RSS

Monthly Archives: November 2017

Ελευθερία Μπέλμπα, Γιορτινά σημεία

.

Συνήθως τα πράγματα δεν είναι όπως τα περιμένει κανείς.
Εις την οδόν παραπλεύρως της μεγάλης μάντρας είδαμε
τον τυφλό να πασχίζει ν’ απεγκλωβιστεί από τα σιδερένια
δεσμά φτύνοντας το χνότο στις κολλημένες παλάμες του.

Στα σπλάχνα της άγριας θάλασσας, οι δάφνες στα βλέφαρα
των ψαράδων κεντούν τα αιμάτινα όνειρα, λαμπιόνια
της χρυσόσκονης στις διαβάσεις των ανιδιοτελών ξένων.

Λευκά αστέρια τρίζουν στο γεφύρωμα σειρά γιρλάντες.
Διστακτικά τα βήματά μας πλατσουρίζουν στ’ αυλάκια
της πλατφόρμας του σταθμού με τις παιδικές οιμωγές.

Αrtwork:Lydia Lys

 

 

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες

Πώς περπατάτε, αλήθεια, έτσι; Μερικοί κακότροποι λένε πως έχετε καταπιεί μπαστούνι και ότι διακρίνεστε από μια κάποια σκληρότητα στο στήσιμο του σώματος. Προσωπικά, θα έλεγα πως έχετε ζωστεί ένα φτηνό σωσίβιο από καουτσούκ και ότι επιπλέετε αγέρωχος με την αυταρέσκεια που σας προσφέρει η κακία. Kαι τι θα πει άραγε κακία; Ω, όλοι μιλούν για την κακία, κι έχει καταντήσει στις μέρες μας πλέον καραμέλα… να, μάλλον θα πει ότι βρισκόμαστε ασώματοι και φοβισμένοι, έτοιμοι να συντρίψουμε τους άλλους, γιατί διεκδικούμε τη θέση μας στο σώμα τους· θέση που μας αρνήθηκαν αυτοί. Κάπου το διάβασα αυτό. Ανόητα πράγματα και μπερδεμένα! Ατιμούλη, εσείς όμως πάντα κρατάτε τις αποστάσεις απ’ τον εαυτό σας, κι έτσι γίνεστε βδέλλα στον άσχετο κοσμάκη! Ποιος, όμως, να σας υποψιαστεί; Δωρίσατε και στην κόρη του δημάρχου, ενώπιον όλου του σεβαστού Λαβίλ μας πέρυσι, τη 2η ημέρα της Πουτίγκας, εκείνη την κρέμα με βανίλια και λεμόνι. Μαμά, μελόνι, όχι πουτίγκα! μαμά, μελόνι! η μικρή Ατζουλέτα αναγραμμάτιζε όλη την ξινίλα, μελόνι! μελόνι! διεκδικώντας τη δική σας! Δεν χάσατε την ευκαιρία να αγοράσετε κείνο το μικρό βαζάκι της βανίλιας-λεμόνι, με την όμορφη ζωγραφιά από το χιονισμένο δάσος στο γυαλί του, υψώνοντάς το αεροπλανάκι, ζόοοουπ, για τη μικρή μου Ατζουλέτα! σκύψατε και είπατε –και από πότε «μου», παρακαλώ;– μπρος σ’ ένα λινό φούξια φουστανάκι με λευκό γιακά,κέντημα από λεβάντες στην μπορντούρα κι έναν τόνο βαριάς άνοιξης απ’ την τεράστια πεταλούδα στις ξανθές μπουκλίτσες. Ζόοοουπ, για τη μικρή μου Ατζουλέτα και τη μοβ πεταλουδίτσα! ρίξατε για λιπαντικό, έτσι όπως είστε γλοιώδης στη φωνή, εκείνο το θρόισμα που κάνουνε τα στάχυα, όταν πέφτει ομίχλη στο λιβάδι και το αεράκι αρχίζει να τα γρατζουνάει, και, ω, ναι, τότε θολώνει απ’ την ομίχλη η εικόνα στο λιβάδι, κι αυτά γελάνε χαζεμένα και ω, είστε εσείς ο ποιητής με τα λεμόνια τα μελόνια!

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Λευκό από χθες, μυθιστόρημα, Σμίλη 2017

 

.

 

E. L. Doctorow, Χόμερ και Λάνγκλευ

Έλεγαν πως η ισπανική γρίπη έπαιρνε κυρίως νέους, αλλά στη δική μας περίπτωση συνέβη  το αντίθετο. Εγώ γλίτωσα, αν και για ένα διάστημα δεν ένιωθα καλά. Αναγκάστηκα να αναλάβω όλα τα διαδικαστικά σχετικά με τη μητέρα μου, όπως ακριβώς τα ανέλαβε κι εκείνη για τον άνδρα της και μετά πήγε και πέθανε, λες και δεν άντεχε να μείνει μακριά του ούτε λεπτό. Πήγα στο ίδιο γραφείο κηδειών που είχε πάει κι εκείνη. Ήταν επιχείρηση με πολλά λεφτά τότε το να θάβεις τον κόσμο· μετά από τις συνήθεις γλοιώδεις τυπικότητες τα πτώματα μεταφέρθηκαν ταχύτατα στους τάφους από άνδρες που οι πνιχτές φωνές τους μου έδωσαν να καταλάβω ότι φορούσαν ιατρικές μάσκες. Είχαν ανέβει και οι τιμές: Όταν πέθανε η μητέρα μου, η ίδια ακριβώς τελετή που είχε κανονίσει για τον πατέρα μου κόστιζε πλέον τα διπλά. Είχα πολλούς φίλους, ευρύτατο κοινωνικό κύκλο, αλλά μόνο ένα δυο μακρινά ξαδέρφια εμφανίστηκαν τελικά στην κηδεία, αφού όλοι οι άλλοι έμειναν στα σπίτια τους, κλειδαμπαρωμένοι, ή είχαν να πάνε στις δικές τους κηδείες. Οι γονείς μου θα είναι μαζί εις τον αιώνα τον άπαντα στο κοιμητήριο Γούλντον, λίγο πιο πέρα από το Φόρνταμ, χωριό τότε, που σήμερα ανήκει, όπως και όλη η περιοχή στο Μπρονξ – εφόσον βέβαια δεν συμβεί κανένας σεισμός.

 

Τον καιρό της γρίπης ο Λάνγκλευ ήταν στον πόλεμο, στην Ευρώπη, με την ομάδα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, και κηρύχθηκε αγνοούμενος. Ήρθε στο σπίτι ένας αξιωματικός του στρατού για να αναγγείλει την είδηση. Είστε σίγουρος ; είπα. Πώς το ξέρετε; Μήπως έτσι μας λέτε με τρόπο ότι σκοτώθηκε; Όχι; Άρα το μόνο που λέτε είναι ότι δεν ξέρετε τίποτα. Συνεπώς γιατί είστε εδώ; Φυσικά και ήταν άσχημη η αντίδρασή μου. Θυμάμαι πως για να ηρεμήσω πήγα στο ντουλάπι που φύλαγε ο πατέρας μου το ουίσκι του και ήπια μια γερή γουλιά από κάτι κατευθείαν από το μπουκάλι. Αναρωτήθηκα μήπως πράγματι ολόκληρη η οικογένειά μου είχε εξολοθρευτεί μέσα σε διάστημα ενός ή δύο μηνών. Αποφάσισα πως κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό. Ο αδερφός μου δεν ήταν από εκείνους που θα με εγκατέλειπαν. Η άποψη του Λάνγκλευ για τον κόσμο είχε κάτι, κάτι που ενδεχομένως εξευγενίστηκε και αναδείχθηκε πλήρως στο Κολούμπια, κάτι που μπορούσε να μπολιάσει με θεϊκή ασυλία μια μοίρα τόσο κοινότοπη όσο ο θάνατος στο πεδίο της μάχης. Οι αθώοι πέθαιναν, όχι όσοι είχαν γεννηθεί με τη δύναμη της απουσίας ψευδαισθήσεων.Έτσι, άπαξ κι έπεισα τον εαυτό μου για όλα αυτά, όποια και να ήταν η κατάστασή μου, σίγουρα δεν ήταν κατάσταση πένθους. Δεν θρηνούσα. Περίμενα.

E. L. Doctorow, Χόμερ & Λάνγκλευ, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Εκδόσεις Πατάκη, 2013

Artwork: Christopher Nevinson

 

 

Νίκος Βασιλειάδης, ΑΓΑΘΟΣ

Στις παραδόσεις του, αντιθέτως, επικρατούσε εντελώς άλλο κλίμα. Κατ’ αρχάς κυριαρχούσε άκρα του τάφου σιωπή και απόλυτος τάξις, όχι όπως στο μάθημα της δεσποινίδος Παπακυριαζή, των Λατινικών, που έβρισκε κάθε φορά τον πίνακα και την έδρα σε άλλη θέση κι έκανε πως δεν καταλάβαινε. Δεύτερον, μετά την εξέταση,  μιλούσε αποκλειστικά αυτός κι εμείς τηρούσαμε σιγήν ιχθύος. Και τρίτον, ήταν συναρπαστικός. Ιδίως στον Παλαμά, τον Σολωμό και τον Πλάτωνα, που ήταν οι αδυναμίες του, αρχινούσε την ανάλυση κι εμείς τον παρακολουθούσαμε χάσκοντες, κατεντυπωσιασμένοι απ’ τα βαθύτερα νοήματα και την υψηλότατη ρητορική του. Και οι μεν ιδεολογικές αναλύσεις του περιστρέφοντο σταθερά περί τις Υψηλές Ιδέες, όπως η Αλήθεια, η Δικαιοσύνη, η Πατρίδα και τα συναφή, τις οποίες πάντοτε κατάφερνε να ανακαλύψει, ακόμη και στα ποιήματα του Αθάνα, η δε ρητορική του εχαρακτηρίζετο από την δημοτική του και τα κεφαλαία.

Αυτά τα δύο ήταν εξ ίσου νεωτερικστικά για μας και επιπλέον η γλώσσα δυσνόητη και ύποπτη. Διότι εμείς ως τότε γνωρίζαμε επαρκώς την απλή καθαρεύουσα και το ότι η δημοτική είναι η γλώσσα των κομμουνιστών.

Νίκος Βασιλειάδης, ΑΓΑΘΟΣ, 5η έκδοση, Εκδόσεις Νεφέλη, 1989, Σελ. 154

 Φωτό: Leonard Freed

 

Αλεξάνδρας Μπακονίκα, Στο πάρτι

Μαγεύτρα, γόησσα. Από καιρό την πολιορκούσε. Τον κάλεσε σπίτι της για ένα  πάρτι με  φίλους. Έμενε  σε μονοκατοικία, ο κήπος γεμάτος ψηλά δένδρα. Στο σαλόνι  ζεστή και  λαμπερή  η ατμόσφαιρα. Εκείνη καθόταν  στο πάτωμα, μιλούσε κι όλοι την άκουγαν. Ερωτοκτυπημένος κόρωνε, πλάνταζε από πόθο. Σε ό,τι εκείνη έλεγε  θα  ήθελε να είχε  πιο δυνατά επιχειρήματα, να τη στριμώξει στα λόγια, να την υποτάξει τουλάχιστον με αυτό τον τρόπο, αφού δεν έβρισκε  το σώμα της. Η ερωτομανία του κατέφυγε  στα γλυκά που με το λευκό χρώμα τους συνταίριαζαν με το χιόνι που έπεφτε έξω. Τάραξε τους μπεζέδες και ιδίως τους κουραμπιέδες.

 Φωτό: Robert Doisneau

 

Tags:

Αndré Breton, Όχι στον μιζεραμπιλισμό

Εννοείται ότι ο μιζεραμπιλισμός, του οποίου η εμφάνιση μπορεί να θεωρηθεί ως φαινόμενο των τελευταίων ειδικά ετών, ο μιζεραμπιλισμός, τούτη η μάστιγα ενάντια στην οποία έχει έλθει η στιγμή για να πάρουμε δραστικά μέτρα, επιδέχεται στο χώρο της τέχνης τόσες ποικιλίες όσες είναι οι δυνατές κατηγορίες της μιζέριας: μιζέρια φυσιολογική, μιζέρια ψυχολογική, μιζέρια ηθική κτλ. Είναι πια καιρός να τον μελετήσουμε κλινικά.

     Ο μιζεραμπιλισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι λυμαίνεται τη Γαλλία κατά τρόπον ενδημικό. Ο Μεσαίωνας, κι εδώ όπως κι αλλού, είναι απαλλαγμένος απ’ αυτόν. Ο 15ος και ο 16ος αιώνας εγείρονται εναντίον του, αψηφώντας ως προς αυτό την ήδη υπό διάλυση παπική Ιταλία. Ενάντια στις διεισδύσεις του, ο 19ος, για τον οποίον το Κτήνος έχει πάρει το όνομα του ακαδημαϊσμού, αντιδρά κατά τρόπον ηρωικό (Hugo, Nerval, Géricauld, Corot, Baudelaire, Rimbaud, Gauguin, Seurat, Henri Rousseau). Πίσω τους, η μεγάλη γέφυρα που ρίχτηκε —δίχως στήριγμα ακόμη— από τον Jean-Jacques, τον Sade, τη Γαλλική Επανάσταση.

     Σήμερα, ο μιζεραμπιλισμός αποτελεί, κι εδώ, αποκύημα της τέλειας διασταύρωσης των δυο αυτών βδελλών, του Χιτλερικού φασισμού και του Σταλινισμού, που έχουν κάμει κολεγιά για να βασανίζουν τους καλλιτέχνες και να χύνουν φαρμάκι εναντίον τους. Τούτο δρα επίσης βραδυφλεγώς, αφού βρίσκεται ακόμη κοντά μας, χάρη στην αηδιαστική πτυχή του υπαρξισμού, τις μιαρές Εύες με τις σαμπρέλες του Leger και τους Χριστούς-παλιάτσους με ακτίνες αναποδογυρισμένης ομπρέλας του Buffet — αξίας ενός εκατομμυρίου έκαστος και παραπάνω, στο χρηματιστήριο της χρεοκοπίας.

     Χρειάζεται μήπως να υπενθυμίσουμε ότι οι καβγάδες περί τάσεων δεν έχουν εδώ την παραμικρή σημασία; Πρόκειται, ακόμη, περί μιας «ιερής γλώσσας». «Μπορούμε τάχα», αναρωτιόταν ήδη ο Eugène Soldi στα 1897, «να διαχωρίσουμε ένα συγκεκριμένο γεγονός από μια γενικευμένη ιδέα, μια σκέψη αφηρημένη; Ο ανθρώπινος νους μπορεί τάχα να συλλάβει ένα πράγμα δίχως δεσμούς με το πραγματικό; Όχι». Η υπόθεση έχει κριθεί με το παραπάνω. Αλλ’ η υποτίμηση στη θέση της εξύψωσης — ιδού ο μιζεραμπιλισμός, ιδού και το έγκλημα.

Misérabilisme: Η καλλιτεχνική και λογοτεχνική τάση να δίνεται βάρος στην αθλιότητα της ζωής και της κοινωνικής πραγματικότητας. (Σ.τ.Μ.)

Μετάφραση: Nίκος Σταμπάκης, δημοσιευμένο στο περιοδικό Κλήδονας

Πίνακας:Roamare Bearden

 

Tags:

Στράτος Φουντούλης, non est!

«Ειδικά εσύ θα έπρεπε να γνωρίζεις τη διαφορά μεταξύ μαρουλιού και λάχανου. Για τελευταία φορά σου λέω: δεν υπήρξαν ποτέ νεκταρόπιτες, μόνο φανουρόπιτες. Και όλα τα δέντρα δεν είναι πεύκα. Επιτέλους!». Κι αυτό λεγόταν πάντα με εκείνον τον ιδιαίτερο τονισμό τού «εσύ», που επιδιώκει να εξάρει εμένα, τον προσφωνούμενο, ως κατ’ εξαίρεση, κατάλληλο· ενοχλητικό n’ est-ce pas; Διότι με είχε κυριεύσει η εκκεντρικότητα των απαλών γυναικείων χεριών της· αυτά τα κατά βάση ξεδιάντροπα όργανα που με τόση αισθαντικότητα έπλασαν τους μεθυστικούς, αφράτους κουραμπιέδες· τους φανταζόμουν να λιώνουν με ατέλειωτη απόλαυση στο στόμα μου. «Δεν είναι κουραμπιέδες, μελομακάρονα είναι!»

Φωτό: Geof Kern

 

Tags: