RSS

Monthly Archives: December 2017

Ε. L. Doctorow, Ραγκτάιμ

Σύντομα ο Χουντίνι, μ’ όλες του αυτές τις δραστηριότητες, άρχισε να ξαναμπαίνει στο κλίμα της δουλειάς του. Νιώθω πιο δυνατός, είπε στον μάνατζερ. Αρχίζω ξανά να αισθάνομαι ο παλιός μου εαυτός. Δεν άργησε να κλείσει μερικά συμβόλαια. Όσοι παρακολούθησαν παραστάσεις του αυτήν την περίοδο της σταδιοδρομίας του λένε πως ξεπέρασαν καθετί που είχε κάνει στο παρελθόν. Έφερε στη σκηνή οικοδόμους που έχτισαν έναν τούβλινο τοίχο τρία μέτρα ψηλό, και πέρασε από μέσα του. Εξαφάνισε έναν ολόκληρο ελέφαντα μ’ ένα χτύπημα των χεριών. Από τα δάχτυλά του κυλούσαν άφθονα τα νομίσματα. Μέσα από τ’ αυτιά του πετάγονταν περιστέρια. Μπήκε σ’ ένα κιβώτιο που προηγουμένως πέρασε από τον έλεγχο των θεατών. Το σφράγισαν με καρφιά και το ’δεσαν με χοντρό σκοινί. Δεν μπήκε κουρτίνα μπροστά από το κιβώτιο. Το άνοιξαν με λοστό. Ήταν άδειο. Όλοι οι θεατές έβγαλαν μια κραυγή βλέποντας τον Χουντίνι να μπαίνει μέσα στο θέατρο από το φουαγέ. Πήδηξε πάνω στη σκηνή. Τα μάτια του έλαμπαν σαν γαλάζιες διαμαντόπετρες. Σήκωσε αργά αργά τα χέρια. Τα πόδια του ανυψώθηκαν από το έδαφος. Στάθηκε δέκα εκατοστά πάνω από το πάτωμα. Οι γυναίκες κοντανάσαιναν. Ξαφνικά σωριάστηκε κάτω. Ακούστηκαν κραυγές ανθρώπων που δεν πίστευαν στα μάτια τους και μετά, παρατεταμένα χειροκροτήματα. Οι βοηθοί του του ’δωσαν μια καρέκλα να καθίσει. Ο Χουντίνι ζήτησε ένα ποτήρι κρασί, να πάρει λίγη δύναμη. Κράτησε το κρασί ψηλά στο φως του προβολέα. Το κρασί έγινε άχρωμο. Το ήπιε. Το ποτήρι εξαφανίστηκε από το χέρι του.  Oι παραστάσεις του έβγαζαν τέτοιαν ένταση κι είχαν μια τόσο περίεργη και ανησυχητική επίδραση στο κοινό, που μερικές φορές τα παιδιά τα ’βγαζαν έξω πριν τελειώσει ένα νούμερο. Ο Χουντίνι δεν το πρόσεξε ποτέ αυτό. Έσπρωχνε τον εαυτό του πέρα από τις φυσικές του ικανότητες κει έκανε οκτώ ή δώδεκα από τα σπουδαιότερα νούμερα σε μια και μόνο παράσταση, που υποτίθεται πως δεν σήκωνε πάνω από τρία. Με τα νούμερα αυτά αψηφούσε τον θάνατο, έτσι έγραφε στις αφίσες και στα προγράμματα των παραστάσεων, και αυτήν τη φορά οι δημοσιογράφοι των νεοϋορκέζικων εφημερίδων, με την προσδοκία ότι θα ξεπερνούσε τον εαυτό του, τον ακολούθησαν στις παραστάσεις που έδωσε σε τρεις συνεχόμενες νύχτες, από το Μπρούκλιν στο Φοξ Γιούνιον Σίτυ, κι από κει στο Νιου Ροσέλ, στο Θέατρο της Κεντρικής Οδού. […]

Μια νύχτα, στη μοναδική παράσταση που έδωσε στο Νιου Ροσέλ, η επιθυμία του θανάτου έγινε τόσο φανερή που ο κόσμος άρχισε να ουρλιάζει και ο ιερέας της περιοχής σηκώθηκε όρθιος και φώναξε, Χουντίνι, πειραματίζεσαι με τον διάβολο. Ίσως ήταν αλήθεια πως δεν μπορούσε πια να ξεχωρίσει τη ζωή του από τα νούμερά του. Όπως στεκόταν με τη μακριά του ρόμπα και γυάλιζε από ιδρώτα, με το βρεγμένο του μαλλί κατσαρωμένο, έμοιαζε πλάσμα από άλλον κόσμο. Κυρίες και κύριοι, είπε μ’ εξασθενημένη φωνή, σας παρακαλώ, συγχωρέστε με. Ήθελε να εξηγήσει ότι κατείχε μια πανάρχαια τεχνική αναπνοών της Ανατολής, που του επέτρεπε να αναστέλλει τις φυσιολογικές ζωτικές λειτουργίες. Ήθελε να εξηγήσει πως τα κατορθώματά του φαίνονταν πολύ πιο επικίνδυνα απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Σήκωσε τα χέρια του κάνοντας έκκληση να του δώσουν προσοχή. Τη στιγμή όμως εκείνη έγινε μια έκρηξη τόσο δυνατή που το θέατρο τραντάχτηκε συθέμελα κι από την αψίδα του προσκηνίου έπεσαν μεγάλα κομμάτια σοβάδες. Κι οι θεατές, σαστισμένοι όπως ήταν και με τεντωμένα νεύρα, νόμισαν πως η έκρηξη δεν ήταν παρά ένα ακόμα σατανικό κόλπο του Χουντίνι, και το ’βαλαν στα πόδια τρομοκρατημένοι.

Ε. L. Doctorow, Ραγκτάιμ, σελ. 226 και 227, Εκδόσεις Επιλογή, 1993

Artwork: Quint Buchholz

 

.

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες

Και τότε φορούσα κάτι πρόχειρο, ένα παλτό, το οποιοδήποτε, συχνά εκείνο το κυπαρισσί, που έχει καταντήσει απ’ τη χρήση αποφόρι των ματιών που μου ’τρωγαν την πλάτη, κι έτρεχα στο δάσος κάτω απ’ τις νιφάδες του χιονιού, έβρισκα στήριγμα σε δέρματα κορμών, κι ήτανε τότε όλα τα μάτια που γράφανε τ’ όνομά μου με τα βλέφαρά στο χιόνι, Φρίντα, Φρίντα, κροτάλιζαν οι ρίζες, σαρκαστικοί περίγελοι, κι όχι δεν ήτανε φωνές, μόνο κομμένα λόγια χάρτινων ανθρώπων, που ’σκαγαν, κορδωμένοι απ’ τα κλαδιά, τα πρόσωπα με κρότο μες στο χιόνι, με τους χοντρούς τους σβέρκους δεμένους σε προσχήματα γούνινων γιακάδων, αρρενωποί πασαλειμμένοι σαπουνάδες, αξιοπρεπείς προπάντων, με τις λάμες τους καλά λιμαρισμένες. Τους ονειρεύτηκα ντεκόρ συχνά, θρυμματισμένους από χρυσοποίκιλτους μπαλτάδες και με τη λάμψη του χρυσού στο έλατο των Χριστουγέννων στημένο στην κεντρική πλατεία του Λαβίλ μας. Κι εγώ εκεί, πώς όχι; φορώντας τον κυνισμό όσων στρογγυλοκάθονται στο επέκεινα του πόνου, άτρωτοι, βουβοί ατρόμητοι, κωφοί, κίτρινοι σαν το κερί, εγώ, η Φρίντα Νέθελ, στη γιορτή, με μπόλικη πούδρα, μαύρα λουστρίνια, φόρεμα ανοιχτό στην πλάτη από κόκκινο βελούδο, μαύρο μεταξωτό φιόγκο γύρω από τη μέση, λαμέ τσαντάκι με παγιέτες και μια μικρή ανεμώνη από στρας να ασφαλίζει.

Μ’ όλα τα σύνεργα των κυριών εκεί, για τρόπαιο αθωότητας, κρατώ τη μικρή Φρίντα από το ένα της χεράκι, τη ζεσταίνω, με το άλλο γλείφει ένα ζαχαρωτό, το πιο πολύτιμο, το πιο γλυκό, το πιο μεγάλο, έναν πράσινο φραμπαλά με μάτια ροζ κι ένα καπέλο κίτρινο, αγορασμένο από το παντοπωλείο στην ανηφοριά του Τζέφερσον. Χαίρετε, χαίρετε, απευθύνω ένα στυφό αλλά ευγενικό χαμόγελο στα χάρτινα πραγματάκια που περπατούνε γύρω μου. Με τούτα τα πολεμοφόδια ανάρρωσης, στέκομαι κάτω από το φωτισμένο έλατο μέσα στον χιονιά και μ’ άδειο από κάθε συναίσθημα στομάχι, χωρίς ν’ ακούω την ανάσα ούτε κανέναν άλλον ήχο, μόνο το παιδικό τραγούδι που λέγαμε με τον Πατρίκ μας, η μικρή Φρίντα τραγουδά, φέρτε μας ένα αγγελάκι στα ζεστά, τα κρύα πο… ο… ο… δαράκια του φτωχού Πατρίκ, ω έλα, μικρό μας αγγελάκι να ζεστάνεις!

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες, μθστρ., Σμίλη 2017

ι

 

DBC Pierre, Βέρνον ο Μικρός Θεός

«Nτρρρ», ορμάει στον δρόμο το πούλμαν και έπειτα δεν ξέρω από πόσα χιλιόμετρα κοντεύει να με ψιλοπάρει ο ύπνος και το μυαλό μου έχει γίνει κουρκούτι. Ύστερα περνάμε από ένα χωράφι με κοπριά ή κάτι τέτοιο, μια έντονη μπόχα απ’ αυτές που οι δικοί μου προσποιούνται πως δεν τις προσέχουν όταν είσαι στο αμάξι μαζί τους, και ξαφνικά μου πλημμυρίζει τις αισθήσεις με την Τέηλορ Φιγκερόα. Μη με ρωτήσετε γιατί. Τη διαισθάνομαι σ’ ένα χωράφι δίπλα στην Εθνική. Είναι πεσμένη στα τέσσερα πίσω από έναν θάμνο, γυμνή, εκτός από το γαλάζιο συνθετικό κιλοτάκι που χώνεται καρατσιτωμένο στο τριγωνάκι ανάμεσα στα μπούτια της και εκπέμπει καύλα. Είμαι κι εγώ εκεί. Δεν κινδυνεύουμε και είμαστε άνετοι, με χρόνο στη διάθεσή μας. Σερφάρω στο περίβλημά της με τη μύτη μου, χαρτογραφώ τις κολλώδεις γεύσεις της πλάι από στριφώματα που τρεμολάμπουν μέχρι εκεί που το κιλοτάκι αγκαλιάζει τα πόδια της και η μυρωδιά γίνεται πιο αψιά, σαν σοκολάτα με γέμιση όξινης σάλτσας, γίνεται τσουχτερή και με τινάζει μακριά από τη σπιρτάδα της. Στο όνειρό μου τινάζομαι πάρα πολύ μακριά. Ύστερα βλέπω ότι βρισκόμαστε σ’ ένα χωράφι με καρπούς κώλων και ξαφνικά δεν ξέρω αν μυρίζω τη μυρωδιά της Τέιλορ ή απλώς το χωράφι. Παλεύω να γυρίσω τη σχισμή της, αλλά τα στριφώματα έχουν εξαφανιστεί. Η απαγορευμένη οσμή διαλύεται μες στην ιδρωτίλα και τα αφτερσέιβ του λεωφορείου. Εκείνη έχει χαθεί. Έρημες εκτάσεις κυλάνε έξω απ’ το παράθυρο.

 

Ανακάθομαι στο κάθισμά μου, με την ελπίδα να κοροϊδέψω τον εαυτό μου ότι όλα είναι φυσιολογικά. Αλλά τα κύματα αρχίζουν να μπουκάρουν, παλιρροϊκά κύματα φρίκης στα νώτα αυτού του όμορφου ονείρου. Τώρα σχηματίζονται γύρω μου ζωηρές εικόνες του Ιησού. Δεν με κοιτάζει. Κοιτάζει μακριά και βάζει την κάννη στο στόμα του, γεύεται την κάψα της. Γύρω του, θολά μάτια διασχίζουν την αυλή του σχολείου σαν λουλούδια, μάτια που κινούνται σπασμωδικά, ολοένα πιο αργά και σβήνουν. Μπαμ. Ο αέρας κομματιάζεται, εκκρίνει βηξίματα και βραχνά γουργουρητά, συρίγματα από φριχτό σχηματισμό θρόμβων,  από τελευταία μηνύματα ζωτικής σημασίας που δεν ακούει κανείς. Ο κύριος Νακλς , καθηγητής, είναι και αυτός εδώ, το πρόσωπό του στολισμένο με φυσαλίδες νεανικού αίματος. Οι αναμνήσεις γύρισαν. Χύνω ασυγκράτητα δάκρυα για τους σκοτωμένους, για τον Μαξ Λετσούγκα, τη Λόρι Ντόνερ και όλους, και ξέρω ότι αυτό το πράμα θα με γαμήσει και θα με καρφώσει απ’ την τρύπα του  καυλιού μου στον μεγαλύτερο σταυρό. Πώς είναι δυνατόν να νομίζουν ότι το έκανα εγώ;  Έκανα παρέα με τον αποτυχημένο, έφυγα απ’ το κοπάδι, να πώς, και τώρα πήρα τη θέση του, τώρα οτιδήποτε μη συμβατικό είπα ή έκανα ποτέ έχει αποκτήσει μια πιο καταχθόνια απόχρωση. Για πρώτη φορά τον καταλαβαίνω.

DBC Pierre, Βέρνον ο Μικρός Θεός, σελ. 194-195, μτφρ.: Bίκυ Τόμπρου, Εκδόσεις Ελληνικά γράμματα, 2004.

Artwork: Christopher Nevinson

 

Γιάννης Τσίγκρας, Το αίμα και τη μνήμη

.

Κάθε βράδυ, βγάζω έξω στη βροχή
ό,τι απέμεινε από την κατασκευή των ποιημάτων
να μουσκέψει, να το φάνε τα πρωϊνά πουλιά:
Βγάζω το πριονίδι της σκληρής στίξης,
τα επιτατικά μόρια, τα πολύχρωμα επίθετα,
τους γελοίους αρμούς,
ένα πριονίδι ύφους–

Καμιά φορά, πετώ και την ίδια την ποιητικήν ιδέα.

Ως το μεσημέρι έχουν εξαφανιστεί.

Όχι, πάντως, όλα.

Η παλιά εικόνα που έχω
των σκαμμένων από σφαίρες τοίχων,
η εικόνα που ποτέ δε μορφώθηκε σε ποίημα,
μένει πάντα στην άκρη του πιάτου.

Τα πουλιά ξεδιψούν με ουρανό
κι αφήνουνε σ’ εμάς το αίμα και τη μνήμη
που, ως γνωστόν, στάζουν αυτά τα σπίτια.

Artwork: Leon de Smet

 

Kωνσταντίνος Λουκόπουλος, Βόλγκογκραντ

Τον ουρανό αποδέχτηκα, όταν είπα θα σε κοιτώ μέσα από τον ύπνο των πουλιών, θα σε κοιτώ τις νύχτες κι οι φιλύρες θα είναι ένας σταθμός των διψασμένων γερανών, θα είναι ένα αιώνιο στασίδι της ψυχής μου, κι ένα εξαπτέρυγο. Κι ας μη σε πιστεύω. Κι όταν θα λειτουργείσαι, το ξέρω πως θα μαχαιρώνεις το ποίμνιό σου με μιαν αγάπη που θα σε ξεπερνά σε σύλληψη, ως ύπαρξη και ως ουσία, διότι η ουσία σου έφτιαξε τούτο το όνειρο από ψωμί, κι έπειτα σιώπησε για να το ακούσεις να φουσκώνει. Και το μαχαίρι που έφερα για να το κόψω, το εγκατέλειψα στο τέμπλο της Παναγίας του Καζάν κάτω από τη λέξη “Παντάνασσα”. Έπειτα ο Ρουμπλιόφ καλέστηκε και ζωγράφισε – αντί εσένα – εκείνον τον άφυλο άγγελο που το φύλο του εκκρεμεί. Συν μιαν εικόνα του ψωμιού όπου έσπαζε ο Υιός σου τις μερίδες με τα δάχτυλα, και μοίραζε εκ του Όρους. Μα εδώ, ο άνεμος ήταν πάντα ο αδερφός του ποταμού, ένας Ερμής που έπαιρνε τις ψυχές κι έφερνε τα όνειρα και την ατέλειωτη, παγωμένη στέπα στα μάτια των πουλιών. Γι’ αυτό σαν ξάπλωσα στο Στάλινγκραντ Χριστούγεννα στο χιόνι, άκουγα τούτο το ποτάμι που ανέβαινε από την Κριμαία, ανάποδα, σα να ήταν Υπερσιβηρικός, ενώ στο Δημαρχείο ένα γραμμόφωνο έπαιζε τη Διεθνή, όπως την τραγουδούσε η Χορωδία του Κόκκινου Στρατού πάνω στο τραγούδι “Βόλγα, Βόλγα”, πριν σκοτωθούν σε εκείνο το αεροπορικό. Κι όλοι οι Νέοι Πρωτοπόροι, που τρίβαν τα πηλίκια αμήχανα στη σκάλα, ανέβαιναν μια οκτάβα στο ρεφρέν, σαν αδέξιοι καστράτι. Ως τ’ Αη Γιαννιού, καβάλησε τα ρείθρα κι έπνιξε την πόλη στο λασπόχιονο. Μα σαν έφτασε εμπρός σου βροντοφώναξες “τας Θύρας, τας Θύρας” και με μιας, χωρίστηκε στα δυο, ενώ ακούγονταν χίλιοι ψαλτάδες που υμνούσαν τη Υπερμάχω. Έκτοτε κυλά εκατέρωθεν. Λες και χρωστούσε ο Θεός και στον Βόλγα μια Κροστάνδη.

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ – 5. ΒΟΛΓΚΟΓΚΡΑΝΤ

Photo: Hugh Shurley

.

 

 

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Τα γυαλικά

 

 

Το τρέμουλο στα δάχτυλά της πάντα
μουτζούρωνε την στοίχιση των σερβίτσιων
κηλίδα μελάνης στο λινό τραπεζομάντηλο
ακριβώς πάνω στις ρώγες του κεντήματος
πριν το γεύμα πώς  ο λεκές από οίνο ερυθρό;
δεν είναι ακόμα οι μέρες του μήνα
ή πολύ νωρίς ή πολύ αργά ιστορούνται.

Βγήκε στο μπαλκόνι. Στα πόδια της η θάλασσα.
Ποθούσε το φέτος το καλοκαίρι το δάσος να είναι γυάλινο
αλλά εκείνο το αλλού δεν χώραγε στο κάδρο
είχε αναληφθεί μαζί με τον αμνό του Πάσχα
στο οικογενειακό συμπόσιο στο χωριό
πατέρας σύζυγος αδερφός γιός
φερ φορζέ πόδια να βιδώνουν τα μωσαϊκά
με το τρανζίστορ να παίζει τα ωραία λαϊκά
τσιγκέλια στη σειρά στη φωτογραφία της αποθήκης
ράφια μαρμελάδες και κουζινικά παστά

Προσπάθησε να κραυγάσει το unsex me here
στη θεά για να εξαγοράσει το φόνο
αλλά περισσότερο ως μηδείαμα ακούστηκε
ανορθόγραφα η φωνή της μέσα στους διαδρόμους.

Χτύπησε το κουδούνι.
– Ανοίξτε τα βιβλία στη σελίδα 39,
πρόσταξε η κυρία.
Ίσιωσε το πιρούνι στα δεξιά του πιάτου.
-Να μην ξεχάσω να μαζέψω τα
γυαλικά κάτω από το τραπέζι,
σημείωσε στο τετράδιο
κι έτρεξε να ανοίξει την πόρτα.

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Τα γυαλικά από τη συλλογή «μεταπλάσματα», Σαιξπηρικόν, 2017

Πίνακας: Pierre Bonnard

—————–

*Σημειώσεις:
– «φέτος το καλοκαίρι το δάσος να είναι γυάλινο»  αναφορά στο «Μανιφέστο του σουρεαλισμού»,  André Breton
– «unsex me here»  από Macbeth, William Shakespeare, Πράξη 1, σκηνή 5, 41

——————————–

 

Ευσταθία Ματζαρίδου, Τα ρούχα

Τα παπούτσια σου

…Ο σκοπός του ταξιδιού μας στο Λονδίνο δεν ήταν, λοιπόν, τα μουσεία και τα παλάτια αλλά η κατασκευή εκείνων των παπουτσιών. Ένα εργαστήριο παπουτσιών για λόρδους, όλο το μαγαζί εξωτερικά έδινε την εντύπωση ότι ήταν από καλογυαλισμένο, λουστραρισμένο δέρμα, ένα βαθύ σοκολατί δέρμα, περβάζια, κάσες παραθύρων, εξώπορτα, πόμολα, όπως και τα μαλλιά των τεχνιτών ή οι αντίστοιχες φαλάκρες τους ήταν όλα γυαλισμένα, είχαν όλα λουστραριστεί για να διαφημίσουν το προϊόν τους, καθόμασταν σε δερμάτινες αγγλικές πολυθρόνες, επίσημοι καλεσμένοι για τσάι, οι υπάλληλοι πηγαινοέρχονταν αθόρυβα, παχιά περσικά χαλιά απορροφούσαν πατημασιές από βαριά παπούτσια,  το κατάστημα διακριτικά φωτισμένο, για να τονίζεται η γυαλάδα των παπουτσιών, ο πρώτος υπάλληλος, δεν θα μπορούσα να πω τεχνίτης, δεν ταιριάζει σε έναν γραβατοφορεμένο, ο πρώτος σε συνόδεψε να διαλέξεις τα καλαπόδι, ο δεύτερος έπιασε το πόδι σου με ευλάβεια και πήρε τις διαστάσεις του, φάρδος κουντεπιέ, δαχτύλων και αστραγάλου, ναι, ακόμη και τον αστράγαλό σου μέτρησε και σου έδειχνε ένα ένα τα δέρματα από μοσχάρι κι από κατσίκι κι άλλα εξωτικά δέρματα, και παρέλαυναν τότε από μπροστά μου όλα τα μοσχάρια και τα κατσίκια των παιδικών μου χρόνων, ολόκληροι στάβλοι με μοσχάρια, με τα μουγκρητά τους και τις μυρωδιές τους, κι ο υπάλληλος εμπλούτιζε διαρκώς τις περιγραφές του με πληροφορίες παπουτσιών, ήξερε όλη την ιστορία των παπουτσιών, κι έτσι όπως ήταν στητός κι ανέκφραστος σαν μούμια, είχα την αίσθηση ότι ήταν χιλιάδων ετών κι ότι είχε ζήσει όλη την ιστορία του παπουτσιού, κι όταν είπε για το αρχαιότερο παπούτσι, που ήταν πιθανότητα το μοκασίνι των ινδιάνων (15000 χρόνια πριν), φτιαγμένο από δέρμα και οπλές ζαρκαδιών και φιδιών, εγώ σκέφτηκα τους παππούδες μου, που φορούσαν τσαρούχια από δέρμα γουρουνιών, κι ότι αυτά ήταν ακόμη κρεμασμένα στην αποθήκη του πατρικού μου, χειροποίητα γουρουνίσια τσαρούχια, κρεμασμένα στον τοίχο, και μου ήρθε μια μπόχα αποθήκης με όλα τα πολυκαιρισμένα πράγματα, ανάμειχτη με μυρωδιά ποντικιού και σιτηρών, που δεν είχε καμιά σχέση με τη μυρωδιά του μαγαζιού, κι αναρωτιόμουν τότε πώς εγώ μ’ αυτούς τους προγόνους και μ’ αυτή τη μνήμη των οσμών βρέθηκα στην 9 St Jamess street, σ’ αυτό το μαγαζί, που έλεγες ότι κατασκεύαζε κι ο Λόρδος Βύρωνας τα παπούτσια του, να παρίσταμαι στην κατασκευή των παπουτσιών σου, και ήθελα να τον ρωτήσω, τσαρούχια κάνετε, γουρουνίσια τσαρούχια κάνετε; Κι εκείνα τα παπούτσια, εξαιτίας των πολλών επεξεργασιών του δέρματος, τα παρέλαβες ύστερα από οχτώ εβδομάδες, ολόκληρες οχτώ εβδομάδες, κάποιοι δούλευαν τα δικά σου παπούτσια. Αυτό και μόνο πρέπει να κάνει κάποιον να νιώθει πολύ σπουδαίος. Όπως παλιά οι μοδίστρες έραβαν με τις εβδομάδες τα ρούχα και έδιναν έτσι αξία στο ρούχο και στον κάτοχό του, έτσι και με σένα, αυτά τα χειροποίητα ανέβασαν την αξία σου στα ύψη. Όταν τα φορούσες, οπωσδήποτε δεν περνούσαν απαρατήρητα, αλλά κι όποιος έμπαινε στο σπίτι ρωτούσε πάντα πού είναι τα παπούτσια, τα έβγαζες τότε με προσποιούμενη συστολή κι άρχιζες την ιστορία τους, πώς ακριβώς κατασκευάστηκαν, η εξιστόρηση ποίκιλλε αναλόγως του κοινού, στους κατωτέρους ήσουν ανελέητος, στους ισότιμούς σου μετριόφρων και στους ανωτέρους άνετος, σαν να μπορούσες να παραγγέλνεις κάθε μέρα κι άλλο ζευγάρι, απλώς σου ήταν αρκετό το ένα.

