RSS

Monthly Archives: July 2014

Ιωάννα Μουσελιμίδου, κριτική: Iφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες (e-περιοδικό Vakhikon)

 «Πώς το σφύριγμα ενός τρένου επιδρά σε μία σούπα; Τι σχέση μπορεί να έχει το ψεγάδι ενός σερβίτσιου με την επιλογή ενός παλτού; Με ποιον τρόπο το σώμα απαντά στη μνήμη και πώς η μνήμη καταγράφεται στο σώμα;». Πρόκειται για μερικά ερωτήματα- πλοηγούς, που συναντούμε στο οπισθόφυλλο και μας υποψιάζουν ως ένα βαθμό για τον παράδοξο κόσμο στον οποίο θα μας ταξιδέψει η συγγραφέας.

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα με αυτή τη συλλογή μάς συστήνεται ως διηγηματογράφος ικανή να κινείται ευέλικτα σε μια ευρύτητα και πολλαπλότητα εκφραστικών τρόπων και τεχνικών, αξιοποιώντας στοιχεία τόσο από τον υπερρεαλισμό και το παράλογο όσο κι από το παραμύθι και την αλληγορία, τον μαγικό ρεαλισμό ή ακόμη τον εσωτερικό μονόλογο και την ημερολογιακή καταγραφή. Το βιβλίο περιλαμβάνει 27 αφηγήματα, εκ των οποίων παραθέτω κάποιους ενδεικτικούς τίτλους: Η σούπα, Παθών πλεκτάνες, Η καρέκλα είναι τρύπια, Συμφωνική πρόβα φωνηέντων στα ξυπόλητα πόδια της Ισιδώρας Ντάνκαν και φυσικά Το πλεκτό στο τέλος του ομότιτλου βιβλίου, που ως καθοριστικό σημαίνον χαράζει όλες τις αφηγηματικές διαδρομές.


Στημόνι και υφάδι θαυμάσια δουλεμένα, ώστε να προκύπτει ένα πυκνό πλεκτό γλώσσας, πλοκής, γραφής, που όμως δεν επαναπαύεται στην καλή του όψη. Διπλώνεται, συστρέφεται, αναποδογυρίζει, επιτρέποντάς μας να δούμε και να αγγίξουμε την υφή των νημάτων, την περίτεχνη πλέξη τους, αλλά παράλληλα και τα ξεχειλωμένα, ξηλωμένα σημεία, τις ανάστροφες πλευρές, τις ανάδρομες πλέξεις, τις υπόγειες πλεκτάνες, πτυχές που υπηρετούν εξίσου, με τον ιδιάζοντα βέβαια τρόπο τους, την άρτια τεχνική της συγγραφέως.

«Μια γραφή με ανοιχτές ραφές», θα μπορούσαμε να πούμε, που αφήνουν τον αναγνώστη να εισχωρήσει και να συμμετάσχει στην ίδια τη διεργασία της. Παραπέμπω με την έκφραση αυτή και στο διήγημα Για τη ραφή και μόνον, που παρά τη μικρή του έκταση, ξετυλίγει ένα πλούσιο φάσμα σημασιοδοτήσεων. «Απόψε είπαν πως θα βρέξει, κι ο Χέρμπερτ αποφάσισε πως έπρεπε να φορέσει μόνον το παλτό του.(…) Για τη ραφή και μόνον του γιακά είχε αγοράσει τότε το παλτό.(…) ο Χέρμπερτ αποφάσισε πως θα φορέσω μόνον τη ραφή μου». Τη ραφή του γιακά του περιεργάζεται με προσοχή μπροστά στον καθρέφτη, σε ένα κάτοπτρο ουσιαστικά αυτοαναφορικότητας. Θα επανέλθω στο συγκεκριμένο διήγημα. Εξάλλου, η λέξη «γραφή» περικλείει μέσα της τόσο τη ραφή όσο και την αφή, αναπόσπαστα συστατικά της υφαντικής αυτής τέχνης.

Το κείμενο ως text(e)– ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός όρος αποδίδει σαφέστατα τη διάσταση αυτή της υφής και του υφαντού. Δομικό στοιχείο του αφηγηματικού κόσμου της Σιαφάκα είναι η γλωσσική ευρηματικότητα και υπαινικτικότητα. Ήδη ο τίτλος μάς εμπλέκει στο παιχνίδι αυτό ως συν-κοινωνούς, για να περιηγηθούμε στις σπειροειδείς τροχιές του. Η σύμβαση έχει κιόλας οριστεί. Κι ο αναγνώστης καλείται να κρατήσει ο ίδιος την πυξίδα στην παράξενη αυτή και γεμάτη ανατροπές κι εκπλήξεις περιπλάνηση.

