Έσταξε
με την τρέχουσα σημασία το ποίημα
ως να πλάγιαζε κορίτσι πρώτη φορά σε προσδοκία
ως της Σαπφούς την άλλη σελήνη
κι ας ξόδεψαν οι λόγιοι πριονισμένα λόγια
έχουμε ακόμη ανοιχτό νερό
έναν ολονύχτιο ώμο βυθοσκόπιο
αυτά τα λυγισμένα σεντόνια αναδύουν ακόμη λουλάκι
Ελένη Νανοπούλου, Ποιήματα, Άλλη σελήνη, Εκδόσεις Ενδυμίων
Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.
Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει.
Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούντζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;
Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα
Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες;
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες
Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.
Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη «…η σμέρνα γεννάει συνέχεια. Γεννάει πολλά αβγά και τα μικρά της μεγαλώνουν γρήγορα. Το αρσενικό (σμύρος) διαφέρει από το θηλυκό (σμύραινα). Το θηλυκό είναι μικρό και ποικιλόχρωμο και το αρσενικό είναι μονόχρωμο και δυνατό ενώ το χρώμα του είναι σαν του πεύκου. Επίσης έχει πολλά εσωτερικά και εξωτερικά δόντια…». Κατά τον Ησύχιο η λέξη «μύραινα» χρησιμοποιούνταν ως υβριστική λέξη. Ο Φώτιος αναφέρει: «Μύραινα, επί του κακού λέγεται, ω Έχιδνα» ενώ κατά τον ίδιο συγγραφέα υπάρχει κωμικός στίχος που αναφέρει «Ω προδότι και παράνομε, και μύραινα σύ».Η αρχαία ύβρις, που φαίνεται ότι έχει επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας, αναφερόταν προς δόλια, επικίνδυνη γυναίκα. Η σμέρνα αναφέρεται και ως εκλεκτό έδεσμα στους «Δειπνοσοφιστές» του Αθηναίου ενώ οι Ρωμαίοι εκτρέφανε σμέρνες για το κρέας τους. Ο Νίκανδρος Κωλοφόνιος στα «Θηριακά» του αναφέρει: «Η σμέρνα βγαίνει έξω στη γη, φωνάζει και φοιτά δίπλα στο φίδι, όπως οι εραστές…» Η τελευταία δοξασία έχει φτάσει μέχρι τις μέρες μας στην Λέσβο. Ο τοπικός θρύλος λέει πως κάποια δυσοίωνη πανσέληνο οι σμέρνες βγαίνουν στη στεριά και ζευγαρώνουν με τα φίδια. Μια δοξασία που ο Καββαδίας έκανε στίχο:«…το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα». Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι ο λαός προσέδωσε στη σμέρνα χαρακτηριστικά δόλου, προδοσίας και ανατριχιαστικής σκληρότητας.
Κάδρο που δείχνει άντρα καθιστό καπνίζοντα
Άντρα που αναίτια σηκώνεται να ψάξει δολοφόνους
Άντρα που δολοφονημένος περιφέροντας χαμογελά
Τα πόδια σταύρωσα σαν τις γριές στα σκαλοπάτια
τα χέρια τους ρωτάνε
Μαύρη φιγούρα μ’ έπαρση κι αλαζονεία
– Σαν τη φωτιά
Σίγουρος ήταν
Σίγουρος σαν να ’κοβε ψωμί
Όπως σηκώνεις το ποτήρι στην υγειά σου
Σίγουρος τόσο
Που έστρεψε σ’ εμένα το κεφάλι
Και γύρεψε για τον καιρό να μου μιλήσει
Πίνακας: Van Anh Quan
Ανθολογία Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση, Εκδόσεις Ντουντούμης
.
Παιδί σκαρφαλωμένο στο δοκάρι
κοιτάζω τα νερά που πλημμυρίζουν
σκεπάζουν τα πανιά και τα πιθάρια
κι όλο ανεβαίνουν
κι όλο με πλησιάζουν
Ακούω φωνές στο δρόμο ξεχωρίζω
της πεθαμένης μάνας μου το κλάμα
Θέλω ν’ αποκριθώ φωνή δεν έχω
Και τότε ξάφνου βλέπω τη γυναίκα
να πλέει απάνω στα νερά σαν βάρκα
γυμνή
σε στάση πρόστυχη
γελώντας
κι απλώνοντας τα χέρια προς εμένα
ξάπλωσε απάνω μου λοιπόν να λέει
σου ’χω στο σπίτι μέλι και καρύδια
πάμε να φύγομε από δω δε βλέπεις;
Πληθαίνουν τα νερά και θα μας πνίξουν
Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ’ έπλασες
Γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές
Ανάμεσ’ από των γιαλών τα καλωσόρισες
Φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο
Άπλωσε μια πρασιά στοργής
Για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του
Ν’ ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες
Τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι
Για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος
Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη
Φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.
Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου την αχτίδα
Που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά
Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα
Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε
Σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.
Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη
Διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή
Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος
Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα
Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.