Εγώ μ’ αυτές τις περιγραφές ένιωθα τότε απερίγραπτη ταπείνωση. Είναι ίσως ανόητο, αλλά ντρεπόμουν περισσότερο για τα παπούτσια μου παρά για τις ενδεχόμενες ελλείψεις μου στον τομέα της κουλτούρας. Δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία για την εξυπνάδα μου, είχα πολλές όμως για το παρουσιαστικό μου. Ένιωθα σαν σαλιγκάρι που κουβαλάει μαζί του το σπίτι του, το σπίτι ήταν το πατρικό μου, όπου είχα μεγαλώσει, και μετά το διαμέρισμά μας στις εργατικές, ήταν τα πλακάκια που έλειπαν από το πάτωμα κοντά στο φούρνο, ήταν τα ντουλάπια της κουζίνας, που είχαν φουσκώσει στις άκρες, ήταν η μόνιμη μυρωδιά κουζίνας, τα μικρά κεντημένα από τη μητέρα κάδρα στους τοίχους, η πενιχρή επίπλωση. Ήμουν σίγουρη ότι όλη αυτή την αθλιότητα μπορούσε να τη διαβάσει κανείς στην εξωτερική μου εμφάνιση και κυρίως στα παπούτσια μου, από φτηνό δέρμα ή δερματίνη, που η παραμικρή φθορά τα εξευτέλιζε.

Eυσταθία Ματζαρίδου, Τα ρούχα, μθστρ, Σμίλη 2017

Φωτό:Sarah Jarrett