Des constantes se retrouvent en effet dans ses photographies :
• le rapport à une nature inaccessible. La nature est conjuguée au passé ; on y trouve des pyramides, des rhinocéros, des mythes, au moins de la nostalgie, parfois de la tristesse
• pas de vrai blanc dans ses images, tout est en low key, pas d’échappées claires dans les ciels
• du flou, du vignettage
• de l’exotisme : animaux ou monuments lointains, avec une tonalité coloniale
• souvent du mouvement, comme effacement des premiers plans
• des yeux fermés, ou des visages effacés ou baissés
Née en 1941, dans une famille juive qui doit fuir la France occupée, Sarah Moon ne dit rien de son enfance, de ses années passées en Angleterre, de son père ingénieur, des ses quatre frères et sœurs…
Pourtant l’analyse de ses oeuvres amène à penser que son enfance a été déterminante pour un art dont le style est très arrêté.
Αν όμως τα όνειρα τον εξαπατούσαν για να τον προστατεύσουν από την απώλεια και οι εφιάλτες ήταν οι φύλακες άγγελοί του ντυμένοι στα μαύρα, ποιος μπορεί να το αποδείξει; Mόνο που τούτες οι επιφυλάξεις δεν βρίσκουν θάρρος να περάσουν απ’ τα κακόφημα σοκάκια του νου του. Χρόνια τώρα τα όνειρα είναι το τελευταίο του καταφύγιο κι επαναλαμβάνονται υφαίνοντας τον ιστό της καθημερινότητάς του, σε έναν κόσμο δοσοληψιών, όπου κανείς δεν μπορεί να ζήσει ήσυχος αν δεν ισοπεδωθεί· με αντάλλαγμα ίσως έναν ύπνο βαθύ δίχως όνειρα. (…)
.
Τέντωσε το κορμί του με μια προσποιητή άνεση κι άρχισε να τους απευθύνει ερωτήσεις, τη μια μετά την άλλη, χωρίς να περιμένει να του απαντήσουν. Τους ρωτούσε αν ο Θεός προτιμάει τα λευκά από τα μαύρα σύννεφα, ποια όνειρα όταν πέφτουν από ψηλά σκοτώνονται, πότε ένα πουλί θα εκλεγεί στην προεδρία της δημοκρατίας, πώς γνωρίζει ένας αιώνας τα χρόνια του, πού θάβονται όταν πεθαίνουν οι πόλεις, γιατί οι άνθρωποι είναι οι ίδιοι ο θάνατός τους· και άλλα τέτοια. Μερικοί τριγύρω του ψιθύριζαν μεταξύ τους κουνώντας το κεφάλι, άλλοι κρυφογελούσαν και οι λιγότερο θαρραλέοι κρατούσαν μια απόσταση ασφαλείας. (…)
Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα. Μπορεί απ’ έξω εκεί να στέκει ένα δέντρο, ένα δάσος, ένας κήπος ή μια πόλη μαγική.
Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα. Μπορεί να είναι το σκυλί που ψαχουλεύει. Μπορεί να δεις κάποια μορφή, ή ένα μάτι, ή την εικόνα μιας εικόνας.
Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα. Αν είναι η καταχνιά θα καθαρίσει.
.
.
Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα. Κι αν είναι μόνο η σκοτεινιά που θορυβεί κι αν είναι μόνο κούφιος άνεμος κι αν τίποτα δεν είναι έξω εκεί, πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
.
.
Τουλάχιστον θα γίνει κάποιο ρεύμα.
μτφρ. Σπύρος Τσακνιάς
.
.
Ο Μίροσλαβ Χόλουμπ (1923-1998) γεννημένος στο Πίλζεν ανήκει στους πιο σημαντικούς Τσέχους ποιητές. Η κλασική του παιδεία συνδυάζεται με τη γνώση των φυσικών επιστημών, της ιατρικής,της φιλοσοφίας, της ιστορίας της επιστήμης και το λαμπρό ποιητικό του ταλέντο. Στο πρόσωπο του Χόλουμπ συναντούμε τη ξεχασμένη αρχαιοελληνική αντίληψη για τη διεπιστημονικότητα και τη συνύπαρξη της τέχνης και της επιστήμης. Ο διακεκριμένος γιατρός Χόλουμπ συναντά τον ποιητή Χόλουμπ, και ο ποιητής τον φιλόσοφο Χόλουμπ: το ιατρικό λεξιλόγιο εμπλέκεται με τον ποιητικό λόγο, η λογική με το συναίσθημα, το σκεπτικισμό και την ειρωνεία,η συστηματικότητα, η έρευνα και η επιστημονική πειθαρχία με την άρνηση να ακολουθήσει στεγανά και να υποταχθεί στους ισοπεδωτικούς μηχανισμούς του καθεστώτος· όπως και ο Χέρμπερτ αρνήθηκε να υπηρετήσει με την ποίησή του τις πολιτικές σκοπιμότητες, έτσι και ο Χόλουμπ είχε το δικό του ποιητικό όνειρο:
.
.
Θα γλιστρήσω έξω μπροστά στην αυλαία,
προσέχοντας πολύ να μην μπερδέψω τα σκοινιά μου
καθώς θα πέφτω
θα χτυπήσω τα κουδουνάκια μου (χαρούμενα)
θα βγάλω το καπέλο μου
και πριν ο κουκλοπαίκτης καταλάβει τι συμβαίνει
θα μιλήσω με τη δική μου φωνή,
ξέρετε,
τη δική μου φωνή,
που θα βγαίνει από το δικό μου κεφάλι
για πρώτη και τελευταία φορά,
γιατί μετά θα με βάλουν πάλι πίσω στο κουτί,
τυλιγμένο σε λεπτό χαρτί.
.
Θα πω αυτό που ήθελα να πω
μιαν ολόκληρη ξύλινη αιωνιότητα.
Θα το πω, όσο γελοία
κι αν ηχήσει η φωνίτσα μου, όσο τσιριχτή.
Θα πω το πιο σημαντικό, το πιο σοβαρό πράγμα,
Θα πω το ρόλο μου…
Μπορεί να ακουστεί.
Μπορεί κάποιος να τον προσέξει.
Μπορεί να μην γελάσουν.
.
Μπορεί να πιάσει στα παιδιά
και να ενοχλήσει τους μεγάλους.
Μπορεί ν’ αλλάξει τα χρώματα στο σκηνικό.
Μπορεί να σκευρώσει το κοντραπλακέ
και τις σκιές των προβολέων. Μπορεί ν’ ανατρέψει
τον νόμο της σχετικότητας.
Θα πω…Καλησπέρα σας παιδιά, τώρα που είμαστε μαζί
πείτε γεια σου και χαρά σου στον καλό σας Φασουλή!
1Το όνειρο του Φασουλή και το απόσπασμα που ακολουθεί από το Οι απαρχές του κουκλουθεάτρου ανήκουν στη συλλογή του Χόλουμπ Πρίν και Μετά. Άλλες συλλογές του ποιητή: Η Μύγα, Η αναστάτωση κ.ά. Τα ποιήματα και το πληροφοριακό υλικό αντλήθηκαν από το περιοδικό Ποίηση (Τεύχος 13- Άνοιξη-Καλοκαίρι 1999), Miroslav Holub: Δέκα ποιήματα κι ένα δοκίμιο/Εισαγωγή-επίμετρο:Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις Νεφέλη.
.
.
.
Ο Φασουλής-Χόλουμπ, με την ειρωνική του διάθεση λειτουργεί ως καταπέλτης στο “κουκλουθέατρο” που φτιάχτηκε από τον “κουκλοπαίχτη”, ο οποίος απόφαση πήρε με αίσθηση ευθύνης:
ο καθένας να έχει το σπάγκο και τη ράχη του. Κι έτσι
τον Φασουλή, τον Βασιλιά,τον Δράκο, την Πριγκίπισσα
όλους, τους διαπέρασε ένα σύρμα απ’ την κορφή του κεφαλιού τους
ως κάτω, στ’ άκρα.
Η μαζική αναστάτωση της αχαλίνωτης πρωταρχικής προδημιουργίας
αντικαταστάθηκε από την ευταξία της θολής λογικής.
Έτσι ο Φασουλής βουβάθηκε, ο Βασιλιάς αποβλακώθηκε,
ο Δράκος απολιθώθηκε, η Πριγκίπισσα απέβαλε
και τα τουβλάκια σκορπίστηκαν σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Κι όλα ήταν σιωπηλά, άδεια κι ακίνητα σαν
σ’ ένα μουσείο με κυνηγετικά έπαθλα.
.
.
.
.
Κι επειδή τα τουβλάκια σκορπίστηκαν σ’ ολόκληρο τον κόσμο και όλα ήταν σιωπηλά, άδεια κι ακίνητα κι ο Χόλουμπ κλεισμένος στο “μουσείο”, κάποιο βράδυ(μπορεί και μέρα να ’ταν), έβγαλε ένα μικρό τουβλάκι απ’ την τσέπη, μάσησε λίγο δυόσμο για να φανεί πως ξεστομίζει αρώματα, τσαλάκωσε δυο-τρεις αμφιβολίες, μετά με προσοχή τις ξαναϊσιωσε (με τσάκιση στη μία) και είπε στο τουβλάκι:
Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα
Πολλές φορές! Με μία σπονδυλωτή διακίνηση της επιθυμίας ανάμεσα σε ζωή και παραίτηση· ανάμεσα στη σιγουριά της ακινησίας και στο επισφαλές αποτέλεσμα της κίνησης. Μεταιχμιακά, η φράση του ακροβατεί ανάμεσα σε ένα “είναι” αναποφάσιστο και σε ένα “γίγνεσθαι” επιθυμητό. Η προσταγή παιχνιδίζει διαρκώς με την ίδια την αναίρεσή της, εμπλεκόμενη σε μία κυκλική και επαναλαμβανόμενη διακίνηση της επιθυμίας, η οποία δε βρίσκει διέξοδο παρά μόνο στην “έξοδο” του ποιήματος:
τουλάχιστον
θα γίνει
κάποιο
ρεύμα
το μόνο ικανό και “κινητήριο” επιχείρημα για να επέλθει η κίνηση της προτροπής. Το μόνο πραγματικό όφελος του ανοίγματος της πόρτας, η οποία θα ανταποδώσει ισότιμα στην κ ί ν η σ η προς τα έξω, την κ ί ν η σ η προς τα μέσα (το ρεύμα). Εδώ βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το όφελος μιας απάντησης, μιας επικοινωνίας, ενός πλησιάσματος, ουσιαστικά μιας δ υ ν α τ ό τ η τ α ς για μια συνάντηση, ανεξαρτήτως της συνέχειας ή του αποτελέσματος. Αυτό δηλώνει το “τουλάχιστον”, δεν ενδιαφέρει η συνέχεια, ενδιαφέρει η κ ί ν η σ η ως σύμβολο α κ ύ ρ ω σ η ς μιας προηγούμενης κατάστασης, μιας στάσης, άποψης, επιλογής ζωής.
.
.
Εδώ ακυρώνεται η εγκλωβιστική, αυτιστική διάθεση και η φοβική και απειλητική βίωση μιας εξωτερικής πραγματικότητας. Υπάρχει ένα ά ν ο ι γ μ α ε σ ω τ ε ρ ι κ ό και κάτι που κ ι ν ε ί τ α ι και έρχεται να το συναντήσει από τον έξω, έως τώρα, αποκλεισμένο κόσμο.Το ρεύμα δεν είναι η σιγουριά της επιτυχημένης επαφής ή συνύπαρξης με το αλλότριο,
είναι η α π α ρ χ ή μιας π ι θ α ν ό τ η τ α ς.
.
.
.
.
Ο Χόλουμπ προχώρησε σταδιακά σ’ αυτή την εισροή της κίνησης, χωρίς όμως να εξουδετερώσει το σκεπτικιστικό υπόβαθρο του υπολοίπου ποιήματος με την έκρηξη μιας κούφιας και απατηλής αισιοδοξίας ή την ψευδαισιακή κατασκευή μιας υπεραισιοδοξίας. Είναι αρκετά δυνατός για να αντέξει την αλήθεια της σχετικότητας και για να μην φτάσει σε ψυχολογικά αμυντικές διατυπώσεις, επιλέγοντας ακραίες θέσεις (υπεραισιοδοξία – απαισιοδοξία).Ο Χόλουμπ σε όλο το κείμενο παίζει με την ίδια την ηχώ του, τη δεύτερη σκέψη που συνοδεύει την προστακτική και παραλείπεται στο κείμενο. Είναι σα να ακούει μιαν απάντηση: “Δεν πάω” και ευθύς τείνει να σταθεί στο ενδιάμεσο της απόλυτης προσταγής και της απόλυτης άρνησης. Υπάρχει ένα “αλλά” διαμεσολαβητικό, το οποίο στο ποιητικό κείμενο δίνεται με τα
“Μπορεί”/ “Αν είναι…θα”/ “Κι αν…πήγαινε”.
Προχωρά βάσει σχεδίου για να συναντήσει το τελικό “ρεύμα”, την κίνηση προς τα έσω. Στο υπόλοιπο ποίημα τα σημαίνοντα ή οι εικόνες δεν απευθύνονται προς τα έσω, είναι απλώς εκεί, κι αυτές αυτιστικά ενασχολούμενες με την ύπαρξή τους, δηλωτικές της ακροβασίας και του αναποφάσιστου, της φοβίας και της έλλειψης σιγουριάς του ποιητή. Είναι εκεί και απλώς στηρίζουν το δρόμο του Χόλουμπ προς την έξοδό του:
.
.
.
Στην πρώτη στροφή το ρήμα “στέκει” δηλωτικό της α κ ι ν η σ ί α ς και το “έξω εκεί” δηλωτικό της απόστασης διαπλέκεται ειρωνικά με το “δέντρο”, το “δάσος”, τον “κήπο” και πολύ περισσότερο το“μια πόλη μαγική”. Ο κόσμος της φύσης και του παραμυθιού είναι εκεί αλλά μακρινά και ακίνητα/νεκρά. Είναι ένας κόσμος μάρμαρο ή ένας “γυάλινος κόσμος”, με μιαν επίφαση ζωής και ομορφιάς, παραμυθένιος, ψεύτικος και αδιάφορος απέναντι στο ανθρώπινο γίγνεσθαι.
Στη δεύτερη στροφή ο Χόλουμπ συνεχίζει με μεγαλύτερη πικρία και καυστικότητα, καθώς εισάγονται άλλες μορφές ζωής: το ζώο και ο άνθρωπος. Τοποθετούνται άραγε τυχαία μαζί; Το σκυλί που ψαχουλεύει: με το βλέμμα αλλού, επιδιδόμενο σε μια πράξη αυτάρεσκη και ενστικτώδη, παρέα με την πείνα του και απασχολημένο με την εξεύρεση των “προς το ζην”. Και ύστερα ο άνθρωπος, ο οποίος εντέχνως και καυστικά αποσυντίθεται, κατακερματίζεται και ακυρώνεται:από το όλο (μορφή) στο μέρος (μάτι) και στην ακύρωση (την εικόνα μιας εικόνας).
.
.
Ο Χόλουμπ πέρασε στο βλέμμα, το απογύμνωσε σταδιακά και αποκάλυψε την φενάκη της βλεμματικής συνάντησης, την ψευδοποιό εικονοποία της καθημερινότητας, τη φαντασιακή σύλληψη, την παραμορφωτική διάσταση του πραγματικού και της εικόνας του άλλου. Ο Χόλουμπ αυτοσαρκάζεται και κατά τον τελευταίο καγχασμό του μας πετάει κατάμουτρα τη σύλληψη της εικόνας της εικόνας μας, αφού μας έβαλε φάτσα κάρτα κι ένα μάτι…
Τώρα μπορούμε να κοιτάξουμε όλοι τα τουβλάκια μας!
.
.
Στην τρίτη και στην τέταρτη στροφή η ακυρωτική και μηδενιστική διάθεση, αρχίζουν να προβάλλονται περισσότερο έντονα. “Αν είναι η καταχνιά/θα καθαρίσει”:ο στίχος συνδέεται συνειρμικά και διαμεσολαβητικά και με τον προηγούμενο και με τον επόμενο καθώς ο ποιητής συνεχίζει να ασχολείται με αυτή τη βλεμματική αδυναμία· από την παραμόρφωση του προηγούμενου στίχου, περνά σε μια περισσότερο θολή σύλληψη της πραγματικότητας (καταχνιά), εισάγεται το γκρί, το μελαγχολικό στοιχείο και η σ χ ε δ ό ν αδύναμη όραση, για να συνεχίσει με το “κι αν είναι μόνο η σκοτεινιά /που θορυβεί”·την παντελή έλλειψη όχι μόνο όρασης αλλά και ακοής, παίζοντας ειρωνικά με το “θορυβεί”, το οποίο αποδίδει μιαν ιδιότητα ανύπαρκτη “στη σκοτεινιά” και συνεπώς η ίδια έννοια του ήχου αυτόακυρώνεται, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το “κούφιος άνεμος”, όπου ακυρώνεται ο άνεμος.
.
.
.
Βλέπουμε λοιπόν καθαρά το παιχνίδι του Χόλουμπ:η προσταγή
“Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα”
συνοδεύεται από μία μη λεκτικοποιημένη εσωτερική άρνηση “Δεν πάω”, αυτή αντικρούεται από τα “αλλά” σε μία προσπάθεια πειθούς, τα οποία και πάλι όμως από τον τρόπο χειρισμού τους αυτοαναιρούνται ειρωνευόμενα τα επιχειρήματα που τα συνοδεύουν, έως ότου σταδιακά να φτάσει ο ποιητής στην κατάρρευση, στο απόλυτο κενό και στο απόλυτο μηδέν: “κι αν τίποτα δεν είναι/εξω εκεί”, για να χρησιμοποιήσει εντέχνως αυτό που προηγουμένως ονομάσαμε “κ ι ν η τ ή ρ ι ο” επιχείρημα και να επιχειρήσει την έ ξ ο δ ό του…
.
.
Ιφιγένεια Σιαφάκα, Μια ματιά στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία,
In the Netherlands, he sold his pictures to women’s magazines like Libelle. He took the photographs in his studio using often simply painted backgrounds, but these featured an ideal world full of joy and happiness, exactly fitting into the image the women’s magazines wished to convey at the time.
Among other things, his agency devised a new type of pattern for sew-it-yourself fashion and he made photographic illustrations to go with these patterns.
In the Netherlands, he was one of the first photographers to specialize in fashion photography. He sold his pictures to a great number of fashion and women’s magazines in and outside the country.