RSS

Daily Archives: 12/11/2013

Image

Γιώργος Ιωάννου, Η σαρκοφάγος (Tα ξόρκια)

Γιώργος Ιωάννου, Η σαρκοφάγος (Tα ξόρκια)

Μελετούσα τότε πολύ. Και μολονότι είχα αποτραβηχθεί από κείνο το ανεκδιήγητο μουσικοθρησκευτικό σύλλογο, οι λέξεις εξακολουθούσαν να είναι για μένα τα μόνα υπάρχοντά μου, ο μόνος τρόπος που ερχόμουν σε κάποια επαφή με τα πράγματα. Μ’ αυτές άγιαζα και μ’ αυτές αμαρτούσα. Δε φρόντιζα καθόλου να τις επιβεβαιώσω και μερικές, αλίμονο, δε θα τις επαληθεύσω ποτέ. Όταν έπιανα στο χέρι μου λεξικά ή εγκυκλοπαίδειες, αμέσως άνοιγα τις λέξεις τις αμαρτωλές. Νομίζω πως η τάση μου αυτή δεν ήταν από ψυχική φθορά ή παρακμή, προερχόταν μάλλον απ’ τη φοβερή ηλικία. Είχα βρει κι εγώ κάποια διέξοδο, μια κι είχα τόσο τρομοκρατηθεί για τις πράξεις.

Θα ’ταν κατά το τέλος της περιόδου αυτής, όταν σταμάτησα μια μέρα εκστατικός μπροστά στο λατινικό ρήμα munio, που σημαίνει οχυρώνω, προφυλάγω, σκεπάζω. Ο ήχος του, μα και το νόημά του, μου έκαναν εντύπωση βαθιά. Δεν το ομολογούσα όμως σε κανέναν απ’ τους ελάχιστους γνωστούς ή φίλους μου. Ruth ORKINΦύλαγα ζηλότυπα το εύρημά μου, αμαρτάνοντας διαρκώς μαζί του πνευματικά. Ακόμα και στον ύπνο μου ψιθύριζα  με αγαλλίαση τους αρχικούς χρόνους: munio, munivi ή munii, munitum, munire. Και δώσ’ του κάθε τόσο να κοιτάζω τη γραμματική για πώς κλίνεται το ένα και το άλλο, με αποτέλεσμα την τέταρτη συζυγία να τη μάθω καλύτερα απ’ όλες τις άλλες. Πάντως, ο νους μου δεν πήγαινε στο κακό ή σε τίποτε συγκεκριμένο. Λίγο αργότερα, όταν άρχισαν εναντίον μου οι ερωτικές επιθέσεις και οι προξενιές, το ρήμα αυτό το έκανα μυστηριωδώς αμυντικό σύνθημά μου, όχι βέβαια για τον ήχο του μα για την έννοια του. Μόλις πρόφερα μυστικά munio, όλα τα κακά θαρρείς και διακορπίζονταν από μπροστά μου.  (…) Πάντως ωραίος δεν ήμουν για να πολυπιστέψω πως με επιθυμούσαν όλες αυτές που μου ρίχνονταν. Άλλωστε,  μου το λέγαν πλάγια κι οι ίδιες, όταν κάθε τόσο δήλωναν πως στον άντρα η ομορφιά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Επομένως άλλα προσδοκούσαν. Κι όμως εμένα τίποτε άλλο δεν μπορούσε να με παρηγορήσει. Μόνον αν έβλεπα στα μάτια τους την αληθινή ερωτική λάμψη, θα παρατούσα ίσως και τα ξόρκια και τους ενδοιασμούς και όλα.  (…) Όταν καταλάγιασαν κάπως οι ερωτικές, ας πούμε, επιθέσεις, άρχισαν απανωτές οι προξενιές. Μόλις αρραβωνιάζονταν ή παντρεύονταν καμιά από τις πολυάριθμες αδερφές μου, φούντωνε για αρκετό διάστημα το ενδιαφέρον πολλών και για το μέλλον το δικό μου.

Ruth Orkin 3Άνθρωποι απλώς γνωστοί ή και άγνωστοι δεν μπορούσαν, λέει, να ησυχάσουν εξαιτίας μου νύχτα και μέρα. Όταν μάλιστα παντρεύτηκε κι η τελευταία αδερφή μου, τότε ήρθαν σχεδόν για να με παραλάβουν. Και δεν το χωρούσε το μυαλό τους, πώς δεν ήμουν ολοπρόθυμος, τώρα που έκανα το χρέος μου το αδερφικό, να φορτωθώ και τα δικά τους βάρη, που ειδικώς για μένα τόσα χρόνια κόντευαν να πουν ότι τα κουβαλούσαν. Και τι υποσχέσεις ήταν εκείνες, τι γαλιφιές, τι οικειότητες και ταξίματα! Ευτυχώς σ’ αυτό το θέμα δεν υπήρξα διόλου ευγενικός. Μόλις οσμιζόμουν τον κίνδυνο, σήμαινα συναγερμό σ’ όλη την επικράτεια, έριχνα το μαγικό σύνθημα munio, το έκλινα σαν επωδή σ’ όλους τους χρόνους, τις φωνές και τις εγκλίσεις, κι άρχιζα να μάχομαι στα munimenta, παναπεί στα οχυρωματικά. Μαχόμουν από γραμμή σε γραμμή, προσέχοντας τη στιγμή της ξεκάθαρης πρότασής τους να μην τους θίξω. Όταν όμως επιμέναν πολύ, οπισθοχωρούσα στον τελευταίο και απόρθητο προμαχώνα μου, κραυγάζοντας με πείσμα: «Δεν τη θέλω!» (…)

Γιώργος Ιωάννου, Η σαρκοφάγος (Tα ξόρκια), σελ. 52-54 (αποσπασματικά), εκδόσεις Κέδρος, 1988

Φώτο: Ruth Orkin  http://www.orkinphoto.com/

.

 

Tags:

Image

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ερωτικόν

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ερωτικόν

.

Σύντας το ευνίον των θηλυκών είναι από φυσικού του μυστικόν, κρυψίνου και χαώδες και την μία σε κουκουλώνει υγρότατα ωσπού να σε κρούψη εις την κοίτην του και την άλλην σε έχει πάνυ στεγνόν και αυχμηρόν, ως εν τη ερήμω, κάμνε ετούτο και θέλεις ευφραίνεσαι παντοτινά όπως ο έγχελυς χαίρεται εις τα ποταμάκια και τα πτερωτά εις τα λοφάρια. Απόγδυσε τη γυναίκα καλά και εισέ κάθε ρουχαλάκι όπου αφαιρείς από πάνω τση λέγε της ασιγανά τον ύμνον της ραφής και το τραγώδιον του βελονίου και το άσμα του μεταξωτού και του καμουχά, όπου επτά ημέρας το εποιούσαν και δεν αποτέλειωνε. Απείτις την εγδύσης και τήνε τραγωδήσης ως πρέπει, σταύρωσέ την από πάνω ίσαμε κάτω, και από κοιλίας έως εις τα οστάρια των πλευρών της να φύγη ο εσφιγμένος άνεμος των ενδυμάτων και των λωρίων. Ύστερα πες τση είτε να σου έρθει ανάσκελα και ανοικτά είτε μπρούμυτα και κλειστά και σάλιωσέ την πλήρως και ευλαβικά και είτα (μετά ώρας β’) έβαλε το δακτυλάκι της εις τα χείλεά σου και δος τη να πίη καλώτατα διά την ομοίωσιν των υγρών, όπου οι παλαιοί το έλεγαν αμοιβαδόν.  

Βιβλίον καλούμενον «Ερωτικόν », συντεθέν παρά Γεωργίου Γιατρομανωλάκη του Κρητός. (σελ. 99, κεφ. 19 Πώς να κάμνης ευνίον να υγραίνεται έως ρεύσεως μυστικής/ απόσπασμα).

Φωτό: Sheila Metzner

.

.

