RSS

Daily Archives: 01/12/2021

Emily Brondë, Ανεμοδαρμένα ύψη

.

Τη φορά αυτή θυμάμαι πως ήμουν ξαπλωμένος στο δρύινο καμαράκι και άκουγα καθαρά τον άνεμο που λυσσομανούσε και τη χιονοθύελλα. Άκουγα επίσης το κλωνάρι του έλατου να επαναλαμβάνει τον μονότονο ήχο του, και απόδωσα τον θόρυβο στο ακριβές αίτιο. Αλλά με ενοχλούσε τόσο ώστε αποφάσισα, αν γινόταν, να το σιγάσω. Και φαντάστηκα πως σηκώθηκα και δοκίμασα να ξεμανταλώσω το δίφυλλο. Αλλά ο γάντζος είχε συγκολληθεί στο σίδερο της βάσης, γεγονός που το είχα παρατηρήσει όταν ήμουν ξύπνιος, αλλά το είχα ξεχάσει. «Και όμως θα το σταματήσω», μουρμούρισα, σπάζοντας με τη γροθιά μου το τζάμι, και τέντωσα το χέρι για ν’ αδράξω το ενοχλητικό κλαδί. Έκπληκτος ένιωσα τα δάχτυλά μου να κλείνουν γύρω από τα δάχτυλα ενός μικρού, παγωμένου χεριού. Η ανείπωτη φρίκη του εφιάλτη με κυρίεψε. Έκανα να τραβήξω πίσω το χέρι μου, αλλά το χεράκι δεν μου το άφηνε, και μια βαθύτατα θλιμμένη φωνή είπε κλαίγοντας:

«Άσε με να μπω! Άσε με να μπω!» «Ποια είσαι;», ρώτησα πασχίζοντας να ελευθερωθώ. «Η Κάθριν Λίντον», απάντησε τρέμοντας –(Πώς ήρθε στο μυαλό μου το Λίντον και όχι το Έρνσω, που το είχα διαβάσει περισσότερες φορές;) «Γύρισα σπίτι, χάθηκα στα χερσοτόπια!»

Καθώς μιλούσε, διέκρινα θολά το πρόσωπο ενός παιδιού που κοίταζε μέσ’ απ’ το παράθυρο. Ο τρόμος μ’ έκανε άσπλαχνο. Βλέποντας πόσο μάταιες ήταν οι προσπάθειές μου ν’ αποσείσω το πλάσμα, έσυρα τον καρπό του χεριού του μπρος-πίσω πάνω στα σπασμένα τζάμια, ωσότου το αίμα έτρεξε και μούσκεψε τα στρωσίδια του κρεβατιού. Κι ακόμη θρηνούσε «άσε με να μπω!»

Emily Brondë, Ανεμοδαρμένα ύψη, μτφρ.: Άρης Μπερλής, εκδόσεις Άγρα, 2011.

Πίνακας: Caspar David Friedrich

 

Τεννεσσή Ουίλλιαμς, Προς κατεδάφιση

ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ

Πρόσωπα του έργου

Γουίλλυ (Κορίτσι)–Τομ  (Αγόρι)

Σιδηροδρομική γραμμή σε ανάχωμα στα περίχωρα μιας πόλης του Μισσισσιπή. Ένα από κείνα τα κατάλευκα πρωινά, χαρακτηριστικά αυτής της περιοχής. Ο αέρας υγρός και παγωμένος. Πίσω απ’ τις γραμμές του τραίνου ένα μεγάλο κίτρινο σπίτι που δείχνει τραγικά εγκαταλελειμμένο. Κάποια από τα επάνω παράθυρα είναι καλυμμένα με σανίδες και ένα μέρος της στέγης έχει καταρρεύσει. Το έδαφος είναι εντελώς επίπεδο. Στο βάθος αριστερά υπάρχει μια ταμπέλα που γράφει: «ΤΖΙΝ ΤΖΕΗΚ», μερικοί τηλεφωνικοί στύλοι και λίγα γυμνά δέντρα. Ο ουρανός έχει μια ιδαίτερη γαλακτόμορφη λευκότητα. Ακούγονται πότε πότε  κρωξίματα κορακιών, σαν ύφασμα που σκίζεται απότομα. Ένα κορίτσι, η Γουίλλυ, περπατά επικίνδυνα πάνω στη ράγα του τρένου ισορροπώντας με τα χέρια τεντωμένα  σε έκταση. Στο ένα χέρι κρατά σφιχτά μια μπανάνα και στο άλλο μια παλιά κούκλα με αχτένιστα ξανθά μαλλιά. Η εμφάνισή της περίεργη, αδύνατη σαν στέκα, και με ρούχα  φανταχτερά αλλά φθαρμένα. Φοράει ένα μακρύ φόρεμα από μπλε βελούδο με βρώμικο δαντελωτό γιακά και στρας. Στα πόδια της φορά παλιωμένα ασημένια παιδικά παπούτσια, στολισμένα με μεγάλες αγκράφες. Οι καρποί και τα δάχτυλά της είναι γεμάτα με αστραφτερά, ψεύτικα κοσμήματα. Έχει πασαλείψει άτσαλα με έντονο ρουζ το παιδικό πρόσωπό της και  έχει βάψει υπερβολικά τα χείλη της. Είναι περίπου δεκατριών χρόνων και παρά το μακιγιάζ της η παιδικότητα και η αθωότητα στην παρουσία της είναι εμφανής. Γελάει συχνά και δυνατά με ένα τρόπο που φανερώνει κάποια πρώιμη τραγική εγκατάλειψη.Το αγόρι, ο Τομ, λίγο μεγαλύτερος, στέκεται πάνω απ’ το ανάχωμα και την κοιτάζει. Φοράει κοτλέ παντελόνι, μπλε πουκάμισο και από πάνω πουλόβερ. Στο χέρι του κρατά έναν κόκκινο χαρταετό με παρδαλή ουρά.

ΤΟΜ: Γεια! Ποια είσαι εσύ;

ΓΟΥΙΛΛΥ: Μη μου μιλάς. Θα πέσω. (Προχωρεί σαν ζαλισμένη. Ο Τομ την κοιτάζει σιωπηλά γοητευμένος. Οι περιστροφές της Γουίλλυ γίνονται όλο και μεγαλύτερες. Μιλάει λαχανιασμένη). Κρατάς την τρελοκούκλα μου, σε παρακαλώ;

ΤΟΜ: (Σκαρφαλώνοντας στο ανάχωμα). Φερ’ τη μου.

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Δεν θέλω να μου σπάσει άμα πέσω. Δεν νομίζω ότι θα αντέξω για πολλή ώρα ακόμα. Εσύ τι λες;

ΤΟΜ: Μπα!

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Tώρα όμως πέφτω! (Ο Τομ προσπαθεί να τη βοηθήσει). Όχι, μη μ’ αγγίζεις! Δεν είναι σωστό να με βοηθάς. Πρέπει να τα καταφέρω μόνη μου. Ωχ!  Θεέ μου, χάνω την ισορροπία μου! Δεν ξέρω τι μου έφταιξε; Βλέπεις εκεί πέρα το ντεπόζιτο νερού;

ΤΟΜ: Ναι, και;

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Από κει ξεκίνησα. Είναι η μεγαλύτερη απόσταση που έχω κάνει χωρίς να πέσω. Θέλω να πω θα είναι η μεγαλύτερη απόσταση, αν καταφέρω να φτάσω μέχρι τον στύλο του τηλεφώνου. Ωχ! Πέφτω! (Χάνει εντελώς την ισορροπία της και κυλάει κάτω από τ’ ανάχωμα).

ΤΟΜ:  (Καθώς στέκεται πιο ψηλά από εκείνη). Χτύπησες;

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Έγδαρα λίγο το γόνατό μου. Ευτυχώς που δεν έβαλα τις μεταξωτές μου κάλτσες.

ΤΟΜ:  (Κατεβαίνοντας από τ’ ανάχωμα). Φτύσε πάνω του. Με το σάλιο περνάει το τσούξιμο.

ΓΟΥΙΛΛΥ: Εντάξει.

ΤΟΜ:  Αυτό, ξέρεις, είναι το φάρμακο των ζώων. Πάντα γλείφουν τις πληγές τους.

ΓΟΥΙΛΛΥ: Το ξέρω. Τη μεγαλύτερη ζημιά, νομίζω, την έπαθε το βραχιόλι μου. Του ’φυγε ένα διαμάντι. Πού να πήγε;

ΤΟΜ:  Δεν πρόκειται να το βρεις μέσα στις στάχτες.

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Δεν ξέρω.  Άστραφτε πολύ.

ΤΟΜ:  Δεν ήταν αληθινό διαμάντι.

ΓΟΥΙΛΛΥ: Πού το ξέρεις;

ΤΟΜ:  Το φαντάζομαι. Γιατί αν ήταν αληθινό δεν θα περπάταγες  πάνω στις γραμμές του τραίνου με μια σπασμένη κούκλα στο ένα χέρι και μια σάπια μπανάνα στο άλλο.

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Α, μην είσαι τόσο σίγουρος. Μπορεί να είμαι παράξενη. Δεν μπορείς να ξέρεις. Πώς σε λένε;

ΤΟΜ:  Τομ.

ΓΟΥΙΛΛΥ: Εμένα Γουίλλυ. Έχουμε κι οι δυο αγορίστικα ονόματα.

ΤΟΜ: Πώς κι έτσι;

ΓΟΥΙΛΛΥ: Περίμεναν πως θα ’μαι αγόρι, αλλά δεν  ήμουν. Είχαν ήδη ένα κορίτσι. Την Άλβα. Ήταν αδερφή μου. Εσύ γιατί δεν είσαι στο σχολείο;

ΤΟΜ:  Νόμιζα πως θα είχε αέρα, κι ήρθα να πετάξω τον αετό μου.

ΓΟΥΙΛΛΥ: Πώς και το νόμισες;

ΤΟΜ:  Επειδή ο ουρανός είναι τόσο λευκός.

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Κι αυτό είναι σημάδι;

ΤΟΜ:  Ναι.

ΓΟΥΙΛΛΥ: Κατάλαβα. Ο ουρανός μοιάζει σαν να το έχουν σκουπίσει, έτσι;

ΤΟΜ:  Ναι.

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Είναι κάτασπρος. Σαν ένα καθαρό κομμάτι χαρτί.

ΤΟΜ:  Α-χα!

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Μα δεν έχει αέρα.

ΤΟΜ:  Όχι.

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Ο αέρας είναι πολύ ψηλά για να τον νιώσουμε. Είναι ψηλά, πολύ ψηλά στη σοφίτα και ξεσκονίζει τα έπιπλα εκεί πάνω!

ΤΟΜ:  Α-χα! Εσύ γιατί δεν είσαι στο σχολείο;

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Σταμάτησα. Πρόπερσι τον χειμώνα.

ΤΟΜ:  Σε ποια  τάξη πήγαινες;

ΓΟΥΙΛΛΥ: Στην Πέμπτη.

ΤΟΜ:  Είχες τη δεσποινίδα Πρέστον δασκάλα;

ΓΟΥΙΛΛΥ: Ναι. Μου έλεγε συνήθως ότι τα χέρια μου ήταν βρώμικα, μέχρι που της εξήγησα ότι ήταν από τις στάχτες, επειδή έπεφτα συνέχεια από τις γραμμές του τραίνου.

ΤΟΜ:  Είναι πολύ αυστηρή.

ΓΟΥΙΛΛΥ: Μπα, δεν είναι! Απογοητευμένη είναι, γιατί δεν παντρεύτηκε. Η κακομοίρα, μάλλον ποτέ δεν της δόθηκε η ευκαιρία. Έτσι έμεινε να διδάσκει στην Πέμπτη για το υπόλοιπο της ζωής της. Αρχίσαμε να κάνουμε Άλγεβρα, κι εγώ δεν καταλάβαινα τι στο διάβολο είναι  αυτός ο άγνωστος x κι έτσι τα παράτησα.

ΤΟΜ:  Ναι, αλλά ποτέ δεν θα μορφωθείς περπατώντας πάνω στις γραμμές του τραίνου.

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Ούτε κι εσύ με το να πετάς ένα κόκκινο αετό. Εξάλλου…

ΤΟΜ:  Τι;

ΓΟΥΙΛΛΥ:  Αυτό που χρειάζεται ένα κορίτσι  για να τα βγάλει πέρα είναι κοινωνική μόρφωση. Αυτό το έμαθα από την αδερφή μου την Άλβα. Ήταν πολύ δημοφιλής στους σιδηροδρομικούς. […]

Τεννεσσή Ουίλλιαμς, Προς κατεδάφιση,  μτφρ.: Βάνια Σύρμου-Βεκρή, Το οκτασέλιδο του μπιλιέτου, 2021

 

Tags: