RSS

Daily Archives: 06/11/2013

Image

Μ. Καραγάτσης, Η μεγάλη Χίμαιρα

Μ. Καραγάτσης, Η μεγάλη Χίμαιρα

Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα τ’ αγιάζι σιγοπνέει μέσα στην κάμαρα, φτάνει αδύναμο ως το κρεβάτι και δροσίζει τ΄ ολόγυμνο κορμί της. Ανακουφίστηκε, την έπιασε κάτι σαν αποκάρωμα∙ κι αποκοιμήθηκε. Μα δεν ήταν ύπνος αυτός. Ήταν μια κακή νάρκη, ένα λάφιασμα. Κάθε τόσο τα όνειρα την ανατάραζαν, τη στριφογύριζαν στο κρεβάτι με μοχθηρία, ώσπου το κορμί της κουράστηκε να παλεύει με τους ίσκιους. Απόμεινε μπρουμυτισμένη. Ο νυχτερινός αγέρας γίνηκε χίλια χέρια, μύρια πονηρά δάχτυλα που τη χάιδευαν στο ριζάφτι, στο μάκρος της ραχοκοκαλιάς, με περίτεχνα παιχνιδίσματα, να χαλαρώσουν το σφίξιμο των μερών της. Αυτό της άρεσε. Χαμογέλασε, μες στον ύπνο της∙ και χάθηκε σ’ ένα γκρεμό, σ’ ένα πέσιμο απέραντο, ιλιγγιακό. Στο βάθος του γκρεμού ήταν ένας άντρας. Δεν τον είδε∙ δεν πρόφτασε να τον δει. Ώσπου να γυρίσει, αυτός είχε κιόλας έρθει από πίσω της∙ την άρπαξε στα δυνατά της χέρια, κόλλησε το κορμί του στο κορμί της και την έσφιξε τόσο, που η ανάσα της κόπηκε σε λόξυγκα ηδονής.

Sonia Marialuce Possentini 59 Είδε κι άλλα όνειρα, πολλά, ανακατωμένα και παράλογα. Μόλις τα ’βλεπε, αμέσως τα ξεχνούσε. Περνούσαν, το ’να πίσω απ’ τ’ άλλο, σαν μια ανόητη κι ανιαρή κινηματογραφική ταινία, που δεν εντυπώνει την παραμικρή εικόνα στη μνήμη. Μα κάθε τόσο ο άντρας του γκρεμού ξαναγύριζε. Πεταγόταν αναπάντεχα, τη στιγμή που ούτε υποψιαζόταν την παρουσία του. Ερχόταν πάντοτε από πίσω της, μουλωχτός και θεληματικός, για να την αγκαλιάσει με δύναμη κυρίαρχη και να τη ρίξει σ’ ηδονική εξουθένωση. Αυτό γίνηκε πολλές φορές, αμέτρητες, κι ολοένα μέσα στον ακαθόριστο συρφετό των ονειρικών εικόνων. Ήρθε όμως η στιγμή που όλος αυτός ο μπερδεμένος όγκος των ονείρων άρχισε να παίρνει μορφή πιο συγκεκριμένη.

Βρισκόταν, λέει, κάτω στο λιμάνι. Είναι νύχτα, φυσάει νοτιάς χλιαρός, ψιλοβρέχει. Στέκεται, λέει, στον ντόκο και κοιτάζει ένα βαπόρι, που σιγολικνίζεται πάνω στα θολά νερά. Είν’ ένα βαπόρι σκοτεινό κι ακαθόριστο, κάτι σα θεριό κόσμου φανταστικού, με φτερούγες αναδιπλωμένες και ράμφος γρυπό. Ουρλιάζει, λέει, τα βαπόρι, σαν να του ξερίζωναν τα σπλάχνα. Πάνω στη γέφυρα ο Μηνάς στέκεται ακίνητος, στητός, με θειαφένια μορφή και μάτια θολά∙ μάτια από γυαλί άψυχο, που δεν κοιτούν πουθενά. Sonia MariaLuce Possentini 30Τα μακριά κέρινα δάχτυλά του είναι γαντζωμένα στην κουπαστή. Είναι αλύγιστα, κοκαλωμένα, σαν δάχτυλα ανθρώπου που πριν ξεψυχήσει αρπάζεται απ’ τα ξέφτια της ζωής του κόσμου τούτου. Η Μαρίνα απλώνει τα χέρια προς τον Μηνά. « Mη φύγεις! Μη φύγεις!» θέλει να του πει. Μα όσο κι αν προσπαθεί, φωνή δεν βγαίνει από το στόμα της. (…) Στέκεται, κοιτάζει ολόγυρα∙ και βλέπει την Αννούλα να βρίσκεται πλάι της. Φοράει το γαλάζιο φορεματάκι με τ’ ασημένια φτερά, το καπέλο με το χρυσό ράμφος. Είναι μια μικρή Χίμαιρα, που χαμογελάει βαριεστημένα. Και να, η μικρή Χίμαιρα προχωρεί στην άκρη της προκυμαίας∙ να, μ’ ένα ελαφρό πήδημα πέφτει στο νερό. «Αννούλα! Παιδί μου! Θα πνιγείς! » θέλει να φωνάξει. Θέλει, μα δεν μπορεί. Θέλει να τρέξει, να σώσει την κόρη της. Θέλει, μα δεν μπορεί. Η φωνή της είναι παγωμένη, τα πόδια της μαρμαρωμένα. Αλλά για ποιο λόγο να τρέξει; H Αννούλα έπεσε στη θάλασσα δίχως να βουλιάξει. Περπατάει πάνω στο νερό, όπως θα περπατούσε πάνω στο χώμα.

