RSS

Monthly Archives: November 2021

Μαρία Καντ, καμαρίνι

.

Άλλοι σε είπαν καμαρίνι.

Εγώ, σε λέω δωμάτιο με κάτοπτρο και

δεκατέσσερις λάμπες θυέλλης.

Σκληρό κουκούτσι αυτός ο ρόλος.

Να ξεντυθώ να ησυχάσω.

Ακούγονται βήματα.

Μαρία Καντ (Καντωνίδου), καμαρίνι, από τη συλλογή stanza, εκδόσεις Gutenberg 2021

.

 

Βασίλης Λαλιώτης, Άρθρα

.

Λείπει ο θεός και κανείς

δεν μπορεί να ’ναι ο εαυτός του

Πιο αυθεντικός περνιέται ο πιο μίμος

π.χ. ο Δον Κιχώτης ένας ψωνισμένος

από διαβάσματα φτηνής λογοτεχνίας

πάνω στην τύφλα του κάθε ρομαντικού

που τον υψώνει γιατί δεν το βλέπει…

Μοντέρνο είναι αυτό που ψάχνει τάξη

και γεννάει ακατάπαυστα το χάος

κι αυτό το χάος είναι που καλεί τον ποιητή

Πάσχουμε από εγώ, μας είναι δηλητήριο

κι όλοι φωνάζουν πως μας λείπει κι άλλο.

Το εγώ του ποιητή είναι κενό αλλιώς δεν είναι

Ένα άδειο πρώτο πρόσωπο του ρήματος

του αναγνώστη κατά την αφέλειά του

και του ποιητή κατά τη λύπη της ακατανοησίας του

Μη με διαβάζετε αν δεν κάνατε τον κόπο σας

να αποσβέσετε τα βιογραφικά μου, να πείτε

όπως ο Χάιντεγκερ για τον Αριστοτέλη, γεννήθηκε

εργάζεται και θα πεθάνει, χωρίς να παραδώσει

κάτι που να μην είναι στο αμίλητο κοινόν

και στην προσπάθεια να γνωρίσετε αυτόν

να είστε θύματα που γνώρισαν τον εαυτό τους.

Βασίλης Λαλιώτης, Άρθρα, από την ποιητική συλλογή Βορειοδυτικό πέρασμα, Ενδυμίων 2020

Πίνακας: Abraham Manievich

 

Έντγαρ Άλλαν Πόε, Λίγα λόγια για τις μυστικές γραφές

.

[…] Ορισμένοι πιστεύουν πως δεν είναι καθόλου εύκολο να παραχθούν μυστικές γραφές που ανθίστανται στην αποκάλυψη των μεθόδων τους. Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως η ανθρώπινη διάνοια δεν μπορεί να δημιουργήσει γρίφους τους οποίους δεν θα μπορούσε να προσπελάσει η ανθρώπινη διάνοια. Μολαταύτα, η ευχέρεια με την οποία αποκρυπτογραφούνται τέτοιου είδους κείμενα καταδεικνύει ορισμένες αξιοσημείωτες διαφορές από διάνοια σε διάνοια. Συχνά, ενώ δύο άτομα έχουν καταφανώς την ίδια πνευματική ικανότητα στην επίλυση συνηθισμένων προβλημάτων, το ένα σαστίζει μπροστά στον πιο κοινότοπο γρίφο, σε αντίθεση με το άλλο, που δεν κομπιάζει ούτε στιγμή μπροστά στον πιο δυσνόητο. Γενικά, μπορούμε να πούμε πως σε τέτοιου είδους έρευνες, η αναλυτική ικανότητα ενεργοποιείται με εξαιρετική δριμύτητα. Γι’ αυτό η αποκρυπτογράφηση θα έπρεπε να εισαχθεί στις ακαδημίες, ως μέσο τόνωσης της υψηλότερης ανθρώπινης δύναμης. […]

Έντγαρ Άλλαν Πόε, Λίγα λόγια για τις μυστικές γραφές/ άρθρο του Πόε που δημοσιεύτηκε το 1841 [από το επίμετρο της έκδοσης]Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ο χρυσός σκαραβαίος, μτφρ.: Π. Ακριβός, επιμέλεια: Αλέξανδρος Μωραΐτης , εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 2004

Artwork: Βrand Kunkle

 

Σταύρος Σταμπόγλης, Τετάρτη βράδυ

.

ιγ’

Μαθαίνω ότι η ακινησία στηρίζεται στο τσακισμένο

γόνα ενός έρωτα. Όπου δυο γόνατα σπασμένα σημαίνει

θάνατος. Αυτός ο μπάρμαν, αντάξιος των θαμώνων του,

ακαταπαύστως φλυαρεί το πένθος.

Κατανοώ∙ μοναξιά σημαίνει αποδοχή ευθύνης

καθώς ξεδιπλώνονται οι τέσσερεις εποχές πίσω

από κατευθυνόμενες μετεωρολογίες και άλλα

φυντάνια παρηγοριάς∙  νυμφίοι δημοσίου

συμφέροντος, προμηθειών κι επιδομάτων.

Αν είχα το δικαίωμα να επιλέξω, θα προτιμούσα εξαρχής

την ερημιά,  παρά μια μήτρα σφουγγάρι τις νύχτες,

μεθυσμένη το πρωί, παραδομένη το μεσημέρι.

Ποιος ο λόγος άραγε να χάνω

τόσο χρόνο για ένα στεγνό απόγευμα;

Σταύρος Σταμπόγλης,  Τετάρτη βράδυ,από τη συλλογή 13 μπαλάντες του bar, εκδόσεις Κουκκίδα, 2021

Πίνακας: Ernst Ludwig Kirchner

 

Βασίλης Λαλιώτης, Επίσκεψη

.

Στο άνοιγμα της πόρτας ένα νεκρό πουλί

η σκόνη στο διάδρομο κράτησε τα βήματα

το πειθαρχείο άδειο μόνο μια καρέκλα

θυμάται και την ονομάζω καρέκλα των κραυγών

Όλα τα απαγορεύεται στους τοίχους το πτύειν

το βλασφημείν, το φανασκείν και αποκάτω

το φασίστες, το λευτεριά, το άι γαμήσου

με γραφές άτσαλες σε στρώματα εποχών

ένα ποντίκι στο βάθος έτρωγε χαρτί

από μια εικόνα του μεγάλου κυβερνήτη

και ψηλά σαπίζουν οι σωλήνες του νερού

κι οι τοίχοι με ωραίους πίνακες αφηρημένης τέχνης

με μόνο τους ζωγράφο τη φθορά

Απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα ο κήπος

κι ακόμα μια φορά η προσευχή κι ο ύμνος

η σημαία κουρέλι ανάμεσα σε αναγνωστικά

Εδώ αποφάσισες να γίνεις ποιητής

κι εδώ είν’ ο τόπος της απόφασής σου.

Βασίλης Λαλιώτης, Επίσκεψη, από την ποιητική συλλογή Βορειοδυτικό πέρασμα, Ενδυμίων, 2020

Πίνακας: Andrew Wyeth

 

Μαρία Καντ, αυτός ο άθλος

.

Μονόλογος νεαρού στα λευκά σε ικριώματα ή σε

άνω διάζωμα καλλιμάρμαρου ή άλλου σταδίου:

[…] Επιμένω, ωστόσο, πως στις πλάτες μου

φέρνω τον ουρανό και την έκπληξη – τίποτα

που να μην είναι δέρμα ή σπλάχνο ή κόκκαλο

και όχι, όχι τα πρέκια μιας πόρτας αμέτοχης,

ούτε στιγμούλας σαστισμένης.

Τέτοιες στιγμές ακούω τον Ηρακλή,

δεν πάει άλλο με αυτό τον άθλο, να λέει.

Φοράει λευκό T-shirt από υαλομβάμβακα

και αδημονεί να το ξεπλύνει στη θάλασσα.

Το ίδιο αδημονώ και εγώ.

Μαρία Καντ (Καντωνίδου), αυτός ο άθλος, από τη συλλογή stanza, εκδόσεις Gutenberg 2021/ φωτογραφία και κείμενο

 

Λίλα Τρουλινού, Το ίδιο χώμα – Κατεβαίνοντας τις ανηφόρες της Ιστορίας

Κοιτάζω τα λιβάδια της κόκκινης τουλίπας. Και τότε θυμάμαι. «Ρε συ, εδώ είχαμε έρθει εκδρομή με το σχολείο. Θυμάσαι;» «Ναι, ρε. Στη Δευτέρα Γυμνασίου». «Μόνο που το οροπέδιο τώρα καλλιεργείται». «Για δες κηπευτικά!» «Και λιόδεντρα!» «Και τα αυτοκίνητα εξαφανισμένα!» «Τι καλά!» «Δεν καθόμαστε κάτω από εκείνη την ελιά;»  «Μου κόπηκε η ανάσα». «Το ίδιο χώμα».

Στον ίσκιο της φουντωτής ελιάς δροσίζεται μια ηλικιωμένη γυναίκα. Μας χαιρετάει. Μας πιάνει την κουβέντα. Ο φίλος μου αναπηδάει όταν ακούει το όνομά της: Καλή Καλονατοπούλα, χήρα του μακαρίτη Αντρουλή Ασπρέα. Την κοιτάει με δέος. Η γυναίκα που θα μας βοηθήσει στο ταξίδι είναι δίπλα μας. Όπως ακριβώς μας υποσχέθηκε η γιαγιά του. Δεν άργησε να μας βρει.

Ο γιος της είναι μακριά, στο Ρέθυμνο, δουλεύει στον καινούριο φούρνο στη Μεγάλη Πόρτα, λαβοράντε, λέει με καμάρι, στου μαΐστρου Γιακουμή. Είχε μαθητεύσει δίπλα του τέσσερα χρόνια, και τώρα φτιάχνει παξιμάδια για τον ενετικό στόλο. Και κάθε τόσο τρέχει να δει τον θείο του, τον παπα-Δημήτρη τον Ασπρέα, που μένει στην Καρέα. Απλώνει τα δυο της χέρια στον ουρανό και καλεί νεκρούς και ζωντανούς. Μας λέει, ενώ ξεβοτανίζει ένα κομμάτι κηποχώραφο, πως, όταν πέθανε ο άντρας της, την έδιωξε ο αδελφός του. Κι έτσι γύρισε ξανά στον τόπο της, και είναι, όπως παλιά, στη δούλεψη της μεγαλόπρεπης εξαδέλφης του άρχοντα Ματθαίου Καλλέργη, στην έπαυλή του στον Μέρωνα, δίπλα στον λαμπρό ναό της Παναγίας, που ανήκει από παλιά στην ένδοξη οικογένεια. Στο στόμα της έχει μόνο τρία δόντια.  

Όταν αρχίσουν να στεγνώνουν τα κηποχώραφα απ’ τις βροχές, ανηφορίζουν οι χωρικοί στης Γιους τον Κάμπο για να καλλιεργήσουν. Άνοιξη καλοκαίρι, μια εποχή, σπορά και θερισμός, γονατισμένοι στο εύφορο χώμα στρέφουν το βλέμμα μ’ ευγνωμοσύνη στον ανέφελο ουρανό. Πηγαινοέρχονται με τα μουλάρια στα χωριά. Κάποιοι μένουν στον κάμπο, το βράδυ πλαγιάζουν σε πρόχειρες στρωμνές.

Οι γυναίκες κάθονται χάμω στη γη. Λύνουν τα κεφαλομάντηλα, λιγάκι να ανασάνουν, σπάζουνε τα κριθαροκούλουρα στη μέση. Τα βουτούν σε μια κούπα νερό. Γεμίζουν τις χούφτες μας με μαύρες ελιές. Καθισμένοι στον ελαιώνα, στη σκιά των αιωνόβιων δένδρων κοιτάμε τον ήλιο που δύει. Περίκλειστη από τους μαβιούς ορεινούς όγκους και τους χαμηλότερους λόφους απλώνεται η κοιλάδα του Αμαρίου με τα πολλά ρυάκια της και τα ποτάμια, τον Σμιλιανό και τον Γενιανό, που ύστερα γίνεται Λυγιώτης. Κι οι δύο συμβάλλουν στον ποταμό Πλατύ, τον αρχαίο Ηλέκτρα, Άγιο Γαλήνη τον είπε η Καλή. Πίσω από τις μενεξεδιές κορυφές του Σιδέροντα μαντεύουμε της θάλασσας την αέναη κίνηση. Το θέαμα του σούρουπου που έρχεται μας συγκλονίζει. Ο ουρανός είναι ένα λιβάδι με φλογερές τουλίπες που όσο πάει και σκοτεινιάζει.

«Πρέπει να βγήκαμε στον Μάη, αλλιώς δεν θα ’ταν ανθισμένα τα ορεινά λιβάδια», λέει ο Αγγελής και γέρνει στον ώμο μου να κοιμηθεί, κι εγώ του ψιθυρίζω:
     «Τη νύχτα, όταν δεν βλέπουμε, λέει η μάνα μου, ανάβουμε ένα φως για τον εαυτό μας… Γιατί πώς αλλιώς θα δούμε όνειρα; Περιπλανιόμαστε μέσα στη νύχτα ανάβοντας φωτιές».
   Ο Αγγελής τυλίγεται με την κάπα του και μουρμουρίζει:
   «Τότε κράτα ζωντανή τη φωτιά. Να ονειρευτούμε κι αυτό το βράδυ!»
   «Τρέμω μη δω πάλι κανέναν εφιάλτη», του λέω και κλείνω τα μάτια.

Λίλα Τρουλινού, Το ίδιο χώμα – Κατεβαίνοντας τις ανηφόρες της Ιστορίας, σ. 60-62, Περισπωμένη, 2021

Πίνακας: Stanley Spencer

 

Σταύρος Σταμπόγλης, Πέμπτη μεσάνυχτα

.

ε΄

Η νύχτα λαδώνει τις κλειδώσεις∙ οινοπνεύματα,

μουσική  διαπασών, να μην ακούγεται το τρίξιμο

της μέρας, κορμιά, έπιπλα, ημίφως, οι κοφτερές σκιές∙

γερμανικός εξπρεσιονισμός τα πίνει αντάμα με τα σωθικά

της πόλης∙ η ερημιά μέσα στο πλήθος.

Ο Λόγος των Αθηνών∙ αποχρώσεις Διονύσιου Σολωμού∙

οι ανεξίτηλες έλεγαν, ακόμα και στην παραμόρφωση,

των  εφησυχασμών ας γελάσω. Μια ποίηση δόξα

φυλακισμένη πλέον∙ ρήτορες, πανεπιστήμια,

ναοί, τόσα εντομοκτόνα.

Δεν επαρκούν οι εθνικοί ήρωες τώρα να ψυχανεμιστείς

το μέλλον των λέξεων καθώς μετασχηματίζονται  κλάδοι

άυλων αρχείων και συνωμοσίες πρωτοκόλλου.

Αρνούμαι να λιώσω στις οξειδώσεις μιας θεραπευτικής 

στέρησης∙ προτιμώ τη σβουνιά του τσιγάρου και  της

μπύρας, όπου οι πίντες μετρούν αποστάσεις εν σιγή

ασυρμάτου∙ μοιρολόι οινοπνεύματος  έδαφος

δοκιμασμένο ∙ οι συνήθεις πλημμυροπαθείς.

Η πίστη μου τώρα δα  δεν είναι αιχμηρή∙ ποικιλία

κονιάκ τη στομώνει τριάντα ευρώ οι τρεις γουλιές

θανάτου. Ο θάνατος∙ τρεις

σε μεθυσμένη θάλασσα απλωτές.

Σταύρος Σταμπόγλης, Πέμπτη μεσάνυχτα,από τη συλλογή 13 μπαλάντες του bar, εκδόσεις Κουκκίδα, 2021

Πίνακας: Elfriede Lohse-Wächtler

 

Βασίλης Λαλιώτης, Γαλάζια περίοδος

.

Καθισμένος στη λεκάνη της τουαλέτας μου

το διακοσίων ετών κατόρθωμα του νεοέλληνα

με τα τιμωρημένα βιβλία των ποιητών

στο τραπεζάκι απέναντι βλέπω

ένα ποτάμι γαλανό και περιμένω

να κατεβάσει τα κομμένα κεφάλια των εχθρών

γιατί εχθρούς δεν έχω μα με έχουνε αυτοί

που αντιστέκομαι σ’ αυτό που κιόλας

και όχι μια φορά τους σύντριψε.

Βασίλης Λαλιώτης, από τη συλλογή Γαλάζια περίοδος, Ενδυμίων 2021

Photo: Henri Cartier Bresson