RSS

Monthly Archives: November 2013

Αγγελίνα Ρωμανού, από τη συλλογή Κλεμμένο Αντίδωρο

Danielle Frick985075ad62ec3bf3acd485cb20e295fd

Ο βάτραχος  έκανε έναν πήδο χωρίς τη χαρακτηριστική του φωνή.
/ «κόασμα!», με διορθώνει ο συμβουλάτορας/
(σκάσε, λέω)
Έπεσε στην προκατασκευασμένη τρύπα της Αλίκης και βρέθηκε στη χώρα που πότε πότε.
/ «ποτέ ποτέ!», μου επισημαίνει ο κειμενογράφος/
(παράτα με, σκέφτομαι)
Έβγαλε το δέρμα με τις πιτσιλωτές βούλες και βρέθηκε άνευ ραφής στο πηγάδι των ευχών. Έτσι απογυμνωμένος, ανέβηκε στην επιφάνεια περιμένοντας να χάσει παρθενίαν από βασιλόπουλο διαστροφικό.
/ «να φιληθεί!»  μου γνέφει το τυπικό/
(μωρ, τι μας λες; φωνάζω)
/ «από πριγκίπισσα κόρη!»  με επιπλήττει το σύνηθες/
(γαμήσου, του φτύνω κατάμουτρα)
Δεν ήταν ανάγκη να περιμένει για πολύ. Η συνθήκη σύρθηκε στα νωπά χαλίκια κι έφερε το διαλυτικό της ζηλόφθονης μαγείας. Ο βάτραχος έβγαλε φτερά κι έγινε μομφή. Με γλώσσα μακριά, παγίδεψε τα ήθη ανασκευάζοντας το εθιμοτυπικό τραπέζωμα. Ύστερα, λάλησε σαν πετεινός χαράσσοντας το νέο ξημέρωμα.
Οι νέοι μύθοι, αγαπημένοι μου, ερωτοτροπούν με μέλλοντες ήρωες. Τα ξίφη έχουν αντικατασταθεί με συμπαντικά κλειδιά.
Ώρα να αλλάξετε παραμύθι!
 
σελ. 33
 
Πίνακας: Daniel Frick
 
 Romanou n
 
.
.
 

 

 

 

E. Γιαννοπούλου, Θ. Τραμπούλης: Οι συγγραφείς ως οργανικοί διανοούμενοι: οι διαταραγμένες σχέσεις της λογοτεχνίας με τα εικαστικά (3o μέρος)

Εγγονόπουλος 3

Εικαστικοί και λογοτέχνες, ενώ για δεκαετίες συμπορεύτηκαν με κοινά προτάγματα και αισθητικές αναζητήσεις, απομακρύνθηκαν την τελευταία 40ετία και το ένα πεδίο μοιάζει να αγνοεί το άλλο. Δύο διαφορετικοί τρόποι ανταπόκρισης στις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της περιόδου του ελληνικού εκσυγχρονισμού.