.

Μ. Καραγάτσης,  Η μεγάλη Χίμαιρα, σελ. 284-286 (αποσπασματικά), Εκδόσεις της Εστίας, 33η έκδοση, 2004

.

.

Πίνακες : Sonia Marialuce Possentini

 

Tags:

Image

Kωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η συνάντηση

desert

Χωμένος στο βαθύ πανωφόρι του με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του και τα πόδια κολλημένα στο ύψος  των γονάτων ο Ιωσήφ Κρέιν υποκρίνεται πως κοιτά έξω απ’ το παράθυρο. «Είναι όπως η έρημος», σκέφτεται, και η εικόνα στο μυαλό του έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με την οργιώδη βλάστηση του αρχαίου δάσους που διανύουν, όλα είναι όπως η έρημος με τους αμέτρητους αεικίνητους αμμόλοφούς της, που στα μάτια του αδαή περιηγητή μοιάζουν όμοιοι και νεκροί. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα αφελής ή ανόητος για να το πιστέψει, και ο ίδιος υπήρξε δέσμιος αυτών των δύο κακών για μεγάλο χρονικό διάστημα — μεγαλύτερο απ’ αυτό των περισσότερων ανθρώπων που είχε συναντήσει. DESERT 4bgΣήμερα, σχεδόν μισό αιώνα αργότερα γνωρίζει το μυστικό της ερήμου. Δεν είναι ο πανόπτης άνεμος που χρησιμοποιεί τους αμμόλοφους για να κάνει αισθητό το θρίαμβό του, για να πλανέψει το μυαλό και να το αναγκάσει να υποταχθεί στο κενό της ανυπαρξίας ή στη ματαιότητα των ψευδαισθήσεων, αλλά είναι οι αμμόλοφοι εκείνοι που τον χρησιμοποιούν για την ατέρμονη μετακίνησή τους, τη συνεχή έκταση του βασιλείου τους, την επίτευξη του στόχου τους, την απόκρυψη κάθε ίχνους ζωής. Οι περισσότεροι αναζητούν στην άβυσσο του ωκεανού τα μυστικά της μητρικής δύναμης αυτού του κόσμου. Άλλοι στέκουν άφωνοι στην καταστροφική βουή του ανεμοστρόβιλου, μερικοί αρκούνται στις βίαιες μεταμορφώσεις των ποταμών λάβας που ξερνά η γη από τα έγκατά της και κάποιοι ευφάνταστοι κοιτούν πάνω ψηλά από τον ουρανό στους σιωπηλούς πλανήτες. Πόσο φρικτά αστοχούν. Γι’ αυτόν υπάρχει μόνον η έρημος. Η μόνη πραγματική δύναμη αυτού του κόσμου κρύβεται κάτω από το ξανθό δέρμα της. Εκεί που ο ωκεανός επιστρατεύει το γιγάντιο κύμα ή το ύπουλο ρεύμα, η έρημος σιωπά και περιμένει. Εκμεταλλεύεται την ορμή του ανεμοστρόβιλου και έπειτα τον ειρωνεύεται, γιατί αυτό που καταφέρνει εκείνος περιστασιακά εκείνη το έκανε από πάντα. Το πλήθος των κυττάρων της περιγελά τον αριθμό των άστρων και των πλανητών που διακόπτουν τη σκοτεινιά του βραδινού ουρανού. Οι ασύλληπτες για κάθε νου αποστάσεις που μας χωρίζουν από εκείνους τους άγνωστους τόπους χάνουν το νόημά τους απέναντι στην τερατώδη απόσταση μεταξύ δύο κόκκων άμμου που βρίσκονται στα άκρα του δικού της σύμπαντος.DESERT 3 Η απεραντοσύνη της, αρχέγονη, αυτόνομη, σχεδόν μαγική, περικλείει με σοφία κάθε τμήμα της σαν ευγενικός δεσπότης τους υπηκόους του. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο στον κόσμο, τόσο παράλογα διασπαρμένο που να συναντήσει ένα τόσο συμπαγές και ανίκητο σύνολο και αυτή είναι η απόδειξη της μεγαλοφυΐας της. Αόριστη, ανάγλυφη, σκληρή, απρόβλεπτη, μυστηριώδης, διάφανη, φωτεινή, μοναδική. Να μερικοί χαρακτηρισμοί πλούσιοι σε νόημα που θα μπορούσαν, και από μόνοι τους ακόμη, να περιγράψουν έναν ολόκληρο κόσμο, αλλά δεν αρκούν όλοι μαζί, για να αναπαραστήσουν τη σοφία έστω ενός κόκκου άμμου από τη μεγάλη έρημο. Το να είσαι διάσπαρτος είναι διαφορετικό από το να είσαι κατακερματισμένος. Αυτός μας διδάσκει η ακεραιότητά της. Η σπουδαιότητα της στοιχειώδους κατανόησης αυτού του μηνύματος ισοδυναμεί με εκείνη των αυριανών επιτευγμάτων της επιστήμης του Αρχιμήδη. Όποιος το επιθυμεί πραγματικά είναι ελεύθερος να δοκιμάσει την τύχη του. Προσοχή όμως, ισχύει και εδώ ο νόμος των Βαβυλωνίων: η άγνοια οδηγεί a priori στην ενοχή».

