Monthly Archives: March 2021
Αντώνης Δ. Σκιαθάς, Η αυθεντία του ναρκισσισμού
Ένα κόκκινο μαντήλι,
Στους χρησμούς της Ποίησης
Αναμονή σε προθαλάμους γυναικών
Μεσαίωνας βιωμένος
Αντώνης Δ. Σκιαθάς, από τη συλλογή “Σπασμένα Δόντια”
Nenad Milošević, Τα κουνέλια
Για δεύτερη μέρα, όταν όλα γύρω μου
ησυχάζουν, και το να φέρνεις στο στόμα ένα τσιγάρο
κρατάει όσο κι ένας στεναγμός στον ύπνο σου
θυμάμαι τα κουνέλια που είχες βρει
το βράδυ εκείνο μες στο φλιτζάνι του καφέ μου
Ήταν κωμικό ν’ ανακαλύψεις πως ένιωσα εντελώς
διαφορετικά
όταν η φίλη σου (τελευταία και δική μου) είπε:
Το φλιτζάνι σου γέμισε κουνέλια.
Ντράπηκα σαν μικρό παιδί
που δεν καταλαβαίνει τ’ αστεία των μεγάλων.
Έσκυψα το κεφάλι πάνω από το φλιτζάνι
ψάχνοντας κάτι που να μοιάζει με κουνέλι.
Βρήκα κουνελιού αυτιά, γούνα, ουρά,
αλλά το ίδιο το κουνέλι πουθενά.
Τη μέρα εκείνη, τίποτε δεν μου έδειξε πως η
εικόνα ετούτη θα χαρασσόταν στο μυαλό μου πιο
καθαρά
απ’ όλες όσες πίστευα πως θα κράταγαν για πάντα:
μια νύχτα, δυο γυναίκες, πνιχτή ανάσα κάτω από
τα σεντόνια,
κι εγώ να ψάχνω, να ψηλαφίζω, πύρινους φλογερούς
ναούς
Από την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών, Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020
Artwork; Jamie Baldridge
Μaja Vidmar, Πολεμικόν καταφύγιον
Με φέρνουν σε δύσκολη θέση
τα πράγματα
που μάζεψα για να φέρω
στο καταφύγιο.
Ένας παχύς ευτυχισμένος
βούδας
που διαρκώς γελούσε
με ό,τι έκανα,
βρήκα όμως
ένα ράφι για εκείνον
και την αδηφάγα σκόνη των ενθυμίων.
Ήταν πιο δύσκολο
με τους βόλους
που σαν γατάκια σκόρπισαν
κάτω απ’ τον καναπέ.
Το πιο δύσκολο είναι με τα παιδιά,
πρέπει να καταψυχθούν
στον πάγο,
αγάπη
σε στερεά μορφή.
Aπό την ανθολογία Βαλκάνιων ποιητών Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου, μτφρ.: Κλεοπάτρα Λυμπέρη, επιμέλεια ελληνικού κειμένου: Ιφιγένεια Σιαφάκα, εκδόσεις Ρώμη, 2020.
Artwork: Jane Long
Αντώνης Δ. Σκιαθάς, Σχισμένο δέρμα
.
Αρκέσου, μου έλεγε, στη σιωπή.
Συχνά,
με σπασμένη τη λεκάνη
έσπερνε λόγια στον καθρέπτη,
ενενήντα χρόνων η Ραχήλ.
Πρώτη φορά
μετά το αγκαθωτό συρματόπλεγμα
και το σχισμένο δέρμα στο παλούκι της μάντρας
δραπέτευσε,
αρπακτικό με τη γλώσσα πυρακτωμένη.
Πώς φιλάς, με ρώταγε συχνά,
πώς αλλιώς, με τα χέρια
ακούγοντας το κορμί να λιώνει χιόνι.
Δεν πρόλαβα να τη φιλήσω παντού,
χτικιό έγινε το φιλί.
Ψύχραιμους μήνες με κομμένα τα στήθη,
την εξορία του θανάτου,
με τον πρώτο τυχόντα εραστή,ιατρό,
έμελλε να ζήσει.
Αντώνης Δ. Σκιαθάς, από τη συλλογή “Σπασμένα Δόντια”
Αδημοσίευτη Κατοχυρωμένη Ποιητική Σύνθεση.
Πίνακας: Anne Magill
Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ
XVIII
O Αριστοτέλης παρατηρεί ότι οι λέξεις είναι σημάδια παραστάσεων που ανακαλούνται στην ψυχή. Δεν φαίνεται ότι κάθε γλώσσα το επιτυγχάνει αυτό με τον ίδιο τρόπο. Στην περίπτωση αυτού του λαού κάθε λέξη εννοεί κάτι άλλο από αυτό που ονομάζει, και είναι μοίρα της γλώσσας, μονίμως, να μη βρίσκει τον στόχο της. Ένας ποιητής της χώρας την συγκρίνει ως προς αυτό με τη βελόνη της πυξίδας, που δεν δείχνει ποτέ ακριβώς τον βορρά. Το παρατηρεί κανείς ήδη στην ομιλία των παιδιών. Έτσι, εκφράζουν τη μία ή την άλλη ευχή· αν κάποιος, ωστόσο, τους φέρει ό,τι ζήτησαν, τον αποδιώχνουν κι εκλιπαρούν για κάτι καινούργιο, μέχρι που ξεσπούν τέλος σε κλάματα. Ένας μικρός έκλαιγε μέχρις εξαντλήσεως και φώναζε τη μαμά του· όταν ήρθε η μάνα του και πήρε το παιδί στην αγκαλιά, εκείνο μουρμούριζε ήδη μισοκοιμισμένο: «Όχι αυτήν τη μαμά· την άλλη μαμά»
Jürgen Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, μτφρ. Σταμπουλού Γρ. Συμεών, Gutenberg, 2019
Πίνακας: Anne Siems
Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμός
.
Kι ο Χούγκενάου που στα παλιά του ταξίδια είχε επισκεφτεί πολλές όμορφες παλιές πόλεις, χώρις όμως να προσέξει ιδιαιτέρως καμιά, ένιωσε να τον συνεπαίρνει ένα παράξενο συναίσθημα, ένα πραγματικά άγνωστο ως τώρα συναίσθημα, που ούτε να το κατονομάσει μπορούσε, ούτε και να πει τι το είχε δημιουργήσει και το οποίο ωστόσο τον έκανε να νιώθει μ’ έναν αλλόκοτο τρόπο σαν το στο σπίτι του: εάν κάποιος του έλεγε ότι αυτή ήταν μια αισθητική συγκίνηση ή ότι επρόκειτο για ένα συναίσθημα που πήγαζε από την ελευθερία, θα γελούσε δύσπιστος, θα γελούσε σαν κάποιος που δεν τον είχε αγγίξει καν η ιδέα της ομορφιάς του κόσμου, και θα είχε δίκιο να γελάει στο μέτρο που είναι αδύνατον να ξεχωρίσεις αν είναι η ελευθερία που αποκαλύτπει την ομορφιά στην ψυχή ή η ομορφιά που μεταδίδει στην ψυχή την ιδέα της ελευθερίας, όμως κατά βάθος θα είχε άδικο, γιατί ακόμα και για έναν άνθρωπο σαν τον Χούγκενάου δεν είναι δυνατόν παρά να υπάρχει εκείνη η βαθύτερη ανθρώπινη γνώση, ο ανθρώπινος πόθος για την ελευθερία από την οποία εκπηγάζει όλο το φως του κόσμου και μέσω της οποίας βλαστάνει ο κυριακάτικος καθαγιασμός κάθε ζωής – κι επειδή έτσι έχει το πράγμα και δεν είναι δυνατόν να έχει αλλιώς, μια αχτίδα αυτού του ανώτερου φωτός ίσως να έπεσε πάνω στον Χούγκενάου τη στιγμή που σύρθηκε έξω από το χαράκωμα και αποδεσμεύτηκε από τις υποχρεώσεις που τον έδεναν με τους άλλους ανθρώπους, μια αχτίδα του φωτός που είναι η ελευθερία που παραχωρηθηκε ακόμα και σ’ αυτόν, έτσι που για πρώτη φορά ν’ αφοσιωθεί στην κυριακάτικη σχόλη.
Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμόςσελ. 17-18, Μέδουσα, 1993.
Πίνακας: József Rippl-Rónai
Δήμητρα Κουβάτα, Μέδομαι λένε αλλιώς το σκέφτομαι
.
Με σφίγγει απόψε το βραχιόλι που μ’ αγόρασε
όταν απ΄ την Κολχίδα δραπετεύαμε
και το Αιγαίο φαινότανε μικρό να μας χωρέσει.
Ερχόμουν κι ήθελα μονάχα
τα πόδια να του πλένω, να του γεννώ παιδιά,
πάντα θερμή, πάντα ζεστή και αρωματισμένη.
Πάχυνα λίγο, το βραχιόλι με πονά,
το μπράτσο σημαδεύει.
Του γέννησα δύο παιδιά και έκτοτε
ρίχνω στη μήτρα μου δύο σταξιές λεμόνι,
για να μπορώ απίκραντη και άκαρπη
προς χάριν του να λύνω τα μαλλιά μου.
Μέδομαι λέγεται αλλιώς το σκέφτομαι.
