στα αυτιά μου. Η επίκληση της μητέρας μου εφιαλτική, επαναλαμβανόταν, τρυπούσε το μυαλό μου, διαπερνούσε τα σωθικά. Άρχισα να ουρλιάζω: «Φύγε επί τέλους. Γιατί με βασανίζεις πια; Φύγε. Δεν θέλω να υπάρχω πια για σένα. Φύγε, σου λέω».
Κατέβασα τα χέρια μου και συνειδητοποίησα ότι οι περαστικοί είχαν κοντοσταθεί και με κοίταζαν απορημένοι. Τους έστειλα ένα θυμωμένο βλέμμα και τους είδα να οπισθοχωρούν και να φεύγουν. Μετά από τούτο το ξέσπασμα, με κατέκλυσε ένα κύμα ηρεμίας. Σαν να είχα λύσει οριστικά τους λογαριασμούς μου με ένα αιχμηρό παρελθόν, σβήνοντας ένα πολύ ενοχλητικό σημάδι του. Γύρισα και πάλι τη ματιά μου στη βιτρίνα με τα πιάνα. Τα κοίταζα σαν έργα τέχνης, έτσι σιωπηλά που ήταν εκτεθειμένα, όμορφα, στιλπνά, σε αναμονή για να πάρουν ζωή από τα χέρια ενός καλλιτέχνη… Από τα χέρια μου; Από τα δικά μου χέρια;
Με έπιασε τρεμούλα. Ακίνητος τα κοίταζα, με την καρδιά μου να χτυπάει σε ξέφρενο ρυθμό. Όπως συναντάς ξαφνικά μετά από καιρό τον πρώτο ανικανοποίητο έρωτά σου, που τον απαρνήθηκες και είσαι φορτωμένος ενοχές. Σαν υπνωτισμένος μπήκα στο κατάστημα, δεν είπα ούτε καλημέρα στον ευγενέστατο υπάλληλο που ήρθε προς το μέρος μου, και κάθισα στο σκαμνάκι που βρισκόταν μπροστά από ένα πανέμορφο πιάνο με ουρά. Γύρισα το σκαμνί στον άξονά του να έρθει στο ύψος που ήθελα. Κάθισα, και το μυαλό μου γύρισε δεκαετίες πίσω, όταν τα παιδικά μου πόδια δεν έφταναν τα πεντάλ του πιάνου παρ’ ότι ρύθμιζα το σκαμνάκι στο χαμηλότερο σημείο. Άνοιξα με τρεμάμενα χέρια το καπάκι κι ακούμπησα τα χέρια μου στην ταστιέρα, άγγιξα με δέος και σεβασμό τα κόκαλα και πάτησα ελαφρά με το αριστερό μου πόδι τη σουρντίνα. Αναρωτήθηκα: Τι θα κάνω τώρα με τούτα τα ογδόντα οχτώ;
Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι σκεφτόμουν με πιανιστικούς όρους. Αυτούς που μου εξηγούσε ο καθηγητής μου στο πρώτο μάθημα πιάνου, όταν ήμουν παιδί: «Το πρώτο πιάνο εφευρέθηκε το 1711 από τον Μπαρτολομέο Κριστοφόρι. Ανήκει στα χορδόφωνα ή πληκτροφόρα όργανα. Η επιφάνεια με τα πλήκτρα λέγεται ταστιέρα, όπως λέμε τάστα την επιφάνεια με τις χορδές στην κιθάρα. Σουρντίνα ή ούνα κόρντα λέμε το αριστερό πεντάλ που το πατάς για να μειωθεί η ένταση του ήχου. Κόκαλα λέμε τα πλήκτρα, διότι παλαιά έφτιαχναν τα πενήντα δύο λευκά πλήκτρα από ελεφαντόδοντο και τα τριάντα έξι μαύρα από ξύλο εβένου. Με τον καιρό τα λευκά κιτρίνιζαν και μάλιστα υπήρχε η έκφραση αυτός κιτρίνισε σαν τα κόκαλα του πιάνου. Αργότερα, όταν απαγορεύτηκε το κυνήγι των ελεφάντων, τα πλήκτρα αντικαταστάθηκαν με πλαστικά. Τα ογδόντα οχτώ σημαίνουν το πιάνο επειδή έχει ογδόντα οχτώ πλήκτρα».
Η επιστροφή αυτή μου έφερε δάκρυα στα μάτια. Άρχισα να παίζω, στην αρχή αργά και αμέσως μετά με μεγάλη ένταση στα όρια της μανίας. Χτυπούσα τα πλήκτρα, κι ο ήχος με ταξίδευε κι έφευγα, έφευγα, ώσπου χάθηκαν χώρος και χρόνος. Ζούσα μια μορφή εξαΰλωσης, σαν να βυθιζόμουν στο αδιάστατο άπειρο. Περιέργως δεν τόλμησε να με διακόψει κανείς από τους υπαλλήλους. Πλημμύρισε δυνατούς ήχους το κατάστημα, υπάλληλοι και πελάτες με κοιτούσαν έκπληκτοι κι εγώ συνέχισα να παίζω με τα δάκρυά μου να πέφτουν πάνω στα πλήκτρα. Δεν ξέρω πόση διάρκεια είχε αυτό το… πέταγμα. Σταμάτησα να παίζω, σηκώθηκα απότομα και, πνιγμένος στους λυγμούς, βγήκα τρέχοντας από το κατάστημα στον απόηχο των χειροκροτημάτων των υπαλλήλων και των πελατών. Σίγουρα θα με πέρασαν για τρελό. Περπατούσα γρήγορα, σχεδόν έτρεχα. Περιπλανήθηκα με τις ώρες στους δρόμους κι έφτασα πεζός στο σπίτι μου, με τη βροχή να πέφτει αδιάκοπα. Βροχή καθαρτήρια. Ένιωσα να ξαναγεννιέμαι.

Γιώργος Δουατζής, Ο μουσουργός, μυθιστόρημα, εκδόσεις Στίξις, 2017

Artwork: Chiharu Shiota

.

.

 

Μαρσέλ Προυστ, Σχετικά με τον Μπωντλαίρ

Στην προμετωπίδα διαβάζουμε:

Τα θαυμαστικά του Oυγκό, οι διάλογοί του με τον Θεό, τόσος σαματάς, δεν αξίζουν όσα βρήκε ο φτωχός Μπωντλαίρ στη βασανισμένη μυχιότητα της καρδιάς και του κορμιού του.

Marcel Proust

[…] Κι επίσης δεν θα μπορούσα να σταματήσω ολότελα στη γνώμη του Πωλ Βαλερύ, που σ’ ένα αξιοθαύμαστο απόσπασμα από τον Ευπαλίνο βάζει αυτά τα λόγια στο στόμα του Σωκράτη (συγκρίνοντας μια προτομή, έργο κάποιου καλλιτέχνη, με ό,τι ασυνείδητα δημιούργησε ως γλυπτό η εργασία της θάλασσας πάνω στο βράχο στη διάρκεια των χρόνων): «Οι πεφωτισμένες πράξεις», λέει ο Βαλερύ, παίρνοντας το όνομα του Σωκράτη, «συντομεύουν τη διάρκεια που χρειάζεται η φύση. Και μπορούμε να πούμε, με κάθε ασφάλεια, πως ένας καλλιτέχνης αξίζει όσο χίλιοι αιώνες ή εκατό χιλιάδες ή κι ακόμα πιο πολύ». Αλλά εγώ θα απαντούσα στον Βαλερύ: «Αν τούτοι οι αρμονικοί ή στοχαστικοί καλλιτέχνες αντιπροσωπεύουν χίλιους αιώνες, σε σύγκριση με την τυφλή εργασία της φύσης, δεν συνιστούν οι ίδιοι, οι Βολταίρ, για παράδειγμα, έναν χρόνο αόριστο σε σύγκριση με κάποιον άρρωστο, έναν Μπωντλαίρ, ακόμη πιο καλά έναν Ντοστογιέφσκι, που μέσα σε τριάντα χρόνια, ανάμεσα στις κρίσεις της επιληψίας τους ή κάποιες άλλες, δημιουργούν όλο αυτό, από το οποίο μια σειρά χιλίων καλλιτεχνών, που είναι απλώς καλά στη υγειά τους, δεν θα μπορούσε να κάνει ούτε ένα εδάφιο.» […]

[…] Μερικά μακροσκελή ποιήματα είναι, κατ’ εξαίρεσιν, μέχρι τέλους διεκπεραιωμένα χωρίς αδυναμίες, όπως Τα γραΐδια αφιερωμένα μάλλον εξ’ αυτού, σκέπτομαι, στον Βικτόρ Υγκό. Αλλά αυτό το τόσο όμορφο κομμάτι, ανάμεσα σ’ άλλα, αφήνει μιαν οδυνηρή αίσθηση σκληρότητας. Παρ’ ότι γενικώς μπορεί να καταλαβαίνουμε τον πόνο χωρίς να είμαστε καλοί, δεν πιστεύω ότι ο Μπωντλαίρ ασκώντας σε αυτές τις δυστυχισμένες έναν οίκτο που παίρνει τόνους ειρωνικούς, θα είχε φανεί σκληρός μαζί τους. Δεν ήθελε ν’ αφήσει να φανεί η συμπόνια του, και αρκούνταν να εξάγει τον χαρακτήρα ενός τέτοιου θεάματος κατά τρόπον ώστε κάποιες στροφές να εμφανίζουν μια αποτρόπαιη και μοχθηρή ομορφιά.
On dansent sans vouloir danser pauvres sonnetes…
Je goutte a votre insu des plaisirs clandestins.
Ή και χορεύουν άθελα, σαν καμπανάκια κουδουνίζουν…
Κρυφήν απόλαυση απολαμβάνω σε άγνοιά σας

Υποθέτω κυρίως, πως ο στίχος του Μπωντλαίρ είναι τόσο δυνατός, τόσο ακμαίος, τόσο ωραίος, που ο ποιητής ξεπερνούσε το όριο δίχως να το καταλαβαίνει. Έγραφε γι’ αυτές τις δυστυχισμένες γριούλες τους πιο σφριγηλούς στίχους που γνώρισε ποτέ η γαλλική γλώσσα, χωρίς να σκεφτεί να γλυκάνει τον λόγο του, για να μη μαστιγώσει τις ετοιμοθάνατες, όπως ο Μπετόβεν μέσα στην κώφωσή του δεν κατανοούσε, γράφοντας τη συμφωνία με χορωδίες, πως οι νότες δεν είναι πάντοτε γραμμένες για το ανθρώπινο λαρύγγι, ούτε για να τις πιάνει το ανθρώπινο αυτί, πως αυτό θα έμοιαζε παντοτινά πως τραγουδιέται παράφωνα.

Μαρσέλ Προυστ, Σχετικά με τον Μπωντλαίρ, μτφρ. Μ.Παπουτσοπούλου, Εκδόσεις Κουκούτσι, 2017