RSS

Monthly Archives: February 2022

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Αντηχείο

.

M’ ένα κουτάλι ξύλινο έσκαψα τα σωθικά μου,

γλυκό καρπό, πικρό μαύρο κουκούτσι

ώσπου κοίλωμα να καθρεφτιστεί στο κοίλωμα

έκανα χώρο.

.

Έκανα χώρο για το κροτάλισμα

του πολυβόλου, το λυγμό

του νεογέννητου

το θρόισμα στα φύλλα, το βάδισμα των γενεών

στη μεγάλη έρημο, τη σκιά στην πέτρα

τις αστόχαστες ώρες σε μια ξένη πόλη,

που δεν αγαπάς καθώς βρέχει.

.

Στέκομαι στην πυξίδα σταυρωμένος:

ένα καρφί για τη δύση που με γέννησε

ένα για την ανατολή που με βύζαξε

ένα για το βορρά, όπου χάθηκα στο χιόνι

κι ένα για το νότο, όπου ξαγρύπνησα

καπνίζοντας.

Στέκομαι εκεί, όπου συναντιέμαι και

διαμελίζομαι,

εγώ

που ξέρω τους πιο άγριους χειμώνες,

τα πιο ανελέητα καλοκαίρια,

που φόρεσα στέμμα

από πάγο κι από σκόνη, εγώ,

που αποσυντέθηκα σε τρία γράμματα και μετά

στα διαστήματα ανάμεσά τους

στις λευκές εκτάσεις ανάμεσα,

στις διασταυρώσεις οδικών

ατυχημάτων.

τα χέρια που τεντώνουν τις χορδές

δεν είναι δικά μου. Ξύλινος παραμένω στην

ακαμψία

μιας αναμονής χωρίς τελειωμό.

μέσα μου η συγχορδία των ξεχασμένων:

η τσίγκινη σκεπή, το κουτάλι, άκεφο σα καρφί

στο πιάτο της σούπας, η πύλινη κανάτα,

το αδήλωτο σόι μου, χωρίς χαρτιά,

με τα άδεια χέρια, με τα άδεια μάτια, με τη

διψασμένη σκόνη.

μέσα μου κι η μεταλλική μυρωδιά του ολέθρου

που χλιμιντρίζει

έξαλλος στο κατόπι τους.

.

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Αντηχείο, από τη συλλογή Πολλαπλότητες του μηδενός, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2020 Πίνακας: Patrick William Adam

 

Βαγγέλης Ασημένιος, Άδυτο

.

Στα εισόδια ενός πένθιμου μπολερό

ο κύριος Κάτι καπνίζει παπύρους με σινική μελάνη

εκπαιδεύεται να ξεδιψά με δάκρυα κι αντεστραμμένη θλίψη

επανακαλύπτει την ομορφιά δίχως εναλλακτικές αγάπης.

.

Στη στράτα που κάθε τώρα βρέχει

επωμίζεται τους έρωτες των φαντασμάτων

και τα κρούσματα των καλών προθέσεων

για δυο τρεις μήνες μοναχά, που οι λεμονιές καρπίζουν.

.

Στο ξέπλυμα της θήρας τεμαχίζει τα εκτελεσμένα εργατικά,

μετέχει την απτότητα του πηγμένου αίματος

κι ανώφελα πιέζει τα αφηγημένα οράματα

σαν τα κουμπιά των φαναριών για τους πεζούς που πια δεν πιάνουν.

.

Στην επιρροή του Σαββάτου ντύνεται τη νύχτα και

γεμίζει το μπράτσο του πληγές να βόσκουν πεφταστέρια.

Μετανάστης πια της παιδικής ηλικίας

συμπλήρωσε τα ένσημα στο παζλ των μικρών χρωμάτων.

.

Βαγγέλης Ασημένιος, Άδυτο, από τη συλλογή Μάνα λησμονιά, εκδόσεις Περισπωμένη, 2016 Πίνακας: Marc Chagall

 

Αλέξης Β. Σταυράτης, γραμμικά φωτόνια

.

ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ

[…] Ντύσου τις κατάλληλες λέξεις / και ο ουρανός είναι δικός σου

Στο συρτάρι κλεισμένες λέξεις / στα μάτια κοιμούνται όνειρα / αρχαίες συνήθειες ριζώνουν στα πρόσωπα των αθώων / Τα δέντρα απορρίπτουν τα φύλλα τους / παντού νεκροφάνεια / Δεν είναι καιρός αυτός / για ποίηση…

Λέξεις μικρές και άηχες / ζητάνε μια καινούργια φλόγα / Ένα ποδήλατο χαμογελά / με προσκαλεί να δραπετεύσουμε […]

ΓΙΑΤΙ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

[…] Διάτρηση σκότους / Ποίηση / Έμπνευση τυπωμένη στο πέταγμα της άγριας πέστροφας / Άγρια νερά σε σκοτεινά φαράγγια

Πάρε τη γλώσσα μου / και μάθε της καινούργιο αλφαβητάρι

Τρίχες, μου είπαν, τα ποιήματά σου / κι εγώ άφησα γένια να τους δικαιώσω / Μη χάσουν και οι λέξεις την αξία τους […]

Αλέξης Β. Σταυράτης, γραμμικά φωτόνια, εκδόσεις Έναστρον, 2021

Artwork: Gary Band

 

Έλσα Κορνέτη, Το ρόδο της ακτής

.

Έλεγαν ότι είχε μια θυελλώδη καρδιά. Ότι η καρδιά του άρρυθμα χτυπούσε. Έλεγαν ότι το χνούδι της άτακτης ζωής του ύψωνε ολόγυρα λόφους ροδοπέταλα. Αυτός έλεγε κάθε φορά που έπιανε την πέννα φτερό ότι έβλεπε παραδείσια πουλιά να τρυπώνουν μέσα στη φόδρα της ρεντιγκότας του κι ότι συχνά η πορφυρή μεμβράνη του ανάγλυφου υφάσματος αναρριγούσε. Δεν ήξερε αν ήταν κάτι μαγικό ή καταραμένο, αλλά ήταν σίγουρος, ότι από μικρός άκουγε την αναπνοή και το καρδιοχτύπι των λέξεων, και αυτές αντηχούσαν μ’ ένα παράξενο κουδούνισμα στο κεφάλι του. Εκεί μέσα σε κρυφές σπηλιές συσσωρεύονταν κι επωάζονταν μυριάδες. Ώσπου κάποτε σαν χείμαρρος ξεχύθηκαν από τα μάτια, το στόμα, τα αυτιά του. Λέξεις ηχηρές, μελωδικές σαν χορωδίες. Κι αυτός, μισοπνιγμένος όπως ήταν, δεν ήξερε τι να κάνει με δαύτες. Ο καλοκαιρινός ουρανός είχε το χρώμα της ιδανικής χώρας. Η ιδανική χώρα όμως είναι μια ψευδαισθητική κατασκευή. Ένας άνθρωπος ζει μια συναρπαστική ζωή, κι έπειτα η ζωή έχει περάσει. Αυτός, ο πνιγμένος, κείτονταν στην αμμουδιά σιωπηλός σαν βυθός. Αυτή, η αιώνια αγαπημένη, στεκόταν με λίγους φίλους πνιγμένη στα δάκρυα. Μέσα στη θαλασσοταραχή, με τελική πορεία το Λιβόρνο, το σκαρί έσπασε στα δύο, η περιδίνησή του στην ανταριασμένη θάλασσα τον βύθισε κατακόρυφα, κι έπειτα τον εκσφενδόνισε στην κόψη των κυμάτων σαν να ήταν βέλος. Οι πνεύμονές του δεν γέμιζαν πια με λέξεις αλλά με νερό.  Ένας φάκελος δερματόδετος άνοιξε, και τα ποιήματα έχασαν τον αρχικό τους προορισμό – σκόρπισαν μέσα στις μαύρες τρικυμισμένες μπούκλες του θανάτου.  Άνθος πληγή ή πληγή άνθος;

.

.

Στεκόταν αναποφάσιστη εκεί επάνω στη ρωγμή του κόσμου, εκεί όπου η ψυχή έσπασε, κι ένα πνεύμα πέταξε αφήνοντας πίσω ένα σώμα άκαμπτο και βρεγμένο. Ένα σώμα που περιείχε ακόμα κάτι πολύτιμο, μοναδικό σαν δακτυλικό αποτύπωμα. Φουσκωτό σαν γροθιά, έχασκε στη γυμνότητά του, παραγεμισμένο μ’ ένα στριμωγμένο ορμητικό ποτάμι στο πάθος της παραφοράς, με τη θεϊκή τρέλα του ακατανόητου, με αγάπες ζοφερές και ποικιλόχρωμους πόνους, κυρίως αυτούς. Όπως αριστοτεχνικά έκοψε κι έραψε με κλωστές τον τερατώδη ήρωά της, ήξερε αριστοτεχνικά ν’ αφαιρέσει εκείνο το τελευταίο, το τέλειο ίχνος, το σάρκινο ρολόι που τον κατοικούσε. Το κόκκινο σύμβολο του ρομαντισμού βγήκε από μέσα του ορθάνοιχτο σαν τεντωμένο αυτί, σαν άγριο μάτι. Τώρα, ό,τι απέμεινε από αυτόν κείτεται εκεί στο ξύλινο γραφείο της συγγραφής, όπου την συντροφεύει για να ζει, για να δημιουργεί, μακριά από τον θόρυβο του κόσμου.  Μέσα σε γκρίζα σύννεφα, μέσα σε ύπνου στάχτες, σε έναν πένθιμο πύργο που ολοένα ψηλώνει, οι νυχτερίδες φράζουν με τα αγκυλωτά φτερά τους τα παράθυρα. Ένας επίμονος κτύπος στο τζάμι και το μεγαλύτερο κλαδί του θαλασσόδεντρου που λικνίζεται στον ψυχρό αέρα ανοίγει σαν ξύλινο χέρι τα παραθυρόφυλλα αιφνιδιαστικά, σκορπίζοντας τις νυχτερίδες μακριά. Το κλαδί μ’ ένα ακαριαίο τρίξιμο ξεδιπλώνεται, ορμά στο δωμάτιο της, αρχίζει ακατάπαυστα να διακλαδίζεται και να μακραίνει.

.

.

Σκουριασμένα κλειδιά και χρυσά κουμπιά ξεφυτρώνουν στη θέση των φύλλων από παντού, τα μικρότερα κλαδιά σαν πράσινα πλοκάμια ελίσσονται, μακραίνουν, σκαλώνουν στα μαλλιά της οικοδέσποινας και την ανασηκώνουν ψηλά κρατώντας την μετέωρη. Το φανταστικό θαλασσόδεντρο κυριεύει το δωμάτιο. Ο κόσμος δονείται. Σε ένα φανταστικό λεπτό ενός φανταστικού κόσμου, συντονισμένες στους κραδασμούς του οι ευγενικές ψυχές στροβιλίζονται. Τότε η καρδιά αρχίζει να πάλλεται. Η βαλσαμωμένη καρδιά κτυπάει ξανά μέσα στο γυάλινο δοχείο της φορμόλης. Η καρδιά κτυπάει σαν ν’ ασφυκτιά κλεισμένη στο συρτάρι. Ο παράφορος πύργος αναποδογυρίζει σαν κλεψύδρα, και τότε τ’ άγρια τριαντάφυλλα του περίβολου αναρριχώνται στον ουρανό. Μεθυσμένα στο νέκταρ πουλιά ξεκλειδώνουν με τα ράμφη τους τις κλειδωνιές κι αυτή αρχίζει να βλέπει και πάλι αρωματικά όνειρα σε μια στιγμή τέλειας ομορφιάς όπου όλα ενώνονται. Διαβάζοντας ρυθμικά τους στίχους του, η καρδιά του ποιητή στο συρτάρι του γραφείου της ξέφρενα φτεροκοπά. Κάποτε η καρδιά συρρικνώνεται, αλλάζει όψη.

.

.

Ένα κομμάτι ξεφούσκωτο πετσί πετά αγκάθια κι ένα μπουμπούκι. Το μπουμπούκι άνθισε και το πορφυρό του χρώμα πλημμύρισε το δωμάτιο. Δεν είναι πια μόνη. Η τερατώδης παλάμη του τερατώδους ήρωά της, ραμμένη με διαφορετικές κλωστές και δέρματα, της κρατά σφιχτά το χέρι. Μετά τη φανταστική του επιδρομή το φανταστικό θαλασσόδεντρο υποχωρεί. Μαζεύει, συρρικνώνει τα ατίθασα φρέσκα κλωνάρια του και ακινητοποιείται στο πραγματικό δέντρο που ήταν, στην αρχική του μορφή, στην αρχική αγέρωχή του θέση, στην ανατολική μεριά του κήπου, εκεί όπου γίνεται ορατό, σχεδόν απτό από το παράθυρο του γραφείου. Στεφανωμένη με ένα λεπτοδουλεμένο στεφάνι από σφιχτοδεμένα κλαράκια και φύλλα ιερής βελανιδιάς, η Μαίρη Σέλλεϋ με τις τσέπες της γεμάτες κουμπιά και κλειδιά ξέρει. Κουμπώνοντας μια πληγή ξεκλειδώνει ένα άνθος.

Artwork: Maggie Taylor

 

Μαρία Σύρρου, Μικρογραφία

.

                    Στον Βαγγέλη

Μάτια μου μελαγχολικά,

μελένια μυήματα μεθυστικά,

μενεξεδένια μέλπετε μελιχρές μιμόζες μαγικές

μη-με-λησμόνει μονωδίες μυστικές.

.

Μορφή μονάκριβη, μαλαματένια

μειλίχια μιλιά μου, μεταξένια

μύρο στη μοναξιά μετοίκησέ με

μίσεψε μέσα μου, νοστάλγησέ με

Μαρία Σύρρου, από την ποιητική συλλογή Ανακρούσματα ηλιοστασίου, Αθήνα 2022

Πίνακας: Mary Bedden

 

Μένη Πουρνή, Ξεχασμένη τσέχικη ανάμνηση

.

Θα κλειστώ τριακόσια χρόνια σ’ ένα σπίτι

χωρίς πόρτες και παράθυρα.

Τα μέλη μου θα σαρκώσουν δοκάρια και τοίχους.

Τα γεγονότα θα παραδοθούν έρμαιο

στη μαρτυρία της ιστορίας.

Οι απόδημοι εργάτες θα χτίζουν και θα χτίζουν

σμίγοντας βούρλα κι άγριες μέντες στ’ ακροκέραμα.

Θα κλειστώ σ’ ένα σπίτι τριακόσια χρόνια μόνη

ανάμεσα στους σκελετούς των σκαριφημάτων.

Τα μάτια μου θα εμπυρώνουν  το σκοτάδι

αθυρματικά σφυρηλατώντας κρύσταλλα και γυαλί.

Στα χωρίσματα η μέρα

θα χύνει το μεμπτό της σάρκας μου.

Εκατοντάδες μυρμήγκια στα μαδέρια

θα θηλακώνουν τα υπόγεια νερά.

Και η χλόη ψηλή, όλο γυαλάδα

θα σκαλώνει στην κρεβατίνα του κήπου.

Πότ’ ένα δάχτυλο πότ’ ένα αυτί

θα γαργαλάει τις φύτρες πλάι στους κροτάφους

και θ’ αναταράζονται τα σπλάχνα του.

Μένη Πουρνή, Ξεχασμένη τσέχικη ανάμνηση, από την ποιητική συλλογή Οι άκανθες των αιώνων, εκδόσεις Δρόμων, 2022

.

Σημείωση: Θα κλειστώ τριακόσια χρόνια σ’ ένα σπίτι: στίχος [αγνώστου πλέον σ’ εμένα Τσέχου ποιητή], τον οποίο είχα αλιεύσει πολύ παλιά από μυθιστόρημα του Τσέχου συγγραφέα Μίλαν Κούντερα. Ο στίχος έγινε εμμονή, κι έδωσε σε δεύτερο χρόνο το παρόν ποίημα. Το μικρό σημείωμα όμως που είχα κρατήσει με τα αναγκαία στοιχεία βρίσκεται κάπου χαμένο, ξεχασμένο ακόμη, κι έτσι δεν υπάρχει σήμερα η δυνατότητα πρόσβασης στο όνομα του δημιουργού. Όπως και να έχει, του οφείλω τον τίτλο του ποιήματος και τη σημείωση αυτή.

Πίνακας: Vanessa Bell

 

Δημήτρης Αγγελής, Σολάρις

.

Στέκομαι μουσκεμένος στο μέσον μιας καταιγίδας. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι τρέχουν να καλυφθούν κάτω απ’ τη γέφυρα του αυτοκινητόδρομου. Προσπαθώ να πιω απ’ το φλιτζάνι μου που έχει περισσότερο βρόχινο νερό παρά τσάι. Πάλι το άλογο μπήκε τρομαγμένο στο δωμάτιο. Πάλι γαβγίζει ο σκύλος σαν να βλέπει ξένους. Για τριάντα δευτερόλεπτα αιωρούμαστε ξαφνικά μες στη βροχή μαζί με τα βιβλία μας, το κλουβί με τους παπαγάλους, την ξεραμένη ανθοδέσμη. Τη μουσική του Μπαχ στα μαλλιά σου. Ύστερα πέφτουμε μαλακά στα χορτάρια.

Ξύπνησα σήμερα και νόμιζα πως ήμουνα σπίτι σου. Επειδή σε τίποτα δεν ελπίζω πια.

Δημήτρης Αγγελής, Σολάρις, από την ενότητα Τα άλογα του Ταρκόφσκι, Πάντα βρέχει στο κεφάλι του σκύλου, εκδόσεις Πόλις, 2022

Πίνακας: Andrew Wyeth

 

Δημήτρης Αγγελής, Βρέχει πάνω από το κεφάλι του σκύλου

.

Το φως στο δωμάτιο μου θυμίζει την ομίχλη της Μόσχας. Η σκιά στον τοίχο κάτω απ’ το σκουριασμένο καρφί δηλώνει μια εικόνα που λείπει. Στη σκάλα έχουν κρεμάσει μια ομπρέλα σε αποσύνθεση. Βρέχει πάντα πάνω στο κεφάλι του σκύλου.

Κρατάω στο χέρι το κλειδί του παλιού μου σπιτιού που δεν ανοίγει πόρτα καμιά. Στον δρόμο συνομιλώ με την Αγία Αικατερίνη. Εσύ αυτοπυρπολείσαι πάνω στο μπρούντζινο άλογο κάθε απόγευμα στις επτά κι εγώ σε νοσταλγώ σαν ξεχασμένη πατρίδα. Δεν φταις εσύ. Φταίει αυτή η μονότονη μουσική που μας κάνει λυπημένους· τα αποξηραμένα λουλούδια στο βάζο. Και το τηλέφωνο που ποτέ δεν χτυπάει.

Δημήτρης Αγγελής, Βρέχει πάνω από το κεφάλι του σκύλου από την ενότητα Τα άλογα του Ταρκόφσκι, Πάντα βρέχει στο κεφάλι του σκύλου, εκδόσεις Πόλις, 2022

Πίνακας: Sylvia Melland

 

Έλσα Κορνέτη, Δον Κιχώτης

.

Το αποφάσισε

Σήμερα θα γίνει ελαφρύς

Θα βγάλει το σιδερένιο κοστούμι και τη χαλύβδινη γραβάτα  

Θα πετάξει το γραφείο στο κενό από το παράθυρο του ορόφου

Θα φορέσει μόνο καθαρό και φίνο κρύσταλλο Βοημίας

.

Το αποφάσισε

Από σήμερα θα γίνει

Ένας γυάλινος παράφορος ιππότης

Από σήμερα θα γίνει ένας αλλοπαρμένος φούρναρης ιππότης

Κάθε χάραμα θα ζυμώνει τον κόσμο που επιθυμεί με άνθη λωτού κι Έπειτα θα γεμίζει τον ουρανό με αφράτα πολύχρωμα μπαλόνια – καρβέλια για να ταΐζει πλάνητες αγαθούς κι ονειροπόλους

.

Το αποφάσισε

Από σήμερα θα γίνει οπαδός της ανάποδης σκέψης

Άλλωστε για τον περιπλανώμενο στην έρημο της τρέλας

Η μόνη ελπίδα είναι το παράλογο

Κι αυτός προχωρά μόνος

Ντυμένος στα λευκά γιατί

Η έρημός του είναι απ’ αλεύρι

Τα μπαλόνια τα τρυπούν μνησίκακα πτηνά

Και τα καρβέλια πέφτουν επάνω του σαν μετεωρίτες

Τα όνειρα του αλέθονται στη μυλόπετρα της αλήθειας

Περνούν μέσα από τρύπια ανεμόμυλων φτερά κι έπειτα

Πασπαλίζουν τα σύννεφα με την αδιαφορία του αέρα

.

Κι η Δουλτσινέα;

H Δουλτσινέα του ήταν ένας άγγελος-τραβεστί που τον ξεμυάλισε Φορώντας μια ξανθιά περούκα και το μακρύ δαντελένιο νυφικό της απάτης

.

Το αποφάσισε

Σήμερα θα σπάσει την ελαφρότητα

Σε χίλια κομμάτια

Για ν’ απογειωθεί

Χωρίς πανοπλία

Πίνακας: Anne Siems

 

Έλσα Κορνέτη, Άνθρωπος Εσωτερικού Χώρου

.

Αν κάποιος είναι σημαντικός

Δεν τον αφήνεις να φύγει

Τον φυτεύεις σε μια γλάστρα

Τον ποτίζεις

Τον βάζεις στο φως

Τον ονομάζεις

Άνθρωπο Εσωτερικού Χώρου

.

Κάποτε μια μύγα θα τον φτύσει

Κάποτε ένα κατοικίδιο θα τον μασήσει

Κάποτε ένα παιδάκι θα τον μαδήσει

Κάποτε η αδιαφορία θα τον μαράνει

Πίνακας: Jan Sluijters