RSS

Monthly Archives: March 2020

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πίστη και περηφάνια

Ο μικρός διάβολος που κρύβει κάθε άνθρωπος μέσα του εξαϋλώνεται από τον πόθο. Άλλες γλυκές εντάσεις εμφανίζονται, μόλις τον αγγίξει η γοητεία της χημείας. Κάνει τα άστρα να φεγγοβολούν, ακόμα κι αν είναι άφαντα. Η παγίδα της φύσης είναι καλά στημένη, αδιαφορώντας για τις χαρές και τις λύπες. Με αστείρευτη δύναμη φέρνει γλυκούς πόνους στην καρδιά και στο κορμί. Αφοπλίζει την ψυχή, που είναι εξαντλημένη απ’ τη μονοτονία της καθημερινότητας, και λιώνει τον πόνο όπως ο ήλιος το χιόνι. Τα όρια πλέον υπάρχουν για να ξεπερνιούνται και η τάξη των πραγμάτων ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανατραπεί. Η κόλαση και ο παράδεισος σμίγουν στο άγγιγμα του έρωτα όσο πουθενά αλλού. Πόσο όμορφα επηρεάζεται η ζωή από κάποια λόγια που λέγονται μία και μοναδική φορά. Πόσο ευεργετική είναι η στιγμή που τα νοήματα φωλιάζουν στις μνήμες και τα σώματα κείτονται έξω από το έργο του κακού. Ακόμη και χωρίς την τρυφερή μοναξιά του παραδείσου βρίσκουν τη διέξοδο προς τη λύτρωση.

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πίστη και περηφάνια, μυθιστόρημα, Εκδόσεις 24 γράμματα, Αθήνα 2020

Πίνακας: George Inesse

 

Στέλλα Δούμου, Καρδιές αλόγων

.

Κι εκεί που η νύχτα αρέσκεται στη σωστή ώρα
–σ’ εκείνη δηλαδή που χώνει στα σχήματα το δόντι της–
Φυτρώνει στον τοίχο ένα χερούλι
Και τότε η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς
Περνούν ζωηρά ασθενοφόρα
Μαζεύουν αυτούς με τα κάρβουνα στα χέρια
Και τα ληγμένα κόκαλα
Τρένα ψυχρόαιμα δειπνούν ομίχλες
Κι ένα χιόνι άνευρο κυοφορεί μαύρους νάρκισσους
Εκεί και τότε είναι η στιγμή
Που λύνονται όλες μου οι απορίες
Ένα παιδί, σας λέω, με μάτια ιστορίας
Κάθεται οκλαδόν επάνω στο κεφάλι μου
Με διαβάζει ανυπεράσπιστη
Μου σπάει το σαγόνι από έρωτα
Έχοντας με τέχνη επινοήσει
Σε κάθε φράση σε κάθε ανάσα
Καρδιές αλόγων να βροντούν
Κι ευάλωτα λευκά μεσονυχτίου.

Στέλλα Δούμου, Καρδιές αλόγων, από τη συλλογή Το άλογο που έγραφε, εκδόσεις Σμίλη, 2020

Πίνακας: Philip Evergood

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν, μτφρ. στα γερμανικά Κατερίνα Λιάτζουρα

Ποιείν 04.02.2020

ΦΛΑΜΠΟΥΡΟ

Στην κορφή του γκρεμού
το χάος δαμάσαμε στη γλώσσα
γοερά μωρά χωρίς τροφό
μ’ έκθετα δάχτυλα
τρατάραμε στο σώμα τους ιλίγγους
&nbsp

Μια νύχτα ο ορειβάτης δράκοντας
μας κάρφωσε φλάμπουρο στο όρος
Τη γλώσσα γυρίσαμε κουβέρτα
Κι έκτοτε κυματίζουμε βουβοί

BANNER
Auf dem Gipfel des Abgrundes
bändigten wir das Chaos auf der Zunge
klagende Kleinkinder ohne Amme
mit ausgesetzten Fingern
haben dem Körper Schwindelgefühle angeboten.

In einer Nacht stach uns der Bergsteiger Drach
als Banner aufs Gebirge
Die Zunge wendeten wir als Decke
Und seither flattern wir verstummt

*****

ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ

Μας περιμένουν ώρες οι νεκροί στα ξύλινα κρεβάτια
με το χαμόγελο του λύκου Τη δαντέλα της φωτιάς
Απέριττοι Αυτάρκεις στη ζέση του εσχάτου ασπασμού
Την προδοσία σαν άχνη ξεφυσούν απ’ τα ρουθούνια

Λάζαροι πλαστικοί μ’ ένα κουμπί στα χείλη αιωρούνται
ραμμένο νήμα σ’ αυταπάτες Ξηλώσανε οι λέξεις

Άδικα οι προδότες δεν αναστήθηκαν στη γη

DER KNOPF

Stundenlang warten die Toten in ihren hölzernen Betten
mit dem Lächeln des Wolfes Die gehäkelte Spitze des Feuers
Schlicht Autarkisch im Eifer des letzten Kusses
Schnaufen den Verrat wie Puderzucker aus den Nasenlöchern

Lazaris aus Plastik schweben mit einem Knopf auf dem Mund
wie genähter Faden in Illusionen Die Wörter haben sich aufgetrennt

Vergeblich sind die Verräter auf Erde nicht auferstanden

`******

ΜΟΝΟΣΑΝΔΑΛΟΣ

Ο θόρυβος μίας μικρής πυγολαμπίδας
το σώμα στην αποσύνθεση αναδεύει
Από έλλειψη πίστης στην απώλεια
ίσως από υπερβολική ελπίδα
στην επιστροφή του απωθημένου
την κάσα κουβαλάει μονοσάνδαλος
Εκλιπαρεί για το άλλο του σανδάλι
Να βρει γυαλιά, καθρέφτες και νυστέρια
π’ αστράφτουνε μονάχα σκάβει

Πως ακονίζουνε τις γάγγραινες θυμάται

MONOSANDAL

Der Lärm eines kleinen Glühwürmchens
wälzt den Körper in den Verfall
Vom Unglauben zum Verlust
vielleicht aus übertreibender Hoffnung
bei der Rückkehr des Verdrängten
schleppt den Sarg jemand mit einer Sandal
Bittet flehend um seine andere
findet Glastrümmer, Spiegel und Skalpellen
grabt nur die Glitzernden aus

Erinnert sich wie man Gangränen schleift

*****

ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ ΜΕ ΠΑΠΙΓΙΟΝ

Αόρατος στο μπαλκόνι αιωρείται ο φραμπαλάς της δεσποινίδος Φαίδρας Με καμουτσίκι δαμάζει την κυκλοφορία αόρατη κι αυτή Ένας αέρας κρεμάει τα πύρινα μαλλιά της στο σύρμα της βεράντας Στο πρώτο φανάρι αριστερά καλπάζει πλέον φαλακρή, χωρίς κανένα δισταγμό, επάνω στο μηρό μιας τσουκνίδας Ακούει, αλλά δεν βλέπει τη μητέρα να σέρνει μια κουρελού, μια επανάσταση, μια κουτάλα, σιρόπι από μανταρίνι και μια λέξη εντελώς συρρικνωμένη, που κάνει τη δεσποινίδα Φαίδρα να μυρίζει λευκό νεκροτομείο, αλλά να σκέφτεται τη λέξη «κήπος». Πίσω από τους λόφους ο ήλιος χτυπάει γκέμια και χρεμετίζει πορτοκαλένιο το τοπίο Στον κήπο με τις κολοκύθες η δεσποινίς Φαίδρα έκανε πάντα προσευχή Γλιστράνε τότε μεσ’ απ’ τα πόδια της ένας ποντικός, ένα σπουργίτι, ένα καρύδι, αίμα, κι ένα πλαστικό μάτι με κόρη από κιμωλία ζωγραφίζει στον δρόμο αυτοκίνητα Αντιλαμβάνεται πως στέκει μόνη στη βεράντα Ένας εκατονταετής λυγμός χύνεται απ’ το πλυσταριό υπό μορφή κορδέλας κι εύσαρκος πλέον καταλήγει στις ρόδες μιας μοτοσυκλέτας

Η δεσποινίς Φαίδρα είναι αυτόχειρ
χειρουργός της ανοχής της
Φρέσκο συμβάν συμβαίνει
η ίδια εκτός της ίδιας σε θέση πιρουέτας

Κι ο χρόνος κληρονομιά μυστηρίου αυτεπάγγελτου-
Ένας σκαντζόχοιρος με παπιγιόν κάτω από τις πατούσες

`
EIN IGEL MIT FLIEGE

Unsichtbar schwebt auf dem Balkon Fräulein Phädras Falbel Mit einer Peitsche zähmt sie den Verkehr unsichtbar auch sie Ein Windhauch hängt ihre feurigen Haare auf den Verandadraht An der ersten Ampel links galoppiert sie nunmehr kahlköpfig, ohne ein Zögern, auf dem Oberschenkel einer Brennnessel Hört, aber sieht die Mutter nicht den Flickenteppich schleppen, einen Aufstand, einen Kochlöffel, Sirup aus Mandarine und ein Wort völlig verschrumpft, das Fräulein Phädra verursacht nach weißer Anatomie zu riechen, aber auch an das Wort «Garten» zu denken. Hinter den Hügeln schlägt die Sonne Zügel und wiehert orangenhaft die Landschaft Im Garten mit den Kürbissen vollzog Fräulein Phädra immer ein Gebet Rutschen dann zwischen ihren Beinen eine Maus, ein Spatz, eine Walnuss, Blut, und ein Plastikauge mit Pupille aus Kreide malt auf der Straße Autos Sie nimmt wahr dass sie alleine auf der Veranda steht Ein hundertjähriger Schluchzer vergießt sich aus der Waschküche in Form eines Stoffbandes und endet mittlerweile beleibt unter den Rädern eines Motorrades

Fräulein Phädra ist Selbstmörderin
Chirurgin ihrer Toleranz
Frisches Ereignis geschieht
sie selbst ohne ihr Selbst in Position Pirouette

Und die Zeit Erbschaft eines alleinhandelnden Geheimnisses –
Ein Igel mit Fliege unter den Fußsohlen

**********************************************************************

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει ασχοληθεί με το θέατρο και τη γραφιστική. Από τις εκδόσεις «Γρηγόρη» κυκλοφορούν βιβλία απευθυνόμενα σε σπουδαστές και εκπαιδευτικούς. Έχει εκδώσει επίσης: Μια ματιά στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία (Γρηγόρης, 2000, δοκίμια), Το τραγούδι του λύγκα (Γρηγόρης, 2011, μυθιστόρημα), Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, αφηΓηματα αναΔρομων πΛεξεων (ΑrsPoetica, 2013), Μετάlipsi (Γρηγόρης, 2015, ποίηση σε πρόζα), Λευκό από χθες (Σμίλη, 2017, μυθιστόρημα), Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν (Σμίλη, 2019, ποίηση σε πέντε πράξεις και αυλαία). Από το 2016 επιμελείται την περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου diP generation (Θράκα, 2016, Μανδραγόρας, 2017/18/19). Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Ζει στις Βρυξέλλες.

Ιστοσελίδα: Ενύπνια ψιχίων – ifigeneiasiafaka.com

 

Μαρία Βαχλιώτη, Ανταπόκριση

..

.

Δεν ήθελε επ’ ουδενί
να είναι τρένο

με τόσα βαγόνια στην πλάτη της
τόσο προσωπικό στην εποπτεία της
τόσες δεκάδες επιβαίνοντες

πού να σηκώσει τέτοιο βάρος
η μαμά.

Ήθελε μία άνωση ας πούμε
από κάτω
μια κάποια υποστήριξη
κάτι ελαφρύ
γαλήνιο
να πλέει χωρίς κόπο.

Τιτανικός ήθελε να ’ναι
η μαμά

να δοξαστεί επ’ άπειρον

παίρνοντας κάνα δυο χιλιάδες
στον βυθό της

Μαρία Βαχλιώτη, Ανταπόκριση από την ποιητική συλλογή Εμφύλιος, εκδόσεις Μελάνι, 2019

Artwork:Gerhard Richter

 

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πίστη και περηφάνια

Στα νεανικά αισθήματα δεν φοριούνται χειροπέδες, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να τα συγκρατήσει. Επιθυμούν, λαχταρούν, κι ας μην ξέρουν με τι ακριβώς σβήνει αυτή η φλόγα του κορμιού. Τι λογαριασμούς θέλει η ζωή ν’ ανοίξει με τον ταραγμένο πόθο, που ξεπηδάει με αναίδεια κι απαίτηση για να νιώσει, να κερδίσει, να μοιραστεί, να χαριστεί, να ξοδευτεί με αιτία και χωρίς προσχήματα. Κι ο πόθος της ξεπηδούσε με πολλή ορμή, τόση όση χρειαζόταν για να την αναστατώνει και να της φέρνει πόνο. Φαρμάκι τούτο το συναίσθημα. Άγιος καημός ο έρωτας, όταν ξυπνάει και δεν καταλαγιάζει με τίποτα. Ακόμη κι αν χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο. Τίποτα, αυτός επιμένει έως ότου οδηγήσει τα βήματά σου εκεί που θέλει. Ακόμη και στον όλεθρο.

.****

Anima mia… Λοιπόν, άκουσε. Αν θέλεις να γλιτώσεις από τη λαίλαπα που λέγεται άνθρωπος, ακολούθα τους εξής κανόνες: Να μη μιλάς, να μη γελάς, να μη φανερώνεις την ψυχή σου, να μην πετυχαίνεις το σκοπό σου, να μην είσαι ή να μη φαίνεσαι καλά. Να μην έχεις γνώμη, γνώση, παιδεία και ομορφιά, εσωτερική ή εξωτερική. Να μην ικανοποιείσαι με το ιδιαίτερο, υπάρχει το κοινότοπο να σε καλύπτει. Δηλαδή, να μην ακούς Mozart, υπάρχουν και σκυλάδικα. Να μην είσαι καλλίλογη, καλόπιστη και γενικά τίποτα με όποιο συνθετικό του καλού. Να μην είσαι Άνθρωπος και γενικά να μη φέρεσαι ανθρώπινα, εδώ δεν είναι ούτε Ευρώπη (αυτό δεν ξέρω αν είναι σωστό, αλλά το λέω επειδή το ακούω, γι’ αυτό μην το λάβεις και πολύ υπόψη σου), ούτε Παράδεισος – άλλη μια τεχνητή προσδοκία, προσφορά στους αδύναμους.

Φωτο: Natalia Drepina

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Πίστη και περηφάνια, μυθιστόρημα, Εκδόσεις 24 γράμματα, Αθήνα 2020