RSS

Monthly Archives: July 2015

Xάρης Μελιτάς, Ελεύθερη πτώση

                  

Στον Γιάννη Τζανή


Έπεσε.
Η τιμή του βάμβακος.
Το αργό πετρέλαιο.
Το χρηματιστήριο.


Έπεσε.
Μια βροχή παράλογη.
Μάτωσε την άσφαλτο.
Ράγισε τη μέρα.


Έπεσε.
Απ’ τον τρίτο όροφο.
Σαν βαρύ ρεμπέτικο.
Ένα περιστέρι.


Χάρης Μελιτάς, από την ομώνυμη συλλογή Ελεύθερη πτώση, Μανδραγόρας, 2015

Φώτο: Irvin Penn

.

.

 

Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου: Κική Δημουλά, Όταν η υλικότητα διαμαρτύρεται

Η Κική Δημουλά, ανήκοντας στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, δεν ξεστρατίζει τον βηματισμό της από τον κυρίαρχο προβληματισμό αλλά και το ύφος αυτής της γενιάς, που οπωσδήποτε τη συγκλονίζουν θέματα υπαρξιακού προβληματισμού, ιδωμένα όμως υπό το πρίσμα μιας ανεπιτήδευτης και κάποτε ειρωνικής ματιάς. Εκείνο, ωστόσο, που διαφοροποιεί τη γραφή της είναι, απ’ τη μια οι ιδιάζουσες γλωσσικές ακροβασίες, οι οποίες μάλιστα στοιχειοθετούνται σ’ ένα κλίμα διαρκούς πειραματισμού που αιφνιδιάζει, κι απ’ την άλλη η εξόχως διεισδυτική εισβολή που επιχειρεί σε καταστάσεις τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού χώρου. Θαρρείς και η ιδιότροπη και ανατρεπτική ονοματοδοσία που αποπειράται, δεν είναι παρά η παιγνιώδης μα και βαθιά σαρκαστική στάση που επιλέγει να τηρήσει απέναντι στη φαινομενικά δίπολη ζωή. Όχι, τέτοιες ψευδαισθήσεις μακριά από εμάς. Και βέβαια μακριά και από εκείνη. Αγαπάει τις λέξεις η Δημουλά, τις αγαπάει τόσο, που τις μεταχειρίζεται σαν πρόσωπα, σαν χαρακτήρες που έχουν τη δική τους προσωπικότητα, όντα που αποφασίζει να τα ανασύρει απ’ την αδράνειά τους, να παίξουν ρόλο σοβαρό στη μεγάλη συζήτηση που έχει ανοιχτεί μες στις σελίδες της για θέματα που αφορούν στη μνήμη, τη λήθη, το χρόνο, τη φθορά. Αν δεν υπήρχε στη γραμματική το οξύμωρο ως σχήμα, είμαι απολύτως πεπεισμένη ότι εκείνη θα το επινοούσε. Το ποιητικό της ιδίωμα άλλωστε συνίσταται στην παιγνιώδη και ανατρεπτική σύνταξη, στους τολμηρούς συνδυασμούς έμψυχων και αφηρημένων, συγκεκριμένων και μεταφορικών, «ο έρωτας είναι αυτόχειρας» διαπιστώνει. Συνίσταται όμως και στις πολλαπλές αμφισημίες των λέξεων, στις μετωνυμίες, την υποκειμενοποίηση των εννοιών, στις συνεχείς επαναλήψεις, στον ελλειπτικό λόγο. Συνήθως, ουσιαστικοποιεί το επίθετο ή επιθετοποιεί το ουσιαστικό: «μεσίστιο μέλλον», «ισόγεια μνήμη», «πριονωτό ανεπίστρεπτο», «νοσταλγία δισύλλαβη», λέει αναφερόμενη στο σύζυγό της Άθω, και συνεχίζει «τοκογλύφος πλευρά του Αδάμ», «φορτηγό κλάμα», «ιστιοφόρα φωνή», ενώ αλλού συνδυάζοντας ρήματα με ουσιαστικά θα την ακούσουμε να λέει: «εκφωνείς γραμματόσημα». Κι αναρωτιέται ίσως κανείς, προς τι όλη αυτή η υποστασιοποίηση των εννοιών, η αιρετική αποδόμηση της γλώσσας, «ο υπερρεαλισμός της γραμματικής και του συντακτικού», όπως σημείωνε ο Τάσος Ρούσσος. Μα είναι προφανές. Δεν την αντέχει η Δημουλά την οριστικότητα των απωλειών, δε συμβιβάζεται με τα κοινώς αποδεκτά περί του αμετάκλητου, όπως άλλωστε και κάθε ποιητής. Διατηρεί όμως μέσα της βαθιά κι εκείνη την παιδική αθωότητα, που την γεμίζει έστω με την ψευδαίσθηση κάποιας ελπίδας. Τι κάνει λοιπόν; Αναποδογυρίζει τα πράγματα, μήπως και βρει κρυμμένο μέσα τους κάτι που της διέφυγε, κάτι που ίσως αναιρεί το προδιαγεγραμμένο, έναν κρυμμένο κωδικό αριθμό που θα ξεκλειδώσει τη σφραγισμένη μοίρα μας. Τι καταλάβαμε τόσους αιώνες, άλλωστε, με την ορθόδοξη διατύπωση και καταγραφή της διαμαρτυρίας μας;