 

Tags:

Image

Σάκης Σερέφας, Το μάταιο με θέα (Πορνείας το ανάγνωσμα)

LEGS c81f01bf

Εκείνη τη χρονιά, η πόλη είχε γεμίσει πόρνες. Φτηνές, πρόθυμες, φανατικές πόρνες. Τα μεσοφόρια τους ανέμιζαν στις δημοσιές, στα πάρκα, στους αυλόγυρους των εκκλησιών, κάνοντας τους άντρες να παραληρούν, τα βρέφη να μορφάζουν, και τα γατιά να ξύνουνε με τα νύχια τους τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων μέχρι να στάξει σκουριά. Ο αέρας μύριζε μελάνι και οι μασχάλες τους χαρτί. Οι καλές κυράδες παραμέριζαν με αηδία στη θέα τους και γυρνούσαν στο σπίτι όλο γινάτι να κοπανίσουνε γυαλί μες στις φακές που βράζαν στο ζουμί τους. Οι αυλές των σχολείων καγκελώθηκαν ανελέητα, τα νοσοκομεία προσέλαβαν φρουρούς που βλοσυρούσαν ντούροι στην είσοδο νύχτα-μέρα, τα νεκροτομεία αμπαρώθηκαν με νταβραντισμένες σιδεριές, ε ναι λοιπόν, οι πόρνες αυτές ήταν αδίστακτες. (…) Ναι, τον καιρό εκείνο, τα γράμματα τα είχανε για ντροπή στην πόλη όπου μεγάλωνα, ήταν λέει σημάδι εκφυλισμού να κυλιέσαι στα σεντόνια ενός μυθιστορήματος ή να φτιάχνεις στίχους που να σαρώνουν χαρατζάτα τις σκωταριές της ψυχής σου, γιατί όλα αυτά σε κάνουν χλαπάτσουρα, παρλιακό και χλωμιασάρη. Γλέντα τη ζωή με θάρρος, γιατί ναι αναλφάβητος ο χάρος, έλεγε το σουξέ της LEGS c34e22ffεποχής, που τραγουδιόταν βιμπράτο στις γιορτές μυδοπίλαφου και κουτσομούρας ή στους αγώνες τσιπουροποσίας τις οποίες οργάνωνε ο δήμος της πόλης τακτικά σε πλατείες και πεζοδρόμους. Κάποια λιγοστά βιβλιοπωλεία που δεν είχαν μεταλλαχτεί σε μεγαλογυράδικα προσπαθούσαν να ξεπουλήσουν το στοκ λογοτεχνίας που τους είχε απομείνει, ενώ τα δυσεύρετα νέα βιβλία κινούνταν χέρι-χέρι, με περιτύλιγμα πολίτικου παστουρμά, ώστε ο κάτοχός τους ν’ αποφύγει τις ροχάλες των συμπολιτών του καθ’ οδόν προς το γιατάκι του. Όσο για τους συγγραφείς, τύλιγαν τα διπλόπιτα πίσω απ’ τον πάγκο, μουστάρδα-κέτσαπ βάζω; και φουντούλωναν τα κάρβουνα με το σεσουάρ, φορώντας τ’ αντερά τους καλτσοδέτες. Άσκοπος α λώβα, μα συνέβαινε. Να λοιπόν η Σούλα καθώς πλησιάζει. Με τα μαλλιά της κοντά κουρεμένα καρέ να τσιγαρίζουν τον ήλιο μες στις ξανθιές τους ανταύγειες, με τα πράσινα μάτια της, με τις αντσούγιες της, με τα όλα της. Είπα με τις αντσούγιες της γιατί, όπως όλοι σας βλέπετε, κρατά στο δεξί της χέρι ένα μεγάλο στρογγυλό μεταλλικό κουτί με αντσούγιες Καλλονής. Πλησιάζει στο παγκάκι μας, κάθεται ανάμεσά μας, κοιτάζει εμένα, λήγω επιτόπου, κοιτάζει το ανστουζόκουτο, παφλάζει επιτόπου, κοιτάζει τον Αρίστο, κιμαδιάζεται επιτόπου, και του ψιθυρίζει «Θέλεις;» (…) Βρίσκεται τώρα καθισμένη στο κρεβάτι κι έχει δίπλα της το κουτί με τις αντσούγιες, ενώ ο θείος κάθεται σε μια καρέκλα απέναντί της. Κάτι λένε. Κοπιάστε ν’ ακούσετε. (…) Α: Είσαι καιρό στην πιάτσα; Σ: Πέντε μήνες Α: Φοιτήτρια;  Σ: Φιλολογίας Α: Kαι πώς σου φαίνεται αυτή η δουλειά; Σ: Μας κυνηγάνε πολύ, δεν ξέρω αν θα συνεχίσω (…) Σ: Πού προτιμάς; Α: Στο κρεβάτι Σ: Είμαι καλή, θα δεις Α: Έχουμε τίποτα το σπέσιαλ σήμερα; Σ: Δεκαοχτάρα και αβάδιστη. Θα ’σαι ο πρώτος της (…) Α: Θέλω να πιάσω Σ: Μη βιάζεσαι Α: Θέλω να μυρίσω Σ: Σε λίγο. Η Σούλα άπλωσε το χέρι της και ξεβίδωσε το αντσουγόκουτο. Έβγαλε από μέσα του ένα μάτσο χειρόγραφα και τα ’βαλε στη χούφτα. (…) Σ: Είναι το πρώτο της διήγημα. Είσαι ο πρώτος της αναγνώστης. Το πρωί μου το ’δωσε. Και τσιμουδιά σε κανέναν. LEGS 37fa29d5Άρχισε να διαβάζει αργά, με καθαρή φωνή και απαλές αναπνοές, που ταξίδευαν τις φράσεις με το αέρινο σκάφος τους μέχρι τα άνηβα αυτιά μου, μετατρέποντας το κορμάκι μου σ’ έναν τριχωτό βιοπουρέ. Οι λέξεις έμπαιναν στο πλυσταριό και διακόρευαν την έλαινα του μυαλού μου, η οποία έβοσκε μέχρι εκείνη τη μέρα μόνο κουτσουλιές και θολό κάτουρο μες στο λογοκότετσο αυτής της πόλης όπου ζούσα έντεκα χρόνια τώρα. Η φωνή της Σούλας τραγάνιζε το ξεροκόματο της ψυχής μου, ενώ την ίδια στιγμή στη θέση του φούσκωναν αμπντάλικα τσουρέκια, γκοτζαμάν βουτυρωμένα αφρολέξ ζυμαριού που ξεχείλιζαν πάνω σε ταμαχιάρικα τραπέζια από φράσεις πρωτάκουστες, αγνώριστες, ξέσαλες, πάνω στην πίστα της ζωής μου, σαν τα μαλλιά της τρελής στο αλώνι με τα δρακοτόμαρα. Είχα πάθει λογοτεχνία επιτόπου.  Όσο η Σούλα διάβαζε, έβλεπα τον θείο να συσπειρώνεται πάνω στο στρώμα, ν’ αναστενάζει βαριά, να διογκώνεται ελαστικά κι ύστερα να ρεύει τους χυμούς του κατακόρυφα μέσα στο βόγκο του, σαν μια βαριά αιμορροΐδα που πάλλεται χορταστικά πάνω στα καπούλια μιας φοράδας ψυχής. Πέρασαν χρόνια από τότε. Η εκπόρνευση ιστοριών συνέχισε να τιμωρείται ανελέητα. Οι αναγνώστριες επί χρήμασι, όπως η Σούλα, κυνηγήθηκαν λυσσασμένα. Το ίδιο και οι συγγραφείς που διακινούσαν τα έργα τους χρησιμοποιώντας τες. Ο θείος καταδικάστηκε να φτυαρίζει τα μυδοκαύκαλα από τους δρόμους. Όσο για μένα, που μου ’γινε συνήθεια να συχνάζω στα πάρκα, μια πόρνη αρσενική, να τα χαΐρια μου. Και τώρα, κελιώτες αδελφοί μου, ό, τι προαιρείστε. Από ευρώ και πάνω, μουστερήδες μου.

Σάκης Σερέφας, Το μάταιο με θέα (Πορνείας το ανάγνωσμα), σελ. 119 έως τέλος (αποσπασματικά), Εκδόσεις Κέδρος, 2004  

.

.

 

 

 

Tags: