Με μεγάλη χαρά σού αναγγέλω την απονομή του Νόμπελ στο Σεφέρη. Επικρατέστεροι υποψήφιοι ήσαν δύο. Ο Σεφέρης και ο Χιλιανός ποιητής Νερούντα, ο οποίος όμως απεκλείσθη ως αναρχοκουμουνιστής. Είναι το πρώτον Νόμπελ που εισπράττει η Ελλάς, μετά το Όσκαρ το δικό σου. Προς στιγμήν, δεν θέλαμε να το πιστέψουμε. Ήταν τόσο μεγάλη η τιμή, που μας εφαίνετο απίστεφτον. Συνηθισμένοι να μας περιφρονούν οι Τούρκοι, Άγγλοι και Αμερικανοί, όχι μόνον εις την Ποίησιν αλλά και εις άλλα ζητήματα, εξεπλάγημεν δια την Σουηδικήν αβρότητα. Κυκλοφόρησαν πολλαί κακοήθεις διαδόσεις ότι δηλαδή εστάλη λανθασμένον Σουηδικόν τηλεγράφημα, αναφέρον ότι το βραβείον λαμβάνει ο Σεφερούντα και όχι ο Σεφέρης, και ο ίδιος ο ποιητής προς στιγμήν εκλονίσθη.
Ο Φρόυντ υποστηρίζει ότι τα λάθη χωρίς προφανές νόημα – συχνότερα οι ολισθήσεις της πένας και της γλώσσας (τα περίφημα «lapsus» ή «Slips of the tongue» στα αγγλικά ή «παραπράξεις» στα ελληνικά), οι πράξεις παράλειψης και επιλεκτικής αμνησίας – φέρνουν τα κρυμμένα μηνύματα από το ασυνείδητο.
Στη λογοτεχνία της ψυχανάλυσης υπάρχουν διάφορα lapsus ανάλογα με τον τρόπο που παράγονται: • Lapsus Linguae: ολίσθηση της γλώσσας. • Lapsus Calami: ολίσθηση της πένας. • Lapsus Clavis: ολίσθηση της δακτυλογράφησης • Lapsus Manu: ολίσθηση του χεριού. • Lapsus Memoriae: ολίσθηση της μνήμης.
Ένα παράδειγμα που δίνει από την εμπειρία του είναι εντυπωσιακά απλό. Ο Φρόυντ είχε ξεμείνει από ένα τύπο χαρτιού (στα γερμανικά fliesspapier) που χρησιμοποιούσε, ξεχνώντας κάθε ημέρα να πάει να αγοράσει. Ο λόγος, ανακάλυψε τελικά, ήταν η επώδυνη απογοήτευση εκείνη την περίοδο από το φίλο του Wilhelm Fliess και δεν θέλησε να την ξαναθυμηθεί (την απογοήτευση) αγοράζοντας το χαρτί με το παρεμφερές όνομα με αυτόν. Έτσι ξεχνούσε επανειλημμένα να πάει να το αγοράσει. Δεν είναι όλα τα παραδείγματα του Φρόυντ τόσο απλά ή πειστικά όπως το παραπάνω (πράγματι μερικά είναι πάρα πολύ μπερδεμένα και οριακά πειστικά) αλλά η ίδια η δημοτικότητα του όρου της φροϋδικής ολίσθησης δείχνει ότι είχε δώσει έμφαση σε ένα φαινόμενο κοινό για τον καθένα και μια εύλογη εξήγηση. Στην Ελληνική γλώσσα έχουμε για παράδειγμα, την σχετική παροιμία: “Γλώσσα λανθάνουσα την αληθείαν λέγει”.
Black milk of daybreak we drink you at night we drink in the mornings at noon we drink you at nightfall drink you and drink you A man in the house he plays with the serpents he writes he writes when the night falls to Germany your golden hair Margarete Your ashen hair Shulamith we are digging a grave in the sky it is ample to lie there
Ω των χειλιών πορφυροί ανθώνες,
μαύρα των μαλλιών μελάνια γράφουνε πόθους
σε γυάλινα δάση, πώς, πώς να σε κόψω Ω χαρά, που διαβολικά έρπεις
στις φλέβες…
Στην ευπείθεια του λαιμού το μαδριγάλι της λαιμητόμου
θα χιμήξει, κόκκινη άρπα μες στη λευκότητα…
«Όπου γάμος και γιορτή η Βασίλω πρώτη!»«Το ντέφι κι’ η Αποκριά είναι του πούστη η χαρά».«Το ράσο θέλει καλοπέραση κι η πουτανιά φτιασίδι».«Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί και η χαρά δεν την αφήνει».«Πουτάνα με τα κλάματα και κλέφτης με τους όρκους».«Παρακαλετό μουνί, ξινό γαμήσι».
«Με σάλιο και υπομονή, ο κώλος γινεται μουνί».
«Ο κουφός και ο κλανιάρης πάνε δίπλα στα νταούλια»
(εξήγηση: ο ένας για να ακούει και ο άλλος για να μην ακούγεται)
«Ο καθένας την πορδή του μοσχολίβανο την έχει».
«Πέρσι έχεσε, φέτος βρώμισε».
«Παιδιά, σκατά και σύννεφα δεν πιάνονται».
Φωτογραφίες: Le Turk
«Κάποτε σκότωσα ένα ελάφι. Και το δένω πάνω στο φτερό του αυτοκινήτου μου και οδηγώ για να γυρίσω σπίτι μου από την εθνική οδό της Δυτικής Πλευράς. Αλλά αυτό που δεν είχα αντιληφθεί ήταν ότι η σφαίρα μου δε διαπέρασε το ελάφι. Του έγδαρε μόνο το κεφάλι, ρίχνοντάς το αναίσθητο. Και περνώ μέσα από το τούνελ Χόλαντ και το ελάφι συνέρχεται. Έτσι, βρίσκομαι να οδηγώ μ’ ένα ζωντανό ελάφι πάνω στο φτερό μου και το ελάφι βγάζει σήμα για στροφή. Και υπάρχει ένας νόμος στην πολιτεία της Νέας Υόρκης που απαγορεύει να οδηγάς μ’ ένα ελάφι που έχει τις αισθήσεις του πάνω στο φτερό σου, Τρίτες, Τετάρτες και Σάββατα. Και μ’ έχει πιάσει μεγάλος πανικός.
Και τότε μου έρχεται η ιδέα – κάποιοι φίλοι μου κάνουν ένα πάρτι μεταμφιεσμένων. Θα πάω. Θα πάρω και το ελάφι. Θα το παρατήσω στο πάρτι. Δε θα είναι πια δική μου ευθύνη. Έτσι πηγαίνω με το αυτοκίνητο στο πάρτι και χτυπάω την πόρτα. Το ελάφι στέκεται δίπλα μου. Ο οικοδεσπότης έρχεται στην πόρτα. Λέω: «Γεια σας, ξέρετε τους Σόλομον». Μπαίνουμε μέσα. Το ελάφι ανακατεύεται με τον κόσμο. Τα πήγε θαυμάσια. Είχε επιτυχίες. Κάποιος τύπος προσπαθούσε να του πουλήσει ασφάλειες επί μιάμιση ώρα.
Έρχονται τα μεσάνυχτα, δίνουν τα βραβεία για το καλύτερο κοστούμι της βραδιάς. Το πρώτο βραβείο το παίρνουν οι Μπέρκοβιτς, ένα παντρεμένο ζευγάρι που είναι ντυμένο σαν ελάφι. Το ελάφι παίρνει το δεύτερο βραβείο. Το ελάφι είναι έξω φρενών! Αυτό και οι Μπέρκοβιτς χτυπιούνται με τα κέρατά τους μέσα στο σαλόνι. Ρίχνουν ο ένας τον άλλον αναίσθητο.
Τώρα, σκέφτομαι, είναι η ευκαιρία μου. Αρπάζω το ελάφι, το δένω πάνω στο φτερό του αυτοκινήτου μου και τραβάω πίσω για το δάσος. Αλλά έχω πάρει τους Μπέρκοβιτς. Κι έτσι βρίσκομαι να οδηγώ με δυο Εβραίους πάνω στο φτερό μου. Και υπάρχει ένας νόμος στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, Τρίτη, Πέμπτη και ιδιαίτερα το Σάββατο.
Το επόμενο πρωί, οι Μπέρκοβιτς ξυπνούν μέσα στο δάσος μέσα σ’ ένα κοστούμι ελαφιού. Ο κ. Μπέρκοβιτς πυροβολείται, ταριχεύεται και κρεμιέται στην Αθλητική Λέσχη της Νέας Υόρκης. Και η πλάκα είναι ότι η λέσχη απαγορεύει την είσοδο στους Εβραίους».
Eric Lax, Γούντυ Άλεν: Η βιογραφία μιας ιδιοφυΐας, μτφρ. Γ. Γαλάτης, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 1992.