.

Kωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η συνάντηση, σελ. 68-71, Εκδόσεις Ίνδικτος, 2001

.

.

 

 

Tags:

Image

Παύλος Μάτεσις, Η μητέρα του σκύλου

ron kostoff 91

.

Στην αμμουδιά, στρώσαμε κουβέρτα, πολύ κοντά στο κύμα ήθελε η Αφροδίτη. Την απιθώσαμε, είχε κρυάκι και φρεσκαδούρα, και όλες μας ανατριχιασμένες. Το κύμα επιτσίλιζε την Αφροδίτη, όμως αυτηνής το δέρμα δεν ανταποκρινόταν, δεν σήκωνε ανατριχίλα. Ήταν σαν αδέσποτη ιδιοκτησία, μία αποσκευή που την κουβάλησαν για να την παραλάβει το πρωινό πλοίο της γραμμής και δεν την επήρε. Και απ’ αυτό εγώ κατάλαβα πως η Αφροδίτη πεθαίνει, που δεν την ανατρίχιαζε. Αδίκως τινάζονταν καταπάνω της οι πιτσιλιές και η αρμύρα του κύματος, καμία ανταπόκριση από την Αφροδίτη. Μόνο χαμογελούσε ξεθωριασμένα. Εστρώσαμε εμείς και φάγαμε σταφίδα και δύο κυδώνια ψημένα με πετιμέζι∙ η Αφροδίτη δεν πεινούσε καθόλου, κράταγε δυο σπυριά σταφίδα στη χούφτα της, δεν πεινάει εδώ κι ένα μήνα είπε η μάνα της. Το μόνο καλό από τη συχνή γεύση του αίματος στο στόμα της: που της έφυγε κάθε πείνα. Εμείς οι άλλες εφάγαμε. Η Αφροδίτη μόνο κοίταζε τη θάλασσα και κρατούσε τα δύο σπυριά σταφίδα και λιαζόταν και κοίταζε τη θάλασσα και εκάλυψε με την κουβέρτα τα πόδια της που είχαν γίνει παιδικά, και τ’ απομεσήμερο εφώναξε ξαφνικά ζήτω, μία φορά. Και μετά εσιώπησε.

Παύλος Μάτεσις, Η μητέρα του σκύλου, σελ. 54-55, 46η έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2001

Πίνακας: Ron Kostoff

.

.

.

 

Tags: