RSS

Monthly Archives: April 2016

Αλέξης Β. Σταυράτης, Το μοιρολόι της άνοιξης

Romina Ressia DSC_290_q90

.
Τι μου αστράφτεις, ουρανέ, και τι με φοβερίζεις
τι σκοτεινιάζεις το ντουνιά και σκιάζονται τ’ αγρίμια;
Σαν χάσει η μάνα τον υγιό, χάνετ’ ο κόσμος όλος
κι αν σου σταυρώσουν το βλαστό, σταυρώνεσαι αιώνια.
Ρίξε αστραπές, ρίξε βροντές, ρίξε κανόνια αράδα,
εμένα με γέλα ο χάροντας, που ’χε φτερά αγγέλου,
και μου ’πε πως ο θάνατος στο σπίτι μου δε θα ’ρθει.
Μον’ ήρθ’ εδώ στο Γολγοθά, κι εγώ χαροκαμένη
τη μια κοιτάζω το Θεό, την άλλη τις βροντές του
κι ύστερα κλαίω τον Ιησού, σαν κάθε μαυρομάνα.
Τι μου αστράφτεις, ουρανέ, και τι με φοβερίζεις
σαν χάσει η μάνα της το γιο, δεν έχει να φοβάται
μόνο το μνήμα λείπεται, να μπούμε οι δυο μας μέσα.
(…)

Όλα σκοτεινιάζουν. Δε βλέπει το μαύρο σύννεφο που έχει σκεπάσει το λόφο του Γολγοθά. Απορημένη κοιτάζει το σταυρό, κι εκεί πιο μαύρο το σκοτάδι.


Ωιμέ, πού είμαι τώρα εγώ, πού βρίσκεται ο γιος μου
Ποιος μου τον άρπαξε νεκρό, πού να ’ναι ο θησαυρός μου;
Βλαστάρι, παλικάρι μου, πού χάθηκες, καλέ μου
Ποιος μου σε πήρε, μάτια μου, αϊτέ μονάκριβέ μου;
Τι θα στολίσω η μαύρη εγώ, τι θα θρηνήσω τώρα
για ποιον λουλούδια θα βαστώ, για ποιον τα μαύρα δώρα
αφού είμαι μάνα δίχως γιο και μνήμα δίχως σώμα…

Αλέξης Β. Σταυράτης, απόσπασμα από τον δραματικό μονόλογο, Το μοιρολόι της άνοιξης, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013

Φωτό: Romina Ressia

.

 

 

Γιώργος Γεωργούσης, Παλινωδία, ΧΙΙΙ


.

Στάχτη και χωνεμένα κόκαλα
στην πυροστιά της σπηλιάς•
ασπρίζουν δίπλα στις μαυρισμένες πέτρες.
Εδώ άστραψαν κάποτε δαδιά και κάμες
και μισοτελειωμένα θούρια.
Χαλκοπράσινη μούχλα πάνω στα
τρύπια τσίγκινα πιάτα του δείπνου•
μετράς-ξαναμετράς, δεν βγαίνουν δώδεκα.
Λάβετε, φάγετε.
Πριν φύγεις, με τις σταγόνες του σταλαχτίτη
θα νίψεις τα χέρια σου.
Βγαίνοντας έξω φρέσκος αέρας σε χτυπάει καταπρόσωπο
–μια μυρωδιά από πεινασμένο αγρίμι
και καψαλισμένα στάχυα.
Τη στάχτη θα την πάρεις βέβαια μαζί σου.
Όμως για δες πώς έτσι και κάνεις
να σκορπίσεις την τέφρα στον άνεμο,
τα χέρια κάνουνε τις κινήσεις της δωρεάς.

Γιώργος Γεωργούσης, από τη συλλογή Παλινωδία, ΧΙΙΙ, 1989 (Ελληνομουσείον, ανθολόγηση: Γιώργος Κ. Μύαρης

Πίνακας: αγνώστου Φλαμανδού ζωγράφου, από το διαδίκτυο

.

 

Μανόλης Πρατικάκης, Σταγόνες

.

5
Ην γαρ ύδωρ αρχή τοις όλοις• από δε του ύδατος
ιλύς κατέστη, εκ δε εκατέρων εγεννήθην ζώον
6
Είσαι μια εκδρομή πέρα στους κάμπους• σαν τα παιδάκια
του σχολείου που ξεχύνονταν στη χλόη• σαν τα παιδιά που
μουρμουράνε, εκεί στα πτυσσόμενα ξέφωτα. Παίζεις με τις
ξυπόλυτες φωνές τους. Αμέριμνα ξυπνά η θεία ευχαριστία
σου στα πόδια τους. Χαμογελάς χωρίς να ξέρεις. Δίνεις δροσιές
και παίρνεις μόσχους. Παίρνεις φιλί από τα χείλη που σε πίνουν.
20
Ν’ ακούς των νερών τις ένορκες καταθέσεις
29
Ν’ ακούς των νερών την ετυμηγορία
χωρίς έφεση
33
Μην πετάς ποτέ πέτρα σε πηγάδι
Που κάποιο μεσημέρι σε ξεδίψασε
37
Στραμπούληγμα του νερού. Εμβολή της μηριαίας, όπως δένει
και διπλώνει κόμπο η μάνικα. Σχεδόν συμφόρηση του
κήπου• με τα οπωροφόρα να τραυλίζουν

.


53
Υδρορροή: της μπόρας παρωδία• με το τενεκεδένιο κακόφωνο λαρύγγι.
60
Του ποταμού η γλαδιόλα: Αυτή η πένθιμη φλόγα. Αυτό το
ζωηρό θλιμμένο φόρεμα του νερού. Ένα τρυφερό ρέκβιεμ,
σαν χλωμό σώμα γυναίκας, που γέρνει μέσα στη θλίψη
του έρωτα.
Πιο πολύ από στοιχείο είσαι η αδιάκοπη Μεταφορά.
Πιο πολύ από βρέφος είσαι Μήτρα.
Πιο πολύ από λαλιά: αντλία χρόνου
107
Γονατίζω στον γενέθλιο τόπο.
Νύχτα ανάβω ένα κερί μπροστά
στο πέλαγος.
Προσκυνώ τη μητρότητα των νερών

Μανόλης Πρατικάκης, Εκλογή από το έργο του, από τη συλλογή Το νερό, Καλέντης 2014

Πίνακας: Zhou Gang

.

 

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Το βασίλειό μου

.

Μια μέρα ολόκληρη ακολούθησα το Λόγο.
Ο Λόγος είναι ένας κι οι μέρες μικρές
Αποκαλύπτομαι κάθε μέρα, μα όσο μακρύτερα πάω,
τόσο πλατύτερη η νοσταλγία. Μια λεπτομέρεια στο όνειρο
κάνει το λεπτό αιώνα. Τα βράδια, σύναξη μυστική με Μπλέηκ,
με ήχους γλυκείς μιας άρπας! Απλά ακούω το Λόγο.
Ο Λόγος είναι ένας κι η Γνώση απέραντη.
Ακόμα κι η γάτα που πνίγεται εκεί,
φτάνει να πιάσει το φεγγάρι (που ’ναι σα σβούρα).
Δεν είν’ αυτός ένας λόγος, να δώσω το βασίλειό μου για μια γάτα;
Μια σβούρα κόκκινη με σκοτεινή τη μια πλευρά• το φεγγάρι.
Το βασίλειό μου για μια γάτα.


Γιώργος Πολ. Παπαδάκης, Νέα ατραπός, Εκδόσεις Δίφρος, 2014

Πίνακας: Uab Sanasen

.

 

 

Γιώργος Σπανός, Πρωί

.

Χειροπέδες μέρες και ποντάρεις
σε μια άπλα στο μέλλον


στην κακοστημένη εωθινή πράξη
που σφύζει
κινεί τα επίγεια
κοιτάς έλλειμμα ανατολής αλλού
Απέναντι


(όσο κρατάει το πρωί ή να ορκίσει
την εξουσία των πάντων)
ένα χαμόγελο στο γραφείο
να προχωράει η ζωή να επισυνάπτεται

ποιος κυνηγάει λαγούς κι ελάφια;

Γιώργος Σπανός, Πρωί, από τη συλλογή ΠΡΟΣΦΥΓΗ, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015

 

Μανώλης Αλυγιζάκης, Mοναχική


Větrovský Josef7797

.

Μοναχική τρίχα χορεύει
στο ρυθμό πούπουλου
μεσαίο δάχτυλο ψάχνει
για μιαν κρυφή αντωνυμία
σε σπασμωδικές αναπνοές
νοτισμένου αέρα κάτω
απ’ το σεντόνι που ο πόθος
αποθεώνεται και το τριζόνι
επιμένει να μιμείται ήχους
δικούς συγκρίνοντάς τους
μ’ εκείνο το μουντό φως που
μαυλιστικά μένει παγιδευμένο
ανάμεσα στις γάμπες σου


και λες–


άγγιξέ με τώρα, ναι εδώ, που
το αίμα μου σύγκορμο τρέμει


Από τη δίγλωση συλλογή Νόστος και άλγος, 2012

Φωτό: Větrovský Josef

 

 

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, H κατάρα του φέησβουκ

.

Στο φέησβουκ σε γνώρισα, στο φέησβουκ μου εχάθης,
Τα λάηκ απού σου ’κανα, τόσα κακά να πάθεις.
Ανάθεμα το φέησβουκ πώς μ’ έχει ποδωμένο
Ολημερίς κι ολονυχτίς εσένα ν’ ανημένω.
Όντες θωρώ τα λάηκ που σε περιστολίζουν
Τα φυλλοκάρδια μέσα μου σβήνουνε και μαυρίζουν.
Με κάψαν οι γι’ αναρτήσεις σου, μ’ έλιωσε το προφίλ σου
Στην κόλαση του ιντερνέτ να πέσει στο κορμί σου.

Πίνακας: Steven Kenny

.

.