Monthly Archives: January 2013
Nίκος Καββαδίας
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Αρμίδα ( Το πειρατικό )
Το πειρατικό του Captain Jimmy,
που μ’ αυτό θα φύγετε και σεις,
είναι φορτωμένο με χασίς
κι έχει τα φανάρια του στην πρύμη.Μήνες τώρα που `χουμε κινήσει
και με τη βοήθεια του καιρού
όσο που να πάμε στο Περού
το φορτίο θα το έχουμε καπνίσει.Πλέμε σε μια θάλασσα γιομάτη
με λογής παράξενα φυτά,
ένας γέρος ήλιος μας κοιτά
και μας κλείνει που και που το μάτι.Μπουκαπόρτες άδειες σκοτεινές,
που να ξοδευτήκαν τόννοι χίλιοι;
Μας προσμένουν πίπες αδειανές
και τελωνοφύλακες στο Τσίλι.Ξεχασμένο τ’ άστρο του Βορρά,
οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες.
Πάνω στις σκαλιέρες σε σειρά
δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες.Η πλώρια Γοργόνα μια βραδιά
πήδησε στον πόντο μεθυσμένη,
δίπλα της γλιστρούσαν συνοδιά
του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι.Κι έπειτα στις ξέρες του Ανκορά
τσούρμο τ’ άγριο κύμα να μας βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρά
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι.Φωτό: Mary Daniel Hobson
——————————————-
Γιάννης Σκαρίμπας, Το θείο τραγί
Κι όμως την σκέφτομαν.
Φαντάζομαν το εύκορμο σώμα της, μες στην πλαστική συμμετρία του, κ’ εκείνη η ακινησία η άσπιλη των γυμνών αγαλμάτων, λυγίζονταν αρμονικά μες στο πνέμα μου. Μες σε μια νέα πόζα (στο βάθρο της) άλλαζε θέση και κορμοστασιά η Αφροδίτη. Νάτηνα — ανάτελνε! To μάρμαρο το πριν αναίστητο κι άμορφο έφρισσε ότι τέτοιο αχτινοβόλαε έκπαγλο κάλλος! Δε θε να τυφλώνομαν; Θυμήθηκα τον Τειρεσία που έχασε το φως, ιδόντας γυμνή την Παλλάδα! Μπρε-ουστ! κάνω μια και θυμήθηκα τον Σοπενάουερ που σιχαινόταν τους πυροβολισμούς και τις γυναίκες! Σιχαμερά όντα σκέφτηκα. Λεχώνες βρωμάν! Και επίμενα ότι είναι να ξερνάς… γκαστρωμένες!
Και βάλθηκα να τις ξανακοιτάξω ως τις παρίστανε ο αρχαίος —ημών— Ευριπίδης.
Σε μια ένθεη του κορμιού της ανάταση, στήριζε τ’ αγαλματώδικο μπόι της πάνω σε ολοφώτεινες κνήμες. Είχε τόνα της γόνα ημίσπαστο σ’ εξαίσιας μιας σφαιρικότητας κάμψη· είχε τους βραχίονές της ανάκλαστους, πάνω από διάγλυφτους ώμους. Ορθοί, τσιτωτοί,
σεινάμενοι, οι μαστοί της εβάραιναν. Σαν δυο δίδυμες σφαίρες αλάβαστρου φουσκολογούσαν στο στήθος της. Σαν δυο κόνδυλοι ερεθισμένοι κ’ υπόμαυροι μούχρωναν των βυζιών της οι ρόγες. Μες στο κατάμαυρο από σκοτάδια φουστάνι της, υψώνονταν —στήλη φωτός— το κορμί της! Έβηξα. Η νύχτα δεν τέλειωνε. Οι άνθρωποι, ο Ευριπίδης, οι Λατινιστές κι ο Σοπενάουερ ας πάαιναν να φαν σκατά και κοκκόρους· οι τόποι, ο χρόνος, πατούσαν σαν θεότυφλα μέσα μου και τράβαγαν έναν δρόμο όλο φλούδες. Έσβεναν χειρονομώντας παράξενα στους κούφιους ουρανούς της ζωής μου…
Γιάννης Σκαρίμπας, Το θείο τραγί, σελ. 39-40, Εκδόσεις Νεφέλη, 1993
Φωτό: Holger Droste, Jeanloup
.
Nίκος Καββαδίας
Πίνακας : Federico Garcia Lorca, El Beso – 1927
Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Εκτέλεση: Γιάννης Κούτρας
Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροιΠαντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ’ αχαμνά τουΤου ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει
Κάτω απ’ τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια
Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.
Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ’ τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά
Βάρκα του βάλτου ανάστροφη φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.
——————————————–
Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Τρία απρόσεκτα διηγήματα

Η Ειρήνη γνώρισε τον άγγελό της δεκατριών χρονών και δύο μηνών. Ήμερα Σάββατο, παραμονή της Σταυροπροσκυνήσεως του σωτηρίου έτους 1913. Την ίδια ώρα είδε και το αίμα της. Κατέβηκε εντελώς απροειδοποίητα, χωρίς να ανοίξει καμιά πληγή. Ακριβώς τη στιγμή που θύμιαζε τα εικονίσματα και ήταν απορροφημένη από την ωραιότητα του αρχαγγέλου Γαβριήλ. (…)
Κι ενώ το πάνω στόμα της γυναίκας είναι άτριχο και καθαρό, το κάτω έρχεται καιρός όπου σκεπάζεται με μαλακή τρίχα, φουσκώνει και μυρίζει γιατί όλο στα σκοτεινά ζει και μασουλά μόνο τον εαυτό του και ροκανίζει ασταμάτητα όπως το στόμα του λαγού. (…) Και τις νύχτες σου άρεσε, Ειρήνη, να κρατάς απαλά τα χείλη του λαγού και μαζί κλείνατε τα μάτια και μαζί ξυπνούσατε το πρωί. Κι έβγαζες τότε το ζώο για νερό στο περιβόλι κι έβλεπες να τρέχει το νερό σας ζεστό με πολλά σφυρίγματα και τινάγματα και γινόταν ποτάμι, όχι άγριο, μόνο λιγάκι αφρισμένο πάνω στο χώμα. Πόνο όμως δικό σου, μυστικό αίμα και άγγελο Κυρίου οδηγό και φύλακα ποτέ δεν είχες συναντήσει (…)
Εικοσιέξι μέρες πέρασαν από το Σάββατο της Σταυροπροσκυνήσεως ως τη Μεγάλη Παρασκευή, ημέρα των αγίων παθών, της λόγχης και του ξιδιού. Προς το μεσημέρι και μετά την Ακολουθία των Ωρών, τη στιγμή που η Ειρήνη μαζί με άλλες στόλιζαν τον Επιτάφιο, ένιωσε ξαφνικά επιθυμία για κάτι γλυκό. Οι μυρουδιές από τα τριαντάφυλλα, τα κρινάκια, τα ζουμπούλια, τα άνθη της λεμονιάς και της νεραντζιάς και από τις μισοανθισμένες πασχαλιές ανακατώθηκαν με τη μυρουδιά βανίλιας και καραμέλας και όλη η εκκλησία μύρισε, από το ιερό ως τον γυναικωνίτη, ψημένο αμύγδαλο και κουραμπιέδες. Την ίδια στιγμή είδε η Ειρήνη ψηλά πάνω στο τέμπλο τον άγγελό της να φτερουγίζει, ντυμένος όπως και την πρώτη φορά και να την παρατηρεί με τα μεγάλα του φωτεινά μάτια σκοτεινιασμένα λίγο από τις μακριές του βλεφαρίδες. (…)
Ίσα που πρόλαβε ο άγγελος του Κυρίου και ακούστηκαν φοβεροί και τρομεροί χτύποι στις πόρτες και στα παράθυρα. Έτριξαν τα θεμέλια του σπιτιού, σείστηκαν οι τοίχοι και τα πατώματα πήγαν κι ήρθαν. Και πολλά πιάτα έπεσαν από τα ράφια και συντρίφτηκαν. Και το κουτί της ζάχαρης άνοιξε μόνο του και χυνόταν η ζάχαρη άσπρη και τριζάτη από το ράφι ως το πάτωμα, ενώ ο αέρας γέμισε από τη μυρουδιά της μέντας, της κανέλας και της σοκολάτας. Αυτό ήταν και το τελευταίο που ένιωσε η Ειρήνη προτού λιποθυμήσει στην αγκαλιά του αγγέλου της. Κι όταν (άγνωστο πότε) συνήλθε, της είχε περάσει κάθε πόνος του αίματος και κάθε επιθυμία για γλυκά. Κανένας ήχος δεν ακουγόταν μέσα στο σκοτάδι. Μονάχα ένα αδιόρατο φως φαινόταν να ξεκινά από το σώμα του αγγέλου και να πλημμυρίζει το δωμάτιο.
Και μέσα σε τούτο το γαλάζιο αχειροποίητο φως είδες, Ειρήνη, ότι κρατούσες στο στόμα σου και έγλειφες ασταμάτητα και πιπίλαγες σαν τα μωρά τον άγγελό σου. Κι εκείνος ο δύστυχος έλιωνε έτσι και λίγνευε, διάφανος σχεδόν, σαν χαρτί από την αδυναμία. (…)
Έτσι πέρασαν τέσσερις ημέρες γλύκας και πόνου. Μεγάλη Παρασκευή, Μεγάλο Σάββατο, Άγιο Πάσχα και Δευτέρα της Διακαινησίμου. Και όλον ετούτο τον καιρό είχε η Ειρήνη στην κατοχή της και δοκίμαζε, έγλειφε και πιπίλιζε ασταμάτητα τα τρυφερά μέλη του ωραίου και διάφανου αγγέλου της. Κι αν είχε επιθυμία για κάποιο γλυκό του κουταλιού ή του ταψιού, γέμιζε το στόμα της και ευφραινόταν ο ουρανίσκος της από το γλυκό εκείνο. Κι αν ήθελε βερίκοκο με αμύγδαλο και σιρόπι, το είχε αμέσως. Κι αν λαχταρούσε βύσσινο, σοκολάτα, κομπόστα μήλου ή αχλαδιού, σοκολατάκια γεμιστά και σκέτα, τα είχε όλα και τα χόρταινε. Όμως εκείνα τα περίεργα γλυκά του πειρασμού με τα ξενικά ονόματα, τα άγνωστα υλικά και τις ανάμειχτες γεύσεις, η Ειρήνη δεν τα δοκίμασε. Ούτε έφαγε τις καραμέλες με τις γεύσεις των χεριών, των ματιών και των χειλιών, φανερών και μυστικών. Πιθανόν δεν θέλησε ή ίσως να ντράπηκε τον άγγελό της και δεν τόλμησε να του ζητήσει κάτι τέτοιο. Άλλωστε δεν ήταν και πολύ βέβαιη αν θα μπορούσε να της προσφέρει όλες αυτές τις γεύσεις κι έμεινε στα γνωστά. (…)
Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Τρία απρόσεκτα διηγήματα (H περίοδος της Ειρήνης), σελ. 13, 14,15, 27, 29, 30, Εκδόσεις Άγρα, 2012
Πίνακες: Laine Bachman, Kay O’ Rourke, Αntoni Mas
—————————————–
Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II
Η κυρία Χέντγεν, εξακολουθώντας να νιώθει θυμό, ανέβηκε στη μεγάλη κάμαρα για να φέρει λουκάνικα για το βραδινό φαγητό, κι επειδή ο θυμός σε κάνει απρόσεχτο, κλώτσησε τα καρύδια, που κύλησαν με εκνευριστικά δυνατό θόρυβο μπρος από τα πόδια της. Κι όταν, σαν να μην έφτανε αυτό, πάτησε κι ένα, ο θυμός της έγινε ακόμα πιο έντονος. Για να μην πάνε όμως τελείως χαμένα, βάλθηκε να καθαρίζει προσεκτικά την ψίχα από τα σπασμένα τσόφλια· έβαζε στο στόμα της τα άσπρα κομμάτια και σκουροκίτρινη πικρή τους πέτσα, και κάθε τόσο φώναζε για να ακούσει η παραμαγείρισσα: τελικά το τσουλάκι την άκουσε και ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά, μόλις όμως μπήκε μέσα στην κάμαρα, την υποδέχτηκε ένας χείμαρρος από βρισιές: βεβαίως, όποιος κορτάρει με τους αλήτες δεν μπορεί παρά να κλέβει και καρύδια, τα δυο πάνε μαζί, τα καρύδια τα είχε απλώσει κοντά στο παράθυρο και τώρα είχαν φτάσει ίσαμε την πόρτα – και φυσικά δεν είχαν πόδια να περπατάνε από μόνα τους: σήκωσε το χέρι έτοιμη να χτυπήσει τη μικρή, κι αυτή έσκυψε το κεφάλι και ύψωσε το μπράτσο της για να προφυλαχτεί, όμως καθώς εκείνη τη στιγμή ένα τσόφλι κόλλησε στα δόντια της, η κύρια Χέντγεν αρκέστηκε να το φτύσει με σιχασιά. Μετά κατέβηκε στο μαγαζί, ακολουθούμενη από την κοπέλα που μυξόκλαιγε.
Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II, 1903, Eς ή η αναρχία, μτφρ. Κώστας Κουντούρης, σελ.17, Εκδόσεις Μέδουσα, 2006.
Μιχαήλ Μητσάκης, Εις τον οίκον των τρελλών
Αι γυναίκες είνε αι πλείσται μάλλον ηλίθιαι ή τρελλαί. Υπάρχουσιν όμως και τίνες μανιώδεις. Μία Κρήσσα, εξ έρωτος παθούσα και αυτή, δεν καταδέχεται να απαντήση καν εις τας ερωτήσεις μας και απομακρυνόμεθα αυτής φρονίμως, διότι όταν οργισθή πηδά αδιακρίτως εις τον λαιμόν του προστυχόντος ζητούσα να τον πνίξη. Αι συμπαθέστεραι όλων είνε δύο αδελφαί, μένουσαι εν ενί των ιδαιτέρων δωματίων προ ετών, μέσης ηλικίας, διατηρούσαι όμως επί της παρηκμακυίας μορφής των ίχνη καλλονής έτι, αίτινες θα ηδύναντο να χρησιμεύσωσιν ως υπόδειγμα αδελφικής στοργής.
Είχε πάθη η μία εξ αυτών και ενεκλείσθη εις το άσυλον τούτο• αλλ’ η άλλη δεν ηθέλησε να την εγκαταλείψη και συνεκλείσθη μετ’ αυτής. Ούτω δε τρελλαί αλλά αγαπώμεναι πάντοτε μένουσι συζώσαι, και η μία περιθάλπει την άλλην, και αι δύο δε ομού μεγάλην ξανθήν πλαγγόνα, με κατακοκκίνους παρειάς και στίλβοντα ακίνητα όμματα, αναστήματος πενταετούς παιδίου περίπου, ήν κρατούσι πάντοτε ενηγκαλισμένην ως να ήτο βρέφος. Όλη των η στοργή συγκεντρούται εις το αναίσθητον αυτόν ξόανον, και το θωπεύουν, και το λικνίζουν, και το ασπάζονται, και τω ομιλούν, ως να είνε έμψυχον, τέκνον των πραγματικόν.
Του ετοιμάζουν μόναι των ράπτουσαι φορέματα, του αλλάζουν τα ενδύματά του τακτικά, τα πλύνουν, τα σιδηρόνουν, καλύπτουσαι αυτό μετά προσοχής όταν το γυμνόνουν διά να μη ταις κρυώση το πτωχόν! Και το νευρόσπαστον δέχεται όλα αυτά, ανοίγον υπερμέτρως διατεταμένους τους αβλεφάρους του οφθαλμούς, τείνον ασευνειδήτως εις τα φιλήματά των την εκπεπληγμένην μορφήν του και κινούν τους ξανθούς βοστρύχους του.
Μιχαήλ Μητσάκης, Εις τον οίκον των τρελλών, σελ. 92-93, Εκδόσεις Πατάκη, 2004
Πίνακες: Ilya Zomb
.
.
Άρης Μαραγκόπουλος, Αγάπη, κήποι, αχαριστία
.
Είσαι ένα μικρό, πολύ μικρό κορίτσι, Ζωή. Και τι να σου κάνω εγώ. Είμαι πολύ μικρό, μικρό αγόρι, κανένας δεν μου παραβγαίνει στην άγνοια, στη μωρία και στην ευαισθησία, ένας ζουμερός μανδραγόρας. Μικρή, κακομαθημένη κι ανυπάκουη σε εκπαίδευσε ο πατέρας σου Ζωή Κόλερ. Ανυπάκουη και κακόκεφη σε γνώρισα – αλλά, όταν σε πρωτοείδα, αμέσως σε ονειρεύτηκα. Κάτι στο λαιμό σου, κάτι στο πρόσωπο των είκοσι χρόνων, στα χείλη, στο πώς έβγαζες την ανάσα σου, μου έδωσες υλικό να σε φανταστώ σαν τα όνειρά μου, σαν τις γυναίκες μου της Ιερουσαλήμ, Αιγυπτία. Δεν υπήρξαν ποτέ αυτές. Πλάσματα της φαντασίας μου. Μονάχος μου σε ονειρεύτηκα, μονάχος μου διάλεξα το ψέμα. Ποτέ δεν έμαθα να αγαπώ κανέναν. Ο Τζίμυ και η Σίλεια φοβόντουσαν την αγάπη. Μόνον να ονειρεύομαι ανοησίες για γλυκές γυναίκες που αγαπούν όπως στο σινεμά. Αυτό μου έμαθαν. Αλλά τότε γιατί, γιατί, γιατί σε έλουσα και σε άλειψα μύρα και σε πόνεσα, γιατί.
.
.
Κάναμε κούνια στις ζαχαρένιες αιώρες του Φραγκονάρ, ανεβήκαμε σε ψηλά βουνά και δεν γαμηθήκαμε, απαρνηθήκαμε τον Θεό και δεν φιληθήκαμε, κατουρούσαμε πάντα ξεχωριστά, ζητιανεύαμε ομορφιά, σαν τον Ιωάννη Κητς, στα βιβλία, στους πίνακες και στα γραφικά τοπία… και δεν γουρλώσαμε μια φορά, γαμώ το κέρατό μου, τουλάχιστον μια φορά τα μάτια από άγρια καύλα – και τότε γιατί ζούσαμε μαζί, γιατί λέγαμε «δεν πειράζει», γιατί δεν μας ειδοποίησε κανείς που αντιδρούσαν όλοι τόσο ευγενικά: «Πόσο μοιάζουν αυτοί οι δύο, σαν αδελφάκια είναι».
Άρης Μαραγκόπουλος, Αγάπη, κήποι, αχαριστία (Nύχτα στο τραίνο), σελ. 79-80, Εκδόσεις Κέδρος, 2002
Φωτό: Αugust Sander
.












