RSS

Monthly Archives: July 2014

Αλεσσάντρο Μπαρίκο, Χιλιαεννιακόσια

Τον είχε βρει ένας απ’ τους ναύτες που τον έλεγαν Ντάννυ Μπούντμαν. Τον βρήκε, ένα πρωί που είχαν κατέβει όλοι στη Βοστόνη, μέσα σε μια χαρτονένια κούτα. Θα ήταν δεν θα ήταν δέκα ημερών, όχι παραπάνω. Ούτε που έκλαιγε καν, καθόταν ήσυχος, με τα μάτια ορθάνοιχτα, μέσα σ’ εκείνη την κούτα. Τον είχαν παρατήσει στην αίθουσα χορού της πρώτης θέσης. Πάνω στο πιάνο. (…) Ας είναι. Ο γερο-Μπούτμαν τον βρήκε εκεί, έψαξε για κανένα σημείωμα που να γράφει τίνος ήταν, μα το μόνο που είδε ήταν μια μπλε στάμπα πάνω στο χαρτόνι της κούτας που έλεγε: Tι. Ντι. Λέμονς. Είχε μάλιστα κι ένα σχεδιάκι στο πλάι, ένα λεμόνι. Μπλε κι αυτό. Ο Ντάννυ ήταν ένας μαύρος από τη Φιλαδέλφεια, θεόρατος σαν γίγαντας. Παίρνει το μωρό στην αγκαλιά του και του λέει: «Hello Lemon!» Κι ένιωσε κάτι να σκιρτάει μέσα του, ένα συναίσθημα σαν να είχε γίνει πατέρας. Σε όλη τη ζωή του από κει κι έπειτα δεν έπαψε να υποστηρίζει ότι εκείνο το Τι Ντι σήμαινε προφανώς Thanks Danny. Ευχαριστώ Ντάννυ.

Ήταν παράλογο, όμως αυτός το πίστευε στ’ αλήθεια. Το προόριζαν για κείνον αυτό το παιδί. Ήταν απόλυτα σίγουρος… Τι Ντι, Thanks Danny. Μια μέρα του έφεραν να δει κάποια διαφήμιση σε μια εφημερίδα, έναν άντρα με μια χαζόφατσα κι ένα μουστακάκι σαν ποντικουρά, σε στυλ Λατίνου εραστή. Δίπλα του ήταν ζωγραφισμένο ένα τεράστιο λεμόνι και λίγο πιο κει μια λεζάντα που έγραφε: Τάνο Νταμάτο, ο βασιλιάς των λεμονιών, βασιλικά λεμόνια και δεν ξέρω τι άλλες περγαμηνές και βραβεία ακόμα… Τάνο Νταμάτο… Ο γέρο-Μπούτμαν έμεινε ατάραχος. «Ποιος είν’ αυτός ο φλώρος;» ρώτησε. Και ζήτησε πάλι την εφημερίδα, γιατί πλάι στη διαφήμιση είχε τα αποτελέσματα του ιπποδρόμου. Όχι ότι έπαιζε ιππόδρομο : του αρέσανε τα ονόματα των αλόγων, αυτό ήταν όλο, είχε πραγματικό πάθος. Σου έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι: «Άκου κει, αυτό που έτρεξε χθες στο Κλήβελαντ το βγάλανε Καπετάν Φασαρία, μα το πιάνεις; αν είναι δυνατόν! Kι αυτό εδώ, κοίτα, Κάλλιο Αργά… ε, είναι να πεθαίνεις στα γέλια!»

Τέλος πάντων, του αρέσανε τα ονόματα των αλόγων, είχε μεγάλη λόξα. Στ’ αρχίδια του ποιο θα κέρδιζε. Εκείνο που του άρεσε ήταν τα ονόματα. Το μωρό, λοιπόν, άρχισε να το φωνάζει με το δικό του όνομα: Nτάννυ Μπούντμαν. Η μόνη ματαιοδοξία που επέτρεψε ποτέ στον εαυτό του. Μετά πρόσθεσε δίπλα και το Τι Ντι Λέμον, ακριβώς όπως η σφραγίδα σ’ εκείνο το χαρτόκουτο, γιατί έλεγε πως ήταν πολύ αριστοκρατικό να έχεις αρχικά στη μέση του ονόματός σου : «Όλοι οι δικηγόροι έχουν», συμφώνησε κι ο Μπάρτυ Μπαμ, ένας μηχανουργός που είχε καταλήξει στη φυλακή χάρη σ’ έναν δικηγόρο που τον έλεγαν Τζων Πι Τι Κέιτ Γουώντερ. «Αν γίνει δικηγόρος, θα τον σκοτώσω», έλεγε κατηγορηματικά ο γερο-Μπούτμαν, αλλά εκείνα τα δύο αρχικά τα άφησε στο όνομα, κι έτσι βγήκε το Ντάνυ Μπούντμαν Τι Ντι Λέμον. Ωραίο όνομα ήταν. Το μελετήσανε λιγάκι, το είπαν μερικές φορές ψιθυριστά, ο γερο-Ντάννυ και οι άλλοι, κάτω στο αμπάρι, με τις μηχανές σβηστές, έξω απ’ το λιμάνι της Βοστόνης. «Ωραίο όνομα», είπε στο τέλος ο γέρο-Mπούντμαν, «αλλά κάτι σαν να του λείπει. Του λείπει ένα μεγάλο φινάλε». Ήταν αλήθεια. Του έλειπε ένα μεγάλο φινάλε. «Ας προσθέσουμε Τέταρτος», είπε ο Σαμ Στουλ, που δούλευε καμαριέρης. «Τετάρτη τον βρήκες, ας τον πούμε Τέταρτο». O Nτάννυ σκέφτηκε λιγάκι. Μετά χαμογέλασε.

«Είναι καλή ιδέα, Σαμ. Αλλά τον βρήκα και τον πρώτο χρόνο αυτού του καινούργιου, κωλογαμημένου αιώνα, έτσι δεν είναι; To 1900. Θα τον βαφτίσω λοιπόν Χίλιαεννιακόσια». «Μα αυτό είναι νούμερο!» «Ήταν νούμερο: τώρα είναι όνομα». Nτάννυ Μπούντμαν Τι Ντι Λέμον Χιλιαεννιακόσια. Τέλειο. Ωραιότατο. Βαρυσήμαντο όνομα – Χριστέ μου!– , στ’ αλήθεια βαρυσήμαντο. Μ’ ένα τέτοιο όνομα σίγουρα θα πάει πολύ μπροστά. Γείρανε πάνω από την κούτα. Ο Nτάννυ Μπούντμαν Τι Ντι Λέμον Χιλιαεννιακόσια τους κοίταζε χαμογελαστός: έμειναν αποσβολωμένοι: κανείς τους δεν περίμενε ότι από ένα τόσο δα μωρό θα έβγαινε ποτέ μια τόσο μεγάλη κουράδα. Ο Ντάννυ Μπούντμαν συνέχισε να δουλεύει ναύτης για οχτώ χρόνια, δύο μήνες και έντεκα μέρες ακόμα.

Κι έπειτα, στη διάρκεια μιας τρικυμίας, στ’ ανοιχτά του Ωκεανού, έφαγε μια βαριά τροχαλία στην πλάτη. Τρεις μέρες έκανε να πεθάνει. Όλα είχαν σπάσει μέσα του, δεν υπήρχε περίπτωση να τον ξανακολλήσουν. Ο Χιλιαεννιακόσια ήταν παιδάκι ακόμα. Έκατσε πλάι στο κρεβάτι του Ντάννυ και δεν κούνησε ρούπι από κει. Πήρε μια στοίβα παλιές εφημερίδες και επί τρεις μέρες, με απίστευτο κόπο, διάβαζε στον γερο-Ντάννυ, που τίναζε τα πέταλα, όλα τα αποτελέσματα του ιπποδρόμου που έβρισκε εκεί μέσα. Ταίριαζε τα γράμματα, όπως του είχε μάθει ο Ντάννυ, με το δάχτυλο κολλημένο στο χαρτί της εφημερίδας και τα μάτια γουρλωμένα. Έτσι, ο γερο-Nτάννυ πέθανε πάνω στην έκτη κούρσα του Σικάγου, που την είχε κερδίσει το Πόσιμο Νερό, με δυο πόντους διαφορά από τη Σούπα και πέντε από το Μπλε Μακιγιάζ. Η αλήθεια είναι πως δεν κατάφερε να μη γελάσει μ’ εκείνα τα ονόματα, και γελώντας τα τίναξε. Τον τύλιξαν μ’ έναν μουσαμά και τον παρέδωσαν στον Ωκεανό. Πάνω στο μουσαμά, με μπογιά κόκκινη, ο καπετάνιος έγραψε: Thanks Danny.

 

(…)

Θα μπορούσες να τον πεις τρελό. Δεν ήταν όμως έτσι απλά τα πράγματα. Όταν κάποιος σου περιγράφει με απόλυτη ακρίβεια τη μυρωδιά της Μπέρτχαμ Στρητ τα καλοκαίρια, μετά τη βροχή, δεν μπορείς να σκεφτείς ότι είναι τρελός για έναν και μοναδικό ανόητο λόγο, ότι εκείνος στην Μπέρτχαμ Στρητ δεν είχε πάει ποτέ. Σε κάποιο βλέμμα, στα λόγια κάποιου άλλου, αυτό τον αέρα εκείνος τον είχε μυρίσει στ’ αλήθεια. Με τον τρόπο του: αλλά στ’ αλήθεια. Μπορεί τον κόσμο να μην τον είχε δει ποτέ του. Όμως, εικοσιεπτά χρόνια ο κόσμος πηγαινοερχόταν πάνω σ’ εκείνο το καράβι, τον κατασκόπευε. Και του έκλεβε την ψυχή. Σ’ αυτό ήταν μεγαλοφυΐα, δεν χωράει συζήτηση. Ήξερε ν’ ακούει. Και ήξερε να διαβάζει. Όχι τα βιβλία, αυτά καλά και άγια είναι, αλλά ήξερε να διαβάζει τους ανθρώπους. Τα σημάδια που οι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους: τόπους, φήμες, μυρωδιές, την πατρίδα τους, την ιστορία τους… Ολόκληρη, γραμμένη πάνω τους, κατάσαρκα. Αυτός διάβαζε, και μάλιστα με άπειρη φροντίδα, κατέγραφε, οργάνωνε, ταχτοποιούσε… Κάθε μέρα πρόσθετε κι ένα μικρό κομματάκι σ’ εκείνο τον απέραντο χάρτη του κόσμου απ’ άκρη σ’ άκρη, θεόρατες πόλεις και γωνιές με μπαρ, μεγάλα ποτάμια, λασποτόπια, αεροπλάνα, λιοντάρια, ένας χάρτης καταπληκτικός. Κι εκεί πάνω ταξίδευε μετά σαν θεός, καθώς τα χέρια του γλιστρούσαν στα πλήκτρα, χαιδεύοντας τις καμπύλες κάποιου ράγκταϊμ.

Αlessandro Baricco, Χιλιαεννιακόσια, σελ.18-23 (αποσπασματικά) και σελ. 37-38 (αποσπασματικά), μτφρ.: Σταύρος Παπασταύρου, Εκδόσεις Άγρα, 2002

 

Ίταλο Καλβίνο, Η περιπέτεια ενός αναγνώστη

 

Δεν ήταν όμως ένας τυπικά πειναλέος, βιαστικός αναγνώστης. Είχε φτάσει πια σ’ εκείνη την ηλικία όπου η δεύτερη ή τρίτη και τέταρτη ανάγνωση ενός βιβλίου προσφέρει μεγαλύτερη ευχαρίστηση απ’ όσο η πρώτη. Κι όμως είχε ακόμα κάμποσες άγνωστες ηπείρους να γνωρίσει. Κάθε καλοκαίρι, πριν ξεκινήσει για τη θάλασσα, ετοίμαζε με ιδιαίτερη φροντίδα τη βαλίτσα του, που τη γέμιζε βιβλία. Ακολουθώντας τον οίστρο και τη λογική της ζωής στην πόλη, ο Αμεντέο διάλεγε κάθε χρόνο μερικά περίφημα βιβλία για να τα ξαναδιαβάσει, και μερικούς συγγραφείς που θ’ αντιμετώπιζε για πρώτη φορά. Κι όλα αυτά τα βιβλία τα ξεκοκάλιζε εκεί, πάνω στο βράχο, σταματώντας συχνά σε κάποια φράση και σηκώνοντας τα μάτια του από τη σελίδα για να σκεφτεί και να τακτοποιήσει τις ιδέες του. Έτσι και τώρα, σηκώνοντας για μια στιγμή το βλέμμα του, είδε ότι στην παραλία με το χαλικάκι, στην άκρη του όρμου, είχε έρθει και είχε ξαπλώσει μια γυναίκα. Ήταν μια αδύνατη γυναίκα, μαυρισμένη αρκετά από τον ήλιο, όχι πολύ νέα, ούτε ιδιαίτερα όμορφη∙ η γύμνια της πήγαινε – φορούσε ένα μικρό μπικίνι, μαζεμένο προσεκτικά στις άκρες για να τη βλέπει όσο το δυνατό περισσότερο ο ήλιος– και το μάτι του Αμεντέο καρφώθηκε πάνω της. Ο ίδιος το συνειδητοποίησε γρήγορα: ενώ συνέχιζε να διαβάζει, σήκωνε όλο και πιο συχνά τα μάτια του από το βιβλίο και τα άφηνε να κοιτάζουν το κενό∙ και το κενό ήταν αυτό που υπήρχε ανάμεσα σ’ εκείνη τη γυναίκα και σ’ αυτόν.