Ακολουθώντας το πρωτόκολλο της σύνταξης, μήπως μπορέσαμε έστω και ελάχιστα να αποδράσουμε απ’ τη συντεταγμένη πορεία όλων των αβοήθητων, που οδεύει προς το θάνατο; Αστείο και να το συζητάμε. Ας ειρωνευτούμε και ας παίξουμε λοιπόν και προπαντός ας μην την παίρνουμε και τόσο σοβαρά την ειλημμένη απόφαση περί του μέλλοντός μας. Προς τι να παραδίδεται η φευγαλέα μας ύπαρξη στη νευρικότητα και την αμηχανία. Σοφό λοιπόν να καλυφθεί η προδιαγεγραμμένη απόσταση μέχρι το αμετάκλητο με κάποιους – έστω προσποιητά – αγέρωχους βηματισμούς. Τουλάχιστον, με τη Δημουλά να γράφει, μοιάζει σαν να διαμαρτύρεται εγγράφως η υλικότητά μας για εκείνη τη διαβεβαίωση που αργοπορεί, να καταγγέλλεται – μ’ άλλα λόγια – αυτή η βραδυπορία. Αυτός είναι και ο λόγος που η αφηγηματική γραφή της αφορίζει και γνωματεύει, μιλώντας εξ ονόματος όλων μας. Γιατί η απόγνωση είναι υπόθεση του καθενός, αδιακρίτως φύλου και ηλικίας. Το σημειώνω αυτό, γιατί κατά κόρον αναφέρθηκε ότι η ποίηση της Δημουλά απευθύνεται κυρίως στις γυναίκες. Το «Λίγο» όμως αφορά όλους μας, το ανολοκλήρωτο και το ημιτελές αποδεικνύεται εντέλει η μοναδική ισότητα σε τούτη τη ζωή. Ένα παράπονο λοιπόν κι ένας θυμός διατρέχει τους στίχους της Δημουλά για «Το λίγο του κόσμου», και όλες οι επαναλήψεις που της χρεώνονται δεν είναι παρά περίτεχνες μεταμφιέσεις της ίδιας απαράλλαχτης ανάγκης της ν’ ακούσει μιαν απόκριση, ένα ψέλλισμα έστω κάποιας υποτυπώδους δικαιολογίας απ’ την πλευρά του Θεού για την ακατανόητη άλυτη αφασία του που τράβηξε σε μάκρος.Του παραπονιέται λοιπόν και του δηλώνει την παραίτησή της απ’ τον μάταιο και μονομερή αγώνα προσέγγισής του. «… αχ, πανάλαφρος απέμεινε ο θάνατος του πόθου μου για σένα/ φυσικό / έχει κλαπεί από μέσα του το σώμα / μέτρα πόσους αιώνες ήκμασε φρενήρες / σφαδάζοντας επάνω / στην παγερή απάρνησή σου γαντζωμένο / και τώρα που αποχωρούν / αι μυροφόροι μοίραι μία μία / κι έμεινα μόνη μες στο άδειο γεγονός / ανασηκώνοντας το καπάκι που σκεπάζει / αυτά εδώ τα πτώματα που γράφω / και θλιμμένη γελώ παρατηρώντας / πώς ζάρωσε τι γερόντιο έθιμο απέμεινε / ο έρως μου για σένα / αλλά και τι γραΐδιο κωμικό τι μάταιο / η μη ανταπόκρισή σου / τετέλεσται όλα Χριστέ μου. / Τήρησα ωστόσο ευλαβώς / το έθιμο της οδύνης και φέτος». (Η λύτρωση της Μαγδαληνής, «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως») Δήμιος και ιεροεξεταστής του εαυτού της, με ειλικρίνεια αφοπλιστική βάζει το δάχτυλο ‘επί τον τύπον των ήλων’, εκθέτει και εκτίθεται επιδείχνοντας ωμότητα και τόλμη, που όμως στο βάθος της είναι απείρως σπλαχνική. Δεν μπορώ σαφώς να διαπιστώσω πόσος Κάλβος και πόσος Καρυωτάκης, πόσος Καβάφης και πόσος Παπατσώνης κυκλοφορούν στις φλέβες της γραφής της.

.

.

.

.

Εκείνο όμως που εμφανώς τη διατρέχει είναι η ίδια απόγνωση απέναντι στην απουσία του έρωτα, η απόγνωση από την απουσία των αγαπημένων ακόμα κι η απόγνωση, όταν η έμπνευση ή και η ευρηματικότητα τής γυρίζουν επιδεικτικά την πλάτη.«Άγραφων στίχων βρίσκω μισάνοιχτη την πόρτα. / Σπρώχνω ελαφρά το τρίξιμο να μπω / κι από το βάθος βάθος μού απαντά / μια αγριοφωνάρα / πως έχουνε γραφτεί». Αποφεύγοντας συστηματικά η Δημουλά τους εύκολους συναισθηματισμούς και το μελόδραμα, επιλέγει κάποτε ακόμη και το λαϊκό λεξιλόγιο, όπως: «αιώνες κοιλαράδες βραδυκίνητοι», «τζαμπατζήδες θεατρόφιλοι βράχοι», για να αιφνιδιάσει όμως αμέσως παρακάτω με την οξύτητα του μελαγχολικού αποφθέγματος: «Το σκληρό έμαθα πώς χαράζει / αλλά όχι πώς χαράζεται». Πέραν των άλλων, εκείνο που καθιστά και σε ένα άλλο επίπεδο ιδιαίτερη τη γραφή της είναι η συνομιλία, ο διαρκής διάλογος που ανοίγει όχι μόνο με τον εαυτό της, όχι μόνο με τους συνήθεις ύποπτους της ποίησης, τους φίλτατους νεκρούς, αλλά και με όλους εμάς τους ζωντανούς, τους αναγνώστες της καθώς και μ’ εκείνους τους επικριτές που της χρεώνουν νοησιαρχούμενη γραφή, επαναλαμβανόμενα θεματικά και εκφραστικά μοτίβα. «Με καταγγέλλουν / η ανανέωση και η ποικιλία / πως διακινώ μπαγιάτικες ποσότητες / με αποτέλεσμα να εθίζεται η ανία».
(Πάλι σε συγχωρώ, «Ήχος απομακρύνσεων») και αλλού στην ίδια συλλογή:«Ναι δίκιο έχεις: κόπωση θεμάτων. / Ίσως να έφταιξε εν μέρει / ότι δε βγήκα παραέξω από την ίδια στάση. / Ίσως, ίσως λέω αν είχα ταξιδέψει / σ’ ένα ωραίο νησί από μακριά / να σε υποδέχεται στ’ άσπρα ντυμένος ο ασβέστης / και ριγηλό να παιανίζει το έλλην μπλε / των παραθύρων / κάποια θα βρίσκαν να νοικιάσουν αλλαγή / τα θέματά μου». (Αντιγραφείς αισιοδοξίας ΙΙ). Η Δημουλά, κινούμενη με δεδομένη την άρνηση κάθε εξιδανικευτικού πλαισίου, ρίχνει λοξές, χλευαστικές ματιές στα σοβαρά και τα συγκινημένα, και με κινήσεις τελετουργικές αφαιρεί ένα – ένα τα βαριά φορέματα που ντύνουν το δραματικό της όποιας αδυναμίας μας. Στρέφει λοιπόν τους δυνατούς της προβολείς στα ασήμαντα και καθημερινά, παρέχει στέγη και τροφή στα αθέατα και αφανή, που ξεφεύγουνε της όρασής μας και τέλος με ποιήματα σφυριά καρφώνει μικρές διακριτικές ταμπελίτσες στο κάτω – κάτω μέρος των αμελητέων, προκειμένου να σηματοδοτήσει το πέρασμά τους. Άλλωστε, έχει πολύ βαθιά συναισθανθεί πως αυτό το μάταιο παιχνίδι ερμηνειών και αποκαλύψεων, που αιώνες τώρα παίζεται ανάμεσα σ’ εμάς και όλα τα μεγάλα, μα αποκεκρυμμένα, είναι εδώ και καιρό οριστικά χαμένο. Τεμαχίζει λοιπόν τα ένδοξα αδιέξοδά μας και αναψηλαφεί τις πολλαπλές προδοσίες. Δε γλιτώνει όμως ούτε η ίδια απ’ την αναψηλάφηση και τον τεμαχισμό. Σε έναν αέναο και μαζοχιστικό – θα λέγαμε – αυτοδιασυρμό, παρατηρεί, σαρκάζει και τελικά ομολογεί.«Δυσπνέεις. Κατανοητό. / Πνιγηρή του καθενός μας η δύση. / Κάνε όμως κάτι, σκαρφάλωσε / ή / χτύπα συνθηματικά τον τοίχο / του διπλανού τρόμου / ή / έστω θυμήσου λίγο παράθυρο / άσε κουφωτό ένα λάθος / να μπαίνει ελάχιστος άνθρωπος / ίσα να φέγγει να διακρίνεις / να μη χτυπάς επάνω στις κόγχες / της επίγνωσης». (Δυσπνέεις. Κατανοητό, «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως»)

Χαρακτηριστική επίσης είναι και η τάση γνωμάτευσης που διακρίνει τη γραφή της, προσφέροντάς μας διαμάντια αποφθεγματικού λόγου πικρών διαπιστώσεων. Και είναι πικρών, αφού ανάγλυφη και έκτυπη προβάλλει πάντοτε η ίδια δραματική διαπίστωση που αφορά στην έννοια του Πάντα, του Μαζί, του Ολόκληρου. Ό,τι εμπεριέχει την αίσθηση της πληρότητας λειτουργεί στην ποίηση της Δημουλά ως λέξη «αξιολύπητη», αφού μονίμως αυτοδιαψεύδεται.«Άλλο ένα σπάσιμο του Ολόκληρου. / Όλο σπάζει αυτό, / πριν καν υπάρξει σπάζει / και σαν να είναι γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό, / για να μην είναι. / Ολόκληρη ζωή σου λέει ο άλλος. / Από πού ως πού ολόκληρη / μ’ ένα σπασμένο πάντα μέτρο που κρατάτε / και μετράμε; / Αξιολύπητη λέξη το Ολόκληρο. / Σωματώδης αλλοπαρμένη περιφέρεται. / Γι’ αυτό τη φωνάζουν τρελή τα μπατίρια μεγέθη». (Σκόνη, «Το τελευταίο σώμα μου») Στη δέκατη τρίτη ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά, «Τα εύρετρα», ο αμφίσημος λόγος, οργανωμένος και πάλι γύρω απ’ τον υπαρξιακό πυρήνα, συνομιλεί με ό,τι αποδεικνύεται προκλητικά ανθεκτικό, τη φθαρτότητά μας. Μόνο που αυτή τη φορά η φθορά δε λειτουργεί αντανακλαστικά, ως παρατήρηση δηλαδή της σταδιακής αφαίρεσης που υφίσταται η ζωτικότητα έμψυχων και άψυχων. Στις μέχρι τώρα συλλογές η φωνή της ποιήτριας διατηρούσε τη χροιά εκείνη που παρέπεμπε σε υποκείμενο που διαπίστωνε και θρηνούσε για τις απώλειές του τόσο αναφορικά με την εξωγενή όσο και σχετικά με την εσώτερη πραγματικότητα. Μια καταγραφή των αποριών, του θυμού και της αγανάκτησης, κάτι που προσέδιδε στο σύνολο της γραφής της τον αέρα μιας καταγγελίας. Σάρκαζε, θύμωνε, ειρωνευόταν, φέρονταν σαν έφηβη που διαδήλωνε στις πλατείες με πανό και τηλεβόα. Στα «Εύρετρα» τολμά να προχωρήσει παραπέρα και όχι βέβαια να οπισθοχωρήσει. Μπορεί να βγαίνει απ’ την πορεία, να παρατάει το φωνακλάδικο συλλαλητήριο και να αποφασίζει να πάρει το δρόμο για το σπίτι. Κι αυτό βεβαίως σε καμιά περίπτωση δεν είναι υποχώρηση, αφού σ’ αυτή τη μοναχική πορεία προς το ένα, το για πάντα και από πάντα σπίτι, το σπίτι δηλαδή από εδώ και πέρα, το αιώνιο, δε σταματά ούτε λεπτό να ανεμίζει το ίδιο γνωστό πανό της διαμαρτυρίας της. Μόνο που τώρα είναι πιο ουσιαστική, αφού, γενόμενη η ίδια ταυτόχρονα λαός και αρχηγός μαζί, πορεύεται προς την ωριμότητα, αυτήν που κατά την άποψή της αποκτά εκείνος που παύει πλέον να απορεί. Η έφηβη λοιπόν των συλλαλητηρίων ξεντύνεται το έκπληκτο, αιφνιδιασμένο βλέμμα της – η εξοικείωση άλλωστε με τις απώλειες είναι συντελεσμένη προ πολλού – και προσανατολίζεται σε μια νέα μορφή ιδιότυπης αντίστασης. Εξηγούμαι: αφού δεν μπορεί να κατανοήσει, αφού δε στάθηκε καμιά δικαιολογία αρκούντως πειστική για το αναπότρεπτο της κατάληξής μας, αποφασίζει να έχει λόγο έστω για τα διαδικαστικά.

Ziegfeld Model - Non-Risque - by Alfred Cheney JohnstonΠροτρέχει συνεπώς και προοικονομεί, και μια και δεν της πέφτει λόγος κανένας για το «αν θα…», τουλάχιστον απαιτεί να έχει άποψη για το «πώς θα…», αρνούμενη να αφήσει το μέλλον της απουσίας της στα χέρια της τυχαιότητας: «…σταγόνες θέλω να μεταφέρουν / στον ώμο τους με ευλάβεια / όλων μαζί των μεγάλων θλίψεων / τη μικροσκοπική σωρό / αντί λουλούδια άγριες σταγόνες του αγρού / θέλω να με οδηγούν προφυλαγμένη / απ’ τις θανατηφόρες λακκούβες / της μακαρίας οδού…» (Αλλήλων τα βάρη)
και παρακάτω:«…στη στάχτη θα μ’ εμπιστευτώ / το χώμα μού πέφτει βαρύ / δεν μπορείς ν’ ανασάνεις / σε πιέζουν από πάνω και οι γλάστρες / που φέρνουν οι δικοί σου / βαραίνει και το πολύ νερό που πίνουν / εσένα σε περονιάζει η υγρασία / εχθρός για το αυχενικό σου…» Κι ενώ στο «Χαίρε ποτέ» στο ποίημα (Απροσδοκίες) το «στερνοπαίδι της όνειρο» ήταν τότε να «μη γερνάει μόνη» είκοσι δύο χρόνια μετά, στα «Εύρετρα», γράφει: «Το τελευταίο όνειρο / ξέρεις τι μου προτείνει; / να με πάει με το έλκηθρό του εκεί που ζουν οι πιγκουίνοι / εκεί ονειρεύομαι να ξενιτευτεί η θερμοκρασία του σώματός μου …ώσπου να εθιστεί σ’ αυτό το ψύχος / η αντοχή μου / και να εσωστραφώ σε πιγκουίνο / για να μην τρέμω / ό,τι και αν συμβεί / κρύο ποτέ να μην ξανααισθανθώ / ζέστη ποτέ να μην ξαναγαπήσω». (Στην ξενιτιά του σώματος). Ziegfeld Model - Non-Risque - by Alfred Cheney Johnston Από το σύνολο πάντως της ποιητικής της Δημουλά προκύπτει πως, όπου και αν στράφηκε, είτε αυτό ήταν ο ίδιος ο Θεός είτε ήταν ο έρωτας είτε ακόμα και η ζωή, εισέπραξε μια γενναιότατη προδοσία, που διέψευσε τις υψηλές της προσδοκίες. Στη συνέχεια την είδαμε να ψαλιδίζει λίγο – λίγο τα φτερά αυτών των προσδοκιών, να γίνεται πιο συγκαταβατική, να αρκείται και στα λίγα, να προτείνει μάλιστα τρόπους να βολευτούν και, αν γίνεται, ακόμη και να συνδυαστούν τα πράγματα. Θα πει απευθυνόμενη στο Θεό: «Δε γίνεται τουλάχιστον να μένεις / μια βδομάδα εδώ και μια στο πατρικό σου; / Θαύμα μεγάλο είσαι πια μπορείς / να επιβληθείς στη διανομή σου».
(«Ήχος απομακρύνσεων», Μεγάλη Πέμπτη) Στα «Εύρετρα» ωστόσο, βλέποντας να μη λαμβάνεται σοβαρά η πρότασή της, Τον καταγγέλλει για την εγκατάλειψή μας και την παράδοσή μας στην αιώνια πείνα για το αιώνιο: «…αν είχες, Κύριε και συ / ευλογήσει την παρουσία σου / δε θα μας είχε αφήσει / τόσο νηστικούς / σήμερον». Απογοητευμένη λοιπόν απ’ τη ζωή – που κατ’ ευφημισμόν ή «από λεπτότητα» ονομάστηκε έτσι, αντί να αποκαλείται «συντομία» – διαψευσμένη από την παραμορφωτική τάση του έρωτα, που πάντα είναι εφήμερος και βασανιστικά μονομερής, αλλά και από τις όποιες μεταφυσικές ελπίδες της παραιτημένη, καταφεύγει οριστικά πλέον στη γραφή ανακαλύπτοντας σ’ αυτήν στοιχεία αθανασίας: «…Μεταξύ του υπάρχω και του παύω / του μιλώ και του σώπασα / η μόνη κερδισμένη είναι / η διάσημη εκείνη πολεμική ανταποκρίτρια / η γραφή. / Θρασύτατη λογοκλόπος ανίερη / αντιγράφει / και το μιλώ και το σώπασα να υπάρχω / επιδέξια παραποιημένο σε / διαρκώ / στου χαρτιού το εχέμυθο αυτί». («Τα εύρετρα», Η θρασεία λογοκλόπος) Αιχμηρά τα ποιήματα αλλά και ο χρόνος που με περιορίζει σε λιγοστές επισημάνσεις που αδικούν και την ποιήτρια και τις προθέσεις μου. Κι επειδή τίποτα δε δύναται να είναι εντέλει ολόκληρο, αναγκάζομαι να κλείσω εδώ αυτή την ανολοκλήρωτη προσέγγιση για μια ποιήτρια που μίλησε ωστόσο εξ’ ολοκλήρου για τις απώλειές μας.

Αrtwork: Angie Young; Kamil Vojnar; Julia Geiser

 

Σωτήρης Τριβιζάς, Η τέχνη της ανάγνωσης

O αναγνώστης διαβάζει αργά, προσπαθώντας να εναρμονίσει το ρυθμό της ανάγνωσης με τους εσωτερικούς ρυθμούς της αφήγησης. Πολλές φορές απολαμβάνει δύο και τρεις φορές την ανάγνωση κάποιας σελίδας ή αφήνεται σε μία μυστική ονειροπόληση, η οποία αποτελεί μέρος της σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ εκείνου και του συγγραφέα. Ο αναγνώστης έχει την ικανότητα να διαβάζει ακόμα και ανάμεσα στις γραμμές, γιατί ξέρει ότι αυτές οι μικρές σιωπές που δημιουργούνται στα κενά της αφήγησης είναι αποκλειστικά δικός του χώρος: χώρος για να συλλογιστεί, για να δημιουργήσει, να ονειρευτεί. Ποτέ ο αναγνώστης δεν αφήνει αδιάβαστες σελίδες, για να φτάσει πιο σύντομα στο τέλος του βιβλίου. Για τον αναγνώστη σημασία έχει το ταξίδι, όχι ο προορισμός. (…)

Τυχαίνει κάποτε ορισμένα βιβλία ν’ αντιστέκονται στην πράξη της ανάγνωσης. Ο αναγνώστης πλήττει, δυσανασχετεί, χασμάται, συλλαμβάνει τον εαυτό του να παραβλέπει παραγράφους ή ακόμη και ολόκληρες σελίδες του βιβλίου. Δύο πράγματα είναι πιθανόν να συμβαίνουν: ή το βιβλίο είναι πράγματι κακό, οπότε ο αναγνώστης δικαιούται να το ενταφιάσει στη βιβλιοθήκη του αναλογιζόμενος με πίκρα την αστοχία της επιλογής του, ή ο ίδιος δεν είναι ακόμα έτοιμος για την ανάγνωση του συγκεκριμένου βιβλίου. Σ’ αυτήν τη δεύτερη περίπτωση ο αναγνώστης επανέρχεται μετά από μήνες ή και χρόνια και ανακαλύπτει στο βιβλίο που δεν κατόρθωσε να διαβάσει ένα αυθεντικό αριστούργημα. Το δέχεται χωρίς έκπληξη, γιατί ο αναγνώστης ξέρει ότι και αυτός ωριμάζει, όπως ακριβώς τα βιβλία. (…)

Σωτήρης Τριβιζάς, Η τέχνη της ανάγνωσης, από τη συλλογή δοκιμίων Το πνεύμα του λόγου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2000

Αrtwork: Anna Nemoy

.

.

 

Χάρης Μελιτάς, Ο χαρτοκλέφτης

.
Κρύβω εντέχνως δύο άσσους στο μανίκι.
Έναν μπαστούνι
μη χαλάσει το ασανσέρ
κι έναν σπαθί
μη χρειαστεί στο χαρακίρι.


Χάρης Μελιτάς, από τη συλλογή Κυνηγώντας τον δολοφόνο μου, Μανδραγόρας, 2015

Φωτό: Florian Imgrund

 

Xλόη Κουτσουμπέλη, Εκ των υστέρων

.

Το πρόβλημα είναι
πως δεν άκουσα τις κούκλες.
Ανοιγόκλειναν
τα γυάλινά τους μάτια
λέρωναν τα λευκά φορέματα
έχαναν τα νάυλον μαλλιά.
Πρόσεχε τα Σάββατα
μου έγνεφαν,
είναι πάντα ξεκούρδιστα
ο μηχανισμός κλάματος δεν λειτουργεί
το κεφάλι δεν είναι κολλημένο
κυλάει σε μία μόνη Κυριακή.
Αν ήμουν πιο προσεκτική
θα είχα από τότε αποσυνδέσει την ελπίδα
Επίσημα θα ήσουν τώρα
Κλινικά απών


Χλόη Κουτσουμπέλη, Εκ των υστέρων, από τη συλλογή Κλινικά απών, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014

Πίνακας: Eduardo Naranjo

.

.

 

Raphaële Billetdoux, Οι νύχτες μου είναι πιο όμορφες απ’ τις μέρες σας

Το μόνο πραγματικά δύσκολο εκείνη τη στιγμή ήταν να τραβήξεις το βλέμμα σου απ’ αυτή την ανοιχτή πληγή του ουρανού, τη βαθιά και δηλητηριώδη, που σαν πυρκαγιά καταύγαζε πάνω από το Παρίσι και αντανακλούσε τα φοβερότερα γνήσια τοπία, τα εκπληκτικότερα ζώα, σμιλεμένα στην πορφύρα αγγέλων που ξεψυχούσαν και από τους οποίους δεν έλαμπε πια άλλο τίποτε, πέρα από τη διάθλαση των χρυσών σαλπίγγων. Κάτω απ’ αυτό το τελευταίο σπαρτάρισμα το φωτός, ανθρώπινα όντα, πουλιά, αυτοκίνητα, είχαν τρελαθεί. Η εισβολή της σκιάς και η ζωηρή κίνηση στους δρόμους έδιναν μόνο μια ψευδαίσθηση ανέμου, που δεν μπορούσε να μετριάσει τον εποχιακό καύσωνα. Τα παιδιά έπεφταν μπρούμυτα κι αποφάσιζαν να κλάψουν. Οι σκύλοι στριφογύριζαν και σήκωναν τις μουσούδες τους για να κοιτάξουν τους ανθρώπους κατάματα. Η μέρα, που ήταν μεγάλη, να που ’χε κιόλας περάσει. Αυτήν ακριβώς την πιο ευλαβική ώρα, υποφέρεις ξαφνικά, επειδή δεν αγαπιέσαι κι επειδή απαγορεύεται να ορμήσεις πάνω στα άτομα του άλλου φύλου, που περνούν πλάι σου και σ’ αγνοούν.

Σωριασμένος στην καρέκλα του, είχε ξεχάσει ότι φορούσε άσπρα και ότι αυτό το λευκό πάνω στο ψηλό κουρασμένο κορμί του, μέσα στη γενική αγωνία του φωτός, θα μπορούσε να προκαλέσει στους άλλους για ένα δευτερόλεπτο, έναν πόνο τόσο έντονο σαν κι αυτόν που εκείνος ένιωθε κάθε φορά που κοίταζε τη θέα τ’ ουρανού, πέρα στον ορίζοντα. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να του κάνει μεγάλο κακό, γιατί αισθανόταν χαμένος. Άφηνε ανεπιφύλακτα τον εαυτό του βορά στους θορύβους και τους χρωματιστούς λεκέδες, στις γυναίκες, στους γυναικείους μηρούς, σ’ ό,τι κινιόταν γύρω του. Μέσα του όλα ήταν σιωπή. Και καθόταν εκεί με τα πόδια ανοιχτά, τα μάτια να καίνε, χαμένα στο κενό, σ ‘ ένα κενό που απλωνόταν απ’ τη θέση που βρισκόταν, στην ταράτσα μιας μπυραρίας κάπου στο Παρίσι, μέχρι την τελευταία άκρη της στεριάς που του φαινόταν ότι διέκρινε, εκεί, όπου ο τελευταίος βράχος της Γαλλίας μπερδεύεται με τα λαμπυρίζοντα μόρια του αέρα… Προσπάθησε να ελέγξει τ’ απανωτά χασμουρητά του, ελπίζοντας κάθε φορά που άνοιγε το στόμα, ότι τελικά θα ξέρναγε ολόκληρη την ψυχή του που, παρά την παριζιάνικη ζωή στην οποία την είχε εξαναγκάσει, αισθανόταν όλες τις λεπτές μεμβράνες της και τις καρδιακές κοιλότητες να κολλούν μεταξύ τους, μέσα στον παλμό της ίδιας του της ζωής. Κάποιος ξερός ήχος τον έβγαλε απ’ τ’ ονειροπόλημά του• ένας χρυσός αναπτήρας είχε κυλήσει ως τα πόδια του. Σήκωσε τα μάτια και είδε το πρόσωπο μιας νέας γυναίκας, λίγο στρουμπουλής, που δάγκωνε τα χείλη της.

Η πρώτη λέξη που του ήρθε στο νου ήταν «κορίτσι» κι αμέσως μετά «αίμα». Την ίδια στιγμή σκεφτόταν: τα χείλη της είναι μαύρα. Όλα αυτά ταίριαζαν με το δειλινό• έσκυψε και σήκωσε τον αναπτήρα.
– Να σας προσφέρω ακόμα ένα ποτό; είπε, έκπληκτος κι ο ίδιος από τον εαυτό του.
Της έδωσε τον αναπτήρα. Τον πήρε, μ’ έναν τρόπο πολύ διακριτικό και χαμογέλασε σαν να ζητούσε συγγνώμη. Άναψε το τσιγάρο που κρατούσε, άφησε τον αναπτήρα. Δεν φαινόταν πια απ’ αυτήν παρά μια τούφα απ’ τα μαλλιά της.
– Συγγνώμη, της είπε, σας έκανα μια ερώτηση και δεν άκουσα την απάντησή σας.
Η τούφα των μαλλιών ανέμισε, δυο μάτια τον κοίταξαν. Πολλές φορές διακρίνουμε τ’ αυτιά ενός ζώου, την ουρά του, την κίνηση ολόκληρου του σώματός του. Αν όμως δεν έχουμε κοιτάξει τα μάτια του, να λάμπουν μεσ’ απ’ το τρίχωμα, θα ήταν μυθιστορηματικό να λέγαμε ότι συναντήσαμε κάποιον… Δεν ήξερε πια πόση ώρα τον κρατούσε, ολοζώντανο, στην άκρη ενός βλέμματος, που ήταν ωμό, βαθύ, ήρεμο και μακρύ σαν μίσχος έτοιμος να τον διαπεράσει, όταν ξαφνικά τον άφησε.
– Όχι βέβαια, είναι αυτονόητο, είπε απλά.

Raphaële Billetdoux, Οι νύχτες μου είναι πιο όμορφες απ’ τις μέρες σας, μτφρ.: Έφη Κορομηλά, σελ. 7-10, Εκδόσεις Νεφέλη, 1986

Artwork: Adam Martinakis

.

.

 

Jacques-Alain Miller, Ερωτευόμαστε εκείνον που ανταποκρίνεται στην ερώτησή μας: «Ποιος είμαι;» (to23ogramma.wordpress.com)

MillerΠηγή:to23ogramma.wordpress.com

Hanna Waar (στο εξής ΗW): Μας διδάσκει κάτι η ψυχανάλυση για τον έρωτα;
Jacques-Alain Miller (στο εξής JAM): Πολλά πράγματα, επειδή είναι μια εμπειρία της οποίας πηγή είναι ο έρωτας. Είναι το ερώτημα του αυτόματου και, ακόμη συχνότερα, αυτού του μη συνειδητού έρωτα που φέρνει ο αναλυόμενος στον αναλυτή και καλείται μεταβίβαση. Είναι σκηνοθετημένος έρωτας αλλά φτιαγμένος από το ίδιο υλικό με τον αληθινό έρωτα. Ρίχνει φως στον μηχανισμό του: ο έρωτας απευθύνεται σε αυτόν/την που νομίζεις ότι γνωρίζει την αληθινή αλήθεια σου. Αλλά ο έρωτας σε κάνει να σκεφτείς ότι αυτή η αλήθεια είναι ευχάριστη, ενώ στην πραγματικότητα είναι δύσκολο να την αντέξεις.
HW: Τι είναι λοιπόν το να ερωτεύεσαι αληθινά;
JAM: Το να είσαι αληθινά ερωτευμένος είναι να πιστεύεις ότι με το να ερωτεύεσαι θα πάρεις μια αλήθεια για τον εαυτό σου. Ερωτευόμαστε αυτόν/ή που έχει την απάντηση ή μια απάντηση στην ερώτησή μας: «Ποιος είμαι;».

.

HW: Γιατί κάποιοι γνωρίζουν πώς να ερωτεύονται και κάποιοι άλλοι όχι;
JAM: Μερικοί άνθρωποι ξέρουν πώς να προκαλέσουν τον έρωτα στο άλλο πρόσωπο, όντας εραστές κατά συρροή, παρομοίως άνδρες και γυναίκες. Γνωρίζουν τι ωθεί κάποιον να ερωτευτεί. Αλλά δεν ερωτεύονται απαραιτήτως, μάλλον παίζουν τη γάτα με το ποντίκι με το θήραμά τους. Για να ερωτευτείς πρέπει να παραδεχτείς την έλλειψή σου και να αναγνωρίσεις ότι χρειάζεσαι τον/την άλλο/η, ότι σου λείπει. Εκείνοι που νομίζουν ότι είναι πλήρεις μόνοι τους ή θέλουν να γίνουν δεν ξέρουν να ερωτεύονται. Και μερικές φορές το επιβεβαιώνουν με πόνο. Χειραγωγούν, κινούν τα νήματα αλλά για τον έρωτα δεν γνωρίζουν ούτε τα ρίσκα του ούτε την ευχαρίστησή του.
HW: «Πλήρεις μόνοι τους»: μόνο ένας άνδρας θα σκεφτόταν κάτι τέτοιο…
JAM: Καλή παρατήρηση! Ο Lacan συνήθιζε να λέει: «Το να ερωτεύεσαι είναι να δίνεις κάτι που δεν έχεις». Αυτό σημαίνει: το να ερωτεύεσαι είναι το να αναγνωρίζεις την έλλειψή σου και να τη δίνεις στον άλλο, να την τοποθετείς στον άλλο. Δεν είναι να δίνεις αυτό που κατέχεις, αγαθά και δώρα, είναι να δίνεις κάτι που δεν κατέχεις, κάτι που είναι πέρα από σένα. Για να το κάνεις αυτό πρέπει να αποδεχτείς την έλλειψη, τον «ευνουχισμό» σου, όπως έλεγε ο Freud. Και αυτό είναι ουσιωδώς γυναικείο. Κάποιος αγαπά πραγματικά από μια γυναικεία θέση. Η αγάπη σε εκθηλύνει (feminise). Για αυτό η αγάπη στον άνδρα είναι πάντα λίγο κωμική, αστεία. Αν όμως επιτρέψει στον εαυτό του να φοβηθεί τη γελοιοποίηση, τότε στην πραγματικότητα δεν είναι και πολύ σίγουρος για τον ανδρισμό του.

.
HW: Είναι πιο δύσκολο για τους άνδρες να ερωτευτούν;
JAM: Ω ναι! Ακόμη και ένας ερωτευμένος άνδρας έχει αναλαμπές αξιοπρέπειας, ξεσπάσματα επιθετικότητας απέναντι στο αντικείμενο του έρωτά του, επειδή αυτός ο έρωτας τον βάζει σε μια θέση έλλειψης, εξάρτησης. Γι’ αυτό και μπορεί να επιθυμεί γυναίκες με τις οποίες δεν είναι ερωτευμένος, έτσι ώστε να επιστρέψει στην ανδροπρεπή θέση που αναστέλλει όταν είναι ερωτευμένος. Ο Freud καλεί αυτή την αρχή «υποβάθμιση της ερωτικής ζωής» στους άνδρες: τον διαχωρισμό μεταξύ έρωτα και σεξουαλικής επιθυμίας.
ΗW: Και στις γυναίκες;
JAM: Είναι λιγότερο συχνό. Στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει ένας διπλασιασμός του ανδρικού συντρόφου. Από τη μια είναι ο άνδρας που τους δίνει απόλαυση και που επιθυμούν, και από την άλλη ο άνδρας του έρωτα, που είναι εκθηλυμένος, απαραιτήτως ευνουχισμένος. Μόνο που δεν είναι η ανατομία που έχει εδώ τα ηνία: υπάρχουν μερικές γυναίκες που υιοθετούν μια ανδρική θέση. Υπάρχουν όλο και περισσότερες. Ένας άνδρας για αγάπη και άλλοι άνδρες για απόλαυση, που γνώρισαν στο διαδίκτυο, στο δρόμο ή στο τρένο.

HW: Γιατί «όλο και περισσότερες»;
JAM:Τα κοινωνικοπολιτισμικά στερεότυπα της θηλυκότητας και της αρρενωπότητας βρίσκονται σε μια διαδικασία ριζικού μετασχηματισμού. Οι άνδρες καλούνται να αποκαλύψουν τα συναισθήματά τους, να αγαπούν και να εκθηλυνθούν. Οι γυναίκες αντιθέτως υφίστανται μια πίεση για αρρενωποίηση: στο όνομα της νομικής ισότητας οδηγούνται στο να συνεχίζουν να λένε: «και εγώ επίσης». Την ίδια στιγμή οι ομοφυλόφιλοι/ες απαιτούν τα ίδια δικαιώματα και σύμβολα με τους ετεροφυλόφιλους, όπως ο γάμος και η γονεϊκότητα. Υπάρχει μια μεγάλη αστάθεια στους ρόλους, μια διαδεδομένη ρευστότητα στο θέατρο του έρωτα, που έρχεται σε αντίθεση με την σταθερότητα του χτες. Ο έρωτας γίνεται ρευστός, όπως παρατήρησε ο κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman. O καθένας οδηγείται στο να εφεύρει το δικό του life style, να υιοθετήσει τον δικό του τρόπο απόλαυσης και έρωτα. Τα παραδοσιακά σενάρια γίνονται σταδιακά ξεπερασμένα. Η κοινωνική πίεση για εναρμόνιση δεν έχει εξαφανισθεί αλλά φθίνει.

Diego RiveraHW: «Ο έρωτας είναι πάντα αμοιβαίος» είπε ο Lacan. Αληθεύει αυτό ακόμη στο παρόν πλαίσιο; Τι σημαίνει;
JAM: Αυτή η πρόταση επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά χωρίς να γίνεται κατανοητή ή γίνεται κατανοητή με λάθος τρόπο. Δεν σημαίνει ότι το να είσαι ερωτευμένος με κάποιον είναι αρκετό για να είναι ερωτευμένος και εκείνος μαζί σου. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανόητο. Σημαίνει: «Αν σε έχω ερωτευτεί, είναι επειδή είσαι αξιαγάπητος. Εγώ είμαι αυτός που ερωτεύεται αλλά και εσύ ανακατεύεσαι σε αυτό, επειδή υπάρχει κάτι σε εσένα που με κάνει να σε ερωτευτώ. Είναι αμοιβαίο, επειδή υπάρχει ένα πίσω-μπρος: η αγάπη που έχω για εσένα είναι το ανταποδοτικό αποτέλεσμα του αίτιου της αγάπης που είσαι για μένα. Έτσι εμπλέκεσαι και εσύ. Ο έρωτάς μου για εσένα δεν είναι απλώς δικό μου ζήτημα αλλά και δικό σου. Ο έρωτας μου λέει κάτι για σένα που πιθανώς να μην το γνωρίζεις». Αυτό δεν εγγυάται ούτε στο ελάχιστο ότι κάποιος θα ανταποκριθεί στον έρωτα του άλλου: όταν αυτό συμβαίνει είναι πάντα της τάξης του θαύματος, δεν υπολογίζεται προκαταβολικά.

HW: Δεν τον ή την βρίσκουμε τυχαία. Γιατί αυτός ο άνδρας ή γιατί αυτή η γυναίκα;
JAM: Είναι αυτό που ο Freud ονομάζει Liebesbedingung, η κατάσταση της αγάπης, το αίτιο της επιθυμίας. Είναι ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό ή σύνολο χαρακτηριστικών που οδηγούν το άτομο να επιλέξει τον/ την αγαπημένο/η. Αυτό διαφεύγει εξ’ ολοκλήρου των νευροεπιστημών, επειδή είναι μοναδικό σε κάθε άνθρωπο, εξαρτάται από την μοναδική προσωπική του ιστορία. Για παράδειγμα, ο Freud αναφέρει για έναν ασθενή του ότι αίτιο της επιθυμίας του ήταν η γυαλάδα μιας γυναικείας μύτης.

HW: Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς στον έρωτα που θεμελιώνεται σε τέτοια ασήμαντα πράγματα!
JAM: Η πραγματικότητα του ασυνείδητου ξεπερνά την φαντασία. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσα θεμελιώνονται στην ανθρώπινη ζωή, ιδιαίτερα όσον αφορά τον έρωτα σε μικρά πράγματα, σε «θεϊκές λεπτομέρειες». Είναι αλήθεια ότι στους άντρες βρίσκεις τέτοια αίτια επιθυμίας, τα οποία είναι όπως τα φετίχ. Η παρουσία τους είναι απαραίτητη για να πυροδοτηθεί η διαδικασία της αγάπης. Μικροσκοπικές ιδιαιτερότητες, ενθύμια του πατέρα, της μητέρας, του αδελφού, της αδελφής, κάποιου/ας από την παιδική ηλικία επίσης παίζουν σημαντικό ρόλο στην επιλογή ερωτικού αντικειμένου από την γυναίκα. Αλλά η γυναικεία μορφή της αγάπης είναι περισσότερο ερωτομανιακή παρά φετιχιστική: θέλουν να αγαπηθούν και το ενδιαφέρον, η αγάπη, που τους δείχνεται είναι συχνά sine qua non για την πυροδότηση της αγάπης τους ή τουλάχιστον της συγκατάθεσής τους. Αυτό το φαινόμενο βρίσκεται στην βάση του φλερτ των ανδρών προς τις γυναίκες.

HW: Αποδίδεις κάποιον ρόλο στις φαντασιώσεις;
JAM: Στις γυναίκες οι φαντασιώσεις, είτε συνειδητές είτε ασυνείδητες, είναι αυτές που παίζουν τον αποφασιστικό ρόλο για τη θέση της jouissance και λιγότερο η επιλογή του ερωτικού αντικειμένου. Για τους άντρες ισχύει το αντίθετο. Για παράδειγμα, μια γυναίκα μπορεί να φτάνει σε οργασμό (απόλαυση) με την προϋπόθεση ότι φαντάζεται κατά τη συνουσία ότι τη χτυπούν, τη βιάζουν ή ότι είναι μια άλλη γυναίκα ή ότι είναι κάπου αλλού, απούσα.


HW: Και η αντρική φαντασίωση;
JAM: Την συναντούμε στην ιστορία του έρωτα με την πρώτη ματιά. Το κλασικό παράδειγμα που σχολιάστηκε από τον Lacan στη νουβέλα του Γκαίτε, το αιφνίδιο πάθος του Βέρθερου για τη Σαρλό τη στιγμή που τη βλέπει για πρώτη φορά καθώς ταΐζει τα παιδιά τριγύρω της. Εδώ είναι η μητρική ποιότητα της γυναίκας που πυροδοτεί τον έρωτα. Ένα άλλο παράδειγμα παρμένο από την πρακτική μου είναι το εξής: ένα αφεντικό στα 50 του βλέπει υποψηφίους για τη θέση γραμματέως. Εμφανίζεται μια νεαρή γυναίκα 20 χρονών. Αμέσως της δηλώνει τον έρωτά του. Αναρωτιέται τι του συνέβη και ξεκινά ανάλυση. Εκεί αποκαλύπτει τι πυροδότησε την αντίδρασή του. Στη γυναίκα συνάντησε χαρακτηριστικά που του θύμισαν τι ήταν στην ηλικία των 20 όταν πήγε στην πρώτη του συνέντευξη για δουλειά. Κατά κάποιον τρόπο ερωτεύτηκε τον εαυτό του.
Σε αυτά τα δύο παραδείγματα βλέπουμε τις δύο πλευρές του έρωτα που διαχώρισε ο Freud: είτε ερωτεύεσαι κάποιον/α που προστατεύει, σε αυτή την περίπτωση τη μητέρα, ή ερωτεύεσαι την ναρκισσιστική εικόνα του εαυτού σου.


HW: Ακούγεται σαν να είμαστε κούκλες!
JAM: Όχι, μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας τίποτα δεν γράφεται προκαταβολικά, δεν υπάρχει πυξίδα, προκαθορισμένη σχέση. Η συνάντησή τους δεν είναι προγραμματισμένη, όπως είναι μεταξύ του σπερματοζωαρίου και του ωάριου. Δεν έχει να κάνει ούτε με τα γονίδιά μας. Οι άνδρες και οι γυναίκες μιλούν, ζουν σε έναν κόσμο λόγου, και αυτό είναι καθοριστικό. Οι τροπικότητες του έρωτα είναι εξαιρετικά ευαίσθητες στην περιβάλλουσα κουλτούρα. Κάθε πολιτισμός διακρίνεται για τον τρόπο που δομεί τη σχέση μεταξύ των φύλων. Τώρα στη Δύση, στις κοινωνίες μας που είναι φιλελεύθερες, νομικο-δικαιϊκές το «πολλαπλό» είναι έτοιμο να εκθρονίσει το «ένα».Το ιδεώδες μοντέλο του μεγάλου έρωτα για μια ζωή χάνει σταδιακά έδαφος, έναντι του γρήγορου ραντεβού, του γρήγορου έρωτα και ενός πλήθους εναλλακτικών, διαδοχικών, ακόμη και ταυτόχρονων ερωτικών σεναρίων.

HW: Και η αγάπη μακροπρόθεσμα; Η αιώνια αγάπη;
JAM: Ο Μπαλζάκ είπε: «κάθε πάθος που δεν είναι αιώνιο είναι φρικτό». Αλλά μπορεί ο δεσμός να κρατήσει για μια ζωή μέσα στην εγγραφή του πάθους; Όσο περισσότερο ένας άνδρας αφιερώνεται σε μια γυναίκα, τόσο περισσότερο τείνει να αποδεχτεί μια μητρική σήμανση για αυτόν: περισσότερο εξαϋλωμένη και απλησίαστη παρά αγαπημένη. Οι παντρεμένοι ομοφυλόφιλοι αναπτύσσουν αυτή τη λατρεία της γυναίκας καλύτερα: ο Αραγκόν τραγουδάει τον έρωτα του για την Έλσα. Όταν πεθαίνει, είναι γεια σας αγόρια! Και όταν μια γυναίκα γαντζώνεται σε έναν άντρα, τον ευνουχίζει. Έτσι το μονοπάτι είναι δύσβατο. Το καλύτερο πεπρωμένο για τη συζυγική αγάπη είναι η φιλία, αυτό ουσιαστικά που είπε ο Αριστοτέλης.


HW: Το πρόβλημα είναι ότι οι άντρες λένε ότι δεν καταλαβαίνουν τι θέλουν οι γυναίκες και οι γυναίκες δεν ξέρουν τι περιμένουν οι άντρες από αυτές…
JAM: Ναι. Αυτό που έρχεται ως αντίρρηση στην αριστοτελική λύση είναι ότι ο διάλογος μεταξύ των δύο φύλων είναι αδύνατος, όπως είπε ο Lacan με έναν στεναγμό. Οι ερωτευμένοι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να συνεχίζουν να μαθαίνουν την γλώσσα του άλλου επ’ αόριστον, ψηλαφώντας, αναζητώντας τα κλειδιά, κλειδιά που είναι πάντα ανακλήσιμα. Ο έρωτας είναι πάντα ένας λαβύρινθος από παρεξηγήσεις όπου η έξοδος δεν υπάρχει.

[Ευχαριστώ: Στο ντιβάνι με τον Λακάν]

Πίνακες: Frida Kahlo, Diego Rivera