Τα βράδια που εκείνος δε γυρνά
με λίγη άψινθο το πίνω το κρασί μου
και σκέφτομαι στης Αμπχαζίας τα βουνά
άραγε θυμούνται το όνομά μου;
Μέγγενη απόψε το βραχιόλι μου.
Σαν να ‘μουνα πουλί, το τύλιξε στο πόδι μου,
μ’ έσυρε σαν δαμάλα, σα να ‘μουν σκλάβα του,
με μάρκαρε.
Και μέδομαι: πουλί, σκλαβί, δαμάλι από τη μια
το δέρας, το καράβι, ένα βραχιόλι από την άλλη.
Δε βγάζουνε σωστό λογαριασμό.
Λείπεις πολύ, Ιάσονα, στα ξένα τα κρεβάτια.
Και δεν ευθύνομαι εγώ, γι’ αυτό που θα προκύψει.
Δήμητρα Κουβάτα, Μέδομαι λένε αλλιώς το σκέφτομαι, από τη συλλογή Καθαρό οινόπνευμα, Μανδραγόρας, 2020.
Νιόβη Ιωάννου, Στις οκτώ
.
όταν ερχόταν η ώρα
η αδερφή μου
με τοποθετούσε στο μεγάλο τραπέζι
κρύβοντας τα μάτια μου στις τσέπες της
ίσως και να μην ήμουν εγώ
που χόρευα και γελούσα στον κήπο
ντυμένη στα λευκά
ίσως και να μην ήταν εκείνη
το κορίτσι με το ραγισμένο φόρεμα
που έσφιγγε στους αγκώνες τη φωνή του
ώσπου να πάψουν τα δάχτυλα
ώσπου να πάψουν
μοναχοκόρες ήμαστε
πεινούσαμε πάντα αντικριστά
και κλείναμε τ’ αυτιά μας
ακούγοντας
τους κόκκους του ρυζιού
να πέφτουν με θόρυβο στο πάτωμα
ακούγοντας
το σκοινί να μεγαλώνει
ν’ απλώνεται γύρω απ’ τον πήλινο λαιμό του αλόγου
που έστεκε όρθιο
για χρόνια έστεκε όρθιο
στην άκρη της παλιάς σκονισμένης ροτόντας
Νιόβη Ιωάννου, Στις οκτώ από την ποιητική συλλογή Στην πυρά, Μανδραγόρας, 2020
Πίνακας: Pablo Picasso
Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμός
.
Όσο πιο μόνος είναι ο άνθρωπος, όσο περισσότερο το σύστημα αξιών στο οποίο είναι εντεταγμένος χαλαρώνει, με τόσο μεγαλύτερη σαφήνεια προσδιορίζονται οι πράξεις του από το παράλογο. Ο ρομαντικός άνθρωπος γαντζώνεται από τα σχήματα ενός ξένου και δογματικού πλέον συστήματος αξιών, είναι –όσο και να μοιάζει απίστευτο– πέρα ως πέρα λογικός και τελείως απαλλαγμένος από καθετί παιδικό.
Η λογική του παραλογισμού: ένας φαινομενικά απόλυτα λογικός άνθωπος όπως ο Χούγκενάου δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσει το καλό από το κακό. Σε έναν απόλυτα λογικό κόσμο, δεν υπάρχει κανένα απόλυτο σύστημα αξιών, δεν υπάρχουν αμαρτωλοί, απλώς επιβλαβείς άνθρωποι.
Και ο αισθητής επίσης δεν ξεχωρίζει το καλό από το κακό, εξ ου και η γοητεία του. Όμως γνωρίζει πολύ καλά ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό, απλώς δεν θέλει να τα ξεχωρίσει. Και αυτό τον κάνει διεφθαρμένο.
Χέρμαν Μπροχ, III. Οι υπνοβάτες, 1918, Χούγκενάου ή ο ρεαλισμός, σελ. 293, Μέδουσα, 1993.
Πίνακας: Αnne Μagill
Στάθης Κουτσούνης, Στο σχοινί
.
Νερά του ποταμού θολά
κι από πουλί ούτ’ ένας ήχος
όρνια μονάχα κρώζουνε
τροχίζοντας τα ράμφη τους
κι ο αέρας τούς χτενίζει τα μαλλιά
και τον μαλώνει μουρμουρίζοντας
απ’ τη δική του όμως τη μεριά
τίποτα δεν σκιρτά
στου κανενός τη χώρα
ήδη τρεις μέρες ανεμίζει το σκοινί
Στάθης Κουτσούνης, Στο σχοινί, από την ποιητική συλλογή Στου κανενός τη χώρα, Μεταίχμιο, 2020
Πίνακας: Martin Johnson









