RSS

Monthly Archives: May 2016

DBC Pierre, Βέρνον ο Μικρός Θεός

To φορτηγό προχωράει αγκομαχώντας βαθιά μες στην καρδιά του Μεξικού, μετά τη Ματεχουάα και το Σαν Λούις Ποτόσι, όπου πιο πράσινα τοπία συγχωνεύονται με τον πονοκέφαλό μου από τα ξίδια για να υφάνουν παγωμένα όνειρα, με τη χώρα μου και την Τέιλορ. Προσπαθώ να παραμερίσω τα μεταξωτά νήματα, τις σάρκες των πλοκαμιών που σφαδάζουν, που πετάνε μοβ και κόκκινες λάμψεις, που ξεφυσάνε έντονες μυρωδιές και μέλι, για να μπορέσω να αερίσω τις μουχλιασμένες σκέψεις, τις σκέψεις με τη μυρωδιά της λεβάντας που μου ’ρχονται κάθε μέρα για νεκρούς. Σκέψεις τόσο συνταρακτικές που δεν ανατριχιάζεις καν, σκέψεις που απλώς κάθονται ήσυχα εκεί, που έρχονται για να μείνουν παντοτινά, σαν φραμπαλάδες στο σατέν του φέρετρού σου. Οι σκέψεις συνδυάζονται με την ανάβασή μας στο Μέξικο Σίτι και φέρνουν ηχητικά αποσπάσματα από όλους όσους ξέρω, να κλαίνε πίσω από τις σήτες τους, «Συντετριμμένοι, συντετριμμένοι, συντετριμμένοι, οι βραδινές ειδήσεις, οι θλιβερές ειδήηησεις, η θηλιά σφίιιιιγγει…», ώσπου μες στο μυαλό μου με κυνηγάει με ουρανούς ανταριασμένης χολής μια μαύρη και σαπισμένη δίνη που διατρέχει ολόκληρες πολιτείες, ολόκληρες γαμοχώρες, μόνο και μόνο για να με σκίσει, να με ξεκοιλιάσει και να ποδοπατήσει τα παλλόμενα άντερά μου με μπότες και σπιρούνια, λες κι είναι τίποτα μικροί κροταλίες,  «Θα σας λιώσω! Γκνταπ! Σκισ’ τον αυτόν τον καριόλη, ακόμα σαλεύει!»

Bέρνον Γκοντζίλα Λιτλ.

DBC Pierre, Βέρνον ο Μικρός Θεός, σελ. 234, μτφρ.: Bίκυ Τόμπρου, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2004

Αrtwork: Jeane Myers

 

Γιώργος Γεωργούσης, Η σαρκοφάγος του ήλιου

.

22
Ίσως προδόθηκα μοναχός μου,
Ψιθύρισα μεσ’ απ’ τα δόντια μου.
Ανώφελο ν’ αλλάξω την προσωπίδα,
αφού έτσι κι αλλιώς τα ίδια θα λέω πάλι.
Τώρα θα εγερθεί
και θα με αναγνωρίσει.


Μίλα πιο δυνατά,
είπε τότε η σκιά εκείνου.
Να καλύπτει η φωνή σου τους άλλους ήχους•
να μην ακούγεται ο άνεμος, το ποτάμι,
να μην ακούγεται μήτε ο θόρυβος απ’ τα φτερά μου
μήτε η σάλπιγγα – προπαντός η σάλπιγγα•
ποιος ξέρει για πού θα μας ξεσηκώσει.
Αν την ακούσεις, μη φύγεις πριν από μένα.

.


Γιεφτάσι Γκεόργκεβιτς,
Φώναξα τότε ξεθαρρεμένος.
Εσύ ήσουν πριν από μένα και τώρα είσαι πάλι μετά.
Φτάνει πια αυτή η μεταμφίεση. Τι τα θες τα φτερά;
Έτσι δεν θα σ’ αναγνωρίσει το μέλλον•
Μπορεί μήτε κι ο θάνατος.


Τα λάθη τ’ ουρανού με προστατεύουν,
έκαμε ήσυχα εκείνος
Αξίζει ο καθένας μας για ό,τι επεθύμησε.
Το παρόν δεν έχει προσωπεία• μόνον πρόσωπα.
Για τους άλλους, εμείς είμαστε ο χρόνος.
Έτσι είπε. Και χάθηκε σ’ ελληνικό σκοτάδι.
Και πια δεν ξανακούστηκε μιλιά. Από κανέναν.
Με σκιάζουν οι νεκροί. Έχουνε πάντα άλλοθι.

Γιώργος Γεωργούσης, Η σαρκοφάγος του ήλιου, 2015 (Ελληνομουσείον, ανθολόγηση: Γιώργος Κ. Μύαρης)

Artwork: Rrichard Tuschman

 

 

Χρύσα Φάντη, Η ιστορία της Σ.

Εκδοχή νο 4

Η Σ. αυτό με τις γίδες δεν θυμάται αν πράγματι το είδε τότε. Μπορεί να το μπερδεύει με κάποιο ταξίδι μεταγενέστερο. Στο κατάστρωμα πάντως κάθισε δίπλα σε ένα ζευγάρι. Αντρόγυνο ήταν; Ναι. Σύζυγοι πρέπει να ήταν. Γιατί φορούσαν βέρες. Η γυναίκα γύρισε και την κοίταξε. Τη ρώτησε από πού ήταν αλλά το κορίτσι δεν της απάντησε. Η γυναίκα όμως να επιμένει. Πώς και τι και γιατί. «Ίσως ήταν καλύτερα να καθόσουν δίπλα σε κανέναν φαντάρο» την κορόιδεψε η ασώματη, η Σ. όμως είχε αρχίσει να σφίγγεται και να κουνάει δεξιά αριστερά τη λεκάνη της και να στριφογυρίζει, είχε ξυλιάσει κιόλας πάνω στην κουπαστή. Στο τέλος η φούσκα της έσκασε, το κάτουρο άρχισε ν’ αμολιέται στα πόδια της, να τρέχει και να μη σταματά. Ρυάκια ρυάκια κατέβαιναν τα υγρά από τα πόδια της, στο πιτς φυτίλι σχημάτισαν λιμνούλα γύρω από τα πασούμια. Μερικά ακόμα κυλούσαν Κύριος οίδε πού. Έχουν μαρκάρει το φουστανάκι με ωχρά φωτοστέφανα, έχουν ραντίσει με υποκίτρινες πιτσιλιές τα πασούμια, εμφανή τα πειστήρια και στα καλτσάκια που κρέμονται από τους αστραγάλους. Μούσκεψαν τα καλτσάκια της, μούσκεψαν και οι γάμπες; Πάνε και τα λουράκια, πάνε κι οι αγκραφίτσες οι ροζ.

«Καλοφόρετα τα φρεσκοφορεμένα» της είπε η φωνή. Η Σ. κοίταξε πάλι μπροστά της, κανείς, κοίταξε δίπλα της, το αντρόγυνο είχε φύγει. Πίσω της, είδε στερεωμένες πάνω στα κάγκελα κάτι κουλούρες. Μεγάλες. Και πλαστικές. Είδε τα ούρα της να γλείφουν το κάτω μέρος μιας από τις κουλούρες. «Εγώ σ’ αυτή την κουλούρα δεν μπαίνω και να ναυαγήσετε» της δηλώνει η αόρατη, «εσύ να μη μπεις» θέλει να της πει αυτή, αλλά δεν ανοίγει το στόμα γιατί κρυώνει. Κουλουριασμένη πάνω στο παγκάκι του πλοίου επιτέλους κοιμάται. Το φόρεμα που φοράει είναι άλικο και πολύ όμορφο, μανίκια όμως δεν έχει. Τα υγρά έχουν ξεραθεί πάνω στα μπουτάκια της, τα πόδια της έχουν παγώσει. Πεινάει; Μυρωδιά από φρεσκοψημένο κουλούρι. Κολλάει τα πόδια στο στήθος της, αγκαλιάζει τα γόνατα με τα μπράτσα. «Με τόσες κουλούρες επόμενο είναι να σου μυρίζει». Η φωνή τής αόρατης γαργαλάει τα δόντια της, κολλά στη γλώσσα της, γαντζώνεται πάνω στον ουρανίσκο.
Η Σ. απαντά; Η Σ. βλέπει μόνο μπροστά της.

Χρύσα Φάντη, Η ιστορία της Σ., Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016

Πίνακας: Rimi Yang

.

.

 

 

Tούλα Μπαρνασά, Έτσι σ’ αγαπώ


Έτσι σ’ αγαπώ,
γιατί έχεις ένα φτερό
φωτιάς στο δεξί φρύδι
και το ανάβεις τα βράδια
στα σκοτάδια να βλέπω.


Εσύ θρυμματίζεις
το φεγγάρι όταν πεινώ,
και όταν διψώ
κόβεις τα δάχτυλά σου.


Από τα βλέφαρά σου
βρίσκει ρίζες ο δρυμός
και το φως προεκτάσεις.

.

.

Κάθε που η καρδιά σου
χτυπά στην κοιλιά μου,
ανοίγουν κουκούλια
οι σπόροι του κόσμου,
και ριζώνεται μέσα μου
το άπειρο.


Ίσως φταίει το φεγγάρι
που μακραίνει ράμφος
και τσιμπάει την έλλειψη.


Ας περνά ο καιρός
περιμένω στηριγμένη
με την ακοή στους ωκεανούς
ως να με επεκτείνει
το σχήμα σου στην άβυσσο.

.

.
Άκου, έχω δεμένα
τα πουλιά στα δάχτυλα,
εκείνα που ραμφίζουν
στη γλώσσα τα ψηφία
της λάμψης.


Τα λύνω να σε βρουν
και από την ουρά τραβώ
θαλασσινές βιολέτες.
ως να ανθίσει η αγάπη
πελώριο λουλούδι.


Ως να μεγαλώσει η όραση
στις σκιές,
ως να πέσουν των άστρων
τα ματόφυλλα.

Πίνακας: Shipra Bhattacharya

.

 

 

Κωστής Παπακόγκος, Ιφιγένεια

 

.

Τα κυπαρίσσια στέκουν στην Αργολίδα
θεόρατες χτένες πλάι στους αγρούς
να ξεψειριάζουν τον άνεμο, λέει,
με τα ματωμένα γένια του Αγαμέμνονα –
τον άνεμο, με τις φονικές αστραπές
στους βοστρύχους της Κλυταιμνήστρας.
Γιατί μετά το θάνατο δεν υπάρχουν πια
καλοί ή κακοί, παρά μονάχα πράξεις∙
και οι πράξεις είν’ εφτάψυχες, ακόμα
κι αν αποκεφαλίστηκαν με δωρικό τσεκούρι.

Καβάλα στο μελένιο ελάφι της Αρτέμιδας
βγαίνει στον κάμπο η Ιφιγένεια, πάντα,
το δειλινό που ο ήλιος αυτοσφάζεται
ψηλά στα κυκλώπεια τείχη. Ποια είσαι;
τη ρωτούν οι περαστικοί∙ κι εκείνη λέει
πως είναι κόρη του μυλωνά απ’ το Μπερμπάτι
και πως πάει να βοσκήσει τη γιδούλα της
χορτάρι από χρυσάφι και χαλκό στα λιβάδια.
Απόψε θα ’χουμε ξαστεριά, ψιθυρίζει,
θα χαμηλώσουν τα πνεύματα
ο κάμπος θα γεμίσει άφωνες προσωπίδες.

Το ποτάμι που κατέβαινε απ’ τις Μυκήνες
με όλο το ασήμι και τη λάμψη του
ήταν πουκάμισο φιδιού πάνω στα βράχια.

Κωστής Παπακόγκος, Ιφιγένεια, από τη συλλογή Χιονισμένος λύχνος, Μανδραγόρας, Τα ποιήματα του 2012, Κοινωνία των (δε)κάτων

.

 

 

Μάριος Μαρκίδης, Παλιά νησιά


Κάποτε βαρέθηκε και τα παλάτια
και τα αρώματα της Καλυψώς.
Τα βράδια προφασίζονταν πονόδοντο για να γλιτώσει
από τα χάδια της.
Δεν ήθελε πια να ταξιδέψει
δεν είχε άλλα χρόνια να χαρίσει στη θάλασσα
μα το ξημέρωμα τον έβρισκε να φτιάχνει τις βαλίτσες του


για λίγα διψασμένα βράχια
για κάποιον ψόφιο σκύλο που τρέμει και τον ίσκιο του
για κάτι ψωρομάγαζα στην προκυμαία που τα σπάνε κάθε βράδυ
οι μνηστήρες.

Από τη συλλογή, Μετά τα είκοσι έτη, 1985

Photo:Vlad Eftenie

.

 

 

Αντώνης Φωστιέρης, O άσωτος

Vassilis Perros (9)

.

Θα εξαργυρώσω με λέξεις επίχρυσες
Τις ράβδους σκοταδιού που σταθερά αποθήκευα
Στα θησαυροφυλάκια του στήθους.
Θα πάρω έπειτα τους δρόμους
Μ’ εκατομμύρια ποιήματα
Σκορπίζοντας στους τίμιους συμπολίτες μου
Την αναπάντεχη κληρονομιά
Της φτώχειας


Από τη συλλογή το Θα και το να του θανάτου, 1987


Αντώνης Φωστιέρης, Μικρή αναδρομική, (Αυτοανθολογία 1971-1996) Εμβόλιμον, ανάτυπο

Πίνακας: Bασίλης Πέρρος