Το πλεκτό της Σιαφάκα υφαίνεται με καμβά την έννοια του «περίπλοκου», που εισήγαγε ο μοντερνισμός. Πάλι σε ομόρριζες λέξεις και ομόλογα σημαινόμενα οδηγούμαστε, που καταλήγουν να συγκροτούν ένα στέρεα δομημένο σημειακό σύστημα με πλαίσιο αναφοράς όχι βέβαια μια ανύπαρκτη «αντικειμενική» πραγματικότητα, αλλά μια πραγματικότητα αλληλένδετη με την εκάστοτε ερμηνεία της. Υποκειμενικότητα, απροσδιοριστία, σύγχυση, ρευστότητα. Οι όψεις του θρυμματισμένου εγώ σε έναν αποσπασματικό, αντιφατικό κόσμο. Οι νοητικές και ψυχικές καταστάσεις προβάλλονται με τη μορφή οπτικών μεταφορών. Π.χ. το τσουγκρισμένο χείλος από το πορσελάνινο φλιτζάνι», ενθύμιο της μητέρας του Χέρμπερτ στο διήγημα Για τη ραφή και μόνον ή επίσης «το πηγούνι», που αγγίζει προσεκτικά να μη ραγίσει ο Λουκάς στη Σούπα. Κάθε λογική κατασκευή εγκαταλείπεται και δίνει τη θέση της στο παράλογο της εμπειρίας.

J

Artwork: Jonathan Wolstenholme

Τα πρόσωπα των διηγημάτων δεν σκιαγραφούνται ως «χαρακτήρες» με την κλασική έννοια του όρου. Αντίθετα, προβάλλουν αποδομημένα και συγκεχυμένα. Μας προσελκύουν να τα αποκρυπτογραφήσουμε και να συμπληρώσουμε την εικόνα τους μέσω της δικής μας πρόσληψης. Κυρίαρχο το ταραχώδες και διάχυτο εσωτερικό τοπίο, τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ φαντασίας και πραγματικού, η διάλυση, η απόγνωση, το αδιέξοδο. Βασικό γνώρισμά τους είναι ο ιδιότυπος, ρευστός ψυχισμός, που στέκεται στην κόψη του ξυραφιού. Το υπαρξιακό άγχος, η «αγωνία» κατά Κίρκεγκωρ, κρύβεται πίσω από ιδεοψυχαναγκασμούς και εμμονικές αγκυλώσεις.

Ακολουθεί μια πορεία πρωτεϊκών μεταμορφώσεων, για να συγκαλυφθεί το αβάσταχτο πρωταρχικό τραύμα. Επανέρχονται, δηλαδή, συχνά πανομοιότυπα μοτίβα και συμπεριφορές, όπως για παράδειγμα, η απαρέγκλιτη εστίαση στις λεπτομέρειες, η αμφιβολία ως προς την τήρηση της τάξης, η επανάληψη τυποποιημένων σκέψεων και ερμηνειών, ο αυτοεγκλεισμός σε μια περιχαρακωμένη, ψευδαισθησιακά «ασφαλή» ζωή. Και κατ’ επέκταση το μείζον ζήτημα ταυτότητας-ετερότητας, το ζεύγμα εγώ-οι άλλοι, η αρχετυπική σχέση των δύο φύλων. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα όσων αναφέρθηκαν προέρχεται από το διήγημα Τα κουτιά: «Η Τίγκυ νιώθει περήφανη γι’ αυτήν την εμμονή-λατρεύω αυτά τα μοκασίνια-, είναι ένα δείγμα σεβασμού στον κραταιό της χαρακτήρα. Όλα χορεύουν σταθερά: επιθυμίες, αντίληψη και σώμα συμπαγή, σφιχτοδεμένα (…) έχει δυο μόνον νυχτικά, ένα λευκό κι ένα γαλάζιο. όταν φοράει το λευκό, τραβάει την κουρτίνα με το αριστερό της χέρι, όταν φοράει το γαλάζιο, με το δεξί το χέρι, κι έτσι, ευφάνταστη στα χρώματα και στις συμβολικές απεικονίσεις, προσθέτει και κίνηση στο σώμα. Άλλωστε θαύμαζε, από παιδί, πολύ τις μπαλαρίνες.»

Αφηγηματολογικά, επιλέγεται κυρίως η γ’ πρόσωπη αφήγηση με εσωτερική εστίαση, που προσφέρει αφενός την απαραίτητη αποστασιοποίηση, επιτυγχάνοντας αφετέρου την έμφαση στην υποκειμενικότητα. Συχνά συναντούμε την τεχνική του ελεύθερου πλάγιου λόγου, στον οποίο δεν καθίσταται σαφές «ποιος μιλάει». Έτσι, η φωνή ακούγεται διφορούμενη, αταύτιστη, ανέστια, όπως ακριβώς ταιριάζει στην ψυχοσύνθεση των προσώπων. Παράλληλα, προς την ίδια κατεύθυνση, ενσωματώνονται και τρόποι του εσωτερικού μονολόγου. Η συγγραφέας καταφεύγει κάποιες φορές στην υποδόρια ειρωνεία ως μέσο για κοινωνικοπολιτική κριτική, στοχεύοντας κυρίως στις απροκάλυπτες ή αδιόρατες μορφές εξουσίας και εκμετάλλευσης, θίγοντας ακόμη και το λεπτό θέμα της ενδοοικογενειακής βίας.Η συλλογή περιλαμβάνει και μερικά κείμενα που θυμίζουν πεζόμορφα ποιήματα, όπως Η ερωτική οικονομία, Το ρόδι, με έντονη συνειρμική ροή και πλούσια εικονοποιία.


Αλλά πάντα αυτό που δεσπόζει είναι το λεκτικό παιχνίδι ως serio ludere, προϋπόθεση κάθε λογοτεχνικής κατασκευής, που εδώ ρέει ανάγλυφα κι αποκαλυπτικά. Καταλήγοντας, θα ήθελα να επισημάνω ένα καίριο ζητούμενο της λογοτεχνικής δημιουργίας που κατορθώνει να εκπληρώσει αυτή η συλλογή και δεν είναι άλλο από το περίφημο «παραξένισμα», την «ανοικείωση», ανατάσσοντας και ανατρέποντας τους όρους και τους μηχανισμούς της κοινής γλώσσας και των καθιερωμένων, στερεότυπων αντιλήψεων και εικόνων. Δεν νομίζω, επομένως, ότι θα υπήρχε ευστοχότερος περιγραφικός χαρακτηρισμός για το σύνολο των κειμένων από αυτόν που αναγράφεται ως υπότιτλος στο εξώφυλλο. Αφηγήματα ανάδρομων πλέξεων, λοιπόν.

.

http://www.vakxikon.gr/content/view/1936/11254/lang,el/

.

.

 

Ανν Σέξτον, Η μαύρη μαγεία

.

Μια γυναίκα που γράφει νιώθει πάρα πολλά,
τους εκστασιασμούς εκείνους και τους οιωνούς!
Σαν να μην έφταναν
οι κύκλοι και τα παιδιά και τα νησιά∙
οι θρηνωδοί και τα κουτσομπολιά
και τα λαχανικά σαν να μην έφταναν καθόλου.
Νομίζει πως μπορεί να προειδοποιήσει τ’ άστρα.
Μια συγγραφέας είναι πρωτίστως κατάσκοπος.
Γλυκιά μου αγάπη, είμαι αυτό το κορίτσι.


Ένας άντρας που γράφει ξέρει πάρα πολλά,
τι μάγια, τι φετίχ!
Σαν να μην έφταναν
οι στύσεις, τα συνέδρια και τ’ αγαθά∙
οι μηχανές και τα γαλόνια
και οι πόλεμοι σαν να μην έφταναν καθόλου.
Μ’ έπιπλα από δεύτερο χέρι φτιάχνει ένα δέντρο.
Ένας συγγραφέας είναι πρωτίστως κάθαρμα.
Γλυκιά μου αγάπη, είσαι αυτός ο άντρας.


Δίχως ν’ αγαπάμε τον εαυτό μας,
μισώντας τα παπούτσια μας, και τα καπέλα μας ακόμη,
αγαπάμε ο ένας τον άλλον, μονάκριβα, μονάκριβα.
Τα χέρια μας είναι γαλάζια κι απαλά.
Τα μάτια μας είναι γεμάτα τρομακτικές εξομολογήσεις.
Αλλά όταν παντρευόμαστε
τα παιδιά φεύγουν αηδιασμένα.
Υπάρχει πάρα πολύ φαγητό και κανείς δεν απόμεινε
για να καταφάει όλη αυτήν την αλλόκοτη αφθονία.

Ανν Σέξτον, από τη συλλογή Ερωτικά ποιήματα, Μαύρη μαγεία, σελ. 9, Μτφρ.: Eυτυχία Παναγιώτου, Εκδόσεις Μελάνι, 2010

.

.

The black art

A woman who writes feels too much,
those trances and portents!
As if cycles and children and islands
weren’t enough; as if mourners and gossips
and vegetables were never enough.
She thinks she can warn the stars.
A writer is essentially a spy.
Dear love, I am that girl.

A man who writes knows too much,
such spells and fetiches!
As if erections and congresses and products
weren’t enough; as if machines and galleons
and wars were never enough.
With used furniture he makes a tree.
A writer is essentially a crook.
Dear love, you are that man.


Never loving ourselves,
hating even our shoes and our hats,
we love each other, precious, precious.
Our hands are light blue and gentle.
Our eyes are full of terrible confessions
But when we marry,
the children leave in disgust.
There is too much food and no one left over
to eat up all the weird abundance.

.

.

 

Tags:

Μάτση Χατζηλαζάρου, Αντίστροφη αφιέρωση

 

Για κείνον με την αντρίκια φωνή-ματιά και με χέρια μεγάλες φτερούγες που δεν τις ξεχνάω το απόγευμα είπες τριάντα χρόνια σε περίμενα κι ένιωσα πρώτη φορά «le vierge le vivace et le bel aujourd’ hui» (…) έτσι αυτήν τη στιγμή έχωσα εδώ και θα χώσω αλλού λέξεις κλεμμένες ή δικές μου που σου αρέσανε για να σε χαϊδεύει η μουσούδα του γραφτού μου πάλι ό,τι βρω δικό σου θα το φάω θα το τραγανίσω θα το καταπιώ (…) θα ’θελα εσένα που η καρδιά σου πιάνει από τη διώρυγα του Μπέριγκ μέσα απ’ όλη τη Ρωσία και απ’ το φαράγγι Λονδίνο Παρίσι Γενεύη για να φτάσει ως το Αιγαίο (…)


εσένα σ’ έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς
εσένα σ’ έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ’ ωρίμασε η θάλασσα
σ’ ερωτεύω
σε ζηλεύω
σε γιασεμί
σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο
με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ
με κεντρίζεις μεταξένια άσπρο μου κουκούλι
με κοιτάζεις πολύ προσεκτικά


tu m’ abysses
tu m’ oasis
je te gougouch
je me tombeau bientôt
εσένα σ’ έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti
σ’ έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις
σ’ έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα
εσύ σπλάχνο μου πως με γεννάς
σε μίσχος
σε φόρμιγξ
με φλοισβίζεις
σε ζαργάνα α μ’ αρέσει
δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο
ένας γύρω απ’ τον άλλο όταν σταματήσουν η περίπτυξή τους είναι το μονόγραμμά σου


tu m’ es Mallarmé Rimbaud Apollinaire
je te Wellingtonia
je t’ocarina
εγώ σε Τσεπέλοβο Πάπιγκο Ελαφότοπο
εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος
σ’ έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε
εγώ σ’ έχω άρωμα έρωτα
σ’ έχω μαύρο λιοντάρι
σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό
εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω
εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello
εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας) εκείνου του μικρού κίτρινου αγριολούλουδου
εσύ κένταυρου ζέση
εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη ανωνυμία

je te ouf quelle chaleur

tu m’ accèdes partout presque

je te glycine


εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει
εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν έτσι που το’ χουμε αλαζονήσει
και δαύτο πώς να συναντηθούμε μετά
εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο έτσι δεν είναι πες
εσύ σελίδα μου
εσύ μολύβι μου ερμηνευτή μου
σε ανοίγω συρτάρια
πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές
σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα
δίχως τέλος λυπάμαι
σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου
σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε
σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια
σε ακούω από δω από κει
σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα
σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε
όλα δεν τα’ χω πει
ΜΕ ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ

Μάτση Χατζηλαζάρου, Αντίστροφη αφιέρωση, σελ. 178-179, Ποιητές στη σκιά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012

.

.

 

 

Ανδρέας Εμπειρίκος, Πολλές φορές τη νύχτα (Oκτάνα)

(…) Είναι ποικίλες οι φωνές και της νυκτός οι ήχοι. Όλοι μαζί αποτελούν μια συνεχή, μία διάχυτη βοή σαν καταρράκτου που κάπου μακριά κρημνίζει τα νερά του. Όμως παρά την ύπαρξι της διάχυτης βοής, οι ήχοι οι κοντινοί διακρίνονται με ενάργειαν τόσην, ώστε θα έλεγε κανείς ότι δεν γίνονται μόνον ακουστοί, μα και ορατοί ακόμη, ήχοι σχεδόν χειροπιαστοί, πικροί ή γλυκείς στη γεύσι – ήχοι, φωνές, εικόνες… Γρύλλοι και ζούδια της νυκτός και φύλλα που θροΐζουν. Το σιντριβάνι που λαλεί, και ψιλοψιθυρίζει. Βεγγαλικά συριστικά και ουράνιες ανθοδέσμες. Στόρια που απότομα κατρακυλάν σαν λαιμητόμοι, γδούποι, ανεξήγητοι βαρείς, σειρήνες πρώτων βοηθειών και, κάθε τόσο, σάλπιγγες εξ αποστάσεως αυτοκινήτων.

Ήχοι στιλπνοί, ήχοι μουντοί!

Ένας διαβάτης σταματά και ηχηρά ουρεί, το προ αυτού ντουβάρι κατακλύζων. Ιδού ένας άλλος – με ρόγχον θορυβώδη πτύει και το γλοιώδες φλέγμα του με ένα μικρό πλατάγισμα επί του πλακοστρώτου πίπτει. Άλλος (είναι ένας άνδρας στιβαρός) εις ήσυχον σημείον ενός πάρκου, υπό το φως ενός φανού κινών με σθένος την δεξιάν του, τρίβει το γυμνωμένον πέος του και μία διερχομένην νεάνιδα (που ερυθριά πολύ, μα στέκει και τον κοιτά) καλεί, με «Άαααχ!» και «Ωωωχ!» λαγνοβαρή, με επιμόνους φλογερούς εις την γαλήνην της νυκτός ψιθύρους, ικετεύων αυτήν να πλησιάση, και από κοντά να ιδή το εξογκωμένον πέος του, και, ωσαύτως, μέχρι τέλους, την τελουμένην επ’ αυτού χειράντλησιν του σπέρματός του. Η νεάνις, έκθαμβος, και γνωρίζουσα τι θα συμβή, παρά το ζωηρόν ερύθημά της, με έντονον παλμόν καρδίας παρατηρεί και ασυναισθήτως ακόμη περισσότερον πλησιάζει, ώστε να ιδή το δυνατόν καλύτερα το ογκώδες πέος και την ενεργουμένην επ’ αυτού συγκλονιστικήν της τρίψιν – τοσούτω μάλλον, που ο ανήρ λαγνοβοών της λέγει ότι επιθυμεί να εκσπερματίσει δι’ αυτήν. Και η χειράντλησις εξακολουθεί, εν μέσω αναφωνήσεων λαγνείας, εις τας οποίας λόγια μεγάλης τρυφερότητος ενθέρμως συνυφαίνονται με λόγια αισχρά και ωραία, που εκσπούν μέσα εις τη νύκτα ως έγχρωμα πυροτεχνήματα διεγέρσεως και πάθους. Αίφνης και ενώ η νεάνις, με την ψυχήν στο στόμα της, εντατικώς κοιτά, έχουσα το βλέμμα της εντόνως καρφωμένου επί του άκρως διεσταλμένου στομίου τής μέχρι διαρρήξεως σφυζούσης πούτσης, μια ισχυρά κραυγή εκφεύγει από τα χείλη του ανδρός και μια πυκνή βροχή παχέος λευκού οπού με ορμήν εκσπά εις απανωτάς ριπάς και πίπτει εν μέρει επί της νεάνιδος (που ωχριά και άθελά της με έγκαυλον θαυμασμόν αναφωνεί Άααχ!… Άαα!…) και εν μέρει επί του εδάφους.

Ήχοι στιλπνοί! Ήχοι μουντοί! Στην ηρεμίαν της νυκτός ήχοι ακούγονται πολλοί. (…)

.

Ανδρέας Εμπειρίκος, από την Οκτάνα, Πολλές φορές τη νύχτα, σελ. 50-51,  Εκδόσεις Ίκαρος Εκδοτική, 1987

Αrtwork: Dixie Friend Gay

.

.