RSS

Daily Archives: 23/04/2020

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Κοιλάδες του φόβου

Πολύ μετά τον χαμό του, εκείνη την παγωμένη νύχτα του Δεκεμβρίου, η Ειρήνη θυμήθηκε την κουβέντα τους  που, όταν έγινε, δεν την πήρε στα σοβαρά. Τότε, άρχισε να διαβάζει δικές της σημειώσεις και ημερολόγια κι έφτιαχνε με τον νου της την ίντριγκα της ιστορίας που άρχιζε με τις εκρήξεις βομβών σε πλατείες των πλανητικών μεγαπόλεων, προχωρούσε με την εναλλαγή ερειπίων, ονείρων, τυχαίων και αναπάντεχων συναντήσεων και έφτανε εκεί απ’ όπου είχε αρχίσει, στον χαμό των παιδιών της, της μικρής Περσεφόνης, της Ρεξά, του Σαμίρ και του Στέφανου. Ο εκδότης, ο μεταφραστής κι επιμελητής, ο μηχανολόγος, η νεαρή γυναίκα που επέζησε με τις αγγαρείες, ο δικαστής, ο ποιητής,ο εξόριστος κι ο μετανάστης, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, «πρώην» όλοι τους, κάλυπταν λίγο-πολύ το φάσμα της χρεωκοπίας της ύπαρξης. Η αποτυχία τους, όμως, έβγαζε μια λάμψη που διαπερνούσε τον πέπλο του ζόφου, και η τρύπα που άνοιγε θαρρείς με το θάμπος της μαρτυρούσε πως δεν θ’ αργούσε να διαλυθεί…

           Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Κοιλάδες του φόβου, μυθιστόρημα, σ. 364-65, εκδόσεις Εκκρεμές, 2019.

Πίνακας: Émile Bernard

 

Στέλλα Δούμου, Εκατό χιλιάδες λέξεις μακριά

.

Στην αίθουσα με τις μεγάλες αποστάσεις κατανόησης
Κάτω ακριβώς από τις κυλιόμενες σκάλες
Που οδηγούσαν στα οκλαδόν σημεία των εικόνων
–οι λαμπτήρες καταύγαζαν τον αιθέρα χωρίς παρεξηγήσεις
και όλα διατηρούνταν καρφωμένα σε κατάσταση προοπτικής–
Εκεί ακριβώς
Οι ανοιχτοχέρηδες της κυριολεξίας
Ονειρεύονταν συχνά το ρήμα φαντάζομαι
Να σκάζει σαν άστρο μέσα απ’ τα βλέφαρά τους
Και κάποτε συνέβη να σπάσει ο κώδωνας των περίκλειστων ματιών
Και να βρεθούν σύψυχοι μ’ ένα μπαστούνι στο χέρι
Να αναμοχλεύουν το υγρό χώμα των λέξεων μην τυχόν πήξει
Και ξαναγίνε η φρουτιέρα
Φρουτιέρα
Κι όχι ένας Κήπος που στίλβει φωτόνια
Έτοιμα να τα καταπιείς ολόγιομα και να κελαηδήσεις.

Στέλλα Δούμου, Εκατό χιλιάδες μακριά, από τη συλλογή το Άλογο που έγραφε, εκδόσεις Σμίλη, 2020

Artwork: Ronny Engelmann

 

 

Ασημίνα Λαμπράκου, Solidago

.

Είμαι από υλικό εύκολο να χλευαστεί
από τον άντρα κι από σένα, ξέρω
μα το βλέμμα είχε από ώρα φανεί, Νεφέλη,
να ικετεύει την επιθυμία στο ανέφικτο
και να εγκαταλείπει προς την προσποίηση
ζεστά αφήνει τα σεντόνια
ταξίδι σε όνειρο που δεν πιάνεται·
εδαφόβιο πουλί
αναχωρεί κι απομακρύνεται
στον κόσμο τον αποίητο τον μέτοικο
εκεί που συναντιόμαστε οι δυο
η αχλεύαστη και της κοροϊδίας
δυο ξεγελασμένες από αδυναμία αγάπης
μα πιο πολύ τρυφεράδας που δεν δοκιμάστηκε
πρώτα σε μάνας χάδι κι αγκαλιά στοργική

τόσο αίμα χλοϊσμένο κι η φύτρα άσκαστη

Πίνακας: Egon Schiele

 

Kλεοπάτρα Λυμπέρη, Allegro staccato

.

Oι ποιητές προτιμούν την αταξία και την τρέλα
(και τις ραπτομηχανές δίπλα σε μια ομπρέλα).
Αλλά ποιος νοιάζεται για θεωρίες
όταν ξοδεύει τον χρόνο του με κυρίες
της Αβινιόν;

(H φιλοσοφία ορίζει τέσσερις διαστάσεις και μια ακόμα
που αναφέρεται στις διαστάσεις
– πέντε σημεία των ορυζώνων).

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Allegro staccato (Περί ύλης αντιλογία) από το Το μηδέν σε φωλιά, σελ. 50, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2018

Artwork: Lydia Lys Selimalhigazi

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Συνέντευξη στον 9.84 με τον Δημήτρη Φύσσα

Για να ακούσετε, πατήστε εδώ. Μετά την πρώτη ώρα της εκπομπής

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Συνέντευξη στον 9,84 με τον Δημήτρη Φύσσα

29.06.2019

Τα λόγια της αγάπης

 

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Κοιλάδες του φόβου

Ο παραλίγο ραβίνος Μαντελστάμ, δραπέτης του πατρογονικού του σπιτιού ήδη από την εφηβεία, γύρευε τα ίχνη της ακμής που εκπροσωπούσαν τα ελληνικά στη δική του γλώσσα, τα ρωσικά, και τα έβρισκε στις ρίζες ή στις άκρες των επεισοδίων  της νουβέλας του Το αιγυπτιακό γραμματόσημο, έτσι όπως εκτυλισσόταν στους δρόμους της Πετρούπολης, όπου το μέλλον κονταροχτυπιόταν χωρίς αποτέλεσμα με το νεκρό πλην ανελέητο παρελθόν. Κι όσο έβρισκε τα ίχνη της τόσο  σιγουρευόταν πως την ακμή που προσδοκούσε,  ως να ήταν ανάσταση των νεκρών,  η Δύση την εξαφάνισε με τα έργα της. Γιατί ήταν ηλίου φαεινότερον, αντί να χτίζει  το κενό, υπνωτίζοντας τον χώρο, όπως έλεγε ο Όσιπ Εμίλιεβιτς, η Δύση προτίμησε να ορκίζεται στο όνομά του, υψώνοντας το μηδέν σε κατεξοχήν  σύμβολο τηςλατρείας της. Το 1 που έβαλε τάχα να το αντιπαλεύει, ξεγελούσε ευχάριστα.  Δεν ήταν το παν ούτε το εόν ή το εν, αλλά μια απλή μονάδα που αρκέστηκε  να αθροίζει, να αφαιρεί, να πολλαπλασιάζει ή να διαιρεί ώς το άπειρο σαν να ’ταν η μονέδα που μάζευε, έχανε, άρπαζε,πολλαπλασίαζε, αρνούνταν να μοιράσει κ.ο.κ. Τον Μάρτιο του 1918, τα γερμανικά ζέπελιν που υπερίπτανται πάνω από την Πετρούπολη ανοίγουν τον δρόμο  για να πεισθεί η πόλη να μιμηθεί τον Νέρωνα κι όχι τον Σόλωνα, ώσπου τα πρόσωπα μες στο πλήθος χάσουν τη σημασία τους, κι αυτιά και σβέρκοι γίνουν οι μόνες οντότητες που ξεχωρίζουν. Ο νεκρός Πούσκιν ξαναζωντανεύει για να θρηνήσει τη θηριωδία που σαν κεντρομόλος δύναμη μαζεύει κι εξακοντίζει όλη τη φόρα της για να εκτρέψει την επανάσταση. Με τα αναίσχυντα  σημάδια της παρακμής να τον καταδιώκουν, ο Όσιπ εγκαταλείπει  το Πέτρογκραντ της παιδικής ηλικίας του,ζητώντας καταφύγιο στον Νότο.Για να μη στερέψει οριστικά η ελπίδα ότι θα πάρει τέλος η παρακμή, μπλέκει, συνέχεια, το πραγματικό με το όνειρο σαν να ποτίζει με αυτό τις ερημωμένες εκτάσεις για να δεχθούν τον  σπόρο που, δεν μπορεί, θα φυτρώσει ξανά.

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Κοιλάδες του φόβου, μυθιστόρημα, σ. 132-133, εκδόσεις Εκκρεμές, 2019.