RSS

Monthly Archives: July 2014

Χρήστος Τουμανίδης, χαϊκού

.

Το ρούχο τρέμει.
Ο σκόρος προχωράει.
Τι θ’ απομείνει;

Χρήστος Τουμανίδης, χαϊκού, από τη συλλογή Κεριά θυέλλης, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005

Πίνακας: Elsa Munoz

 

 

Aνεμόεσσα σκέψη, Προσωπείο

.

Φόρεσες πάλι το προσωπείο
του λαβωμένου κενού.
Βγήκες σεργιάνι
τοξεύοντας νέες ανάσες.
Η ίδια πάντα ιστορία.
Ο ίδιος πάντα πόνος.
Πόσο σε λυπάμαι.
Πόσο πονάω για σένα.
Κάθε που βραδιάζει
ξεσκίζοντας τις σάρκες σου
αντικρίζεις το τίποτα
που διψά για τα πάντα.
Γητευτής ξένης ψυχής.
Κυνηγός ξένης ανάσας.
Πόσο ακόμα θα αντέξεις;
Πόσους ακόμα θα ξεπουλήσεις
για να σε αγοράσεις


Πωλείται εραστής
σε τιμή ευκαιρίας

.

.

 

Κώστας Κρεμμύδας, Τη μάνα μου ακούμπησα σε μια κορνίζα

.

Τη μάνα μου ακούμπησα σε μια κορνίζα
πλάι στη ραπτομηχανή της
που άρχισε να λειτουργεί αυτόματα
χωρίς τηλεχειριστήριο
Χρόνια νεκρή στρίφωνε και ξεστρίφωνε τα σάβανα του αιώνα
μέχρι που το σώμα της
άρχισε να ταράζεται σύγκορμο
Παραλίγο να πέσει και να χτυπήσει το κάδρο
Σηκώθηκα την έσπρωξα προσεκτικά λίγο πιο μέσα
της χάιδεψα το παραμορφωμένο χέρι
ένα φιλί στο μάγουλο πίσω από τα σπασμένα τζάμια
και βάλθηκα να συναρμολογώ τα οστά της
που κατρακύλησαν πέρα
απ’ το σκελετωμένο της σώμα
στο πάτωμα
Τη μάνα μου ακούμπησα σε μια κορνίζα
την επισκέπτομαι σπανίως έκτοτε
τη μετακινώ να μην πιαστεί της μιλάω να μαθαίνει τα νέα
Άλλοτε πάλι ξαπλώνω πλάι της
με φυλαχτό
ένα γυαλί
στο στόμα

Κώστας Κρεμμύδας, Τη μάνα μου ακούμπησα σε μια κορνίζα, Σαντιγκάρ, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2013

Πίνακας: Luiz de Souza

 

Iωάννα Μουσελιμίδου, Ταξίδι

.

Ταξιδεύω
στην αστερόεσσα ακτή του ονόματός σου
μαχαιρώνοντας την κρούστα του θανάτου.


Δεν ποθώ παρά να πληγώνω
τη σάρκα της μνήμης
με κοφτερές δαντέλες ποιημάτων.


Να στροβιλίζομαι στην άλω της σελήνης
και τις θύελλες της θάλασσας.
Να ψυχανεμίζομαι την άβυσσο.

Πίνακας: Bo Bartlett

Iωάννα Μουσελιμίδου, Ανοίκειος νόστος, Ταξίδι, σελ. 29, Εκδόσεις Ιολκός, 2011

.

.

 

Βερονίκη Δαλακούρα, Διήγηση εστέτ

.

.

Δεν δίστασα: «Αγαπημένη» έγραψα, «πάνω μου βρίζεις την όπερα, βλαστημάς τη συμπαγή μουσική». Κείνη τότε μου ταχυδρόμησε λουλούδια και σαν δεύτερη απάντηση τα δάκτυλά της. Πόσο απελπίστηκα! Oι γονείς εδέροντο, η μαμά άνοιξε έναν κομψό λάκκο ικετεύοντας τα δέντρα του όρους Αγάπη-Αγάπη που πέταξαν.

Κάποτε εγκατέλειψε την επιστήμη. Και περνώντας τους μήνες διαβάζοντας Δάντη πυροβόλησε όλους τους κλασικούς. Φίλοι της Χριστιανοί τότε την έβαλαν να ερωτευθεί τους συγγραφείς της παρακμής. Κι έπειτα, σχίζοντας ανοιχτόθωρα τον κόσμο, κατέστρωσαν τα εγκλήματα του αιώνος αποκαλύπτοντας στο κορίτσι μου αν όχι τα μυστήρια – τουλάχιστον το φόβο.

Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση, Βερονίκη Δαλακούρα, Διήγηση εστέτ 

.

.

 

Γιάννης Βαρβέρης, Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι


Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι
μα εγώ πού να πάω
γελοία φτερούγα
σα φιλική γροθιά του Αμερικάνου
στα φιλμς.


Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι
τρελή πιρόγα σκίζει το ποτάμι
σκάζοντας μύτη ο αλιγάτορας
ύστερα πάλι λείο ποτάμι
Ύστερα πάλι στρογγυλό τ’ αυγό πουλιού
που ζέστανε η φτερούγα
σαν να μην έσπασε ποτέ
σαν να μη βγήκα
μυωπική στρουθοκάμηλος.


Έλεγες: όταν οι νέγροι πίνουν
χαλκός αχός θ’ ακούγεται.
Κι όταν γευόσουνα της μαμάς
νοστιμότατες μπάμιες
το σπέρμα μου θυμόσουνα.


Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι
μα εγώ πού να πάω
με τις παντόφλες να γελάνε
και με μια φέτα κρύο καρπούζι να γελάει σα στόμα
να την καταβροχθίζω αυτή τη φέτα
όπως μικρός σε λύπη
έπαιζα φάλτσο φυσαρμόνικα.

Πίνακας: Andrea Kemp

Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση, Γιάννης Βαρβέρης, Φτερούγα τεράστια πάνω στο σεντόνι

.

.

 

Βερονίκη Δαλακούρα, Η υπερβολική αισθητική

Πράγματι απορώ. Γιατί όλοι θέλουν να παίζουν με το μικρό μου στήθος; Oποτεδήποτε συναντώ κάποιον – το μαντεύω: το χέρι κατ’ αρχήν στο ύφασμα κατόπιν σίγουρα στις δύο ρόγες τις οποίες στριφογυρίζει διαδοχικά. Και γιατί όλα αυτά; Προς τι εγώ να πονώ και πολλές φορές να καυλώνω; H όποια μουσική θα προσέφερε υψηλότερη και δεν αποκλείεται καλύτερης ποιότητος ηδονή. Σχεδόν πάντα λοιπόν βρίσκομαι θύμα αυτών των αφελών τάχα κινήσεων και δεν εξαιρούνται ούτε τα θηλυκά από τις εμπειρίες μου. Όμως το σώμα κείνου που αγάπησα παραμένει η πιο εναργής μου φαντασία. Είχε στους μηρούς μαύρες στιλπνές τρίχες και ξαπλωμένος ανάσκελα επιθυμούσε να μου πονέση το στήθος. Αρνήθηκα κι εκείνος ακινητοποιώντας τους καρπούς έβαλε ολόκληρο τον αριστερό μαστό στο στόμα του.

Ήθελε αλήθεια να τον καταπιή γιατί σε κάποιο σημείο της επώδυνης ηδονής μου αισθάνθηκα τα δόντια του στην ευαίσθητη επιφάνεια.  Ήρθε τότε η κοινή ανάμνηση από τον πίνακα του μεσαιωνικού νέου, η Ναυσικά που κοίταζε τον εραστή της να φεύγει, αφού πρώτα ετοποθέτησε τα μάτια στα γόνατά της, και ο ίδιος πάλι ξαναγεννημένος ζωγράφος την αναγέννηση να συνευρίσκευται κατ’ όναρ –νεκρός πλέον– με τη φίλη μου. Τι μουσικές τι πείνα τις εποχές των γαϊδάρων – ποτέ δεν τρόμαξα τις αργές δεισιδαιμονίες γιατί εκείνοι σκάβοντας τον πιο μικρό λάκκο υποσχέθηκαν τον έσχατο έρωτα. Μόνο έκοψα τα δάχτυλα να τιμωρήσω την ασπλαχνία τους. Φαντάσματα τότε ζητούσαν να πιουν το γάλα από το στήθος μου. Αναστέναζαν μες απ’ τον ήχο της Τζιοκόντας και όταν ο Ποντσιέλλι ταράχτηκε έδωσαν τις ψυχές τους στον δαίμονα διπλά πικραμένοι από το παιχνίδι.

Βασίλη Βασιλικού, Η ελληνική ποίηση, Βερονίκη Δαλακούρα, Η υπερβολική αισθητική, Εκδόσεις Ντουντούμης.

Πίνακας: Albert Greving

.

.

 

Μελοποιημένη ποίηση: Nικηφόρος Βρεττάκος, Μεγαλυνάρι

 Τ’ όνομά σου: ψωμί στο τραπέζι
Τ’ όνομά σου: νερό στην πηγή.
Τ’ όνομά σου: αγιόκλημα αναρριχώμενων άστρων.
Τ’ όνομά σου: παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη

.
Τ’ όνομά σου: ρινίσματα ήλιου
Τ’ όνομά σου: στροφή από φλάουτο τη νύχτα.
Τ’ όνομά σου : στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο.
[Τ’ όνομά σου: κουδούνισμα αλόγων που σέρνουν την άνοιξη πίσω τους]


[Τ’ όνομά σου: βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο
Τ’ όνομά σου: περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα
Τ’ όνομά σου: τοπίο χωρισμένο με χρώματα]
Τ’ όνομά σου: δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του.


Τ’ όνομά σου: ένας ψίθυρος απ’ αστέρι σε αστέρι
Τ’ όνομά σου: μουρμούρισμα ρυακιών μεταξύ τους
Τ’ όνομά σου: μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο
Τ’ όνομά σου: ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου.


[Τ’ όνομά σου: ροδόφυλλο σ’ ενός βρέφους το μάγουλο
Τ’ όνομά σου: πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλων
Τ’ όνομά σου: ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.]
Τ’ όνομά σου: πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια μεσούρανα


Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων
[Τ’ όνομά σου: Ειρήνη στις ρότες των πλοίων
Τ’ όνομά σου: ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης που περίσσεψε]


Τ’ όνομά σου: αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.
Τ’ όνομά σου: αλληλούια πάνω στο Έβερεστ

Photo: Colette Saint Yves
.

.

 

 

Κώστας Καρυωτάκης, Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα

.

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Kάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Kαι στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ’ ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Hλεκτρισμένη από φιλήματα
θα ’λεγες την ατμόσφαιρα.
H σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες,
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.

Photo: Josef Sudek

http://www.snhell.gr/lections/content.asp?id=51&author_id=17&page=anthology

 

Ελένη Νανοπούλου, Σε γνωρίζω

Προβολή προγόνων στο πάτωμα. Με κοιτούν ανάσκελοι δένουν έναν μπόγο στον ιστό της σημαίας. Μαριονέτα πατρίδα κλείσε τα μάτια να μην βλέπεις [εσύ – εσύ που δεν καταλαβαίνεις που δεν καταδέχεσαι] Σε γνωρίζω; Μέτρησε, κάνε δυο βήματα μπροστά, όχι, πίσω-πιο πίσω και κράτησε την αναπνοή σου. Μη-μη κράτησε την ακόμη. Μέτρησε -5-10-15-20-25 Σε γνωρίζω; Κουνήσου, από την μυρωδιά του θανάτου έγινες στόχος, περπατούσε άκρη – άκρη στην Ακρόπολης. Σε γνωρίζω – ματωμένη περπατείς. Ο κόσμος ουρλιάζει – χειροκροτεί, για τους νεκρούς; τους δήμιους; δεν ξεχωρίζεις ποιος με ποιον, κι ύστερα μπήκανε στην πόλη μου φώναζαν όλοι και εσύ φορούσες φόρεμα αρχοντικό ενώ κερνούσες τόπο.

Σε γνωρίζω; Άνοιξαν τα μάτια χαμηλωμένα, σε εκκρεμότητα ξυπόλητα παιδιά, πλανόδιοι μικροπωλητές πάνω σε ένα κάδο με σκουπίδια. Σε γνωρίζω –σωριάστηκε το σπίτι σου στις θάλασσες του Ομήρου, πιες– πιες νερό ξέπλυνε την μνήμη σου, το νου. «Σκύβε μπρός στη εξουσία» σου φώναζαν όμορφοι στρατιώτες γυαλισμένοι, περίτεχνα στολισμένοι ξύλα και ερείπια. Αυτό ήταν μόνο η αρχή και Σσσσσσσς… ο κόσμος ακόμη ουρλιάζει. Δεν ακούς; Πες του να σωπάσει, εσύ να βρεις ένα λόγο τώρα για αφορμή πολέμου, παιχνίδι; Μέτρα 5-10-15-20-25, Ακούγομαι; Σσσσσσσς… Όλοι οι πρόγονοι κουνούν τα ρουθούνια τους κι οσμίζονται σκουριά, αίμα, λεκέδες, ψείρες κοριούς και ανατίναξη. Έπαρση του μπόγου. Ακίνητοι όλοι. Δεν θα κλείσω καθόλου τα μάτια, αντέχεις; Πέρασε η γιορτή τώρα κι ο κόσμος ακόμη ουρλιάζει, πες του να σωπάσει. Σσσσσσσς… πατρίδα πού; Σε γνωρίζω. Δεν θα επιστρέψω.

Ελένη Νανοπούλου, Ενδεχόμενα απογεύματος, Σε γνωρίζω, Εκδόσεις Ενδυμίων.

Πίνακας: Dmitry Lisichenko

http://indianmist.blogspot.gr/

.

.