RSS

Monthly Archives: June 2015

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ωραίες εσείς

Gilbert_Garcin_061

.

Ωραίες εσείς που κυκλοφορείτε
Αμέριμνες στο σκοτεινό το διαδίκτυο,
Παρακαλώ σας θυμηθείτε
Αυτούς που να σας έχουν δεν μπορούνε
Μα σε πνιγμό πιασμένοι ολονύκτιο
Τα ηλεκτρονικά σας ίχνη ακολουθούνε.

Αντιπάτρου του Σιδωνίου
ca 170 μ.Χ.

Photo: Gilbert Garcin

.

.

 

Eιρήνη Καραγιαννίδου, Γράφεις

.

Γράφεις.
Τα σανατόρια ιδρώνουνε στα χέρια
Όπου πηδούν ποτάμια λέξεις Τις χαίτες
ανεμίζοντας
Αδιαφορώντας για τις αιμοπτύσεις,
Τα φαγωμένα σου πλευρά Αφού


κανείς ποτέ δε βούλιαξε στις παύσεις
Παρά οι ποιητές
στα δόντια του Μινώταυρου


Ώσπου ν’ ανακαλύψουν τα σφραγίσματα.

Πίνακας: Shipra Bhattacharya

 

Αλμπέρ Καμύ, Η πτώση

 Όταν θα είμαστε όλοι ένοχοι, τότε θα έχουμε δημοκρατία. Χωρίς να λογαριάσουμε, αγαπητέ φίλε, ότι πρέπει να εκδικηθούμε, επειδή είμαστε υποχρεωμένοι να πεθάνουμε μόνοι. Ο θάνατος είναι μοναχικός, ενώ η δουλεία συλλογική. Έχουν κι άλλοι το μερτικό τους, και μάλιστα την ίδια στιγμή μ’ εμάς, αυτό είναι το σημαντικό. Όλοι ενωμένοι, επιτέλους, αλλά γονατιστοί και με το κεφάλι σκυμμένο. Μήπως δεν είναι καλό να ζω επίσης κατ’ εικόνα και ομοίωση της κοινωνίας; Για να γίνει αυτό, δεν θα ’πρεπε η κοινωνία να μου μοιάζει; Η απειλή, η ατίμωση, η αστυνομία είναι τα ιερά μυστήρια τούτης της ομοιότητας. Περιφρονημένος, παγιδευμένος, καταπιεσμένος, θα μπορώ τότε να δείξω όλες τις ικανότητές μου, ν’ απολαύσω τον εαυτό μου όπως είναι, να είμαι επιτέλους φυσικός. Να γιατί, φίλτατε, αφού τίμησα επίσημα την ελευθερία, αποφάσισα στα κρυφά ότι έπρεπε να την παραδώσω χωρίς καθυστέρηση σε οποιονδήποτε. Και, κάθε φορά που μου δίνεται η ευκαιρία, κάνω κήρυγμα στην εκκλησία μου, στο Μέξικο Σίτι, προσκαλώ τον καλό λαό να υποταχτεί και να επιδιώξει ταπεινά τις ανέσεις της δουλείας, έστω κι αν χρειάζεται να την παρουσιάσω σαν τη γνήσια ελευθερία. Μα δεν είμαι τρελός, συνειδητοποιώ ότι η σκλαβιά δεν πρόκειται να’ ρθει αύριο. Θα είναι ένα από τα αγαθά του μέλλοντος, αυτό είν’ όλο.

Ως τότε, πρέπει να τα βολέψω με το παρόν και να αναζητήσω μια λύση, προσωρινή τουλάχιστον. Χρειάστηκε λοιπόν να βρω έναν άλλο τρόπο, για να μοιραστούμε όλοι μας την κρίση και να βαραίνει έτσι λιγότερο πάνω στους ώμους μου. Τον βρήκα αυτόν τον τρόπο. Ανοίξτε λίγο το παράθυρό σας, παρακαλώ, κάνει φοβερή ζέστη εδώ μέσα. Όχι πάρα πολύ, γιατί κρυώνω. Η ιδέα μου είναι απλή και συνάμα γόνιμη. Πώς να τους βάλω όλους να βράσουν στο ίδιο καζάνι για να ’χω το δικαίωμα να στεγνώσω εγώ στον ήλιο; Ν’ ανέβω στο βήμα, όπως πολλοί λαμπροί συγκαιρινοί μου, και να καταραστώ την ανθρωπότητα; Πολύ επικίνδυνο αυτό! Κάποια μέρα ή κάποια νύχτα, το γέλιο ξεσπάει απροειδοποίητα. Η δικαστική απόφαση που βγάζετε για τους άλλους στρέφεται τελικά εναντίον σας, σας έρχεται κατάμουτρα και προκαλεί ζημιές. Και τι έγινε; θα πείτε. Ε, λοιπόν, να η μεγαλοφυής ιδέα. Ανακάλυψα ότι, προσμένοντας τον ερχομό των αφεντάδων με τις βέργες τους, οφείλουμε, όπως ο Κοπέρνικος, να αναστρέψουμε το συλλογισμό για να θριαμβεύσουμε. Αφού δεν γινόταν να καταδικάσουμε τους άλλους, χωρίς αμέσως να κρίνουμε τον εαυτό μας, θα ’πρεπε να ρίξουμε όλα τα βάρη πάνω μας, για να έχουμε το δικαίωμα να κρίνουμε τους άλλους. Αφού κάθε δικαστής καταλήγει μια μέρα μετανοητής, θα ’πρεπε να πάρουμε το δρόμο από την αντίθετη κατεύθυνση και να γίνουμε πρώτα μετανοητές, για να καταλήξουμε τελικά σε δικαστές. Με παρακολουθείτε; Eντάξει. Για να γίνω ωστόσο πιο σαφής θα σας δείξω πώς δουλεύω.

Αλμπέρ Καμύ, Η πτώση, μτφρ: N. Καρακίτσου-Ντουζέ, Μ. Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν, σελ. 106-107, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2010

Φωτό: Rene Maltete

.

.

 

Ernesto Sabato, Περί ηρώων και τάφων

Σ’ εκείνο το δωματιάκι, λοιπόν, άρχισα να γράφω ιστορίες. Τώρα καταλαβαίνω ότι ανέκαθεν η τέχνη του καιρού μας, αυτή η δυνατή και αποδιαρθρωμένη τέχνη, γεννιέται πάντα από την προσωπική μας διάλυση, από την αγωνία μας και από τη δυσαρέσκειά μας. Ένα είδος απόπειρας συμφιλίωσης με τον κόσμο της ράτσας των εύθραυστων, ανήσυχων και γεμάτων επιθυμίες πλασμάτων, που είναι οι άνθρωποι. Τα ζώα δεν χρειάζονται αυτήν τη μεσολάβηση της τέχνης• τους αρκεί που ζουν, καθώς η ύπαρξη τους εξελίσσεται αρμονικά με την ικανοποίηση των αταβιστικών τους αναγκών. Το πουλί αρκείται σε μερικούς σπόρους ή σκουλήκια, ένα δέντρο για να φτιάξει τη φωλιά του και τους μεγάλους χώρους να πετά• και η ζωή του, από τη γέννησή του ως το θάνατό του, κυλά μ’ έναν ευτυχή ρυθμό, που δεν απογοητεύεται ποτέ ούτε από τη μεταφυσική απογοήτευση ούτε από την τρέλα.

Ο άνθρωπος όμως από τη στιγμή που σηκώθηκε στα δύο πίσω πόδια του κι έφτιαξε ένα τσεκούρι με μια κοφτερή πέτρα, δημιούργησε μεν τις βάσεις του μεγαλείου του, αλλά ταυτόχρονα και τις ρίζες του άγχους του, επειδή με τα χέρια του και τα εργαλεία που έφτιαχνε με τα χέρια του, έμελλε να ανεγείρει εκείνη την τόσο στέρεη και παράξενη κατασκευή που ονομάζεται κουλτούρα, για να αρχίσει έτσι η μεγάλη διάλυσή του, αφού είχε πάψει μεν να είναι ένα απλό ζώο, χωρίς ωστόσο να γίνει θεός που του υπέβαλλε το πνεύμα του. Θα είναι αυτό το δισυπόστατο και δυστυχισμένο πλάσμα που κινείται και ζει ανάμεσα στη γη των ζώων και τον ουρανό των θεών του, που θα έχει χάσει τον επίγειο παράδεισο της αθωότητάς του, χωρίς να έχει κερδίσει τον ουράνιο παράδεισο της απολύτρωσής του• θα είναι αυτό το πονεμένο και άρρωστο στο μυαλό πλάσμα, που θα αναρωτηθεί για πρώτη φορά για το γιατί της ύπαρξής του. Κι έτσι, τα χέρια κι ύστερα εκείνο το τσεκούρι, εκείνη τη φωτιά κι αργότερα η επιστήμη και η τεχνική θα έσκαβαν κάθε μέρα και περισσότερο την άβυσσο που θα τον χώριζε από τη ράτσα της προέλευσής του και από τη ζωτική του ευτυχία. Και η πόλη θα αποτελέσει στο τέλος την τελική φάση της ξέφρενης πορείας του, την ύψιστη έκφραση της αλαζονείας του και τη μέγιστη μορφή της αλλοτρίωσής του.

Και τότε, πλάσματα στενοχωρημένα, μισότυφλα και μισότρελα, αγωνίζονται ψηλαφητά να ξαναβρούν εκείνη τη χαμένη αρμονία με το μυστήριο και το αίμα, ζωγραφίζοντας ή γράφοντας μια διαφορετική πραγματικότητα που συχνά μοιάζει φανταστική και παρανοϊκή, αλλά που, πράγμα περίεργο, πρόκειται να είναι πιο βαθιά από την καθημερινή πραγματικότητα. Και, έτσι, ονειρευόμενοι και για τους άλλους οι καλλιτέχνες, αυτά τα εύθραυστα πλάσματα, κατορθώνουν να αρθούν πάνω από την προσωπική τους δυστυχία και γίνονται ερμηνευτές και σωτήρες (πονεμένοι) του συλλογικού πεπρωμένου. H δυστυχία μου όμως ήταν πάντα διπλή, επειδή η αδυναμία μου, το παθητικό πνεύμα μου, η αναποφασιστικότητά μου και η αβουλία μου με εμπόδιζαν να κατακτήσω εκείνη τη νέα τάξη πραγμάτων, εκείνο τον Νέο Κόσμο, που είναι το έργο τέχνης• και κατέληγα πάντα να πέφτω από τις σκαλωσιές εκείνου του ποθητού οικοδομήματος που θα με έσωζε. Πέφτοντας, κακοποιημένος, και διπλά θλιμμένος, έτρεχα και πάλι να βρω τα απλά ανθρώπινα όντα.

Ernesto Sabato, Περί ηρωών και τάφων, σελ. 564-566, μτφρ.: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, Εκδόσεις Εξάντας, 1986

Πίνακες: Dana Levin, Danie Jansen van Vuuren

.

.

 

Χρύσα Φάντη, Η ιστορία της Σ.

Ερεσός, 1975

-Μυρωδιά από μεταπολίτευση;
-Μυρωδιά ώριμου σύκου. Για την ακρίβεια Ιούλιος.
«Ήρθις;» Ανάμεσα κουζίνας και σκάλας, η Ουρανία όπως μασκαρεμένη οσία. Τι ακριβώς της δείχνει; Τη γαβάθα με τον καφέ του Θόδωρου; Τα σακατεμένα πόδια της; Ζαρωμένα κανιά, μαύρο λειρί καρακάξας. Η φωνή της ένρινο βέλασμα.
«Αυτό που βλέπεις. Πάνω κάτω, πάνω κάτω. Μ’ έστυψι ου π’ αναθιμά τουν». Περικυκλωμένες από λουρίδες φωτός, Σ. και Ουρανία προχωρούν τριποδίζοντας. Στο πάτωμα τσαλακωμένα μαντίλια, πανιά με χαλκοπράσινα στίγματα μπαγιάτικου ξερατού.
Άμορφη, υπερμεγέθης μάζα, δέρμα πολιορκημένο από έντομα, σάρκα μες στη πληγή. Ο Θόδωρος ολοτσίτσιδος, χυμένος πάνω σ’ αυτό που κάποτε ήτανε σώμα. Ανάμεσα στα αχαμνά, δυο καφετιά, ψόφια σκουλήκια. Κάτω από τα φρύδια δυο κακοχυμένες τρύπες.


«Κοίτα τον. Αγελάδα. Τι αγελάδα; Ελέφαντας. Κάθε μέρα το καταπέτασμα. Μασούλημα και πάλι μασούλημα».
Κουκούλια λίπους τα βλέφαρα, μπράτσα που έχουνε γίνει ένα με την κοιλιά. Ο ακάλυπτος πούτσος του ζαρωμένο πλαστικό σωληνάκι.
«Να έφτασε τα διακόσια;»
«Τριακόσια και βάλε. Για να τον ζυγίσεις πρέπει να κουβαλήσεις πλάστιγγα».
-Ιδρώτας;
-Ιδρώτας και ούρα. Μπροστά του ένα μισοφαγωμένο γουρουνίσιο μπούτι. Ακούει τα βήματα ή μυρίζεται τον καφέ; Το λιποειδές αρπάζει το φλιτζάνι και το αδειάζει. Με το κεφάλι σκυμμένο παραληρεί.
-Γλώσσα νωθρό ημικύκλιο;
-Γλώσσα μαστουρωμένο δρεπάνι. Η άκρη της, ουρά αλεπούς γραίας και ψωραλέας. Σέρνεται πάνω στα χείλη του σβαρνίζοντας κρέατα και φυσαλίδες πηγμένου σάλιου.


«Λοιπόν; Δεν νομίζεις πως ήρθε η ώρα;»
Eduardo Naranjo._JPG«Η ώρα για τον παπά;» κοροϊδεύει το λίπος. Από το φαφούτικο άνοιγμα ακούγεται ένα ρέψιμο ίδιο κλανιά. Η Σ. σκύβει τώρα στ’ αυτί του: «Λέγε, γαμώ το. Ποιος; Λέγε. Αλλιώς…»
-Διάλειμμα μνήμης;
-Κενό κακεντρέχειας.
Το λίπος σκουπίζει το στόμα του στην πετσέτα. «Αλλιώς τι; Σιγά μην είστε του πρίγκιπα, μην είστε και του εμίρη».
«Είστε;» Προς τι ο πληθυντικός; Τα βλέπει διπλά;
Το λιποειδές απλώνεται πάλι στον καναπέ.
«Εγώ σβήνω, κι εσείς το χαβά σας. Το καταλάβατε μπασταρδάκια; Σβήνωωω». Ρίχνει προς το μέρος της βλέμμα βοδίσιο.
-Aπλανές;
-Σαν να μη διακρίνει.
«Και πού σαι; Να πεις στον άλλον να στείλει το χρήμα».

Η Σ. κατεβαίνει κουτρουβαλώντας στο ισόγειο, βλέπει την μαντεμένια μασιά ακουμπισμένη δίπλα στο τζάκι. Κραδαίνοντας το στειλιάρι κάνει μεταβολή. Μετέωρος ο λοστός πάνω από τη φαλάκρα.
«Λέγε ρε! Αλλιώς σε καθάρισα. Κιμαδάκι σ’ το κάνω το κωλοκρανίο».
«Αμαρτίες γονέων. Σε τρώει ο κώλος σου; Τι τα σκαλίζεις…;»
-Μαγκιά, που γίνεται παρακάλι;
-Νταηλίκι, που γυρίζει σε γαλιφιά.
«Άσ’ το κάτω αυτό… Θα σου πω»…
«Αυτός…», ψελλίζει το λίπος με ύφος μελίρρυτο. Αυτός, ποιος; Η Σ. σκύβει κι άλλο από πάνω του, χώνει τη μασέλα της στο αυτί του.
Τα χρειάστηκε η πεθαμένη γλίτσα; Ο ακατονόμαστος παραληρεί. Τα χείλη του γεμίζουν σάλια πηχτά. Λέει κάτι ακατάληπτα. «Που να καεί στην κόλαση ο άτιμος… Α… και μόλις με είδε… Μόλις με είδε με τις καραμπίνες… Την ίδια σου την κόρη, μωρέ;… Δεν βρήκες άλλη να μαγαρίσεις;»


Eduardo Naranjo.1971«Χώμα να φας παλιόγερε. Χώμα να φας καλύτερα… Το πιστεύεις; Στο κοτέτσι. Εκεί πήγε και κρύφτηκε. Αυτός… Ο άρχοντας. Με τις κότες… Με τις σβουνιές… Σαν το φλουρί η μούρη του. Τρέχαν τα τσίσα από τα μπατζάκια τού σκατολεχρίτη. Όχι, Θοδωράκι μου! Δεν θα το ξανακάνω, αγόρι μου! Δεν θα την ξαναγγίξω…»
Αυτός. Αυτός ποιος; Τέρας. Όχι πατέρας. «Του πέταξε –λέει– στα πόδια την καραμπίνα. Αλλά δεν ήταν ηλίθιος. Με τη δική του τον σημάδευε στο κεφάλι. Ούτε που να την πιάσει ο ανάξιος. Όχι που θα τον άφηνε. Του άνοιξε με το ζόρι το στόμα και του την έχωσε. Ένα μπαμ, και φινίτο. Ας είναι καλά η Ουρανίτσα του. «Τι ρουτάς και ξαναρουτάς αστυνόμε; Δεν τα ’παμ’;» Μόνος του ο κυρ-Παντελής πήγε –λέει–και κλείστηκε στο κοτέτσι. «Ξέρου γω;» Μόνος του –είπε– πήγε και μπουμπουνίστηκε».
Και; Μιλάει για τη φρίκη η φρίκη; Λύσσα. Τα μάτια του κόκκινα πάνω της.Να τον φτύσει; Σάλιο δεν έχει. Η Σ. φτύνει στο πάτωμα ένα τριχωτό, μισοσάπιο κομμάτι απ’ το αυτί του.

Νύχτα έφυγε από την Ερεσό. Κι ένα μήνα αργότερα, μετά το δεύτερο τηλεγράφημα, ξαναγύρισε μ’ εκείνο το κατ’ ευφημισμόν μάτζικ μπας. Αύγουστος, το σαραβαλάκι να βρωμάει λαρδί, φίσκα στα μπατιροτουριστάκια, που με αφετηρία το Μάντσεστερ κατέβαιναν κατά νότο μεριά για να βρουν δουλειά σε μποστάνια. Δυο μερόνυχτα βιδωμένη πάνω στο κάθισμα. Και τα βράδια, ξαπλωμένη κακήν κακώς στο διάδρομο, να περνούν από πάνω της οι τρύπιες αρβύλες.
-Παρίσι, Αθήνα, Νησί;
Eduardo Naranjo.4_b-Σαραβαλάκι-πλοίο-αγοραίο. Βρήκε μιαν Ουρανία κόκαλο, τον Θόδωρο λιποειδές, από όπου μετά βίας ξεχώριζες χέρια και πόδια. Στον καναπέ έτρωγε, στον καναπέ έχεζε, μπόχα βυρσοδεψείου. Ποιος να τον καθαρίσει;
Θα πλησίαζε πλέον τα τετρακόσια. Σάρκα και φλέβες είχαν κολλήσει στο έπιπλο. Να μάζευε τις κουράδες του και να του τις έχωνε με το φαράσι στο στόμα; Δεν μπορεί, μια ιδέα θα πέρασε κι από το ξεροκεφαλάκι της άλλης.
Ρόγχος όπως πνιχτός συριγμός. Πριν το κακάρωμα τα φίδια ξαναγίνονται φίδια. Ήρθαν άντρες από τα υποστατικά, άντρες με μπαλτάδες και τσάπες. Το μεγάλο μπαλκόνι αποκαθηλώθηκε, η μπαλκονόπορτα έπεσε, γκρεμοτσακίστηκε κι ένα μέρος του τοίχου. Το πρόβλημα ήταν εντέλει στη μεταφορά. Με τον γερανό τον σηκώσανε και έτσι όπως ήτανε, σάρκα μαζί και έπιπλο, τον χώσανε στην καρότσα.
Στο Βοστάνειο τα γιατρουδάκια ανένδοτα. Ούτε που να τον κατεβάσουν. Δεύτερη φορά γερανός, τον μπαρκάρουνε όπως όπως στο πλοίο. Στον Ευαγγελισμό εκατό ενέσεις τού έμπηξαν. Μήπως τον ξεκολλούσαν. Το αίμα απ’ την γάγγραινα πίσσα. Κατράμι.
Σ’ ένα γκαράζ δίπλα στον Ευαγγελισμό εκεί τελικά τον παρκάρανε. Μια βδομάδα έμεινε στο γκαράζ. Τιναγμένα τα πέταλά του. Δευτέρα του Πάσχα τούς τον παραδώσαν.
Γερανός, φορτηγό, πλοίο, στη Μυτιλήνη, στο πίσω μέρος του νεκροταφείου ανοίξανε τάφρο.
-Και τον χώσανε έτσι όπως ήτανε;
-Έτσι. Μαζί με τον καναπέ.

Χρύσα Φάντη, Απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημα «Η ιστορία της Σ.»

Πίνακες: Eduardo Naranjo

.

.

 

Λιάνα Πέτσα, Ποιητική αδεία

.

Βαρέθηκα τους παραπονεμένους ποιητές
Ονόματα λησμονημένα στο συρτάρι
Τις ημερομηνίες που χάθηκαν
Την αγωνία του ασυνεχούς ανά seconde


Χρόνε μονόδρομε
Εκείνο το δάχτυλο    μες στον κόλπο μου
όλη νύχτα
Τι ποίηση έσταζε!


Ορθώνω το κεφάλι μου ψηλά    κοιτάζω τ’ άστρα
Και τον λεβέντη που μπορεί να τη στοχεύει
Την έμπνευση
Με το δάχτυλο
στου αιδοίου μου   την σκανδάλη.

Λιάνα Πέτσα, Έρως αεί ανοικίζων, Εκδόσεις Πανδώρα, 2004  

Φωτό: Läubli Walter

.

.

 

Στράτος Φουντούλης, Ασκήσεις

.

[26]

Εκείνο που. Πλανάται πάνω από την παλιά γειτονιά, και το άλλο που ντύνει κουβέντες μέσα στη σιωπή. Γνωστών ιστορίες. Εν μέσω ελαχίστως διακριτών φράσεων. Η σκέψη που τυλίγει δύο καλλωπισμένες επιστολές• αφημένες έξω από την πόρτα γνωστού διπλανού, φίλου πονεμένου. Ποιος να τις έγραψε. Και εκείνος που διηγείται τα ελάχιστα που ξέρει, ραντίζει ευωδία στο κάθε του βήμα. Στην παλιά γειτονιά. Ο έγκλειστος νέος του υπογείου. Η όμορφη απέναντι με τα σορτς, που γνέφει συνωμοτικά, ραντεβού τα μεσάνυχτα. Ο αλλόκοτος αλλοτινός μικρόκοσμός μας, η μυρωδιά του φρεσκοσιδερωμένου ρούχου, το ηλιόλουστο διάτρητο απόγευμα. Τώρα η σιωπή βλέπεται πια με τα γυμνά σου μάτια. Να. Εκεί. Στέκει δίπλα στη φιάλη με τα όνειρα που δραπετεύουν λίγο λίγο προς μια ανέφικτη επιλογή, μακριά. Πολύ μακριά. Κανένα υπαινικτικό έστω, ίχνος διεξόδου. Μόνο ένα βάρος πάντα•

στους ώμους βαραίνει. 

Φωτό : Dorothea Lange

.

.