RSS

Καλλιόπη Αναστασάκη, Με πέδικλα

08 Dec

.

Τα παλιά τα χρόνια, άκουγαν παραμύθια και οι μεγάλοι. Ήταν Αύγουστος του 1932 όταν, πριν χρονίσει ακόμη, τη βούτηξαν στην κολυμπήθρα για να τη μερέψει ο Χριστός, και την είπαν Ουρανία. Δύσκολα χρόνια, αλλά η μάνα της, η Αναστασία, κέρασε λουκούμι και σπιτική λεμονάδα όλο το κάλεσμα, παρότι ήταν «κόρη» και όχι «παιδί». Η Αναστασία, κόρη της Βαγγελιώς, παπαδοπαίδι και εγγόνι παπά, έκανε συχνά του κεφαλιού της. «Βρε κοιτάξτε τη δουλειά σας, που θα μου πείτε εσείς τι θα κάνω. Τα ράσα θαρρείτε ότι κάνουν τον παπά;», έλεγε όταν τη ζόριζαν οι φαρμακόγλωσσες. Μούντζωνε προς τα πίσω, έφτυνε στον κόρφο της κι έπιανε και το βρακί της για το κακό το μάτι. Στο μωρό έδωσε το όνομα της πεθεράς της. Η Ουρανία μεγαλώνοντας έμοιαζε στη γιαγιά της και στο φέρσιμο και στην ομορφιά.  Μεγάλωνε και ομόρφαινε τόσο, που η Αναστασία κάποιες φορές σκιαζόταν κι άλλες ζήλευε το ίδιο το παιδί της. Όλο «μη» και «όχι» ήταν, και τιμωρίες και χαστούκια που έτσουζαν τη μικρή Ουρανία. Τα πισινά του παιδιού ήταν σημαδεμένα από το βαρύ μητρικό χέρι. Η Ουρανία ήταν η «ζωηρή» της οικογένειας, σε αντίθεση με την κατά δύο χρόνια μεγαλύτερη αδερφή της, την Αφροδίτη. Το έβλεπες στα μάτια των αγοριών που την κρυφοκοιτάζανε από νωρίς. «Κακό πράγμα να ’σαι και όμορφη και ζωηρή. Κι αν είσαι κι έξυπνη, κούνια που σε κούναγε κακομοίρα μου», ήταν η επωδός της Αναστασίας. «Είναι δύσκολοι καιροί. Άμα σου βγει τ’ όνομα, δεν έχεις δρόμο να διαβείς», υποστήριζε η μικρομάνα της Ουρανίας. Όμως εκείνη μεγάλωνε κι έβαζε βαμβάκι στ’ αφτιά κι έκανε του κεφαλιού της. Πού την έχανες πού την έβρισκες ή να περπατά στις απόμερες αμμουδιές του νησιού και να την ψάχνουνε όταν σκοτείνιαζε ή χωνόταν στη μεγάλη βιβλιοθήκη του παπά-Χρήστου να χάνεται στις φυλλάδες και στα ιερά βιβλία του παππού της. Δεν θα ’χε περάσει τα πέντε της χρόνια κι όμως άφηνε παράμερα το παιδομάνι του σπιτιού για να κάμει τα δικά της.

    Όταν επέστρεφε από τις ερημιές, για να γλιτώσει το ξύλο από τη μάνα της, τρύπωνε σ’ εκείνο το δωμάτιο που φάνταζε, στα παιδικά της μάτια, παραμυθένιο κι ας ήταν μια σοφίτα και τίποτα παραπάνω. Αυτό το στενό, ανήλιο δωμάτιο, αυτό που περίσσευε από τις ανάγκες της οικογένειας και που φιλοξενούσε τον πατέρα του σπιτιού, που ήταν και παπάς και αγρότης και δάσκαλος, ήταν το καταφύγιο της Ουρανίας. Ακούραστα συντρόφευε τις σκέψεις και τις ατέλειωτες ερωτήσεις της. Η Ουρανία λάτρευε τα βιβλία πριν καν μάθει να διαβάζει. Ξεφύλλιζε τις σελίδες τους με ευλάβεια κι έφτιαχνε τις δικές της ιστορίες με τους χάρτινους φίλους της. Όταν έμαθε να διαβάζει, συλλάβισε τ’ όνομά της σ’ ένα απ’ αυτά τα βιβλία και κράτησε τις σημειώσεις της σε δικό της τετράδιο, παριστάνοντας τη δασκάλα, την κυρία. Τα άλλα παιδιά δεν της έδιναν και τόση σημασία, όταν παίρνοντας εκείνο το ύφος μεγάλης, προσπαθούσε να τους εντυπωσιάσει και να τους πάρει τον «αέρα» στις παιδικές συντροφιές.

 Κάποια μέρα, σε ένα από τα βιβλία του παππού της η μικρή βιβλιοφάγος διάβασε ότι η Ουρανία στη Μυθολογία ήταν κόρη του Δία και της Μνημοσύνης. Εντυπωσιάστηκε και μεγαλοπιάστηκε. Διάβασε την ιστορία, την οποία και θεώρησε από εκείνη τη στιγμή, δική της ενώ με ευκολία και χάρη συμπλήρωσε τα δικά της μυθοπλαστικά στοιχεία, παραλλάζοντάς την ελαφρά. Υποστήριξε ότι τάχα η Ουρανία ήταν και κόρη του Ουρανού και ότι αυτή η σπουδαία γυναίκα είχε δύο πατεράδες. Το γιατί η παιδική της σκέψη έφτασε εκεί, κανείς δεν το κατάλαβε. Διάβασε ότι η μυθική Ουρανία είχε δύο γιους, τον Υμέναιο, από τον άντρα της τον Διόνυσο, και τον Λίνο, από τον άλλο άντρα της, τον Απόλλωνα. Τα έμαθε απ’ έξω τα ονόματα των παιδιών και των αντρών, και της άρεσε που γνώρισε τη συνονόματή της να είναι παντρεμένη δύο φορές με δύο σπουδαίους άντρες. «Δύο φορές θα παντρευτώ κι εγώ», έλεγε σοβαρή στη μάνα της, κι η Αναστασία τη λοξοκοίταζε αυστηρά και της έδειχνε την παλάμη της ως απάντηση στα λεγόμενά της. Το σπίτι της μυθικής Ουρανίας ήτανε ολόκληρος ο Ουρανός κι ήξερε να μαντεύει το μέλλον και να ερμηνεύει το παρελθόν.   Η μικρή Ουρανία όλα αυτά τα βρήκε στο βαρύ μαύρο βιβλίο που έγραφε απ’ έξω «Οι δώδεκα Θεοί του Ολύμπου», που ο παππούς ο Χρήστος το φύλαγε στο πιο ψηλό ράφι της βιβλιοθήκης του. Κι όπως τα έγραφε το βιβλίο, έτσι τα έμαθε και η Ουρανία, και τα έλεγε σαν ποίημα όταν τη ρωτούσαν για το όνομά της.

Καλλιόπη Αναστασάκη, Με πέδικλα, μυθιστόρημα, εκδόσεις γραφομηχανή, 2021

Artwork: Brad Kunkle

.

 

One response to “Καλλιόπη Αναστασάκη, Με πέδικλα

  1. Δέσποινα Γκιόκα

    13/12/2021 at 08:46

    Πολύ πολύ όμορφο. Είναι εικόνες και θύμησες από μιας άλλης γενιάς που οι αλυσίδες που παρέλαβε εξακολουθούν και μπερδεύονται στην επόμενη και φτάνουν πολλές φορές μέχρι τις μέρες μας και γίνονται “Πέδιλα” , τροχοπέδη για τους ανθρώπους. Μπορούμε εύκολα να τα δούμε ( Τα πεδικλα) και πιστεύουμε ότι εμείς ξέρουμε να τα λύσουμε, όμως μόλις τα φορά η ψυχή μας σταματά να βηματίζει αγέρωχη και χοροπηδά τρελαμενη στο ίδιο σημείο μέχρι τελικής παραίτησης……

     

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: