RSS

Monthly Archives: June 2015

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ωραίες εσείς

Gilbert_Garcin_061

.

Ωραίες εσείς που κυκλοφορείτε
Αμέριμνες στο σκοτεινό το διαδίκτυο,
Παρακαλώ σας θυμηθείτε
Αυτούς που να σας έχουν δεν μπορούνε
Μα σε πνιγμό πιασμένοι ολονύκτιο
Τα ηλεκτρονικά σας ίχνη ακολουθούνε.

Αντιπάτρου του Σιδωνίου
ca 170 μ.Χ.

Photo: Gilbert Garcin

.

.

 

Eιρήνη Καραγιαννίδου, Γράφεις

.

Γράφεις.
Τα σανατόρια ιδρώνουνε στα χέρια
Όπου πηδούν ποτάμια λέξεις Τις χαίτες
ανεμίζοντας
Αδιαφορώντας για τις αιμοπτύσεις,
Τα φαγωμένα σου πλευρά Αφού


κανείς ποτέ δε βούλιαξε στις παύσεις
Παρά οι ποιητές
στα δόντια του Μινώταυρου


Ώσπου ν’ ανακαλύψουν τα σφραγίσματα.

Πίνακας: Shipra Bhattacharya

 

Αλμπέρ Καμύ, Η πτώση

 Όταν θα είμαστε όλοι ένοχοι, τότε θα έχουμε δημοκρατία. Χωρίς να λογαριάσουμε, αγαπητέ φίλε, ότι πρέπει να εκδικηθούμε, επειδή είμαστε υποχρεωμένοι να πεθάνουμε μόνοι. Ο θάνατος είναι μοναχικός, ενώ η δουλεία συλλογική. Έχουν κι άλλοι το μερτικό τους, και μάλιστα την ίδια στιγμή μ’ εμάς, αυτό είναι το σημαντικό. Όλοι ενωμένοι, επιτέλους, αλλά γονατιστοί και με το κεφάλι σκυμμένο. Μήπως δεν είναι καλό να ζω επίσης κατ’ εικόνα και ομοίωση της κοινωνίας; Για να γίνει αυτό, δεν θα ’πρεπε η κοινωνία να μου μοιάζει; Η απειλή, η ατίμωση, η αστυνομία είναι τα ιερά μυστήρια τούτης της ομοιότητας. Περιφρονημένος, παγιδευμένος, καταπιεσμένος, θα μπορώ τότε να δείξω όλες τις ικανότητές μου, ν’ απολαύσω τον εαυτό μου όπως είναι, να είμαι επιτέλους φυσικός. Να γιατί, φίλτατε, αφού τίμησα επίσημα την ελευθερία, αποφάσισα στα κρυφά ότι έπρεπε να την παραδώσω χωρίς καθυστέρηση σε οποιονδήποτε. Και, κάθε φορά που μου δίνεται η ευκαιρία, κάνω κήρυγμα στην εκκλησία μου, στο Μέξικο Σίτι, προσκαλώ τον καλό λαό να υποταχτεί και να επιδιώξει ταπεινά τις ανέσεις της δουλείας, έστω κι αν χρειάζεται να την παρουσιάσω σαν τη γνήσια ελευθερία. Μα δεν είμαι τρελός, συνειδητοποιώ ότι η σκλαβιά δεν πρόκειται να’ ρθει αύριο. Θα είναι ένα από τα αγαθά του μέλλοντος, αυτό είν’ όλο.

Ως τότε, πρέπει να τα βολέψω με το παρόν και να αναζητήσω μια λύση, προσωρινή τουλάχιστον. Χρειάστηκε λοιπόν να βρω έναν άλλο τρόπο, για να μοιραστούμε όλοι μας την κρίση και να βαραίνει έτσι λιγότερο πάνω στους ώμους μου. Τον βρήκα αυτόν τον τρόπο. Ανοίξτε λίγο το παράθυρό σας, παρακαλώ, κάνει φοβερή ζέστη εδώ μέσα. Όχι πάρα πολύ, γιατί κρυώνω. Η ιδέα μου είναι απλή και συνάμα γόνιμη. Πώς να τους βάλω όλους να βράσουν στο ίδιο καζάνι για να ’χω το δικαίωμα να στεγνώσω εγώ στον ήλιο; Ν’ ανέβω στο βήμα, όπως πολλοί λαμπροί συγκαιρινοί μου, και να καταραστώ την ανθρωπότητα; Πολύ επικίνδυνο αυτό! Κάποια μέρα ή κάποια νύχτα, το γέλιο ξεσπάει απροειδοποίητα. Η δικαστική απόφαση που βγάζετε για τους άλλους στρέφεται τελικά εναντίον σας, σας έρχεται κατάμουτρα και προκαλεί ζημιές. Και τι έγινε; θα πείτε. Ε, λοιπόν, να η μεγαλοφυής ιδέα. Ανακάλυψα ότι, προσμένοντας τον ερχομό των αφεντάδων με τις βέργες τους, οφείλουμε, όπως ο Κοπέρνικος, να αναστρέψουμε το συλλογισμό για να θριαμβεύσουμε. Αφού δεν γινόταν να καταδικάσουμε τους άλλους, χωρίς αμέσως να κρίνουμε τον εαυτό μας, θα ’πρεπε να ρίξουμε όλα τα βάρη πάνω μας, για να έχουμε το δικαίωμα να κρίνουμε τους άλλους. Αφού κάθε δικαστής καταλήγει μια μέρα μετανοητής, θα ’πρεπε να πάρουμε το δρόμο από την αντίθετη κατεύθυνση και να γίνουμε πρώτα μετανοητές, για να καταλήξουμε τελικά σε δικαστές. Με παρακολουθείτε; Eντάξει. Για να γίνω ωστόσο πιο σαφής θα σας δείξω πώς δουλεύω.

Αλμπέρ Καμύ, Η πτώση, μτφρ: N. Καρακίτσου-Ντουζέ, Μ. Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν, σελ. 106-107, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2010

Φωτό: Rene Maltete

.

.

 

Ernesto Sabato, Περί ηρώων και τάφων

Σ’ εκείνο το δωματιάκι, λοιπόν, άρχισα να γράφω ιστορίες. Τώρα καταλαβαίνω ότι ανέκαθεν η τέχνη του καιρού μας, αυτή η δυνατή και αποδιαρθρωμένη τέχνη, γεννιέται πάντα από την προσωπική μας διάλυση, από την αγωνία μας και από τη δυσαρέσκειά μας. Ένα είδος απόπειρας συμφιλίωσης με τον κόσμο της ράτσας των εύθραυστων, ανήσυχων και γεμάτων επιθυμίες πλασμάτων, που είναι οι άνθρωποι. Τα ζώα δεν χρειάζονται αυτήν τη μεσολάβηση της τέχνης• τους αρκεί που ζουν, καθώς η ύπαρξη τους εξελίσσεται αρμονικά με την ικανοποίηση των αταβιστικών τους αναγκών. Το πουλί αρκείται σε μερικούς σπόρους ή σκουλήκια, ένα δέντρο για να φτιάξει τη φωλιά του και τους μεγάλους χώρους να πετά• και η ζωή του, από τη γέννησή του ως το θάνατό του, κυλά μ’ έναν ευτυχή ρυθμό, που δεν απογοητεύεται ποτέ ούτε από τη μεταφυσική απογοήτευση ούτε από την τρέλα.

Ο άνθρωπος όμως από τη στιγμή που σηκώθηκε στα δύο πίσω πόδια του κι έφτιαξε ένα τσεκούρι με μια κοφτερή πέτρα, δημιούργησε μεν τις βάσεις του μεγαλείου του, αλλά ταυτόχρονα και τις ρίζες του άγχους του, επειδή με τα χέρια του και τα εργαλεία που έφτιαχνε με τα χέρια του, έμελλε να ανεγείρει εκείνη την τόσο στέρεη και παράξενη κατασκευή που ονομάζεται κουλτούρα, για να αρχίσει έτσι η μεγάλη διάλυσή του, αφού είχε πάψει μεν να είναι ένα απλό ζώο, χωρίς ωστόσο να γίνει θεός που του υπέβαλλε το πνεύμα του. Θα είναι αυτό το δισυπόστατο και δυστυχισμένο πλάσμα που κινείται και ζει ανάμεσα στη γη των ζώων και τον ουρανό των θεών του, που θα έχει χάσει τον επίγειο παράδεισο της αθωότητάς του, χωρίς να έχει κερδίσει τον ουράνιο παράδεισο της απολύτρωσής του• θα είναι αυτό το πονεμένο και άρρωστο στο μυαλό πλάσμα, που θα αναρωτηθεί για πρώτη φορά για το γιατί της ύπαρξής του. Κι έτσι, τα χέρια κι ύστερα εκείνο το τσεκούρι, εκείνη τη φωτιά κι αργότερα η επιστήμη και η τεχνική θα έσκαβαν κάθε μέρα και περισσότερο την άβυσσο που θα τον χώριζε από τη ράτσα της προέλευσής του και από τη ζωτική του ευτυχία. Και η πόλη θα αποτελέσει στο τέλος την τελική φάση της ξέφρενης πορείας του, την ύψιστη έκφραση της αλαζονείας του και τη μέγιστη μορφή της αλλοτρίωσής του.

Και τότε, πλάσματα στενοχωρημένα, μισότυφλα και μισότρελα, αγωνίζονται ψηλαφητά να ξαναβρούν εκείνη τη χαμένη αρμονία με το μυστήριο και το αίμα, ζωγραφίζοντας ή γράφοντας μια διαφορετική πραγματικότητα που συχνά μοιάζει φανταστική και παρανοϊκή, αλλά που, πράγμα περίεργο, πρόκειται να είναι πιο βαθιά από την καθημερινή πραγματικότητα. Και, έτσι, ονειρευόμενοι και για τους άλλους οι καλλιτέχνες, αυτά τα εύθραυστα πλάσματα, κατορθώνουν να αρθούν πάνω από την προσωπική τους δυστυχία και γίνονται ερμηνευτές και σωτήρες (πονεμένοι) του συλλογικού πεπρωμένου. H δυστυχία μου όμως ήταν πάντα διπλή, επειδή η αδυναμία μου, το παθητικό πνεύμα μου, η αναποφασιστικότητά μου και η αβουλία μου με εμπόδιζαν να κατακτήσω εκείνη τη νέα τάξη πραγμάτων, εκείνο τον Νέο Κόσμο, που είναι το έργο τέχνης• και κατέληγα πάντα να πέφτω από τις σκαλωσιές εκείνου του ποθητού οικοδομήματος που θα με έσωζε. Πέφτοντας, κακοποιημένος, και διπλά θλιμμένος, έτρεχα και πάλι να βρω τα απλά ανθρώπινα όντα.

Ernesto Sabato, Περί ηρωών και τάφων, σελ. 564-566, μτφρ.: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, Εκδόσεις Εξάντας, 1986

Πίνακες: Dana Levin, Danie Jansen van Vuuren

.

.

 

Χρύσα Φάντη, Η ιστορία της Σ.

Ερεσός, 1975

-Μυρωδιά από μεταπολίτευση;
-Μυρωδιά ώριμου σύκου. Για την ακρίβεια Ιούλιος.
«Ήρθις;» Ανάμεσα κουζίνας και σκάλας, η Ουρανία όπως μασκαρεμένη οσία. Τι ακριβώς της δείχνει; Τη γαβάθα με τον καφέ του Θόδωρου; Τα σακατεμένα πόδια της; Ζαρωμένα κανιά, μαύρο λειρί καρακάξας. Η φωνή της ένρινο βέλασμα.
«Αυτό που βλέπεις. Πάνω κάτω, πάνω κάτω. Μ’ έστυψι ου π’ αναθιμά τουν». Περικυκλωμένες από λουρίδες φωτός, Σ. και Ουρανία προχωρούν τριποδίζοντας. Στο πάτωμα τσαλακωμένα μαντίλια, πανιά με χαλκοπράσινα στίγματα μπαγιάτικου ξερατού.
Άμορφη, υπερμεγέθης μάζα, δέρμα πολιορκημένο από έντομα, σάρκα μες στη πληγή. Ο Θόδωρος ολοτσίτσιδος, χυμένος πάνω σ’ αυτό που κάποτε ήτανε σώμα. Ανάμεσα στα αχαμνά, δυο καφετιά, ψόφια σκουλήκια. Κάτω από τα φρύδια δυο κακοχυμένες τρύπες.


«Κοίτα τον. Αγελάδα. Τι αγελάδα; Ελέφαντας. Κάθε μέρα το καταπέτασμα. Μασούλημα και πάλι μασούλημα».
Κουκούλια λίπους τα βλέφαρα, μπράτσα που έχουνε γίνει ένα με την κοιλιά. Ο ακάλυπτος πούτσος του ζαρωμένο πλαστικό σωληνάκι.
«Να έφτασε τα διακόσια;»
«Τριακόσια και βάλε. Για να τον ζυγίσεις πρέπει να κουβαλήσεις πλάστιγγα».
-Ιδρώτας;
-Ιδρώτας και ούρα. Μπροστά του ένα μισοφαγωμένο γουρουνίσιο μπούτι. Ακούει τα βήματα ή μυρίζεται τον καφέ; Το λιποειδές αρπάζει το φλιτζάνι και το αδειάζει. Με το κεφάλι σκυμμένο παραληρεί.
-Γλώσσα νωθρό ημικύκλιο;
-Γλώσσα μαστουρωμένο δρεπάνι. Η άκρη της, ουρά αλεπούς γραίας και ψωραλέας. Σέρνεται πάνω στα χείλη του σβαρνίζοντας κρέατα και φυσαλίδες πηγμένου σάλιου.


«Λοιπόν; Δεν νομίζεις πως ήρθε η ώρα;»
Eduardo Naranjo._JPG«Η ώρα για τον παπά;» κοροϊδεύει το λίπος. Από το φαφούτικο άνοιγμα ακούγεται ένα ρέψιμο ίδιο κλανιά. Η Σ. σκύβει τώρα στ’ αυτί του: «Λέγε, γαμώ το. Ποιος; Λέγε. Αλλιώς…»
-Διάλειμμα μνήμης;
-Κενό κακεντρέχειας.
Το λίπος σκουπίζει το στόμα του στην πετσέτα. «Αλλιώς τι; Σιγά μην είστε του πρίγκιπα, μην είστε και του εμίρη».
«Είστε;» Προς τι ο πληθυντικός; Τα βλέπει διπλά;
Το λιποειδές απλώνεται πάλι στον καναπέ.
«Εγώ σβήνω, κι εσείς το χαβά σας. Το καταλάβατε μπασταρδάκια; Σβήνωωω». Ρίχνει προς το μέρος της βλέμμα βοδίσιο.
-Aπλανές;
-Σαν να μη διακρίνει.
«Και πού σαι; Να πεις στον άλλον να στείλει το χρήμα».

Η Σ. κατεβαίνει κουτρουβαλώντας στο ισόγειο, βλέπει την μαντεμένια μασιά ακουμπισμένη δίπλα στο τζάκι. Κραδαίνοντας το στειλιάρι κάνει μεταβολή. Μετέωρος ο λοστός πάνω από τη φαλάκρα.
«Λέγε ρε! Αλλιώς σε καθάρισα. Κιμαδάκι σ’ το κάνω το κωλοκρανίο».
«Αμαρτίες γονέων. Σε τρώει ο κώλος σου; Τι τα σκαλίζεις…;»
-Μαγκιά, που γίνεται παρακάλι;
-Νταηλίκι, που γυρίζει σε γαλιφιά.
«Άσ’ το κάτω αυτό… Θα σου πω»…
«Αυτός…», ψελλίζει το λίπος με ύφος μελίρρυτο. Αυτός, ποιος; Η Σ. σκύβει κι άλλο από πάνω του, χώνει τη μασέλα της στο αυτί του.
Τα χρειάστηκε η πεθαμένη γλίτσα; Ο ακατονόμαστος παραληρεί. Τα χείλη του γεμίζουν σάλια πηχτά. Λέει κάτι ακατάληπτα. «Που να καεί στην κόλαση ο άτιμος… Α… και μόλις με είδε… Μόλις με είδε με τις καραμπίνες… Την ίδια σου την κόρη, μωρέ;… Δεν βρήκες άλλη να μαγαρίσεις;»


Eduardo Naranjo.1971«Χώμα να φας παλιόγερε. Χώμα να φας καλύτερα… Το πιστεύεις; Στο κοτέτσι. Εκεί πήγε και κρύφτηκε. Αυτός… Ο άρχοντας. Με τις κότες… Με τις σβουνιές… Σαν το φλουρί η μούρη του. Τρέχαν τα τσίσα από τα μπατζάκια τού σκατολεχρίτη. Όχι, Θοδωράκι μου! Δεν θα το ξανακάνω, αγόρι μου! Δεν θα την ξαναγγίξω…»
Αυτός. Αυτός ποιος; Τέρας. Όχι πατέρας. «Του πέταξε –λέει– στα πόδια την καραμπίνα. Αλλά δεν ήταν ηλίθιος. Με τη δική του τον σημάδευε στο κεφάλι. Ούτε που να την πιάσει ο ανάξιος. Όχι που θα τον άφηνε. Του άνοιξε με το ζόρι το στόμα και του την έχωσε. Ένα μπαμ, και φινίτο. Ας είναι καλά η Ουρανίτσα του. «Τι ρουτάς και ξαναρουτάς αστυνόμε; Δεν τα ’παμ’;» Μόνος του ο κυρ-Παντελής πήγε –λέει–και κλείστηκε στο κοτέτσι. «Ξέρου γω;» Μόνος του –είπε– πήγε και μπουμπουνίστηκε».
Και; Μιλάει για τη φρίκη η φρίκη; Λύσσα. Τα μάτια του κόκκινα πάνω της.Να τον φτύσει; Σάλιο δεν έχει. Η Σ. φτύνει στο πάτωμα ένα τριχωτό, μισοσάπιο κομμάτι απ’ το αυτί του.

Νύχτα έφυγε από την Ερεσό. Κι ένα μήνα αργότερα, μετά το δεύτερο τηλεγράφημα, ξαναγύρισε μ’ εκείνο το κατ’ ευφημισμόν μάτζικ μπας. Αύγουστος, το σαραβαλάκι να βρωμάει λαρδί, φίσκα στα μπατιροτουριστάκια, που με αφετηρία το Μάντσεστερ κατέβαιναν κατά νότο μεριά για να βρουν δουλειά σε μποστάνια. Δυο μερόνυχτα βιδωμένη πάνω στο κάθισμα. Και τα βράδια, ξαπλωμένη κακήν κακώς στο διάδρομο, να περνούν από πάνω της οι τρύπιες αρβύλες.
-Παρίσι, Αθήνα, Νησί;
Eduardo Naranjo.4_b-Σαραβαλάκι-πλοίο-αγοραίο. Βρήκε μιαν Ουρανία κόκαλο, τον Θόδωρο λιποειδές, από όπου μετά βίας ξεχώριζες χέρια και πόδια. Στον καναπέ έτρωγε, στον καναπέ έχεζε, μπόχα βυρσοδεψείου. Ποιος να τον καθαρίσει;
Θα πλησίαζε πλέον τα τετρακόσια. Σάρκα και φλέβες είχαν κολλήσει στο έπιπλο. Να μάζευε τις κουράδες του και να του τις έχωνε με το φαράσι στο στόμα; Δεν μπορεί, μια ιδέα θα πέρασε κι από το ξεροκεφαλάκι της άλλης.
Ρόγχος όπως πνιχτός συριγμός. Πριν το κακάρωμα τα φίδια ξαναγίνονται φίδια. Ήρθαν άντρες από τα υποστατικά, άντρες με μπαλτάδες και τσάπες. Το μεγάλο μπαλκόνι αποκαθηλώθηκε, η μπαλκονόπορτα έπεσε, γκρεμοτσακίστηκε κι ένα μέρος του τοίχου. Το πρόβλημα ήταν εντέλει στη μεταφορά. Με τον γερανό τον σηκώσανε και έτσι όπως ήτανε, σάρκα μαζί και έπιπλο, τον χώσανε στην καρότσα.
Στο Βοστάνειο τα γιατρουδάκια ανένδοτα. Ούτε που να τον κατεβάσουν. Δεύτερη φορά γερανός, τον μπαρκάρουνε όπως όπως στο πλοίο. Στον Ευαγγελισμό εκατό ενέσεις τού έμπηξαν. Μήπως τον ξεκολλούσαν. Το αίμα απ’ την γάγγραινα πίσσα. Κατράμι.
Σ’ ένα γκαράζ δίπλα στον Ευαγγελισμό εκεί τελικά τον παρκάρανε. Μια βδομάδα έμεινε στο γκαράζ. Τιναγμένα τα πέταλά του. Δευτέρα του Πάσχα τούς τον παραδώσαν.
Γερανός, φορτηγό, πλοίο, στη Μυτιλήνη, στο πίσω μέρος του νεκροταφείου ανοίξανε τάφρο.
-Και τον χώσανε έτσι όπως ήτανε;
-Έτσι. Μαζί με τον καναπέ.

Χρύσα Φάντη, Απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημα «Η ιστορία της Σ.»

Πίνακες: Eduardo Naranjo

.

.

 

Λιάνα Πέτσα, Ποιητική αδεία

.

Βαρέθηκα τους παραπονεμένους ποιητές
Ονόματα λησμονημένα στο συρτάρι
Τις ημερομηνίες που χάθηκαν
Την αγωνία του ασυνεχούς ανά seconde


Χρόνε μονόδρομε
Εκείνο το δάχτυλο    μες στον κόλπο μου
όλη νύχτα
Τι ποίηση έσταζε!


Ορθώνω το κεφάλι μου ψηλά    κοιτάζω τ’ άστρα
Και τον λεβέντη που μπορεί να τη στοχεύει
Την έμπνευση
Με το δάχτυλο
στου αιδοίου μου   την σκανδάλη.

Λιάνα Πέτσα, Έρως αεί ανοικίζων, Εκδόσεις Πανδώρα, 2004  

Φωτό: Läubli Walter

.

.

 

Στράτος Φουντούλης, Ασκήσεις

.

[26]

Εκείνο που. Πλανάται πάνω από την παλιά γειτονιά, και το άλλο που ντύνει κουβέντες μέσα στη σιωπή. Γνωστών ιστορίες. Εν μέσω ελαχίστως διακριτών φράσεων. Η σκέψη που τυλίγει δύο καλλωπισμένες επιστολές• αφημένες έξω από την πόρτα γνωστού διπλανού, φίλου πονεμένου. Ποιος να τις έγραψε. Και εκείνος που διηγείται τα ελάχιστα που ξέρει, ραντίζει ευωδία στο κάθε του βήμα. Στην παλιά γειτονιά. Ο έγκλειστος νέος του υπογείου. Η όμορφη απέναντι με τα σορτς, που γνέφει συνωμοτικά, ραντεβού τα μεσάνυχτα. Ο αλλόκοτος αλλοτινός μικρόκοσμός μας, η μυρωδιά του φρεσκοσιδερωμένου ρούχου, το ηλιόλουστο διάτρητο απόγευμα. Τώρα η σιωπή βλέπεται πια με τα γυμνά σου μάτια. Να. Εκεί. Στέκει δίπλα στη φιάλη με τα όνειρα που δραπετεύουν λίγο λίγο προς μια ανέφικτη επιλογή, μακριά. Πολύ μακριά. Κανένα υπαινικτικό έστω, ίχνος διεξόδου. Μόνο ένα βάρος πάντα•

στους ώμους βαραίνει. 

Φωτό : Dorothea Lange

.

.

 

Eιρήνη Καραγιαννίδου, Ο σκοποβόλος

.

Στήσου στον ακρόλιθο της μνήμης


αγάλματα ήρθαν
να μας αντικαταστήσουν
και στόχευε
να ραγίσει συθέμελα
η κρύα μονοτονία της πέτρας
σωτήρια μουγκρίζοντας
για καινούρια ταξίδια
με τις προπέλες προς πάσα κατεύθυνση
σ’ εκείνα τα μέρη
τα ξανθά
της ζωής ή της φαντασίας.


Αν φύτρωναν λουλούδια από σκάγια στα βράχια
θα ήσουν Εσύ.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Οι τέσσερις εποχές του [Α], Εκδόσεις Λογότεχνον, 2013

Artwork: Mary Daniel Hobson

.

.

 

 

 

Gustave Flaubert, Μαντάμ Μποβαρύ

  Kenne Gregoire - Tutt'Art@Ο ζεστός αυτός χώρος, με το απλό του χαλί, την παιγνιδιάρικη διακόσμησή του και το ήρεμο φως του, έμοιαζε ό,τι πιο ταιριαστό για τις μύχιες στιγμές του πάθους. Οι κολονίτσες με την τρίφυλλη κατάληξη, τα χάλκινα κρεμαστάρια και η σχάρα στο τζάκι έλαμπαν μονομιάς μόλις έμπαινε ο ήλιος μέσα. Πάνω στο τζάκι, ανάμεσα στα καντηλέρια, υπήρχαν δύο από κείνα τα μεγάλα ροζ κοχύλια που όταν τα βάζεις στ’ αφτί σου ακούς τον ήχο της θάλασσας. Πώς την αγαπούσαν αυτή την καμαρούλα, παρά την κάπως ξεθωριασμένη λάμψη της! Ξανάβρισκαν πάντοτε τα έπιπλα στη θέση τους και συχνά και καρφίτσες των μαλλιών, που η Έμμα είχε ξεχάσει, την προηγούμενη Πέμπτη, κάτω απ’ το σανίδι του ρολογιού του τοίχου.

Έτρωγαν κάτι κοντά στο τζάκι, πάνω σ’ ένα τραπεζάκι από ξύλο κανονικό, που είχε κεντρωθεί με μαύρο ξύλο της Γουιάνας. Η Έμμα έκοβε και του έβαζε τα κομμάτια στο πιάτο του, κάνοντάς του χίλιων λογιών χαδάκια• και γελούσε μ’ ένα κακαριστό κι έκλυτο γέλιο όταν ο αφρός της σαμπάνιας ξεχείλιζε από το λεπτό ποτήρι πάνω στα δαχτυλίδια που είχε στα χέρια της. Είχαν τόσο πολύ απορροφηθεί στην αλληλοκατοχή τους, που ένιωθαν σαν να ’ναι σε δικό τους σπιτικό, σαν να ήταν να ζήσουν εκεί ως το θάνατό τους, δυο αιώνιοι νιόγαμπροι.

Έλεγαν η κάμαρά μας, το χαλί μας, οι πολυθρόνες μας, μάλιστα η Έμμα έλεγε οι παντόφλες μου, ένα δώρο του Λεόν, ένα καπρίτσιο που της είχε έρθει. Ήσαν παντόφλες από ροζ σατέν, με γυριστή μπορντούρα. Όταν την έπαιρνε στα γόνατά του, το πόδι της, που δεν έφτανε κάτω, κρεμόταν στον αέρα• και η κομψή παντοφλίτσα κρατιόταν στο γυμνό της πόδι μόνο απ’ τα δάχτυλα. Ο Λεόν γευόταν για πρώτη φορά την άρρητη λεπτότητα της γυναικείας χάρης. Ποτέ δεν είχε ξανασυναντήσει τη χαριτόβρυτη αυτή ομιλία, τη φροντίδα αυτή στο ντύσιμο, τις πόζες αυτές αποκαρωμένης περιστέρας. Θαύμαζε την έξαρση της ψυχής και τις δαντέλες του φουστανιού της. Άλλωστε δεν ήταν μια κυρία του κόσμου και κυρία παντρεμένη; Kαι, τέλος, γνήσια μετρέσα; Με την ποικιλομορφία των ψυχοδιαθέσεών της, άλλοτε ρέποντας προς το μυστικισμό κι άλλοτε προς τη χαρά, φλύαρη, σιωπηλή, συνεπαρμένη κι ανέμελη, η Έμμα ξυπνούσε μέσα του χίλιους-μύριους πόθους, κεντρίζοντάς του ένστικτα ή αναμνήσεις. Ήταν η ερωτευμένη όλων των μυθιστορημάτων, η ηρωίδα όλων των δραμάτων, η αόριστη εκείνη όλων των βιβλίων με στίχους.

Gustave Flaubert, Μαντάμ Μποβαρύ, μτφρ.: Μπάμπης Λυκούδης, σελ. 350-352, Εκδόσεις Εξάντας, 1993

Artwork: Κenne Gregoire, Sarachmet

.

.


 

Χρύσα Φάντη: Kριτική, Ιφιγένεια Σιαφάκα, Μετάlipsi (e-περιοδικό Fractal)

Fractal

Σπουδή στην κενότητα

Μετάlipsi ως ύμνος πικρός της ματαίωσης; Σαρκαστικό μανιφέστο για την ακυρωμένη μέθεξη του Εγώ με το Άλλο; Θρήνος για την αδυναμία θέασης του ατομικού και κοινωνικού υπάρχοντος; Σπουδή πάνω στην έλλειψη επικοινωνίας με τον καθρέφτη; Ή απλώς και μόνον: ποίηση ως τόπος συνάντησης του ανθρώπου με το μέρος του εαυτού του που είναι έξω από το cogito;  Ποίηση που μπορεί να ανακυκλώνει τα χαοτικά λύματα (που απορρίπτουν οι σημασιογενείς σπασμοί της γλωσσικής μήτρας) παράγοντας μορφώματα τερατικά;  (Έκτωρ Κακναβάτος, έκδ. Άγρα)

Στους φίλους αφιερωμένη η Μετάlipsi, τελευταία ποιητική συλλογή της Ιφιγένειας Σιαφάκα, με τίτλο ενδεικτικό έναν ήχο ελληνικό σε γραφή λατινική lipsi στη θέση των λήψη  και  λείψει. (…) Φίλοι αδικοχαμένοι από την ασφυξία που προκάλεσε ένα μικρό κομμάτι μήλου που το δαγκώσανε να ρίξουν άρωμα στη γλώσσα», lάβετε φάgετε κραυγάζαν να μεταλάβουμε μετάlipsi (…) Μετάlipsi (λαμβάνω και λείπω ταυτόχρονα) και όχι μόνον μετάληψη, εξ ου και η διττή σήμανση του τίτλου με λατινικούς χαρακτήρες που συμπορεύεται άλλωστε και με το ανάλογο απόσπασμα από τον «Ποιητή στη Νέα Υόρκη» του Federico Garcia Lorca, μότο καταγραμμένο στη γλώσσα του ποιητή “No preguntarme nada. He visto que las cosas cuando buscan su curso encuentran su vacio”, παρατεθειμένο ξανά στο τέλος της συλλογής, σε μετάφραση από τον Β. Λαλιώτη: «Μη με ρωτάτε τίποτα. Είδα τα πράγματα όταν ζητάνε πλησμονή να βρίσκουν το κενό τους».

.

.

Εναγώνιος λεκτικός μετεωρισμός ανάμεσα πληρότητας και κενού, με τον στίχο, υποκλινόμενο στον τρόμο, να κλείνει τον κύκλο του υπέρ των απωθημένων στο ασυνείδητο ωμοφάγων και αρπακτικών φά-gετε (φόβος, φοβία, φεύγω) και lάβ-ετε (αρπάζετε μάλλον παρά αγαπάτε ή αγαπάτε αρπάζοντας ή αρπάζετε αγαπώντας, δεν είναι τυχαία στη συνέχεια η λέξη «λαβίδα» που χρησιμoποιείται)· αέναες καταβυθίσεις στο ασυνείδητο που ισορροπούν ανάμεσα στο οικείο και το ανοίκειο – επί παραδείγματι, οι λεκτικές αμφισημίες (βλeμμα, (αίμα), σ-οmata (όμματα), ψ-άllω (άλλο) που καταλήγουν σ’ έναν ιδιότυπο, σαρκαστικό λυρισμό της ίδιας της πράξης της γραφής : (…) Χθες βράδυ μάλιστα σημάδευα τριχιές μ’ ένα περίστροφο σε μια πλατεία που τη λέγαν της «Ιδέας» Στη γλώσσα γάζωνα και μία γκιλοτίνα για επείγουσα ανάγκη μήπως και ξεμυτούσε από το τρίστρατο καμιά πατροκτονία (…). Το ποιητικό σώμα μοιάζει να αναπτύσσεται άλλοτε ως αντικατοπτρισμός ενός σπαρασσόμενου ποιητικού εγώ κι άλλοτε μεσ’ από πολλαπλά, αλληλοαναιρούμενα προσωπεία.

.

.

Ποίηση σε μορφή πρόζας;

Μετάlipsi,

Ως βούλιαγμα σε «κενό κοινό και συλλογικό»: (…) Οι παφλασμοί σπίθες τσιτσίριζαν αλμύρας Τσούζανε πυρακτωμένοι από τη λάμα οι βυθοί μας Κι αλέγκρο το αίμα το ραγούσαν στα χρυσόψαρα/Α πλοθ Α γκλοθ Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε (…)

Ως «έλλειψη στη γλώσσα και την επικοινωνία»: (…) Όσο με θρύμμα καραβόπανου πλάτη με πλάτη μάς τυλίγαμε σε Νήμα θνησιγενές αόρατο που σπαρταρούσε των νηστευτών τις λέξεις: τις ρωγμές μας /Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε/ (…) Στις γλώσσες έναστρη έσπερναν σπορά (…) μιa λίμα από κάρβουνο που γράφει ιστορίες/με μεdούλι από στάhτη/και γύπsινα οστά/ (…)

«Ως «πολιτισμικό κενό»: (…) Και σε κομμάτια πάγων τσιγαρίζαν καυτές πευκοβελόνες από λέξεις για να τις σβήσουν με μπαλτάδες από ήχους Κλέος μοσχοβολώντας γι’ άρωμα επινίκιο στους καταρράχτες των λυγμών μας Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε Βουλιάζαμε(…)

.

.

Ως «αποτέλεσμα συλλογικού ιστορικού ναυαγίου»: (…) Όμορφοι φίλοι sαν την αλήθεια που λησμονιέται το χειμώνα για ν’ ανθίsει από αγριοsυκιές μες στη Μεσόγειο  σ’ ένα βαζάκι μέλι με δυο κλωνάρια ελιάς υπό το βλέμμα ενός νεογνού πυρόξανθου ηλίου με μπούκλεςαπό βαθιά Αιγαία και σιαγώνες σμιλεμένες απ’ τις ακτές της Ιωνίας (…) Εκεί τους είδα κι έφριξα»

Μετάlipsi «ως προσωπική και υπαρξιακή κενότητα»: «Καλά να βρούμε όλοι lάβετε φάgετε χτυπούσαν αλλοπαρμένοι τα δίχτυα μες στη νύχτα όλοι να βρούμε lάβετε φάgετε φίλοι τη φύρα του κρατήρα (…)

Ως άθυρμα ψυχικών και σωματικών ερειπίων, Lipsi  ερωτική»:  (…) Ορθώνομαι από τρόμο όραμα κοιμισμένο ανάσκελα σε πάπλωμα Χωρίς ν’ ακούω παρά μόνο έναν απόηχο από σένα (…) αναρροφήσεις έρωτα Άσφακτου ακόμα από τον ηδονικό νικέλινο σπασμό ενός φιλιού Που μ’ αραβουργήματα η Μνήμη τη γλώσσα κεντημένη πλημμυρίζει Όρθια σε Στύση Εκμαυλισμένη μες στην κόπωση (…).

.

.

Ευφάνταστη χρήση και μείξη στοιχείων αντιθετικών και ετερογενών: (…) Να ξεκληρίσω τ’ ανώφελα εντούτοις τώρα μ’ ένα κοινότοπο σταράτο και νεκρό: Ως είθισται κι εγώ ν’ αφιερώσω κάπου τη γrafi μου Να μην κυλιέται αδέσpοτη στων καθρεφτών τις κλίnες(…),
Ακολουθίες λέξεων που καταλύουν το λογικό ιστό και την συνήθη ροή της γλώσσας, μες από απροσδόκητα γκροτέσκους λεκτικούς συνδυασμούς: (…) Μπορούμε όμως πιο κομψά Αν η σεξουαλική ανάγκη το καλεί Να αναπαύσουμε τις συνειδήσεις αρνούμενοι την ηδονή στο θείο κι απολαμβάνοντας νηστίσιμα τα γεμιστά της θείας (…)
Σκανδαλιστική εικονοκλασία: (…) Καύλες μαρμάρινες στο παγωμένο φρύδι της ανάγκης (…), Απροσδόκητοι λεκτικοί συνδυασμοί: (…) Γνωρίζουμε κι αν ερωτήθηκε ποτέ πώς ερωτοτροπούν σωματικά υγρά με τις σκιές τις Ιστορίας (…), Ένταση και ενόραση: (…) Κι εμείς χορτάτοι απ’ την αγάπη για το γάλα που κερνούσε το σκοτάδι (…),

.


.

Πλαστικότητα και σπουδή σε νέες αφηγηματικές δομές: (…) Τότε άλλαξαν σώμα οι φίλοι χρώμα άδειο αρπάξανε πυκνό που τιναζόταν τραμπολίνο στο σκοτάδι Κι έφευγαν ένας ένας έφευγαν φεύγανε οι φίλοι φεύγαν (…),
Οντολογική αναζήτηση αλλά και συγκινησιακή φόρτιση: (…) Όστις επρόlαβεν τον Κύριον είδεν σαν να λέμε δηλαδή Όταν για νούμερο-επιγραφή κορδώνεται το «Τίpοτε» (…) Παραμυθία να ταΐσει τον πνιγμό μας Μαζί θα ζευγαρώσουμε! (…) Βουλιάζαμε βουλιάζαμε μες στη μεστή /Μετάlipsi/ Χρεών (…),
Εσωτερικά τοπία που παρεκκλίνουν της νόρμας δράττοντας ηδονές από τα παράδοξα και τα τερτίπια της γλώσσας: (…) Στέλναμε χαιρετίσματα με οιδήματα στ’ αστέρια το κενό μας(…) νύχια κοφτερά στις άκρες των μαλλιών μας/ Άhυρα στους αnεμοδείκτες των σκιών σας! (…)

Ποίηση, που με τανυσμένες στα άκρα τις γλωσσικές της ανατροπές και τις ποικίλες ασύνορες λεκτικές μεταβάσεις, ενώνει μαγευτικά το τετριμμένο με το απροσδόκητο, το πραγματικό με το φαντασιακό, τον έσω κόσμο με την περιρρέουσα, εξωτερική ατμόσφαιρα, φέρνοντας αδιάκοπα –όχι μόνο σε αντιπαράθεση αλλά συνομιλία και συναλλαγή– το τραγικό με το γκροτέσκο.Στην Μετάlipsi της Σιαφάκα, – όπως και σε ολόκληρο το μέχρι σήμερα εκδοθέν λογοτεχνικό της έργο–συναντάμε την ίδια ακαταπόνητη μέριμνα, την ίδια δημιουργική εμμονή για ένα αποτέλεσμα ιδιότυπα λυρικό και ατμοσφαιρικό.

.

.

metalipsi7-2-15-web

.

Μετάlipsi, Ιφιγένεια Σιαφάκα, Εκδ. Γρηγόρη 2015

  Πίνακες: Ilya Zomb

.

.