IΉταν ξαπλωμένη στην ελαφρά κατηφορική παραλία, πάνω σε ένα λαστιχιένιο στρώμα, και ο Αμεντέο σε κάθε παιγνίδισμα της κόρης του ματιού του έβλεπε τις όχι ιδιαίτερα πλούσιες αλλά αρμονικές γάμπες της, την όμορφη μαλακή κοιλιά της, το όχι δυσάρεστα μικρό αλλά λίγο μαραμένο στήθος της, τη αρκετά κοκκαλιάρικη πλάτη της, το λαιμό, τα χέρια της, το κρυμμένο πίσω από τα μαύρα γυαλιά και το μεγάλο ψάθινο καπέλο πρόσωπό της, ένα πρόσωπο ελαφρά σημαδεμένο από το χρόνο, με ζωντανό, υπεύθυνο και ελαφρά ειρωνικό ύφος. Ο Αμεντέο δεν άργησε να την ταξινομήσει: ήταν ο τύπος της ανεξάρτητης γυναίκας, που πηγαίνει μόνη της διακοπές, που προτιμά τα έρημα βραχάκια από τις πολυσύχναστες οργανωμένες πλαζ, που της αρέσει να κάθεται ώρες ολόκληρες κάτω από τον ήλιο και να γίνεται μαύρη σαν κάρβουνο∙ με έναν τεμπέλικο αισθησιασμό και μια μόνιμη αίσθηση ανικανοποίητου. Υπολόγισε στα γρήγορα πόσες πιθανότητες του προσφέρονταν για μια σύντομη περιπέτεια, τις μέτρησε με την προοπτική μιας συμβατικής συζήτησης, μιας βραδινής εξόδου, κάποιων ενδεχόμενων προβλημάτων, της αναγκαίας προσοχής που θα έπρεπε να επιδείξει και που πάντα απαιτείται σε κάθε –ακόμα και την πιο επιφανειακή– γνωριμία με ένα άτομο, και συνέχισε να διαβάζει, με την πεποίθηση ότι εκείνη η γυναίκα δεν τον ενδιέφερε καθόλου. Ίσως επειδή είχε μείνει καθισμένος σ’ εκείνο το βράχο πολλή ώρα, ίσως επειδή εκείνες οι σύντομες σκέψεις τού είχαν αφήσει κάποια ίχνη ανησυχίας, γεγονός πάντως ήταν ότι αισθανόταν μουδιασμένος∙ (…)

IΞάπλωσε γυρισμένος στο ένα πλευρό, κρατώντας το βιβλίο του ψηλά, έτσι ώστε να μην τη βλέπει∙ γρήγορα όμως κουράστηκε να έχει το χέρι του σε τέτοιο ύψος, κι έτσι το χαμήλωσε. Τώρα τα μάτια του, που έτρεχαν πάνω στις γραμμές του βιβλίου συναντούσαν, κάθε φορά που άρχιζε μια καινούργια σελίδα, λίγο πιο πάνω από το περιθώριο, τις γάμπες της μοναχικής γυναίκας. Κι εκείνη, με τη σειρά της, είχε αλλάξει στάση, προσπαθώντας να βρει μια πιο αναπαυτική θέση, και το γεγονός ότι είχε ανασηκώσει τα γόνατά της σταυρώνοντας τα πόδια της προς την κατεύθυνσή του, επέτρεπε στον Αμεντέο να παρατηρήσει καλύτερα μερικές, καθόλου δυσάρεστες, αναλογίες της. Με άλλα λόγια, ο Αμεντέο (αν και η άκρη μιας μεγάλης πέτρας του έκρυβε έναν από τους γοφούς της) δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερη θέση: η ευχαρίστηση που ένιωθε από τη θέα της μαυρισμένης από τον ήλιο κυρίας – μια εντελώς περιθωριακή ευχαρίστηση, σχεδόν μια πολυτέλεια που θα μπορούσε ν’ απολαύσει χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια – δεν έβλαφτε καθόλου τη χαρά της ανάγνωσης του βιβλίου, αλλά εντασσόταν στα πλαίσιά της, γιατί τώρα πια ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να συνεχίσει να διαβάζει, χωρίς να αναγκάζεται να αποσπά κάθε τόσο το βλέμμα του. (…)

Έκλεισε το βιβλίο σημειώνοντας τη σελίδα που διάβαζε και σηκώθηκε. Η απόφασή του αυτή δεν θα μπορούσε να είναι πιο έγκαιρη: εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η κυρία εγκατέλειπε την παρέα των παιδιών για να επιστρέψει στο στρώμα της. Ο Αμεντέο το αντιλήφθηκε ενώ ήδη πλησίαζε, και ένιωσε αμέσως την ανάγκη να πει μεγαλόφωνα μια φράση.I

– Προσοχή! Μπορεί να είναι επικίνδυνη! Τα παιδιά μαζεμένα γύρω από το ζώο, δεν γύρισαν καν το κεφάλι τους: συνέχισαν, με τα καλάμια στα χέρια, να προσπαθούν να ανασηκώσουν και να αναποδογυρίσουν τη μέδουσα∙ η κυρία όμως έκανε αμέσως μεταβολή και πλησίασε με ένα ύφος λίγο τρομαγμένο και λίγο απορημένο:

– Λέτε να τσιμπάει;

– Kαίει το δέρμα αν την αγγίξει κανείς, εξήγησε εκείνος συνειδητοποιώντας ότι κατευθυνόταν όχι προς τη μέδουσα αλλά προς την κυρία, που, ποιος ξέρει γιατί, έκρυβε το στήθος της με τα χέρια της και έριχνε κλεφτές ματιές άλλοτε στο ζώο και άλλοτε στον Αμεντέο. (…)

Από την άλλη πλευρά της πετσέτας, η κυρία είχε βγάλει το σουτιέν χωρίς να νοιάζεται αν αυτός την κοίταζε ή όχι. Ο Αμεντέο δεν ήξερε αν έπρεπε να συνεχίζει να την κοιτάζει κάνοντας δήθεν πως διαβάζει ή αν έπρεπε να συνεχίζει να διαβάζει κάνοντας δήθεν πως την κοιτάζει. Τον ενδιέφεραν και η μία και η άλλη περίπτωση και φοβόταν ότι, αν την κοίταζε, θα φαινόταν πολύ αδιάκριτος, ενώ αν συνέχιζε να διαβάζει πολύ αδιάφορος. Η κυρία δεν συνήθιζε το γνωστό σύστημα που χρησιμοποιούν συνήθως οι γυναίκες που γδύνονται και ντύνονται μπροστά σε κόσμο, να φορέσει δηλαδή πρώτα τα ρούχα της και ύστερα να βγάλει από κάτω το μαγιό της. Όχι. Τώρα που είχε μείνει με γυμνό το στήθος έβγαζε και το σλιπάκι της. Τότε μόνο, για πρώτη φορά, έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος του: ήταν ένα λυπημένο πρόσωπο, με μια πικρή έκφραση στο στόμα∙ κουνούσε το κεφάλι της και τον κοίταζε.

I«Αφού θα γίνει που θα γίνει, ας γίνει αμέσως!» σκέφτηκε ο Αμεντέο, πέφτοντας πάνω της με το βιβλίο στο χέρι, το ένα του δάκτυλο ανάμεσα στις σελίδες∙ αυτό όμως που διάβασε στο βλέμμα της – επίπληξη, οίκτος, αποθάρρυνση, σαν να ήθελε να του πει: «ανόητε, ας το κάνουμε έτσι, αφού έτσι θέλεις, αλλά δεν καταλαβαίνεις κι εσύ, όπως κι άλλοι, τίποτε…» – δηλαδή αυτό που δεν διάβασε, γιατί δεν ήξερε να διαβάζει στα βλέμματα των ανθρώπων, αλλά μόνο με το ένστικτό του κατάλαβε, του πρόκαλεσε ένα τέτοιο πάθος γι’ αυτήν τη γυναίκα που, αγκαλιάζοντάς την και πέφτοντας μαζί της πάνω στο στρώμα, μόλις και μετά βίας γύρισε το κεφάλι του για να δει μήπως το βιβλίο του είχε καταλήξει στο νερό. Το βιβλίο όμως είχε πέσει κοντά στο λαστιχιένιο στρώμα ανοικτό. Είχαν γυρίσει μονάχα μερικές σελίδες και ο Αμεντέο, παρόλο που εξακολουθούσε να βρίσκεται κάτω από την επήρεια του πάθους του και να αγκαλιάζει τη γυναίκα, προσπαθούσε να ελευθερώσει το ένα του χέρι, για να βάλει το σελιδοδείχτη στη σωστή σελίδα. Δεν υπάρχει τίποτε πιο αντιπαθητικό από το να θέλεις να αρχίσεις αμέσως να διαβάζεις και να μη βρίσκεις σε ποια σελίδα είχες μείνει. Η ερωτική τους συνεννόηση ήταν τέλεια. Μπορούσε, ίσως, να διαρκέσει λίγο περισσότερο∙ όλα, όμως, σε αυτήν τη συνάντηση δεν ήταν τόσο αστραπιαία; Bράδιαζε. Τα βραχάκια σαν να γλιστρούσαν προς το μικρό όρμο. Εκείνη τώρα ήταν εκεί, το μισό κορμί της μέσα στο νερό. – Έλα κι εσύ, ας κάνουμε ένα τελευταίο μπάνιο… Ο Αμεντέο, δαγκώνοντας τα χείλια του, λογάριαζε πόσες σελίδες του έλειπαν ακόμα από το τέλος.

Ίταλο Καλβίνο, Οι δύσκολοι έρωτες, Η περιπέτεια ενός αναγνώστη (αποσπασματικά), μτφρ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης, Εκδόσεις Αστάρτη, 1985

.

.

 

Χάρης Μελιτάς, Θεραπευτική αγωγή

Ο ψυχολόγος
υπήρξε σαφέστατος.
Ν’ αφήσω νύχια.


Χάρης Μελιτάς, από τη συλλογή Γλώσσα λανθάνουσα, Θεραπευτική αγωγή, σελ. 25, Μανδραγόρας 2010

Photo: Edward J. Steichen

 

Χάρης Μελιτάς, Ταξίδι στο μέλλον

Πιάσαμε πάτο
είπε ο καπετάνιος.
Ρίξτε άγκυρα.

Photo: Bill Brandt


Χάρης Μελιτάς, από τη συλλογή Γλώσσα λανθάνουσα, Ταξίδι στο μέλλον, σελ. 43, Μανδραγόρας 2010

 

Σοφία Περδίκη,Το ατύχημα (e-περιοδικό Vakhikon)

.

Στα χρόνια της μεγάλης παραλυσίας
περάσαμε εκατοντάδες ώρες
πάνω στο μεγάλο σκανδιναβικό τραπέζι.
Ατελείωτες οι μέρες της πνευματικής εξάσκησης και της ψυχαγωγίας.
Ψάχνοντας διακαώς
με τη φωτιά και τον σίδηρο παραμάσχαλα
να βρούμε τον χρυσό κανόνα που διέπει όλα τα παιχνίδια
ανακινήσαμε δυνατά το πρασινωπό πουγκί
ακούστηκαν κροταλισμοί
τα πιόνια πετάξαμε, ατάκτως ερριμμένα.
Οι πιο τυχεροί από εμάς σχημάτισαν εφτάστερες προτάσεις,
οι οποίες με τη σειρά τους
καταγράφηκαν στο τεφτέρι των αναμνήσεων.
Πολλοί πόντοι, συμφυείς του ιλίγγου
που δημιουργεί η συνουσία με τη νίκη
εξαργυρώθηκαν
και οι αναμετρήσεις τυπώθηκαν
αποσαφηνισμένες
πάνω στο σταυρό, ανάμεσα στις λέξεις.
Το τι επακολούθησε μετά δεν θα το πούμε εμείς.
Η κρίση μας είναι θολή
εφάμιλλη ενός σπασμού που από μόνος του
δεν λέει απολύτως τίποτα.
Το ατύχημα συνέβη.
Υπήρξε σύγχυση των λειτουργιών και απώλεια των αισθήσεων.
Ένα ρουά ματ θυμάμαι είχες πει εσύ
την ώρα που ξετύλιγα το κόκκινο πανί.
Τώρα μιλούν οι συνοδοί
στη μοναδική γλώσσα που ξέρουν. Ας πουν.
Αυτόκλητοι ήρθαν
ως νοσοκόμοι εθελοντές
κι ανέλαβαν την απογευματινή βόλτα μας στο πάρκο.
Η φύση γύρω πάντως
ακόμα κι από τη θέση της καθήλωσης
παραμένει συγκλονιστική. 

Πίνακας: David Eustase

http://www.vakxikon.gr/content/view/2000/11302/lang,el/

 

Χάρης Μελιτάς, Φαύλος κύκλος

 Άπληστα φίδια
περιζώνουν το μυαλό.
Ποιος τα γεννάει;

Photo: Edward J. Steichen


Χάρης Μελιτάς, από τη Μαύρη σοκολάτα, Φαύλος κύκλος, σελ. 54, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2011.

 

Χάρης Μελιτάς, Bεγγέρα

.

Μόλις νυχτώσει
ανοίγω στα λάθη μου.
Σε περιμένω.


Χάρης Μελιτάς, από τη Μαύρη σοκολάτα, Βεγγέρα, σελ. 21, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2011.

 

Χάρης Μελιτάς, Αλτσχάιμερ

Ευτυχισμένος.
Η μνήμη απέπλευσε
πριν απ’ το σώμα.

Χάρης Μελιτάς, από τη Μαύρη σοκολάτα, Αλτσχάιμερ, σελ. 39, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2011.

 

Τίτος Πατρίκιος, Ο ίλιγγος του ύψους

.

Όλους μάς εκλύουνε τα ύψη
Όλοι ονειρευόμαστε να ανεβούμε πιο ψηλά
Να κατακτήσουμε την κορφή του Ολύμπου
Να συναντήσουμε τις μούσες πάνω στον Ελικώνα
Να κατοικίσουμε σε υπερυψωμένο ρετιρέ
Να στιγματίσουμε δημόσια την υψηλή κοινωνία
Να πετύχουμε ή δυνατόν και τρίτο υψηλό μισθό
Να διδάξουμε από καθ’ έδρας υψηλές ιδέες
Να υποσχεθούμε δώρα και από οίκους υψηλής ραπτικής
Να ανεβούμε σε υψηλή πολιτική βαθμίδα
Να εμφανιστούμε με μια πανύψηλη μοντέλα
Ή έστω με κάποια σε πανύψηλα τακούνια
Να δίνουμε αφ’ υψηλού σωτήριες οδηγίες
Για να ανεβεί ψηλότερα το επίπεδο του λαού.

Εκεί που φτάσαμε
Πρέπει να κρατηθούμε
Να προσέχουμε μη γλιστρήσουμε
Μη γκρεμιστούμε στο κενό.
Μα ακόμα κι έτσι
Αν καταφέρουμε από κάπου να πιαστούμε
Σιγά, σιγά εμείς θα ξαναρχίσουμε.

Τίτος Πατρίκιος, Ο ίλιγγος του ύψους, από τη συλλογή Συγκατοίκηση με το παρόν, Εκδόσεις Κέδρος, 2011

 

 

Ειρήνη Βεργοπούλου, Φενάκες

Από πληροφορίες διαπερασμένοι.
Από φενάκες πεπειραμένοι.
Άπαντες, φευ, εξ ορισμού και αμετάκλητα,
πεπερασμένοι.

* εικόνα : έργο του Πολωνού εικονογράφου Rafal Olbinsky, γεν. 1945


http://irinivergopoulou.wordpress.com/