RSS

Monthly Archives: April 2020

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II

Ήταν ένας ηλίθιος και ελαφρόμυαλος βιολιστής, ήξερε όμως να παίζει από μνήμης πολλές σονάτες και γνώριζε κι άλλα πολλά, ωστόσο δεν μπορούσε να μη γελάει παρ’ όλη τη θλίψη του, γιατί οι άνθρωποι στην αγωνιώδη αναζήτησή τους για το απόλυτο ήθελαν να αγαπούν αιώνια, νομίζοντας ότι έτσι η ζωή τους θα ήταν ατελείωτη, πως θα διαρκούσε για πάντα. Μπορεί να τον περιφρονούσαν, γιατί ήταν αναγκασμένος να παίζει pot-pour-ri και γρήγορες πόλκες, εκείνος όμως γνώριζε ότι τα παράφορα πλάσματα που αναζητούσαν το άφθαρτο και το απόλυτο στα εγκόσμια, έβρισκαν μόνο σύμβολα και υποκατάστατα γι’ αυτό που αναζητούσαν, χωρίς να είναι σε θέση να το κατονομάσουν, γιατί έβλεπαν τον θάνατο των άλλων χωρίς να μετανοούν και να θλίβονται, τόσο διακατέχονταν από την ιδέα του δικού τους θανάτου: κυνηγούσαν τις κατακτήσεις για να κατακτηθούν από αυτές, γιατί ήλπιζαν ότι το σταθερό και το αμετάβλητο θα τους αναλάμβανε και τους προστάτευε και μισούσαν τη γυναίκα που είχαν διαλέξει, όντας τυφλοί ναι, τη μισούσαν, γιατί ήταν ένα απλό σύμβολο, έπρεπε να το καταστρέψουν πλημμυρισμένοι από θυμό, όταν ανακάλυπταν ότι εξακολουθούσαν να είναι έρμαια του φόβου του θανάτου. Ο βιολιστής Άλφονς συμπονούσε τις γυναίκες, γιατί, έστω κι αν δεν ζητούσαν τίποτα καλύτερο, δεν διακατέχονταν τόσο από αυτό το ηλίθιο καταστρεπτικό πάθος της κατάκτησης, δεν ένιωθαν να τις κυνηγάει τόσο ο φόβος, εκστασιάζονταν περισσότερο όταν άκουγαν μουσική και είχαν μια πιο ενδόμυχη και οικεία σχέση με τον θάνατο: σ’ αυτό οι γυναίκες έμοιαζαν με τους μουσικούς και, παρόλο που ο ίδιος δεν ήταν παρά ένας χοντρός ομοφυλόφιλος μουσικός, ωστόσο ένιωθε να συγγενεύει μαζί τους και έπρεπε να παραδεχτεί ότι διαισθανόταν λίγο πως ο θάνατος ήταν κάτι μελαγχολικό και όμορφο, κι αυτό γιατί γνώριζε ότι δεν έκλαιγαν επειδή τους είχαν αποσπάσει κάποια κατάκτηση, αλλά γιατί αυτό που άγγιζαν και έβλεπαν ήταν κάτι όμορφο και τρυφερό.

Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες II,  1903, Eς ή η αναρχία, μτφρ.  Κώστας Κουντούρης, σελ. 231, Εκδόσεις Μέδουσα, 2006.

Πίνακας: Odilon Redon

 

 

Μαρία Βαχλιώτη, Συντεταγμένες

.

Είμαι η διερμηνέας τους

τους μεταφράζω από αγγλικά
σε αγγλικά

χάνονται κάποιες λεπτομέρειες
αλλά συνεννοούμαστε
σε κλίμα αμοιβαίας ευγνωμοσύνης

αν δεν υπήρχα
δε θα είχανε συναντηθεί

αν δεν υπήρχαν
θα πέθαινα
αγνοώντας
τις διαβαθμίσεις της λευκότητας

(καθότι η Έμιλυ
έχει εμμονή
με τα λευκά φορέματα
η Ανν με τους λευκούς γάμους)

κι αυτά νομίζω είναι αρκετά
για να γνωρίσουμε
μια ήπειρο
που άγγιξε το όνειρο

με την αμέριστη βοήθεια
του μαύρου.

Μαρία Βαχλιώτη, Συντεταγμένες από την ποιητική συλλογή Εμφύλιος, εκδόσεις Μελάνι, 2019

Artwork: Natalia Drepina

.

 

Κατερίνα Λιάτζουρα, Βούνοι

.

 

Ριγωτά μαξιλάρια στήριξαν κεφάλια να συνομιλήσουν. Κατηφορικά ποτάμια επέτρεψαν κορμιά να αγγιχτούν. Και εγώ περπάτησα σε άσπρο μονοπάτι ποτίζοντας τα δεδομένα με κοπριά και νερό. Χέρια απαγκιστρωθήκανε από λεβιέδες δυο ταχυτήτων και ενωθήκανε. Νιφάδες ζαλιστικές με στροβίλισαν απλόχερα στον χορό της προσμονής. Ωραία διαδρομή. Επιστροφή. Γαλήνη. Σε κωλάδικο στάθμευσα απρόσμενα, να ταράξω προσωρινά την ισορροπία και να ακολουθήσω άλλη πορεία. Πορεία προς το σπίτι. Και εκεί κούπα κίτρινη μου χαμογέλασε και μου έκλεισε το μάτι. Και όταν ξύπνησα από λήθαργο στιγμής μύρισα σαπούνι και θαλπωρή και ένιωσα έτοιμη να στρώσω μαζί σου κρεβάτι λευκό καταγής, εξορκίζοντας φαντάσματα. Το τυπικό του Ομήρου με φιλοξένησε και με έρανε με της κάθαρσης το νερό. Ευλογία. Και ήρθα. Και ήρθα με καθαρό κορμί να αγαπήσω την ψυχή. Και ήρθα με υγρά μαλλιά να δροσίσω τη λαχτάρα. Και ήρθα. Μα σφαλίζοντας μάτια ερινύες χλευάσανε πως πήγα ξένη αγάπη να καρπωθώ. Και παίρνοντας τις αλυσίδες που μου δώρισες μες τη βαθιά σου έγνοια μην τιμωρηθώ και εγώ σαν άλλη μια Προμηθέας, ανηφόρισα και πάλι σε δρόμους γλιστερούς και απροσδιόριστους του μυαλού. Μόνο αφότου χάραξε το φως, μού θύμισε τη ζεστασιά του κορμιού και η θύμησή του ή η νοσταλγία με αποκοίμισαν στην αγκαλιά σου ήρεμη πια. Νοητά. Γαληνεμένη.

Κατερίνα Λιάτζουρα, Βούνοι, από τη συλλογή Κρεμμυδαποθήκη, Εκδόσεις Βακχικόν, 2020

Πίνακας: Henri Matisse

 

Ασημίνα Λαμπράκου, Solidago

.

Είσαι η άλλη γυναίκα, Ελοΐζ, η φορεμένη στον καθρέφτη
ένα σπασμένο βότσαλο στην άκρη του βλεφάρου
Φοράς τη σκοτεινή ύλη των μητέρων και
στα δάχτυλα έχεις φωνές πνιγμένων γατιών
Σκοτεινή γυναίκα μητέρα φορεμένη στο γυαλί
Σ’ αγαπώ.
Θα σε κάνω ύλη από αλμύρα και νερό
Σάρκα από ηλίανθο και φλέμα.
Κι έπειτα
οι γιοι θα κληθούν των ανθρώπων να πιουν κόκκινο
από τα μάτια
Σαρκοβόρα μάτια. Μάτια αλόγου και χταποδιού
Μάτια μέδουσας στις σκοτεινές του ωκεανού σπηλιές.
Μήδεια.
Κανείς δε θα καταλάβει τίποτα.
Κα νείς δε θα κα τα λά βει τί πο τα.
Η Μήδεια αγαπούσε τα παιδιά της.
Η Μήδεια είναι εγώ. Η χοντρή γυναίκα.
Η έχθρισσα της σελήνης.
Φορώ τα παιδιά μου σε νερένιες πτυχές του χιτώνα μου.
Τους νεκρούς μου άντρες σέρνω
ψάρια έξω από τον πάγο.
Η βασιλεύουσα του πρωινού γυναίκα.
Ένα βυθισμένο «κάποτε»
στο λαιμό νεαρού πουλαριού με δέρμα Φοινίκης
κι οξύ από φίδι στο σάλιο.
Δάχτυλα από φύκια και νύχια από θάλασσα κι έβενο.
Στέρξη από απουσία και δέκα σκοτεινές
σπηλιές από θάνατο στην καρδιά.
Τραγούδι και σκιά του Ευρώτα.

Ασημίνα Λαμπράκου, από την ποιητική συλλογή Solidago

Πίνακας: Felix Vallotton

 

Χριστόφορος Λιοντάκης, Η καταγωγή του καπνιστή

.

Σφαδάζει εντός μου
ένας πρόγονος σφαγμένος.
Μεγάλωσα μαζί του μυστικά
καπνιστής παθητικός
ρωτούσα πού το βρήκε το μαχαίρι
και πνιγόμουν στον καπνό.
Το σπίτι μύριζε καμένο λάδι
και σκοτάδι
ο πατέρας πάντα δύσκολα να αναπνέει
και η μητέρα φανταστείτε μια Ηλέκτρα δίχως αδελφό.
Ένα ερείπιο έσταζε σκόνη
κι εγώ μέσα στα άχυρα έψαχνα
αίμα έψαχνα να βρω·
καπνιστής πραγματικός
ρωτούσα πάλι
πού το βρήκε το μαχαίρι.
Εκείνοι λέγανε
να κόψεις τον καπνό.

Χριστόφορος Λιοντάκης, Η καταγωγή του καπνιστή, από τη συλλογή Ο Μινώταυρος μετακομίζει (To χάσμα), Ποιήματα 1982-2010, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015

Φωτό: Paul Wolff

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Culture Book

Culture book 16.4.2020

Έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά η θέση του ποιητή στην κοινωνία;

Τα χαρακτηριστικά και οι θέσεις συνάδουν με την κοινωνική επιρροή που μπορεί να ασκήσει ο οποιοσδήποτε, δηλαδή με την επιτυχή λειτουργία της σχέσης πομπού-δέκτη. Βρισκόμαστε στην εποχή των ΜΜΕ, της κάκιστης κυρίως δημοσιογραφίας, των λαϊκίστικων προσεγγίσεων και των fake news, των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, της θεοποίησης του χρήματος και της απαξίωσης της ανθρώπινης υπόστασης. Είναι εμφανές ότι τα ώτα και τα βλέμματα είναι στραμμένα προς αυτές τις κατευθύνσεις και, μάλιστα, χειραγωγούμενα με επιτυχία. Μας αρέσει λοιπόν δεν μας αρέσει, ο κοινωνικός ιστός στο σύνολό του δεν αναμένει τη «φωνή» του ποιητή ή εν γένει του λογοτέχνη ως μια δεύτερη ή εναλλακτική άποψη, όπως συνέβη στο παρελθόν σε διαφορετικές στιγμές της πολιτισμικής εξέλιξης. Και οι ελάχιστοι που την αναμένουν για να συνομιλήσουν, να συνδιαλλαγούν, να συσκεφτούν με τον «άλλον» το κάνουν ατομικά. Διαβάζοντας. Αυτό είναι το ένα σκέλος, που αφορά τον αντίκτυπο που παρατηρείται να έχει η λογοτεχνία σήμερα. Από την άλλη όμως ως πρόσωπο ο ποιητής/λογοτέχνης (πέρα από την όποια κοινωνική απόκριση ή ανταπόκριση) οφείλει να στέκει πάνω από παραμορφωτικoύς καθρέφτες, στερεότυπα ή ιδεοληψίες, αγκυλώσεις, ναρκισσισμούς, εγωτισμούς, ανταγωνισμούς κ.λπ. και, διά μέσου της ευαισθησίας και της καλλιέργειάς του, να επικοινωνεί στο έργο του τους προβληματισμούς του, έχοντας πάντα στο κέντρο της προβληματικής του ένα όραμα εφικτό (και όχι φαντασιόπληκτο ή ανέφικτο, καθότι ουτοπικό) που θα υπηρετεί τον άνθρωπο. Και ασφαλώς υπάρχουν κάθε φορά πολλοί και διαφορετικοί αισθητικοί τρόποι για να το επιτύχει.

Σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή του κορωνοϊού, έχει ιδιαίτερο ρόλο η ποίηση;

Ιδιαίτερο ρόλο αυτήν τη στιγμή έχει η επιστήμη και οι άνθρωποι που την υπηρετούν. Ιδιαίτερο ρόλο έχουν οι άνθρωποι που με κίνδυνο να μολυνθούν εξακολουθούν να εργάζονται για να μας διασφαλίσουν τα απαραίτητα. Εκεί οφείλει να κάνει μια τεράστια υπόκλιση έκαστος ημών, υπακούοντας στις εντολές των ειδικών και εκφράζοντας θερμές ευχαριστίες σε όλους τους εργαζομένους, ξεκινώντας από την καθαρίστρια στα νοσοκομεία, τον μπακάλη της γειτονιάς και την ταμία του σούπερ μάρκετ. Αυτοί μάχονται τώρα! Πέραν τούτων ωστόσο που συνιστούν την πραγματικότητα της κρίσης των ημερών μας –όσον αφορά το εάν αύριο θα είμαστε ή όχι ζωντανοί ως βιολογικοί οργανισμοί–, είναι εκ των ων ουκ άνευ πως κάθε δημιουργία συνιστά σύμμαχο και παραμυθία στον «εγκλεισμό μας», πραγματικό ή μεταφορικό, για όσους βεβαίως έχουν επιλέξει να ζουν προς αυτή την κατεύθυνση που προτείνει ο πολιτισμός. Δεν πρόκειται όμως για έναν «ιδιαίτερο ρόλο» σε αυτήν τη χρονική στιγμή, πρόκειται για τον κύριο ρόλο που πάντα επιτελούσε η λογοτεχνία, η οποία έχει ήδη απαντήσει με σαφήνεια και στο ερώτημά σας διά στόματος ενός μεγάλου συγγραφέα:

Bέβαια, καμιά φορά θαυμάζει κανείς περισσότερο αυτό που δεν μπορεί να κάμει. Δεν ξέρω αν θα ήμουν ικανός να κάμω το ένα εκατοστό οποιασδήποτε από τις πράξεις του Εξυπερύ. Βέβαια, αυτή είναι η μεγάλη πράξη. Εννοούσα όμως ότι ακόμα κι ένας μικρός αρχηγός πυροσβεστών… Αντίθετα εγώ… τι είμαι εγώ; Ένα είδος μοναχικού θεατή, ένας άχρηστος. Ούτε και ξέρω αν θα καταφέρω ποτέ μου να γράψω ένα μυθιστόρημα ή ένα δράμα. Κι αν το έγραφα… δεν ξέρω αν αυτό μπορεί να συγκριθεί με κείνον που αποτελεί μέρος μιας στρατιωτικής φρουράς και που φυλάει με το όπλο του τη ζωή και τον ύπνο των συντρόφων του… Δεν έχει σημασία το ότι ο πόλεμος είναι έργο ξεδιάντροπων ανθρώπων που λυμαίνονται τα οικονομικά ή το πετρέλαιο: εκείνη η φρουρά, εκείνος ο ύπνος που μας εξασφαλίζει ο σκοπός με το όπλο του, εκείνη η πίστη των συντρόφων μας σε μας ήταν και θα είναι πάντα οι απόλυτες αξίες.

Ο Μαρτίν τον κοίταζε με θαυμασμό. Και ο Μπρούνο έλεγε μέσα του: «Μα δεν είναι αλήθεια πως όλοι μας κατά βάθος βρισκόμαστε σε κατάσταση πολέμου; Δεν ανήκω κι εγώ σε μια μικρή φρουρά; Kαι δεν είναι ο Μαρτίν, κατά κάποιον τρόπο, κάποιος που φυλάω το όνειρό του, που προσπαθώ να απαλύνω τις αγωνίες του και που συντηρώ τις ελπίδες του σαν μια μικρή φλόγα στο μέσο μιας μανιασμένης θύελλας;»

Αμέσως όμως ένιωσε ντροπή. Κι είπε τότε κάποιο αστείο.

(Ερνέστο Σάμπατο, Περί ηρώων και τάφων, σελ. 237, μτφρ.: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, Εξάντας 1986).

* Η Ιφιγένεια Σιαφάκα είναι συγγραφέας. Γράφει δοκίμιο, κριτική βιβλίου, ποίηση, πεζογραφία. Τελευταίο της βιβλίο Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν, Ποίηση σε πέντε πράξεις και αυλαία, Σμίλη 2019.

 

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Κοιλάδες του φόβου

Πολύ μετά τον χαμό του, εκείνη την παγωμένη νύχτα του Δεκεμβρίου, η Ειρήνη θυμήθηκε την κουβέντα τους  που, όταν έγινε, δεν την πήρε στα σοβαρά. Τότε, άρχισε να διαβάζει δικές της σημειώσεις και ημερολόγια κι έφτιαχνε με τον νου της την ίντριγκα της ιστορίας που άρχιζε με τις εκρήξεις βομβών σε πλατείες των πλανητικών μεγαπόλεων, προχωρούσε με την εναλλαγή ερειπίων, ονείρων, τυχαίων και αναπάντεχων συναντήσεων και έφτανε εκεί απ’ όπου είχε αρχίσει, στον χαμό των παιδιών της, της μικρής Περσεφόνης, της Ρεξά, του Σαμίρ και του Στέφανου. Ο εκδότης, ο μεταφραστής κι επιμελητής, ο μηχανολόγος, η νεαρή γυναίκα που επέζησε με τις αγγαρείες, ο δικαστής, ο ποιητής,ο εξόριστος κι ο μετανάστης, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, «πρώην» όλοι τους, κάλυπταν λίγο-πολύ το φάσμα της χρεωκοπίας της ύπαρξης. Η αποτυχία τους, όμως, έβγαζε μια λάμψη που διαπερνούσε τον πέπλο του ζόφου, και η τρύπα που άνοιγε θαρρείς με το θάμπος της μαρτυρούσε πως δεν θ’ αργούσε να διαλυθεί…

           Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Κοιλάδες του φόβου, μυθιστόρημα, σ. 364-65, εκδόσεις Εκκρεμές, 2019.

Πίνακας: Émile Bernard