Στα δύο πρώτα κείμενα της σειράς αυτής (τχ. 12 και 13), προσπαθήσαμε να περιγράψουμε κάποια από τα γνωρίσματα μιας πεζογραφίας που κυριάρχησε την τελευταία εικοσαετία: ηθογραφική, περιπτωσιολογική, γραμμική, καχύποπτη απέναντι στις επιστήμες του ανθρώπου και το αρχείο ως προς τη μορφή της, ετερονομική και συνδεδεμένη με εξωλογοτεχνικούς παράγοντες. Προτείνουμε να ανοίξουμε εδώ μια παρένθεση και να συζητήσουμε εν συντομία και σε αδρές γραμμές το χώρο των εικαστικών και πιο συγκεκριμένα το πεδίο εκείνο που διεκδικεί το πρόσημο της σύγχρονης τέχνης. Πιστεύουμε πως μια τέτοια συγκριτική μελέτη θα μπορούσε να φωτίσει πλευρές που πολύ συχνά η μελέτη του κάθε πεδίου χωριστά αδυνατεί να κατανοήσει και να αποτιμήσει.Εγγονόπουλος Πράγματι, η σύγχρονη τέχνη εισήλθε στο προσκήνιο του δημόσιου λόγου ως αυτόνομο πεδίο, ξέχωρο από το πολύ ευρύτερο πεδίο των εικαστικών, κατά την τελευταία εικοσαετία και ιδίως μετά το 2000. Πρόκειται για μια τέχνη ρευστή, διακριτή τόσο ως προς το πλαίσιο έκθεσής της, εκτός του τυπικού χώρου των μουσείων και των παραδοσιακών γκαλερί, όσο και ως προς το είδος των μορφών της, αντιαφηγηματικές, συχνά παιγνιώδεις και ανάλαφρες, άλλοτε σωματικές και επιτελεστικές και άλλοτε αποσπασματικές και αρχειακές, με εγγενείς διακειμενικότητες και αναστοχασμό γύρω από το μηχανισμό παραγωγής της. Για την ενίσχυσή της αυτή έπαιξαν ρόλο πολλοί παράγοντες. Οπωσδήποτε η θρυλική σύγκρουση τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90 του Νίκου Κεσσανλή, πρύτανη τότε της Σχολής Καλών Τεχνών, με τη διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα είχε από θεσμική άποψη ιδιαίτερη σημασία: διέκρινε σε επίπεδο ιδρύματος τη σύγχρονη τέχνη από τον παραδοσιακό ελληνοκεντρικό μοντερνισμό και τη γενιά του ’30, συσπείρωσε έναν πυρήνα νέων καλλιτεχνών και ανήγαγε σε κυρίαρχο λόγο μια κατηγορία μορφών που μέχρι τότε ήταν σχετικά περιθωριακή ως προς το συμβολικό της κύρος. Έτσι, η Εθνική Πινακοθήκη τράβηξε πάνω της εκθέσεις όπως την εμβληματική «Από τον Θεοτοκόπουλο στον Σεζάν» (1992), η οποία επιβεβαίωνε με την πρωτοφανή της προσέλευση μια κυρίαρχη εθνική αφήγηση για την αρχαιότητα, την τέχνη και το μοντερνισμό· ενώ, αντίθετα, η Σχολή Καλών Τεχνών φιλοξένησε το 1996 το «Everything that is interesting is new», μια έκθεση η οποία παρουσίασε σε μεγάλη κλίμακα έργα από τη συλλογή του Δάκη Ιωάννου και συνέστησε στο ευρύ κοινό μια συγχρονική και διεθνώς δημοφιλή νέα κατηγορία μορφών. Ό,τι μέχρι εκείνη την εποχή λογιζόταν από την κάπως επαρχιακή υπεροψία της διανόησης ως κιτς (πρβ. τον τόμο Κάτι το «ωραίον», εκδ. Αντί) μπόρεσε με το Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ, το φορέα διαχείρισης της συλλογής Ιωάννου, να αποκτήσει τη λόγια καταξίωση του ποπ υψηλού. Οπωσδήποτε επίσης έπαιξε ρόλο η δημιουργία του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στην αρχή της δεκαετίας του 2000. Το ΕΜΣΤ όρισε στο αστικό συνεχές μια τομή υπό εκκρεμότητα με το αενάως κατασκευαζόμενο κέλυφός του στο παλιό εργοστάσιο του Φιξ· κατονόμασε επισήμως μια ειδολογική κατηγορία, τη «Σύγχρονη Τέχνη»· απορρόφησε έστω και φειδωλά ένα κομμάτι του προϋπολογισμού του Υπουργείου Πολιτισμού· χάραξε το δρόμο για τη δημιουργία αντίστοιχων θεσμών στη Θεσσαλονίκη και αλλού. Οπωσδήποτε είχαν τη δική τους συμβολή οι νέες γκαλερί, που φιλοξενούσαν προγραμματικά και αυτοπροσδιοριστικά σύγχρονη τέχνη, η προβολή των εκθέσεων από τα περιοδικά lifestyle και αργότερα από τα freepress, η όψιμη και προς το τέλος αυτής της περιόδου διοργάνωση μεγάλων διεθνών εκθέσεων, όπως η Μπιενάλε της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Όλα αυτά είναι όμως τα επιφαινόμενα.

.

Πεντζίκης

.

Η αυτονόμηση του πεδίου της σύγχρονης τέχνης σχετίζεται δομικά με τη διεύρυνση και την κυριαρχία της μεσαίας τάξης μετά τη δεκαετία του ’80 και μάλιστα σε δύο αλληλένδετα επίπεδα. Οι νέες εύρωστες οικονομικά ομάδες είχαν, από τη μία, τη δυνατότητα να επενδύσουν στην παιδεία, να υποστηρίξουν μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό, κατά κύριο λόγο στην Αγγλία, και να διατυπώσουν ένα ρητό αίτημα πολιτικού και πολιτιστικού εξευρωπαϊσμού· από την άλλη, με την καινούργια αυτή ευρωπαϊκή παιδεία, χρειάζονταν νέες μορφές γύρω από τις οποίες θα δομούσαν το συμβολικό τους κεφάλαιο. Ο Α. Φασιανός, ο Γ. Σταθόπουλος, έστω ο Γ. Ψυχοπαίδης, δεν θα ήταν πλέον οι μόνοι που θα αντιστοιχούσαν το όποιο καλλιτεχνικό τους κύρος με οικονομικά ανταλλάγματα. Μια γενιά νέων με κοσμοπολιτική και σχετικά στιβαρή ακαδημαϊκή παιδεία, με καινούργια αιτήματα, αναζήτησε στις εικαστικές μορφές αυτό που ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 είχε βρει στη μουσική και στον κινηματογράφο. Ένα δυτικό μορφικό πρόταγμα απαλλαγμένο από τις υπνοβατικές σχέσεις με την Αριστερά, την υποτιθέμενη λαϊκή παράδοση, την αρχαία ιστορία. Τη δεκαετία του 2000 η ελληνική σύγχρονη τέχνη καταφέρνει πια να ενταχθεί στο παράδειγμα το οποίο κυριαρχεί στον δυτικό κόσμο: η τέχνη λογίζεται πια ως μέρος της κουλτούρας του ελεύθερου χρόνου. Πεντζίκης 2Εάν όμως τόσο το πεδίο των εικαστικών όσο και το πεδίο της λογοτεχνίας αναδιατάχθηκαν μετά τη δεκαετία του ’80 ακολουθώντας το μετασχηματισμό της μεσαίας τάξης, πώς εξηγείται αυτή η θεμελιώδης μεταξύ τους ρήξη; Πράγματι, μέχρι την περίοδο αυτή, οι δύο κόσμοι βρίσκονταν σε καταστατική συνάφεια. Δεν είναι μόνο οι προσωπικές σχέσεις που συνέδεαν ζωγράφους και συγγραφείς. Ή η συστράτευσή τους σε κοινά εγχειρήματα, από το καθοριστικό για τον ελληνικό μοντερνισμό περιοδικό Τρίτο Μάτι έως το Τραμ του ’70. Δεν είναι ούτε το γεγονός πως εικαστικοί, όπως ο Γ. Μόραλης ή ο Γ. Τσαρούχης, συνδέθηκαν αξεδιάλυτα με τους μείζονες ποιητές της γενιάς του ’30. Ούτε καν ότι τρεις από τους σημαντικότερους μοντερνιστές δημιουργούς του 20ού αιώνα (Κόντογλου, Πεντζίκης, Εγγονόπουλος) μοιράζονται μεταξύ λογοτεχνίας και ζωγραφικής. Είναι κυρίως πως, ενώ μέχρι τότε ένας διαρκής διάλογος φαίνεται να διατρέχει το λογοτεχνικό και το εικαστικό έργο του ελληνικού μοντερνισμού, από τη συνάφεια της σχολής του Μονάχου με τη γενιά του 1880 έως τις κοινές μορφολογικές αναζητήσεις της γενιάς του ’70 και εικαστικών όπως ο Γ. Λαζόγκας και ο Ν. Χουλιαράς, μετά το 1980 η συμπόρευση αυτή διακόπτεται. Η ελληνική πεζογραφία, αυτή τουλάχιστον για την οποία συζητάμε, δεν φαίνεται να συνομιλεί με τη σύγχρονη τέχνη: ένα από τα ελάχιστα μυθιστορήματα της εποχής αυτής που καταπιάνεται με τη ζωγραφική αναπαράσταση, το Αδιανόητο τοπίο του Τ. Θεοδωρόπουλου (1991), περιγράφει ένα καλλιτεχνικό υποκείμενο θλιβερά παρωχημένο, για όποιον τουλάχιστον έχει ενδιαφερθεί έστω και επιφανειακά για τις εξελίξεις στην τέχνη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και παρόλο που ένα από τα αντινομικά γνωρίσματα της σύγχρονης τέχνης είναι ότι παράγει και πλαισιώνεται από έναν δύσκολα αξιοποιήσιμο όγκο κειμένων, είναι ενδεικτικό πως σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, όταν η σύγχρονη τέχνη γνωρίζει στην Ελλάδα τη μεγάλη της άνθηση, κανείς από τους δημοφιλείς και προβεβλημένους συγγραφείς δεν ασχολείται μαζί της. Για να κατανοήσουμε την ασυνέχεια αυτή, ας αναλογιστούμε τα δομικά χαρακτηριστικά τόσο της σύγχρονης τέχνης όσο και της νέας ελληνικής πεζογραφίας. Κοντογλου 2Εγγενώς ακαδημαϊκή, αποσπασματική και ρευστή η πρώτη, γραμμική, εχθρική προς τον στοχαστικό λόγο η δεύτερη, συγκροτούνται φαινομενικά σε δύο αντίθετους πόλους της κυρίαρχης κουλτούρας. Στην πραγματικότητα, αποτυπώνουν ένα σχιζοειδές χαρακτηριστικό της, έναν διαρκή και άλυτο διάλογο ανάμεσα σε ένα αίτημα διεθνικότητας, ευρωπαϊκού, δυτικού προσανατολισμού, λογιοσύνης από τη μια, και σε ένα αίτημα εθνικής αναδίπλωσης, ομφαλοσκόπησης, εγγενούς ηθογραφίας από την άλλη. Αποτυπώνουν όμως και τα δομικά χαρακτηριστικά της εισβολής της αγοράς στο χώρο του πολιτισμού. Η πεζογραφία, προορισμένη να καταναλωθεί από ένα ευρύτερο και λιγότερο απαιτητικό κοινό, υιοθετεί συντηρητικότερες, πιο καθησυχαστικές μορφές, παρά την ενίοτε «τολμηρή» θεματολογία της. Η σύγχρονη τέχνη, απευθυνόμενη αναγκαστικά σε λίγους και ειδικούς, ενστερνίζεται πιο ρηξικέλευθες μορφές, αλλά μαζί τους και όλες τις «στρεβλώσεις» της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Υπό αυτό το πρίσμα φαίνονται όμως ευκρινέστερα και οι αναπηρίες της πόλωσης: εάν η πεζογραφία στην οποία αναφερόμαστε δεν κατορθώνει να υπερβεί τα όρια μιας αποπνικτικής μερικότητας, εξίσου η σύγχρονη τέχνη δεν κατορθώνει να ελέγξει την αλαζονική της γενικότητα: τις περισσότερες φορές ασκεί εύστοχες κριτικές σε ένα ασαφές και θεωρητικά τεκμηριωμένο πολιτικό, χωρίς να ενδιαφέρεται για αυτό που συμβαίνει έξω από την πόρτα της. Με αποτέλεσμα, φυσικά, να χάνει το κοινό της. Επανερχόμαστε έτσι σε μια αντίφαση που υπαινικτικά διατυπώσαμε στο πρώτο μας κείμενο: η ενασχόληση με το πολιτικό γίνεται ένα από τα κατεξοχήν εμπορεύσιμα χαρακτηριστικά της σύγχρονης τέχνης, αλλά οι εικαστικοί καλλιτέχνες, στην εποχή της ακραίας κρίσης που το διαπερνά, τηρούν συνήθως αιδήμονα σιγή. Σήμερα, ωστόσο, η ανάδυση μιας νέας γενιάς λογοτεχνών και καλλιτεχνών μοιάζει να υπερβαίνει την πόλωση και να ανοίγει εκ νέου το διάλογο μεταξύ των δύο πεδίων. Αυτό θα μας απασχολήσει στο τελευταίο μας κείμενο.

Κοντογλου

Πίνακες: N. Εγγονόπουλος, Ν. Γ. Πεντζίκης, Φ. Κόντογλου

http://artfullyonsaturday.wordpress.com/author/efyan/

1ο  μέρος  http://wp.me/p2VUjZ-2Qn

2ο μέρος http://wp.me/p2VUjZ-2ZO

.

.

 

 

Αθηνά Τιτάκη, Ο ποιητής

Dimo kolibarov.

Καταχράστηκε την ισορροπία
και παρά τις προβλέψεις κουράστηκε.
Στάθηκε στην άκρη της σκηνής
με πλάτη στα υψωμένα χέρια.
Μισό βήμα πριν την αναλγησία,
ενήμερος για το ανάλγητο του πλήθους.
Εκτός κενού καινός,
στο συμβαίνον απρόθυμος.
Τον είδαν να πέφτει γράφοντας
«Σπαράξτε με…»
Υπογράφοντας
«Ο δηλών.
Ποιητής.
»

.

Dimo Kolibarov 3

.

Πίνακες: Dimo Kolibarov

.

.

 

Πωλ Ελυάρ, Να κοιμάσαι

Arnold Genthe-nudestudy-c1905

.

Suite

Dormir la lune dans un oeil et le soleil dans l’autre
Un amour dans la bouche un bel oiseau dans les cheveux
Parée comme les champs les bois les routes et la mer
Belle et parée comme le tour du monde
Puis à travers le paysage


Parmi les branches de fumée et tous les fruits du vent
Jambes de pierre aux bas de sable
Prise à la taille à tous les muscles de rivière
Et le dernier souci sur un visage transformé.

http://www.pierdelune.com/eluard1.htm

***

Να κοιμάσαι με τον ήλιο στο ένα μάτι και με το φεγγάρι στο άλλο
μ’ έναν έρωτα στο στόμα κι ένα ωραίο πουλί μες στα
μαλλιά
στολισμένη σαν τους κάμπους, σαν τα δάση, σαν τη θάλασσα στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου.
Να φεύγεις και να χάνεσαι
μεσ’  απ’ τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του
ανέμου
πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες
και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούρια σου όψη επάνω.

Μτφρ.: Oδυσσέας Ελύτης

Photo: Arnold Genthe

.

.

 
Image

Σταυρούλα Α. Γάτσου, Εργαλεία πολέμου για τους αιχμάλωτους του έρωτα

Σταυρούλα Α. Γάτσου, Εργαλεία πολέμου για τους αιχμάλωτους του έρωτα

Στο δωμάτιο δυο σώματα χορεύουν στο φως άνιση μάχη
«ανταρσία» φωνάζουν ευθύς οι φαρισαίοι
«λάθος, λάθος, τίποτα δεν αλλάζει και δεν θ’ αλλάξει ποτέ»
αιχμάλωτοι του έρωτα
 

Σταυρούλα Α. Γάτσου, Εργαλεία πολέμου για τους αιχμάλωτους του έρωτα,

Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2013

.

.

Παρουσίαση βιβλίου:

.

http://www.periple.eu/index.php?option=com_acymailing&ctrl=archive&task=view&mailid=43&key=03fcd68e5673f08be96d2b6bb5be8261&subid=2471-475b87bb280327e65ce1b29a8986fd12

.

.

.

.

 

 

Tags:

Image

Bασίλης Λαλιώτης, Ο Φύλακας του Αγαμέμνονα και Τελικό Ποίημα (e-περιοδικό Ποιείν)

Bασίλης Λαλιώτης, Ο Φύλακας του Αγαμέμνονα και Τελικό Ποίημα (e-περιοδικό Ποιείν)

http://www.poiein.gr/archives/24507

Ο Φύλακας του Αγαμέμνονα

Σκυλίσια νύχτα κι αυτό το στρώμα δροσισμένο από φυγή ονείρων
κουράστηκα να περιμένω
παιδί ήμουνα κι ο χρόνος με ροκανίζει ανελέητα
μόνος μου άθλος μισός αιώνας κλεμμένος
του θανάτου στρατιώτης κι η μισή κυβέρνηση αστράτευτη
εκεί που γέμισε ο τόπος κλέφτες,
και πού στ’ αλήθεια ήταν κρυμμένο όλο αυτό το ερπετό
με βουλιμία ως εμετού καλλιεργημένη από πολιτικούς ηγέτες
και δημοσιογράφους, γουρούνια σπρώχνονται
γύρω από πεταμένα εκμαυλισμού χαρτονομίσματα,
το διπλανό ανθρωπάκι ανεβασμένο στα ικριώματα της εξουσίας
με μια νάυλον ψυχή σημαία, βαρέθηκα
πια να τους βλέπω εκπεσόντες των ποιητών τους
κραυγάζοντα λαρύγγια δικαιωμάτων χωρίς όριο
και να γυρίζουν κύκλους γύρω μου τ’ αστέρια
δυο τρωικούς πολέμους κράτησε το φαγοπότι
αποφοράς σπρωγμένων για τα ψίχουλα, ναι,
κι αυτό το βόδι να μου πατάει τη γλώσσα όσο
φιμώνοντας το σκυλολόι των δημοσιών ρητόρων
το εξ αρχής και παλαιόθεν ύβρης επακόλουθο
επίγραμμα ντροπή για την Ελλάδα άλλη μια φορά
να πω απλά: τα αφεντικά μου έπαιξαν και τώρα
είμαι εγώ που χάνω και πρέπει να πληρώσω.


*

Dorothea Lange Lange

*

.Τελικό Ποίημα

Ελλάδα μη γαμήσω το στοματικό σου στάδιο
φαγητό λόγια ξερατό και ποιήματα εκεί που
όλα καλούνε το καλάσνικωφ να κελαηδήσει
για να μας βγάλει απ’ την κατάρα της γραφής
με τη σοφία που η Μαρία λέει όταν της δείχνουν
τα ωραία γραφτά των παιδιών: Δώσαμε δώσαμε.
Δεν θέλω ποιήματα, δεν θ’ αφήσω ούτε λέξη να
έχουν τα παιδιά μου εμπόδιο στο μέλλον τους
παρά μονάχα έναν απλό κανόνα όπου η λέξη
θα έχει την αξία της δέσμευσης ή αλλιώς σιωπή
μακριά από τα στόματα, στα χέρια, στο κορμί
χέρια και πλάτη έχει ανάγκη το μέλλον του κόσμου
όχι αυτά τα γαμημένα λόγια μου τ΄ ανήμπορα
να δώσουν μια προοπτική αξιοπρέπειας στα ερχόμενα.
Μη με διαβάζετε λοιπόν, δεν έλειψαν τα λόγια
φύγετε από δω, μακριά, όχι με φαγητό και λόγια
ξερατά και ποιήματα, μα ένα ελάχιστο της πράξης
που επιτέλους στη ζωή αληθινά να τ’ ανασταίνει.
Ένας κατάδικος υπήρξα λέξεων προς ποιήματα
γι’ αυτό ζητάω από το μέλλον σας συγγνώμη.


Photos: Daria Pitak, Dorothea Lange


*

.

.

http://kadosanakyklosis.wordpress.com/2013/11/24/%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7-%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B9%CE%B1-%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%82/

 

Tags:

Image

Kώστας Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι

Kώστας Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι

O Δημήτρης μου αγαπούσε ανέκαθεν τα σκυλιά. Κάθε φορά που είχε άδεια, ερχόταν λιγότερο για να δει εμάς και περισσότερο για να παίξει με τη Χιόνα. Της είχε μάθει διάφορα κόλπα: της πετούσε μια παντόφλα στην αυλή και πήγαινε τρεχάλα και του την έφερνε. Της έλεγε «Σούζα!» κι αυτός ο σατανάς σηκωνόταν στα πισινά του πόδια και δεν κατέβαινε επ’ ουδενί λόγω αν δεν της έλεγε «Κάτω». Τύφλα να ’χουν τα σκυλιά των τσίρκων. Μα η στρίγκλα η νοικοκυρά δε χώνευε σκυλιά. Άρχισε την γκρίνια: τη μια παραπονιόταν πως είχε τσιμπούρια, την άλλη πως είχε εχινόκοκκους. «Βασιλάκη!» φώναζε στο γιο της επιδεικτικά για ν’ ακούσω εγώ.  «Έλα, παιδί μου, απάνω, μην πας κοντά σ’ αυτό το κοπρόσκυλο και κολλήσεις χιονοκόκκους!…» Γκρίνιαζε ότι πήγαινε το σκυλί και κατουρούσε στο περιβόλι και μαραινόντουσαν οι ήλιοι της. «Τι ήλιους και κουραφέξαλα κάθεσαι και μου συζητάς, κυρία Μαργαρίτη μου, της λέω μια μέρα. Σε κουβέντα δηλαδή να βρισκόμαστε; Φτάνει ήλιος μέσα σ’ αυτόν τον τάφο για ν’ αναπτυχθούνε ήλιοι;» Για να μη νομίζεις, κυρία μου, είπα μέσα μου, πως είσαι μόνον εσύ έξυπνη και κάνεις πνεύμα και λογοπαίγνια. Στο τέλος μ’ απείλησε πως αν δεν το ’διωχνα, θα του ’δινε φόλα. «Ας τολμήσει να του δώσει φόλα», μου λέει ο Δημήτρης όταν του το ’πα, «και θα δει πόσ’ απίδια έχει ο σάκος!» «Kράτα το νταηλίκι σου για τον εαυτό σου, παλικαρά μου!» του λέω. «Δεν έχω όρεξη για μπελάδες. Αρκετά έχεις κηλιδώσει το μητρώο σου . Όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, ξέρω εγώ να σ’ τη συγυρίσω».

.

.

aleah Chapin This-and-That-2012-Oil-on-canvas-30-x-30-inches

.

H κατάλληλη στιγμή δεν άργησε νά ’ρθει. Μια μέρα είχε βγει στη σκάλα της υπηρεσίας και μου ’ψελνε τον αναβαλλόμενο. «Δεν μπορούμε πια να ησυχάσουμε μ’ αυτό το βρωμόσκυλο!…» και τα λοιπά και τα λοιπά. Στην αρχή έκανα τον κουφό. Μα όταν είδα ότι ήθελε σώνει και καλά να της απαντήσω, βγαίνω στην αυλή, σηκώνω τη ρόμπα μου, και δε φορούσα ούτε βρακί από κάτω, και της αμολάω μια πορδή, πρρρ!!! Πού τη βρήκα, βρε Νίνα μου; Ούτε παραγγελιά να την είχα. Και της λέω: «Iδού η απάντησίς μου, κυρία Μαργαρίτη μου, και εις την μητρικήν σας γλώσσα!» Kαι μπαίνω μέσα και της χτυπάω την πόρτα στα μούτρα…

«Το ’κανες αυτό, βρε κυρα-Eκάβη; Σήκωσες τη ρόμπα σου;»

.

Kώστας Ταχτσής, Το τρίτο στεφάνι, σελ. 111-112, Εκδόσεις Εξάντας, 1987

.

Πίνακες: Aleah Chapin

.

.

.

.

.

.

.

 

Tags: